“Συμβούλιο Ειρήνης” για τη Γάζα: Επίσημη πρώτη εν μέσω αμφισβήτησης και διεθνούς καχυποψίας

 “Συμβούλιο Ειρήνης” για τη Γάζα: Επίσημη πρώτη εν μέσω αμφισβήτησης και διεθνούς καχυποψίας
💡 AI Summary by Libre

Το νέο «Συμβούλιο Ειρήνης» των ΗΠΑ για τη Γάζα θα συνεδριάσει πρώτη φορά, με στόχο την επίβλεψη της εκεχειρίας και την ανοικοδόμηση του παλαιστινιακού θύλακα.

Η προσωποκεντρική δομή του Συμβουλίου, με τον Τραμπ στην προεδρία, προκαλεί αμφιβολίες για τη θεσμική νομιμοποίηση και τη μακροπρόθεσμη δέσμευση των ΗΠΑ.

Μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις απουσιάζουν, αποδυναμώνοντας τη διεθνή στήριξη και αμφισβητώντας τον ρόλο του Συμβουλίου ως υποκατάστατου των υφιστάμενων πολυμερών δομών.

Η έλλειψη μηχανισμών συμμόρφωσης του Ισραήλ και το κενό στη διακυβέρνηση της Γάζας θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την ουσιαστική πρόοδο της ειρήνης.

Με το βλέμμα της διεθνούς κοινότητας στραμμένο στη Γάζα και με την εύθραυστη ισορροπία της εκεχειρίας να δοκιμάζεται καθημερινά, το νέο «Συμβούλιο Ειρήνης» που εγκαινίασε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να συνεδριάσει για πρώτη φορά επισήμως την Πέμπτη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η φιλοδοξία είναι μεγάλη: επίβλεψη της εφαρμογής της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, ώθηση προς τη «δεύτερη φάση» και –κυρίως– εκκίνηση ενός πλαισίου για τη διακυβέρνηση και την ανοικοδόμηση του παλαιστινιακού θύλακα, με ειδικό συνέδριο δωρητών. Όμως, πριν καν ανοίξουν οι εργασίες, το εγχείρημα συναντά έντονες επιφυλάξεις από συμμάχους και μεγάλες δυνάμεις, αμφισβήτηση για τη θεσμική νομιμοποίησή του και, πάνω απ’ όλα, ένα καθοριστικό ερώτημα: διαθέτει πραγματικά εργαλεία επιβολής ή θα εξελιχθεί σε ένα σχήμα υψηλού συμβολισμού, με περιορισμένη αποτελεσματικότητα στο πεδίο;

Το «Συμβούλιο Ειρήνης» παρουσιάζεται ως μηχανισμός 27 μελών, με πρόεδρο τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος –σύμφωνα με όσα μεταφέρονται– έχει λάβει εντολή να επιβλέπει την εφαρμογή της εκεχειρίας και να «τρέξει» τους φακέλους της διακυβέρνησης και της ανασυγκρότησης. Κρίσιμο στοιχείο στην κριτική που ασκείται είναι ότι το σχήμα, όπως περιγράφεται, δεν στηρίζεται σε μια καθαρά θεσμική αρχιτεκτονική διεθνούς νομιμοποίησης, αλλά «κουμπώνει» πάνω στην πολιτική βαρύτητα του προσώπου του Αμερικανού προέδρου. Η ίδια αυτή προσωποκεντρική ισχύς, που μπορεί να προσδώσει ορμή στην εκκίνηση, μετατρέπεται ταυτόχρονα σε δομική αδυναμία: τι θα συμβεί αν ο Λευκός Οίκος αλλάξει προτεραιότητες ή αν ο ίδιος ο Τραμπ σταματήσει να επενδύει πολιτικό κεφάλαιο στη διαδικασία;

  • Ειδικοί που παρακολουθούν τις εξελίξεις υπογραμμίζουν ότι το βασικό εμπόδιο δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά πρακτικό: η απουσία δεσμευτικών μηχανισμών που να υποχρεώνουν το Ισραήλ να συμμορφωθεί με τα συμφωνημένα. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν το Συμβούλιο διαθέτει ευρύ καταστατικό και υψηλές αρμοδιότητες «στα χαρτιά», η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί από το κατά πόσο μπορεί να παράξει συμμόρφωση στο πεδίο — εκεί όπου η πραγματικότητα της Γάζας -ρυθμοί εισόδου ανθρωπιστικής βοήθειας, λειτουργία διόδων, αποσύρσεις ή μετακινήσεις δυνάμεων, ασφάλεια – συχνά διαψεύδει τις διακηρύξεις.

Η διεθνής επιφύλαξη εντείνεται από την αίσθηση ότι το νέο σχήμα επιχειρεί να αποκτήσει ρόλο «παράλληλου» ή «ανεπίσημου» υποκατάστατου των υφιστάμενων πολυμερών δομών, όπως ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας. Το γεγονός ότι —κατά τις αναλύσεις— ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει μονοπωλιακό δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις του Συμβουλίου λειτουργεί ως κόκκινο πανί για κράτη που επιμένουν σε ισορροπίες τύπου ΟΗΕ και στη λογική της συλλογικής νομιμοποίησης. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τη διαδικασία, αλλά και τη «φιλοσοφία» του εγχειρήματος: αρκετές πρωτεύουσες φοβούνται ότι ανοίγει δρόμο για μια μονομερή επαναδιατύπωση κανόνων διεθνούς νομιμότητας, αντί για ένα ευρύ πλαίσιο συνεννόησης.

Στο ίδιο πλαίσιο ερμηνεύεται και η ηχηρή απουσία μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Γαλλία, Βρετανία και Γερμανία –σύμφωνα με όσα μεταφέρονται– επέλεξαν να μη συμμετάσχουν, σε μια στάση που εκλαμβάνεται ως έμμεση αποδοκιμασία του τρόπου συγκρότησης και των εξουσιών του Συμβουλίου. Η απουσία αυτή δεν είναι λεπτομέρεια: αποδυναμώνει τη διεθνή «βάση» του εγχειρήματος, περιορίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης και μειώνει το πολιτικό κόστος για όποιον θελήσει να αμφισβητήσει ή να αγνοήσει τις αποφάσεις του.

  • Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι ο σχεδιασμός πάσχει από έλλειψη οδικού χάρτη για το «μετά»: ποιος θα ασκήσει διοίκηση στη Γάζα, με ποια νομιμοποίηση, υπό ποιο καθεστώς ασφάλειας, με ποια σχέση με τους παλαιστινιακούς θεσμούς και τις τοπικές δυνάμεις; Οι αναφορές σε «επιτροπή τεχνοκρατών» για τη διοίκηση του θύλακα, χωρίς σαφή δυνατότητα πρόσβασης και εγκατάστασης στο έδαφος, ενισχύουν την εικόνα μιας λύσης που δεν έχει ακόμη «πατήσει» στην πραγματικότητα. Και χωρίς καθαρή πρόταση για διακυβέρνηση, η ανοικοδόμηση κινδυνεύει να μείνει σύνθημα: δεν αρκούν χρήματα και δωρητές, αν δεν υπάρχει λειτουργικό πλαίσιο διαχείρισης, ασφάλειας, έργων, προμηθειών και διανομής.

Το πιο πολιτικά εκρηκτικό σημείο, ωστόσο, αφορά το ίδιο το υπόβαθρο της εκεχειρίας. Η κριτική που μεταφέρεται είναι ότι το Ισραήλ έχει κατηγορηθεί για μη συμμόρφωση σε σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων δεσμεύσεων, χωρίς να αντιμετωπίζει κυρώσεις ή πραγματικό κόστος. Αν αυτό ισχύει, τότε το Συμβούλιο δοκιμάζεται πριν καν ξεκινήσει: πώς μπορεί να εγγυηθεί τη «δεύτερη φάση», όταν η πρώτη παρουσιάζει κενά εφαρμογής; Σε μια τέτοια εξίσωση, ο κίνδυνος είναι διπλός: είτε να «παγώσει» η διαδικασία και να εγκλωβιστεί ο πληθυσμός σε ένα παρατεταμένο status quo ανθρωπιστικής κατάρρευσης, είτε να αναζωπυρωθεί η σύγκρουση με ακόμη μεγαλύτερο κόστος.

Σε αυτό το φόντο, η Πέμπτη δεν είναι απλώς μια ημερομηνία πρώτης συνεδρίασης. Είναι τεστ αξιοπιστίας για το αν το «Συμβούλιο Ειρήνης» μπορεί να περάσει από τη ρητορική στη διακυβέρνηση της κρίσης, από το πλαίσιο στην εφαρμογή, από τις εξουσίες «στα χαρτιά» σε πραγματικές εγγυήσεις. Αν δεν υπάρξει καθαρή θεσμική ισορροπία, διεθνής στήριξη από τις μεγάλες πρωτεύουσες και –κυρίως– μηχανισμός που να παράγει συμμόρφωση στο πεδίο, το νέο σχήμα κινδυνεύει να επιβεβαιώσει τον πιο κυνικό φόβο: ότι η «ειρήνη» θα μείνει τίτλος, ενώ η Γάζα θα συνεχίσει να ζει στην αβεβαιότητα, ανάμεσα στην εκεχειρία που δεν ολοκληρώνεται και στην ανοικοδόμηση που δεν αρχίζει.

Σχετικά Άρθρα