Η ψευδαίσθηση της “φθηνής” ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα

 Η ψευδαίσθηση της “φθηνής” ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα
💡 AI Summary by Libre

Η Ελλάδα έχει σχετικά χαμηλή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, περίπου 0,223 €/kWh, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 0,287 €/kWh για το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Παρά τη χαμηλή τιμή ανά κιλοβατώρα, το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά φτάνει το 8,58% του μέσου καθαρού εισοδήματος, τέταρτο υψηλότερο στην ΕΕ.

Τα υψηλά πρόσθετα τέλη και φόροι αυξάνουν σημαντικά τον τελικό λογαριασμό, δημιουργώντας ενεργειακή φτώχεια λόγω της σχέσης τιμών, εξόδων και εισοδημάτων.

Η μείωση του κόστους παραγωγής, η ενεργειακή θωράκιση των κτιρίων και η αναδιάρθρωση των χρεώσεων είναι απαραίτητες για να βελτιωθεί η προσιτότητα της ενέργειας στην Ελλάδα.

Παρά το γεγονός ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην ονομαστική τιμή της κιλοβατώρας, τα διαθέσιμα στοιχεία αποκαλύπτουν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα για την Ελλάδα. Με βάση τα δεδομένα για το Α’ εξάμηνο του 2025, η χώρα εμφανίζεται να διαθέτει σχετικά χαμηλή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, περίπου 0,223 ευρώ ανά κιλοβατώρα, επίπεδο αισθητά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνεται στα 0,287 €/kWh (Πηγή EUROSTAT).

Του Μιχάλη Χριστοδουλίδη*

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ 2

Σε όρους όμως καθαρά αγοραίας τιμής, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις ακριβές ενεργειακά οικονομίες της Ευρώπης. Αντίθετα, βρίσκεται κοντά στη μέση της κατάταξης, φθηνότερη από χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο ή η Δανία. Αν η αξιολόγηση περιοριζόταν αποκλειστικά σε αυτή τη μέτρηση, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι το ηλεκτρικό ρεύμα στη χώρα είναι σχετικά προσιτό.

Ωστόσο, η εικόνα μεταβάλλεται ριζικά όταν το κόστος της ενέργειας δεν εξετάζεται ως απόλυτη τιμή προϊόντος αλλά ως πραγματική οικονομική επιβάρυνση. Η σύγκριση με βάση το ποσοστό του μέσου καθαρού μηνιαίου μισθού που απαιτείται για μια βασική κατανάλωση 500 kWh δείχνει ότι στην Ελλάδα η σχετική επιβάρυνση φτάνει το 8,58% του εισοδήματος, κατατάσσοντας τη χώρα στην 24η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών, δηλαδή τέταρτη χειρότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την πραγματική αγοραστική πίεση στα νοικοκυριά. Με άλλα λόγια, η κιλοβατώρα μπορεί να είναι σχετικά φθηνή, αλλά το ρεύμα ως δαπάνη είναι ακριβό για τον μέσο πολίτη.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο, άλλο πράγμα είναι η τιμή της κιλοβατώρας και άλλο ο τελικός μηνιαίος λογαριασμός ηλεκτρικής ενέργειας. Η πρώτη αφορά το καθαρό ενεργειακό προϊόν, ο δεύτερος περιλαμβάνει ένα ευρύ πλέγμα πρόσθετων χρεώσεων — ρυθμιζόμενα τέλη, φόρους, επιβαρύνσεις δικτύου και λοιπά κόστη — που αυξάνουν σημαντικά το τελικό ποσό που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής. Έτσι, ακόμη και αν η βασική τιμή χρέωση της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η συνολική επιβάρυνση του λογαριασμού διογκώνεται, επιδεινώνοντας τη σχετική θέση της Ελλάδας στην κατάταξη του πραγματικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.

Η δυναμική αυτή συνδέεται άμεσα με ένα ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο, την ενεργειακή φτώχεια. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις τρεις χειρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την έκταση του φαινομένου, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Λιθουανία. Η κατάταξη αυτή δεν προκύπτει επειδή η χώρα διαθέτει από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά επειδή το συνολικό ενεργειακό κόστος —σε συνδυασμό με το επίπεδο εισοδημάτων— απορροφά δυσανάλογο μέρος των οικονομικών πόρων των νοικοκυριών. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή επιβάρυνση στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ζήτημα αγοράς αλλά αποτέλεσμα της σχέσης μεταξύ τιμών, πρόσθετων χρεώσεων και αγοραστικής δύναμης.

Η σύγκριση των στοιχείων οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: Η Ελλάδα δεν βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με πρόβλημα υψηλών ονομαστικών τιμών όσο με πρόβλημα συνολικού ενεργειακού κόστους σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Η φαινομενικά “μέση” τιμή της κιλοβατώρας, όταν μεταφράζεται σε πραγματικό λογαριασμό και σταθμίζεται με τη μισθολογική πραγματικότητα, μετατρέπεται σε μια από τις πιο βαριές ενεργειακές επιβαρύνσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξηγώντας γιατί η χώρα εμφανίζεται ταυτόχρονα κάτω από τον μέσο όρο τιμών αλλά κοντά στην κορυφή της ενεργειακής πίεσης που βιώνουν τα νοικοκυριά .

Μια ουσιαστική σύγκλιση της Ελλάδας με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο ως προς το ποσοστό του εισοδήματος που απαιτείται για την κάλυψη βασικών ενεργειακών αναγκών δεν μπορεί να επιτευχθεί με μία μόνο παρέμβαση, αλλά προϋποθέτει ένα συνδυαστικό πλέγμα πολιτικών.

Σε πρώτο επίπεδο, απαιτείται μείωση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μεγαλύτερης διείσδυσης χαμηλού κόστους εγχώριων πηγών και αποτελεσματικότερης λειτουργίας της αγοράς, ώστε η βασική τιμή της κιλοβατώρας να συμπιεστεί περαιτέρω. Παράλληλα, εξίσου κρίσιμη είναι η μείωση της κατανάλωσης μέσα από την ενεργειακή θωράκιση του κτιριακού αποθέματος, με στοχευμένα και επαρκώς χρηματοδοτούμενα προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ» που θα μειώνουν μόνιμα τις ανάγκες σε ενέργεια.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των πρόσθετων επιβαρύνσεων στους λογαριασμούς: η σταδιακή μείωση ή αναδιάρθρωση χρεώσεων όπως το ΕΤΜΕΑΡ, καθώς και η αποσύνδεση μη ενεργειακών επιβαρύνσεων —όπως δημοτικά τέλη και λοιποί φόροι— από τον λογαριασμό ρεύματος θα περιόριζε το τελικό κόστος για τον καταναλωτή. Μόνο μέσω ενός τέτοιου συνδυασμού χαμηλότερου κόστους παραγωγής, μικρότερης κατανάλωσης και εξορθολογισμού των εξωγενών χρεώσεων μπορεί να μειωθεί ουσιαστικά η ενεργειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών και να πλησιάσει η Ελλάδα τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην πραγματική προσιτότητα της ηλεκτρικής ενέργειας.

*Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ, Ενεργειακός Αναλυτής

Σχετικά Άρθρα