Γιατί ο Τραμπ βλέπει εσπευσμένα Λόκχιντ Μάρτιν και RTX- Το νέο μέτωπο στην Ουάσιγκτον

✨Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Ιράν αυξάνει δραματικά το κόστος λειτουργίας του Πενταγώνου, με ημερήσιες δαπάνες που μπορεί να φτάσουν το 1 δισ. δολάρια.
✨Η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει την επιτάχυνση της παραγωγής όπλων, καθώς τα αποθέματα πυρομαχικών μειώνονται λόγω προηγούμενων συγκρούσεων και αυξημένης κατανάλωσης.
✨Το οικονομικό βάρος του πολέμου περιλαμβάνει όχι μόνο άμεσα έξοδα, αλλά και την ανάγκη για έκτακτη χρηματοδότηση περίπου 50 δισ. δολαρίων για αναπλήρωση εξοπλισμών.
✨Η σύγκρουση επηρεάζει επίσης τις αγορές ενέργειας, αυξάνοντας τις τιμές καυσίμων και δημιουργώντας πολιτική πίεση στις ΗΠΑ λόγω του αυξανόμενου κόστους ζωής.
Ο πόλεμος δεν μετριέται μόνο σε επιχειρησιακούς στόχους και γεωπολιτικά κέρδη, αλλά και σε μια καθημερινή, απολύτως απτή δημοσιονομική αιμορραγία που αργά ή γρήγορα φτάνει στο Κογκρέσο, στη βιομηχανία, στα αποθέματα και τελικά στους φορολογούμενους. Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης των ΗΠΑ με το Ιράν μετατρέπει το Πεντάγωνο σε έναν μηχανισμό υψηλής κατανάλωσης πόρων: από την ανάπτυξη και διατήρηση ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων, μέχρι τις συνεχείς εξόδους μαχητικών, την ενεργοποίηση συστημάτων αντιαεροπορικής/αντιπυραυλικής άμυνας, τη χρήση πυρομαχικών ακριβείας και το τεράστιο πλέγμα υποστήριξης και εφοδιασμού στη Μέση Ανατολή.
Το οικονομικό ερώτημα επιστρέφει, λοιπόν, στο κέντρο της πολιτικής: πόσο μπορεί να αντέξει η Ουάσιγκτον ένα σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης, όταν το κόστος δεν «γράφει» μόνο στο ισοζύγιο άμυνας, αλλά επηρεάζει και την ενεργειακή αγορά, τα αποθέματα όπλων και την ίδια την πολιτική οικονομία των ΗΠΑ;
Αμερικανός αξιωματούχος φέρεται να έδωσε μια πρώτη, ενδεικτική τάξη μεγέθους: σε περίπτωση άμεσης, ευρείας στρατιωτικής αναμέτρησης, η ημερήσια δαπάνη θα μπορούσε να φτάσει περίπου το 1 δισ. δολάρια. Το ποσό αυτό δεν αφορά μόνο «βόμβες και πυραύλους». Περιλαμβάνει τις λειτουργικές δαπάνες των αμερικανικών δυνάμεων, τη μετακίνηση και διατήρηση αεροπλανοφόρων, τη συνεχή λειτουργία μαχητικών και αεροσκαφών υποστήριξης, την ενεργοποίηση συστημάτων αεράμυνας, αλλά και το κόστος των πυρομαχικών, της επιμελητείας και της προστασίας των βάσεων στην περιοχή. Στην πράξη, είναι ένας λογαριασμός που «τρέχει» κάθε ώρα, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν θεαματικές επιχειρήσεις στο προσκήνιο.
- Οι πρώτες αποτιμήσεις που κυκλοφορούν στα διεθνή ΜΜΕ δείχνουν το πόσο γρήγορα μπορεί να εκτιναχθεί η δαπάνη. Υπολογισμοί που συγκέντρωσε το πρακτορείο Anadolu ανεβάζουν την κατανάλωση πόρων στις πρώτες 24 ώρες της αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν περίπου στα 779 εκατ. δολάρια. Παράλληλα, η Wall Street Journal έχει μεταφέρει εκτιμήσεις ότι μόνο ο προπολεμικός στρατιωτικός «συναγερμός» και η αναδιάταξη δυνάμεων –με επανατοποθέτηση αεροσκαφών και ανάπτυξη άνω των δώδεκα πολεμικών πλοίων– κόστισε περίπου 630 εκατ. δολάρια. Τα νούμερα αυτά δεν αποτελούν επίσημο απολογισμό του Πενταγώνου, αλλά δίνουν μια εικόνα της κλίμακας: ακόμη και η «προετοιμασία» και η «στάση ισχύος» έχουν ήδη βαρύ τίμημα.
Το επόμενο επίπεδο κόστους αφορά την αναπλήρωση αποθεμάτων. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να ανησυχεί όχι μόνο για το πόσο κοστίζει μια επιχείρηση «εδώ και τώρα», αλλά και για το τι αφήνει πίσω της: μειωμένα αποθέματα σε κρίσιμα πυρομαχικά και αυξημένη πίεση στη γραμμή παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο, πέντε πηγές που μίλησαν στο Reuters ανέφεραν ότι η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχεδιάζει συνάντηση στον Λευκό Οίκο με κορυφαία στελέχη αμερικανικών αμυντικών κολοσσών –μεταξύ άλλων της Λόκχιντ Μάρτιν και της RTX (μητρικής της Ρέιθιον)– με στόχο την επιτάχυνση της παραγωγής όπλων, την ώρα που το Πεντάγωνο επιχειρεί να ξαναγεμίσει τις αποθήκες μετά τα πλήγματα στο Ιράν και άλλες πρόσφατες επιχειρήσεις.
- Κομβικό στοιχείο αυτής της συζήτησης είναι και η έκτακτη χρηματοδότηση. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Στιβ Φάινμπεργκ φέρεται να «τρέχει» την προετοιμασία αιτήματος για συμπληρωματικό προϋπολογισμό περίπου 50 δισ. δολαρίων, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες αντικατάστασης όπλων που χρησιμοποιήθηκαν σε πρόσφατες συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στη Μέση Ανατολή. Αν αυτό επιβεβαιωθεί πολιτικά, το κόστος του πολέμου παύει να είναι μόνο «επιχειρησιακό» και γίνεται ανοικτά δημοσιονομικό: μια νέα μεγάλη διεκδίκηση πόρων σε μια περίοδο που οι αμυντικές δαπάνες ήδη βρίσκονται ψηλά και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις για προτεραιότητες (εσωτερικές επενδύσεις, κοινωνική πολιτική, φορολογία) οξύνονται.
Η πίεση στα αποθέματα έχει και ιστορικό βάθος. Τα αμερικανικά οπλοστάσια έχουν ήδη επιβαρυνθεί τα προηγούμενα χρόνια από την υποστήριξη προς την Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή του 2022 και από τη διαρκή αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι ένα δίλημμα στρατηγικής διαχείρισης: είτε οι ΗΠΑ αυξάνουν ραγδαία την παραγωγή –κάτι που απαιτεί χρόνο, πρώτες ύλες, εργοστάσια και ανθρώπινο δυναμικό– είτε αποδέχονται υψηλότερο ρίσκο «κενών» σε κρίσιμες κατηγορίες πυρομαχικών. Σε αυτό το σημείο, η οικονομία «συναντά» την ασφάλεια: η επάρκεια αποθεμάτων είναι ταυτόχρονα ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής και αποτρεπτικής αξιοπιστίας.
- Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, έμμεση διάσταση κόστους, εξίσου πολιτικά επικίνδυνη: η επίδραση στις αγορές ενέργειας και στην τιμή της βενζίνης. Κάθε κλιμάκωση με το Ιράν αναζωπυρώνει τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και ενισχύει τα «ασφάλιστρα κινδύνου» στις τιμές πετρελαίου. Αυτό μπορεί να μετατρέψει έναν πόλεμο σε εσωτερικό πολιτικό πονοκέφαλο, ειδικά στις ΗΠΑ, όπου η αντλία καυσίμων λειτουργεί ως καθημερινό «δημοψήφισμα» για την οικονομία. Ακόμη κι αν το Πεντάγωνο μπορεί να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις για ένα διάστημα, η κοινωνία και η αγορά συχνά αντιδρούν ταχύτερα από τους προϋπολογισμούς.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επιχειρήσει να καθησυχάσει το κοινό, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «σχεδόν απεριόριστα» πυρομαχικά και ικανότητα να συνεχίσουν επιχειρήσεις για μεγάλο διάστημα. Όμως ο πόλεμος, στο τέλος, δεν κρίνεται μόνο από δηλώσεις ισχύος.
Κρίνεται από το αν το κράτος μπορεί να αντέξει ταυτόχρονα: υψηλή επιχειρησιακή κατανάλωση, αναπλήρωση αποθεμάτων, βιομηχανική επιτάχυνση και πολιτικό κόστος στο εσωτερικό. Αν οι εκτιμήσεις για ρυθμούς δαπάνης της τάξης του 1 δισ. δολαρίων ημερησίως επαληθευτούν σε παρατεταμένο ορίζοντα, τότε το ερώτημα για τη στρατηγική «έξοδο» από τη σύγκρουση θα γίνει αναπόφευκτα πιο πιεστικό: όχι μόνο στο πεδίο της διπλωματίας, αλλά και στο πεδίο των λογιστικών φύλλων του αμερικανικού κράτους.