Θωμάς Μαλούτας στο libre:Για τη στεγαστική κρίση χρειάζονται μέτρα που υπερβαίνουν τη λογική της αγοράς

 Θωμάς Μαλούτας στο libre:Για τη στεγαστική κρίση χρειάζονται μέτρα που υπερβαίνουν τη λογική της αγοράς
💡 AI Summary by Libre

Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα αποτελεί κεντρικό κοινωνικό ζήτημα που αναδεικνύει ανισότητες και αδιέξοδα πολιτικής, με ανεπαρκή κυβερνητικά μέτρα να επιδοτούν μόνο τη ζήτηση.

Τα προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» και η διαχείριση της βραχυχρόνιας μίσθωσης δεν αντιμετωπίζουν τη δομική έλλειψη προσιτής κατοικίας, ενώ τα ενοίκια στην Αθήνα συνεχίζουν να αυξάνονται ραγδαία.

Η παραγωγή κατοικιών εστιάζεται κυρίως σε μεσαία και υψηλά στρώματα, αφήνοντας εκτός τις πιο ευάλωτες ομάδες που δυσκολεύονται στην πρόσβαση μέσω αγοράς ή ενοικίασης.

Απαιτούνται μέτρα πέραν της αγοράς, όπως η ανακαίνιση και παραγωγή προσιτών κατοικιών, ενώ η πολιτική ρευστότητα στην Αριστερά δημιουργεί προοπτικές για νέες πολιτικές προτάσεις.

Το στεγαστικό πρόβλημα δεν είναι πια μια παρενέργεια της αγοράς, αλλά ένας κεντρικός κοινωνικός κόμβος που συμπυκνώνει ανισότητες, επισφάλεια και αδιέξοδα πολιτικής. Ο Θωμάς Μαλούτας, Ομότιμος Καθηγητής Ανθρώπινης Γεωγραφίας και πρώην Διευθυντής Ερευνών του ΕΚΚΕ, μιλά στο libre με τη γλώσσα της τεκμηρίωσης και της εμπειρίας, αποδομώντας τις κυρίαρχες κυβερνητικές επιλογές που –όπως υποστηρίζει– επιδοτούν τη ζήτηση χωρίς να αντιμετωπίζουν τη δομική έλλειψη προσιτής κατοικίας. Από τα προγράμματα «Σπίτι μου» μέχρι τη διαχείριση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και της Golden Visa, περιγράφει ένα πλέγμα αποσπασματικών μέτρων, καθυστερημένων και χωρίς σοβαρή αποτίμηση, που αδυνατούν να ανακόψουν την εκρηκτική άνοδο των ενοικίων, ιδίως στην Αθήνα.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση ανοίγει και στο πολιτικό πεδίο. Σε ένα σκηνικό έντονης ρευστότητας, ο Θωμάς Μαλούτας τοποθετείται για τα υπό διαμόρφωση εγχειρήματα της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα, εξετάζοντας αν και πώς μπορούν να απαντήσουν σε βαθύτερα κοινωνικά αιτήματα ή αν κινδυνεύουν να αναπαράγουν την ήδη υπάρχουσα κατακερματισμένη πραγματικότητα. Με άξονα το στεγαστικό, η συνέντευξη φωτίζει τη σύνδεση κοινωνικής κρίσης και πολιτικής αναδιάταξης, θέτοντας το ερώτημα όχι μόνο ποιος εκπροσωπεί ποιον, αλλά και με ποιο σχέδιο για το μέλλον.

Συνέντευξη

Με την κυβέρνηση να υλοποιεί ένα πακέτο 2,6 δισ. ευρώ για τη διετία 2025-2026 (συμπεριλαμβανομένου του “Σπίτι μου ΙΙ” και των φοροαπαλλαγών για κενά ακίνητα), θεωρείτε ότι αυτά τα κίνητρα αρκούν για να αναχαιτίσουν την εκρηκτική άνοδο των ενοικίων στην Αθήνα ή απλώς επιδοτούν τη ζήτηση χωρίς να λύνουν το πρόβλημα της έλλειψης προσφοράς;

TM8

Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα της στέγασης έχει έρθει στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο στην Ελλάδα, ενώ για πολλές δεκαετίες έμοιαζε θέμα που λυνόταν από μόνο του. Τα παραδοσιακά συστήματα της αυτοστέγασης και της αντιπαροχής έκαναν ιδιωτική / οικογενειακή υπόθεση την πρόσβαση στην κατοικία και όχι κοινωνικό πρόβλημα που έπρεπε να λύνεται με τη βοήθεια της πολιτείας. Σήμερα, η πρόσβαση στην κατοικία για πολλούς/ές είναι πολύ δύσκολη και δεν λύνεται χωρίς μέτρα πολιτικής. Η οξύτητα του προβλήματος είναι τέτοια που ακόμη και η σημερινή κυβέρνηση, που θέλει να ρυθμίζει την αγορά όσο λιγότερο γίνεται, αναγκάζεται να ακολουθεί πολιτικές για τη στέγη ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Οι πολιτικές που αναπτύσσει η κυβέρνηση για τη στέγαση δεν φαίνεται να έχουν σημαντικό αποτέλεσμα, παρά τη σημαντική επένδυση, όπως αναφέρατε. Οι τιμές και τα νοίκια εξακολουθούν να ανεβαίνουν με ταχείς ρυθμούς, πολύ μεγαλύτερους από το χαμηλό ρυθμό αύξησης των εισοδημάτων. Οι λόγοι της αναποτελεσματικότητας των σχετικών πολιτικών είναι πολλαπλοί.

Τα σημερινά μέτρα (για τη στεγαστική κρίση) δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Είναι μέτρα στη λογική της αγοράς, ενώ χρειάζονται και μέτρα που υπερβαίνουν τη λογική της

Βασικός παράγων είναι ότι στρέφονται κυρίως στην τόνωση της ζήτησης, μέσω επιδομάτων, που γρήγορα τα εξουδετερώνει η αγορά αναπροσαρμόζοντας τις τιμές στο νέο επίπεδο της ζήτησης, εφόσον δεν υπάρχουν συνοδευτικές ρυθμίσεις. Εξίσου βασικός παράγων είναι ότι η παραγωγή νέων κατοικιών δεν απευθύνεται σήμερα στις ανάγκες εκείνων που τις χρειάζονται περισσότερο. Απευθύνεται σχεδόν εξολοκλήρου στη ζήτηση υψηλών και μεσαίων στρωμάτων και σε ξένους επενδυτές. Αυτό δεν καθιστά πιο προσιτές τις παλαιότερες κατοικίες, των οποίων οι τιμές επίσης ανεβαίνουν, κάτι που προκύπτει και από τα προγράμματα Σπίτι μου Ι & ΙΙ που αύξησαν την αγοραστική δύναμη της ζήτησης για παλαιότερες κατοικίες. Παράλληλα, σχεδόν το σύνολο της στεγαστικής ενίσχυσης αφορά την πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση και όχι στην ενοικίαση, που αφορά περισσότερο τις πιο ευάλωτες κοινωνικές κατηγορίες.

Τα σημερινά μέτρα δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Είναι μέτρα στη λογική της αγοράς, ενώ χρειάζονται και μέτρα που υπερβαίνουν τη λογική της. Χρειάζεται, κυρίως, η παραγωγή (ή ανακαίνιση) αποθέματος κατοικιών με ικανοποιητικές προδιαγραφές που θα μπορούν να στεγάσουν εκείνες/ους που δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές με τους όρους της αγοράς.

Έχουν ληφθεί, όμως και κάποια άλλα μέτρα, όπως είναι η απαγόρευση νέων βραχυχρόνιων μισθώσεων στα τρία κεντρικά δημοτικά διαμερίσματα της Αθήνας για το 2025-2026 και η αύξηση του ορίου επένδυσης για τη Golden Visa στην Αθήνα (έχει εκτοξευθεί στα 800.000 ευρώ). Μπορούν αυτά το μέτρα να λύσουν ένα μέρος του στεγαστικού προβλήματος στην πρωτεύουσα ή τελικά αποτελούν μια πρόσκαιρη λύση που δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα της ακρίβειας;

Δυστυχώς τα μέτρα αυτά είναι καθυστερημένα, περιορισμένα και δεν βασίζονται σε πλήρη καταγραφή του προβλήματος. Είναι μέτρα σπασμωδικά, διαισθητικά και όχι τεκμηριωμένα και χωρίς αποτίμηση. Σπασμωδικά και αποσπασματικά, γιατί δεν προλαμβάνουν το πρόβλημα, αλλά προσπαθούν κάπως να περιορίσουν τις επιπτώσεις του, αφού αυτές έχουν αναπτυχθεί. Διαισθητικά, γιατί δεν βασίζονται σε τεκμηριωμένες μελέτες: Γιατί τα τρία κεντρικά διαμερίσματα της Αθήνας και όχι περιοχές πιο λεπτομερώς καθορισμένες με βάση το πρόβλημα; Πώς αξιολογήθηκαν οι εναλλακτικές μικρότερες ή μεγαλύτερες αυξήσεις του ορίου για τη Golden Visa ή και η κατάργησή της; Χωρίς αποτίμηση, γιατί δεν προβλέπεται κάποιος μηχανισμός που θα αξιολογήσει τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικά διάστημα.

Αντιπρόταση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί αύριο και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα, δεν υπάρχει. Και δεν θα μπορούσε να υπάρχει στις παρούσες συνθήκες

Συνεπώς, τα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της βραχυχρόνιας μίσθωσης και της Golden Visa είναι πρόσκαιρα και σπασμωδικά. Τα δύο αυτά φαινόμενα / διαδικασίες αποτέλεσαν και αποτελούν επιταχυντές για το στεγαστικό πρόβλημα στην Αθήνα. Η ρίζα του προβλήματος είναι πέρα από τους επιταχυντές, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται πιο ολοκληρωμένες λύσεις για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα ουσιαστικά και όχι πυροσβεστικά. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ανάλογα μέτρα δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά τουλάχιστον το περιορίζουν, όταν οι πολιτικές αντιμετώπισης της βραχυχρόνιας μίσθωσης αναπτύσσεται με πιο τεκμηριωμένο και ολοκληρωμένο τρόπο, όπως στο Βερολίνο, τη Βαρκελώνη, το Παρίσι και τη Λισαβόνα.

Το στεγαστικό ζήτημα χρειάζεται πολιτική βούληση (όχι γενική και αόριστη, αλλά επικεντρωμένη σε μια ρεαλιστική επίλυση για όσους/ες δεν έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε προσιτή και αξιοπρεπή κατοικία με τους όρους της αγοράς) και πραγματική τεκμηρίωση ώστε να αναπτυχθούν εύστοχες και αποτελεσματικές πολιτικές που θα μπορούν να το αντιμετωπίσουν ουσιαστικά. Η τεκμηρίωση είναι συχνά πρόσχημα για να μην γίνεται τίποτα. Στις συγκεκριμένες συνθήκες, η τεκμηρίωση πρέπει να αναπτύσσεται παράλληλα με τις πολιτικές και συνεχώς να τις ανακατευθύνει.

Κύριε Μαλούτα, υπάρχει αντιπρόταση; Υπάρχει επί της ουσίας λύση στο τεράστιο αυτό πρόβλημα που λειτουργεί ως προπομπός άλλων μεγαλύτερων προβλημάτων;

IMG 20200307 123120 1

Αντιπρόταση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί αύριο και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα, δεν υπάρχει. Και δεν θα μπορούσε να υπάρχει μέσα σε συνθήκες που η τεκμηρίωση πάνω στην οποία θα μπορούσε να δομηθεί δεν είναι επαρκής και ολοκληρωμένη. Υπάρχουν δουλειές προς αυτή την κατεύθυνση, οι οποίες προσπαθούν να περιγράψουν το πρόβλημα και να δώσουν κάποιες κατευθύνσεις για μια αποτελεσματική στεγαστική πολιτική. Σκέπτομαι τη δουλειά που κάναμε με τη Δήμητρα Σιατίτσα πριν από λίγους μήνες για το ΕΛΙΑΜΕΠ (https://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2025/09/Policy-briefs-special-edition-Leventis-8-EL-final.pdf), την πιο πρόσφατη δουλειά της ΔιαΝΕΟσις (https://www.dianeosis.org/2026/01/i-stegasi-stin-ellada/), δουλειές που βασίζονται σε δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος κ.ά. Χρειάζονται όμως περισσότερα, όπως ένα μητρώο δημόσιων κτηρίων και εκτάσεων (με το μέγεθος, τη χρήση, την κατάσταση, τη χωροθέτηση κ.λπ.), ένα μητρώο κενών κατοικιών (με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και όλα τα προηγούμενα) και πολλά άλλα που αφορούν διαθέσιμους και δυνητικά προσβάσιμους πόρους, ανάγκες κ.λπ.

Όσον αφορά την επιλογή των συνεργασιών για τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, το ερώτημα είναι διαφορετικό για το καθένα. Τεχνικά οι συμμαχίες και συμμαχικές κυβερνήσεις είναι προτιμότερες από τις αυτοδύναμες κομματικές εξουσίες λόγω και των αμοιβαίων ελέγχων που θεωρητικά μπορούν να φέρουν

Στο άμεσο μέλλον προσπαθούμε με μια ομάδα ειδικών σε αυτό το θέμα να φτιάξουμε ένα πρόπλασμα για την πολιτική στο στεγαστικό. Η δυσκολία αφορά την έλλειψη αρκετών δεδομένων που θα μπορούσαν να ποσοτικοποιήσουν με ακρίβεια τις ενέργειες που κανείς μπορεί να υλοποιήσει, αλλά και την αδυναμία να δώσει κανείς λύσεις στο στεγαστικό χωρίς να εμπλακεί με άλλα ζητήματα. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να λύσει κανείς μακροπρόθεσμα το πρόβλημα ενός νοικοκυριού να στεγαστεί, αν δεν το συνδυάσει παράλληλα και με τις συνθήκες που βρίσκονται τα ενήλικα μέλη του σε σχέση με την απασχόληση. Με αυτή την έννοια, το στεγαστικό δεν είναι προπομπός, αλλά ένα οξυμένο κομμάτι, σε αυτή τη συγκυρία, του μεγαλύτερου κοινωνικού προβλήματος.

Να μιλήσουμε και τα πολιτικά, καθώς είστε και μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Τσίπρα. Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ρευστότητα μετά και την πιθανή εμφάνιση δύο νέων κομμάτων από τον κ. Τσίπρα και την κα Καρυστιανού, πιστεύετε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια “μετα-μεταπολιτευτική” φάση όπου τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας θα αναγκαστούν σε συνεργασίες που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητες;

Να πω, πρώτα απ’ όλα, ότι είμαι μέλος στο επιστημονικό συμβούλιο του Ινστιτούτου Τσίπρα με στόχο και προοπτική, σε αυτή τη φάση, να επεξεργαστούμε με μια ομάδα συνεργατών/τριών ρεαλιστικές λύσεις για το στεγαστικό. Το επιστημονικό συμβούλιο δεν έχει κάποιο πολιτική αρμοδιότητα. Συνεπώς, οι απαντήσεις μου σε αυτού του είδους ερωτήσεων είναι προσωπικές και δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αντανακλούν κάτι περισσότερο. 

Στη «μετα-μεταπολιτευτική» φάση νομίζω ότι έχουμε μπει αρκετά χρόνια πριν, με τη γενική και πολιτική ρευστότητα που έφερε η κρίση. Σήμερα, η ρευστότητα στο πολιτικό (και ευρύτερο) σκηνικό προέρχεται, κυρίως, από τις αυξημένες ανισότητες, δυσκολίες και τις περιορισμένες προοπτικές για τους πολλούς/ές στο εσωτερικό και τις απρόβλεπτες, για τους περισσότερους/ες από εμάς, μεγάλες αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο και τον αμήχανο τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίζονται.

Η ρευστότητα στο χώρο τα ευρείας Αριστεράς είναι δεδομένη. Όποιος/α φέρει στο προσκήνιο μια πειστική πολιτική πρόταση θα αρχίσει την αναδιάταξή του και, ενδεχομένως, θα έχει και τον πρώτο λόγο

Όσον αφορά την επιλογή των συνεργασιών για τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, το ερώτημα είναι διαφορετικό για το καθένα. Για τη ΝΔ η πιθανή συνεργασία δείχνει κυρίως προς τα δεξιά (την άκρα δεξιά), μέρος της οποίας έχει στο εσωτερικό της. Μια τέτοια συνεργασία θα την απομακρύνει ακόμη περισσότερο από το κέντρο, αναγκαζόμενη να ξεχάσει και όσα ψήγματα της έχουν απομείνει από μια φιλελεύθερη πολιτική ατζέντα. Για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι δεδομένο ότι έχει, ή θα ξαναέχει, την παραδοσιακή του θέση στον προοδευτικό χώρο την οποία διεκδικεί. Οι πιθανές συνεργασίες στο χώρο της ευρείας Αριστεράς μοιάζουν πιο ρευστές. Οι περισσότερες δυνάμεις αυτού του χώρου χρειάζεται να αποσαφηνίσουν ποιους/ες προσπαθούν να εκπροσωπήσουν –ένα διεθνές πρόβλημα αυτού του χώρου, τουλάχιστον στο Δυτικό κόσμο–  και, ανάλογα με αυτή την αποσαφήνιση, θα μπορούσαν να χτίσουν σταθερές πολιτικές συμμαχίες.

Τεχνικά οι συμμαχίες και συμμαχικές κυβερνήσεις είναι προτιμότερες από τις αυτοδύναμες κομματικές εξουσίες, λόγω και των αμοιβαίων ελέγχων που θεωρητικά μπορούν να φέρουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, όλα μπορούν να στραβώσουν όταν δεν υπάρχουν στοιχειώδεις δημοκρατικές διαδικασίες μέσα στα κόμματα και όταν οι συνεργασίες δεν βασίζονται σε σαφείς κανόνες. Πέρα από αυτά, πάντως, το ζήτημα των συνεργασιών είναι πολύ διαφορετικό ανάλογα με την πλευρά του πολιτικού τόξου, γιατί το πρωτεύον είναι το κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο κάθε συνεργασίας.

Οι πληροφορίες θέλουν τον Αλέξη Τσίπρα να προχωρά στην ίδρυση ενός νέου πολιτικού φορέα εντός του 2026, πέρα από τα στενά όρια του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ. Σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, ποιο είναι το “κενό” που φιλοδοξεί να καλύψει ο πολιτικός σχηματισμός του κ. Τσίπρα και πώς θα επηρεάσει τις ισορροπίες με το ΠΑΣΟΚ;

TM9 1

Στο χώρο της ευρείας Αριστεράς υπάρχει η παγιωμένη πολυδιάσπαση με βασικούς άξονες τη ρευστότητα –κυρίως στο Δυτικό κόσμο– των κοινωνικών κατηγοριών που αυτός ο χώρος εκπροσωπεί και, παράλληλα, την κατοχύρωση της αναπαραγωγής των πολιτικών οντοτήτων που έχουν αναπτυχθεί σε κάθε σύστημα. Αφήνοντας στην άκρη το δεύτερο ζήτημα, το βασικό διακύβευμα είναι ο εντοπισμός της κοινωνικής βάσης στην οποία πρέπει να απευθύνεται ένας φορέας αυτού του πολιτικού χώρου και η λειτουργική σύνδεση μαζί του, δηλαδή η πειστική του αφήγηση ότι την εκπροσωπεί, διεκδικεί αποτελεσματικά αυτά που χρειάζεται και την εμπνέει για μια πορεία προς ένα κοινωνικά δίκαιο μέλλον για όλες/ους.

Για ορισμένους φορείς αυτού του πολιτικού χώρου η εκπροσώπηση είναι παραδοσιακά δεδομένη. Για τους περισσότερους είναι ζητούμενο (εμπρόθετα ή όχι) η σχετική επιλογή που θα δώσει ταυτότητα και στο φορέα που εκπροσωπεί τη συγκεκριμένη κοινωνική οντότητα. Με ρεαλιστικούς όρους, από τη δική μου ματιά, χρειάζεται ο προσδιορισμός των κοινωνικών κατηγοριών-στρωμάτων-τάξεων που θα επέλεγαν πολιτικές που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες, εναντιώνονται στις διακρίσεις, θωρακίζουν τη βιωσιμότητα και αναβαθμίζουν τις συνθήκες διαβίωσης για όλες/ους, δίνουν προοπτικές για ένα καλύτερο και βιώσιμο μέλλον στις νέες γενιές, θεμελιώνοντας ένα συλλογικό τρόπο συμβίωσης και αλληλεγγύης.

Η μετακίνησή της (Μαρία Καρυστιανού) στο πολιτικό σκηνικό, κατά πάσα πιθανότητα, θα της αφαιρέσει την καθολική αποδοχή που απέκτησε λόγω της πολύ άσχημης συγκυρίας που βρέθηκε η ζωή της

Το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση πριν από αρκετές δεκαετίες. Στην πορεία κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση ακολουθώντας πολλά άλλα σοσιαλιστικά κόμματα. Σήμερα μοιάζει επικεντρωμένο στην αναβίωσή του, έχοντας όμως ένα αμφίσημο παρελθόν και με ένα στελεχικό δυναμικό που δεν βλέπει προς την ίδια κατεύθυνση.

Από το χώρο της Αριστεράς θα μπορούσε να προκύψει μια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. Για ορισμένους/ες θα μπορούσε να είναι συνέχεια και της κυβερνητικής του κληρονομιάς μέσα στην κρίση. Όσο μεγαλύτερη η επιτυχία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, τόσο περισσότερο ενωτική θα μπορούσε να είναι σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Η ρευστότητα στο χώρο τα ευρείας Αριστεράς είναι δεδομένη. Όποιος/α φέρει στο προσκήνιο μια πειστική πολιτική πρόταση θα αρχίσει την αναδιάταξή του και, ενδεχομένως, θα έχει και τον πρώτο λόγο. Τίποτα, πάντως, δεν είναι δεδομένο.

Η Μαρία Καρυστιανού έχει δηλώσει ότι το κόμμα που βρίσκεται υπό ίδρυση δεν θα έχει παραδοσιακό “δεξιό ή αριστερό” πρόσημο, αλλά θα επικεντρώνεται στην απόδοση δικαιοσύνης και τη θεσμική θωράκιση. Μπορεί ένα μονοθεματικό κόμμα – με αφετηρία την τραγωδία των Τεμπών – να εξελιχθεί σε μια βιώσιμη πολιτική δύναμη με προτάσεις για τη διακυβέρνηση της χώρας;

Δεν έχω παρακολουθήσει με προσοχή τις κινήσεις της Μαρίας Καρυστιανού. Η μετακίνησή της στο πολιτικό σκηνικό, κατά πάσα πιθανότητα, θα της αφαιρέσει την καθολική αποδοχή που απέκτησε λόγω της πολύ άσχημης συγκυρίας που βρέθηκε η ζωή της. Αυτή είναι προσωπική της επιλογή και σε κανέναν δεν πέφτει λόγος.

Η προσπάθεια ενός νέου κόμματος να παρακάμψει το παραδοσιακό πολιτικό πρόσημο ‘Αριστερά-Δεξιά’ προβάλλεται ως βήμα που αφήνει πίσω το (κακό) παρελθόν και ταιριάζει με το μέλλον. Είναι μια προσπάθεια να αντλήσει εκλογείς από όλους τους πολιτικούς χώρους, αποφεύγοντας να δώσει –όσο γίνεται– το πολιτικό στίγμα του.

Από τον χώρο της Αριστεράς θα μπορούσε να προκύψει μια πρωτοβουλία. Για ορισμένους/ες θα μπορούσε να είναι συνέχεια και της κυβερνητικής κληρονομιάς του Αλέξη Τσίπρας μέσα στην κρίση

Δεν είναι κάτι νέο, όπως και η συλλήβδην και ταυτόχρονα επιλεκτική απόρριψη προσώπων επειδή έχουν αναμειχθεί στην πολιτική στο παρελθόν, κάτι που έμμεσα δείχνει το πολιτικό του στίγμα. Επιπλέον, οι αμφιβολίες για το τι θα έπρεπε να προβλέπει ο νόμος για τις αμβλώσεις και οι αναρτήσεις για τα ελληνοτουρκικά που αναφέρονται σε ‘εθνική προδοσία’ είναι ανησυχητικές και μοιάζουν να απευθύνονται σε ένα ακροδεξιό ακροατήριο.

Ένα κόμμα/κίνημα που ξεκίνησε μονοθεματικά από ένα συγκλονιστικό συμβάν θα μπορούσε, ίσως, να εξελιχθεί σε μια βιώσιμη πολιτική δύναμη. Εξαρτάται όμως από το όραμα κοινωνίας στο οποίο παραπέμπει, από τις πολιτικές προτάσεις που βάζει στο τραπέζι και από το ανθρώπινο δυναμικό που θα το ενσαρκώσει. Σε λίγο καιρό θα ξέρουμε περισσότερα, αλλά φοβάμαι ότι η πολιτική του ταυτότητα που διαφαίνεται –έστω και αν προσπαθεί να την αποφύγει– θα προδιαγράψει και την πορεία του.

Σχετικά Άρθρα