Η ενεργειακή ένδεια δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα, αλλά με αλλαγή ενεργειακής πολιτικής

 Η ενεργειακή ένδεια δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα, αλλά με αλλαγή ενεργειακής πολιτικής
💡 AI Summary by Libre

Η ενεργειακή ένδεια στην Ελλάδα φτάνει το 19,2%, σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, λόγω της δομικά υψηλής τιμής της ενέργειας.

Η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας.

Η επιστροφή σε σύγχρονες λιγνιτικές μονάδες και η αξιοποίηση βιομάζας και γεωθερμίας μπορούν να μειώσουν το κόστος και την εξάρτηση από εισαγωγές.

Η ενεργειακή στρατηγική πρέπει να εστιάσει στην απεξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και την ενεργειακή αναβάθμιση των νοικοκυριών για μόνιμη μείωση της ενεργειακής ένδειας.

Η ενεργειακή ένδεια στην Ελλάδα παραμένει σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας το 19,2%, η τρίτη χειρότερη χώρα σε όλη την ΕΕ, σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 9,2%. Μέχρι σήμερα, η αντιμετώπισή της στηρίζεται κυρίως σε επιδοτήσεις λογαριασμών για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Πρόκειται όμως για μια πολιτική διαχείρισης των συμπτωμάτων και όχι των αιτίων. Αν η χώρα θέλει πραγματικά να συγκλίνει με την Βόρεια Ευρώπη και να μειώσει μόνιμα την ενεργειακή ένδεια, χρειάζεται αλλαγή πλεύσης,  όχι περισσότερη στήριξη της κατανάλωσης, αλλά δραστική μείωση του εισαγόμενου ενεργειακού αποτυπώματος άρα και του κόστους ενέργειας μέσω μιας διαφορετικής ενεργειακής στρατηγικής.

Του Μιχάλη Χριστοδουλίδη*

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ 2

Το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ότι οι πολίτες έχουν χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά ότι η ενέργεια παραμένει δομικά ακριβή. Η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα — φυσικό αέριο και πετρέλαιο — καθιστά τη χώρα ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις και στις διακυμάνσεις των τιμών. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεωπολιτική ένταση μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε κοινωνική κρίση στο εσωτερικό.

Επομένως, η ουσιαστική αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας περνά μέσα από την απεξάρτηση από τα εισαγόμενα καύσιμα και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η πλήρης εγκατάλειψη του λιγνίτη αποδείχθηκε βεβιασμένη επιλογή. Η επιστροφή σε αυτόν δεν σημαίνει επιστροφή στο παρελθόν, αλλά αξιοποίηση του με σύγχρονους όρους. Μονάδες νέας γενιάς, με τεχνολογία υψηλής απόδοσης και χαμηλότερων εκπομπών, (τεχνολογία CCUS), όπως η Πτολεμαΐδα 5, μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός πιο ισορροπημένου ενεργειακού μείγματος. Ο εκσυγχρονισμός υφιστάμενων σταθμών, όπως η Πτολεμαΐδα 5 και η ανάπτυξη νέων, πιο αποδοτικών λιγνιτικών μονάδων μπορεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, μειώνοντας την ανάγκη εισαγωγών και περιορίζοντας την έκθεση της χώρας στις διεθνείς αγορές καυσίμων. Επισημαίνεται ότι η ρήτρα εκπομπών CO2 τέτοιων μονάδων είναι η ίδια με αυτές τις μονάδες ανοικτού κύκλου που καίνε το εισαγόμενο φυσικό αέριο.

Παράλληλα, η ενεργειακή στρατηγική οφείλει να στραφεί πιο δυναμικά σε εγχώριες, σταθερές και όχι στοχαστικής φύσεως πηγές όπως η βιομάζα και η γεωθερμία. Πρόκειται για ενεργειακές λύσεις που μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις ανανεώσιμες πηγές, παρέχοντας συνεχή παραγωγή και ενισχύοντας την ενεργειακή αυτάρκεια.

Ειδικά σε αγροτικές και περιφερειακές περιοχές, μονάδες βιομάζας μπορούν να συνδυάσουν την παραγωγή ενέργειας με την τοπική ανάπτυξη, μειώνοντας ταυτόχρονα το ενεργειακό κόστος για τις τοπικές κοινωνίες. Αξίζει να αναφερθεί ότι κάθε χρόνο πετιούνται σε χωματερές πολύτιμη βιομάζας αξίας περίπου 85 εκατ. ευρώ. Χρήματα που μπορούσαν να αξιοποιηθούν στον πρωτογενή τομέα. Η γεωθερμία, από την άλλη, παραμένει υποαξιοποιημένη στην Ελλάδα, παρότι μπορεί να προσφέρει σταθερή θερμική και ηλεκτρική ενέργεια χωρίς εξάρτηση από εισαγωγές.

Η μείωση της χρήσης πετρελαίου και φυσικού αερίου πρέπει να αποτελέσει στρατηγικό στόχο και όχι απλώς περιβαλλοντική επιδίωξη. Όσο η θέρμανση και η ηλεκτροπαραγωγή βασίζονται σε εισαγόμενα καύσιμα, η ενεργειακή ένδεια θα αναπαράγεται. Η αντικατάσταση αυτών των πηγών με εγχώριες μορφές ενέργειας — σε συνδυασμό με την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών και τη διεύρυνση της αποκεντρωμένης παραγωγής — μπορεί να μειώσει δραστικά και μόνιμα το κόστος για τα νοικοκυριά.

Η ενεργειακή ένδεια δεν θα εξαφανιστεί με μεγαλύτερα επιδόματα. Θα περιοριστεί όταν η ενέργεια γίνει διαρθρωτικά φθηνότερη και λιγότερο εξαρτημένη από εξωτερικούς παράγοντες. Η μετάβαση, επομένως, δεν πρέπει να είναι απλώς πράσινη, αλλά και εθνικά βιώσιμη: με αξιοποίηση εγχώριων πόρων, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και σταδιακή απεξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Μόνο έτσι η Ελλάδα μπορεί να μειώσει ουσιαστικά την ενεργειακή ένδεια και να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όχι με προσωρινά μέτρα στήριξης, αλλά με μια σταθερή και ανθεκτική ενεργειακή βάση.

*Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ, Ενεργειακός Αναλυτής

Σχετικά Άρθρα