Ανάλυση: Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τους δασμούς δεν ανατρέπει μόνο την εμπορική στρατηγική των ΗΠΑ
✨Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ακυρώνει τους δασμούς του Τραμπ, ανατρέποντας τη στρατηγική οικονομικής κυριαρχίας και επηρεάζοντας διεθνείς εμπορικές σχέσεις.
✨Οι νέοι περιορισμοί στη χρήση δασμών μειώνουν την ευελιξία της αμερικανικής πολιτικής και δημιουργούν αβεβαιότητα στις διαπραγματεύσεις με ΕΕ, Κίνα και Ινδία.
✨Η απόφαση ενισχύει το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα της Κίνας και ενδέχεται να προκαλέσει δικαστικές διεκδικήσεις από αμερικανικές εταιρείες, επιβαρύνοντας τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
✨Πολιτικά, η εξέλιξη προκαλεί ρήγματα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα και επηρεάζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική, ειδικά σε Ιράν και Ουκρανία, ενόψει εκλογών και γεωπολιτικών προκλήσεων.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ σε εισαγόμενα προϊόντα δεν είναι απλώς μια νομική εξέλιξη. Είναι μια πολιτική και γεωοικονομική ανατροπή με πολλαπλές προεκτάσεις. Πλήττει στον πυρήνα της τη στρατηγική που ο πρώην πρόεδρος είχε οικοδομήσει γύρω από την ιδέα της «οικονομικής κυριαρχίας» των Ηνωμένων Πολιτειών, επηρεάζοντας όχι μόνο τις εμπορικές σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα και άλλες μεγάλες οικονομίες, αλλά και τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Οι δασμοί δεν λειτουργούσαν απλώς ως εργαλείο πίεσης: ήταν το κεντρικό σύμβολο ενός νέου οικονομικού δόγματος που φιλοδοξούσε να αναστρέψει την αποβιομηχάνιση, να μειώσει το εμπορικό έλλειμμα και να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα σε μια περίοδο εκρηκτικής διόγκωσης του δημοσίου χρέους.
Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ επέβαλε νέους δασμούς μέσω διαφορετικών νομικών μηχανισμών, η απόφαση του δικαστηρίου εισάγει μια κρίσιμη παράμετρο: αβεβαιότητα ως προς τη βιωσιμότητα αυτής της στρατηγικής. Εναλλακτικά νομικά εργαλεία προϋποθέτουν πιο χρονοβόρες διαδικασίες, προκαταρκτικές έρευνες ή ακόμη και έγκριση από το Κογκρέσο, γεγονός που περιορίζει την ταχύτητα και την ευελιξία των κινήσεων. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι κλονίζεται η αίσθηση της «αναπόφευκτης τιμωρίας» που είχε καλλιεργήσει η Ουάσιγκτον στους εμπορικούς της εταίρους: το μήνυμα ότι οι δασμοί είναι δεδομένοι και δεν αίρονται παρά μόνο με ουσιαστικές παραχωρήσεις.
- Οι δασμοί αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής του Τραμπ για την επαναφορά της παραγωγής στις ΗΠΑ. Μέσω της επιβολής τους, επιδίωξε να πιέσει πολυεθνικές εταιρείες να μεταφέρουν μονάδες παραγωγής στο αμερικανικό έδαφος, περιορίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές και ενισχύοντας την εγχώρια απασχόληση. Παράλληλα, οι εισπράξεις από τους δασμούς παρουσιάζονταν ως εργαλείο για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο καλυπτόταν κυρίως με νέο δανεισμό. Σε ορισμένες φάσεις, τα μακροοικονομικά στοιχεία έδειξαν επιτάχυνση της ανάπτυξης, κάτι που ενίσχυε το αφήγημα περί αποτελεσματικότητας της πολιτικής αυτής και θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πολιτικό κεφάλαιο για τους Ρεπουμπλικάνους.
Η ακύρωση των μέτρων, όμως, μεταβάλλει δραστικά το διαπραγματευτικό τοπίο. Χώρες που είχαν αποδεχθεί δυσμενείς όρους υπό την πίεση των δασμών ενδέχεται πλέον να επανεξετάσουν τη στάση τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρεται να επαναξιολογεί τη διαδικασία κύρωσης εμπορικών συμφωνιών, ενώ η Ινδία επιβραδύνει τις διαπραγματεύσεις. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η διάσταση που αφορά την Κίνα: ο Σι Τζινπίνγκ αποκτά ισχυρότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα ενόψει πιθανών συνομιλιών, καθώς η αμερικανική απειλή επιβολής δασμών δεν εμφανίζεται πλέον ως απολύτως αξιόπιστη και «μη αναστρέψιμη». Όταν η πιθανότητα δικαστικής ανατροπής μπαίνει στη συζήτηση, αλλάζει η ισορροπία φόβου και πίεσης που λειτουργεί ως μοχλός στις εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Ένα επιπλέον μέτωπο ανοίγει με τον κίνδυνο δικαστικών διεκδικήσεων. Αμερικανικές εταιρείες που επηρεάστηκαν αρνητικά από τους δασμούς ενδέχεται να αξιώσουν αποζημιώσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, επικαλούμενες ζημίες από την εφαρμογή των μέτρων. Σε ένα ήδη επιβαρυμένο δημοσιονομικό περιβάλλον, τέτοιες απαιτήσεις θα μπορούσαν να επιβαρύνουν σημαντικά τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, μετατρέποντας μια εμπορική επιλογή σε καθαρό δημοσιονομικό ρίσκο.
- Η πολιτική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Το γεγονός ότι δικαστές που θεωρούνταν πιο κοντά στους Ρεπουμπλικάνους στήριξαν την απόφαση γεννά ερωτήματα για εσωκομματικές ρωγμές. Η σχέση του Τραμπ με το παραδοσιακό ρεπουμπλικανικό κατεστημένο υπήρξε ανέκαθεν αμφίθυμη, ωστόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη μπορεί να ενισχύσει την εικόνα ενός κόμματος που δεν εμφανίζεται πλήρως συσπειρωμένο γύρω από την ατζέντα του. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο, όπου η διατήρηση της πλειοψηφίας συνδέεται άμεσα με την πολιτική αντοχή της ευρύτερης «τραμπικής» στρατηγικής.
Οι διεθνείς συνέπειες μπορεί να είναι διττές και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Σε ό,τι αφορά το Ιράν, έχει διατυπωθεί η εκτίμηση ότι απώλειες στο εσωτερικό μέτωπο θα μπορούσαν να ενισχύσουν την τάση για πιο επιθετική στάση, προκειμένου να επιτευχθεί μια γρήγορη γεωπολιτική επιτυχία. Ωστόσο, μια στρατιωτική σύγκρουση ενέχει σοβαρούς κινδύνους, ιδίως εάν παραταθεί ή προκαλέσει μεγάλες απώλειες. Επιπλέον, η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε ένα νέο πολεμικό μέτωπο, περιορίζοντας τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών και αυξάνοντας το κόστος μιας απόφασης υψηλού ρίσκου.
- Στο ουκρανικό πεδίο, οι επιπτώσεις παραμένουν σύνθετες. Η εσωτερική πίεση στον Λευκό Οίκο μπορεί να περιορίσει την προθυμία για δυναμική παρέμβαση στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Κιέβου και Μόσχας ή, αντίθετα, να αυξήσει την ανάγκη για ένα γρήγορο «χειροπιαστό» διπλωματικό αποτέλεσμα που θα παρουσιαστεί ως επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, το πώς θα μεταφραστεί μια εσωτερική πολιτική αναταραχή σε εξωτερική πολιτική γραμμή δεν είναι δεδομένο, αλλά συνδέεται με το συνολικό ισοζύγιο κόστους–οφέλους που θα επιχειρήσει να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον.
Η ακύρωση των δασμών από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είναι μια απλή νομική διόρθωση. Λειτουργεί ως καταλύτης πολιτικών και γεωοικονομικών εξελίξεων, πλήττοντας τόσο την αξιοπιστία της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής όσο και τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας στο διεθνές σύστημα.
Το κεντρικό ερώτημα που αναδύεται είναι αν η Ουάσιγκτον μπορεί να διατηρήσει τον ρόλο της ως ρυθμιστή στο παγκόσμιο εμπόριο όταν το εργαλείο των δασμών —το κατεξοχήν μέσο άμεσης πίεσης— παύει να λειτουργεί ως απόλυτα αξιόπιστη απειλή.