Κρίσιμη καμπή για Ουκρανικό: “Πιέσεις” του Κρεμλίνου με μοχλό την Αλάσκα-Τι θα σήμαινε ρήξη ΗΠΑ-Ρωσίας

 Κρίσιμη καμπή για Ουκρανικό: “Πιέσεις” του Κρεμλίνου με μοχλό την Αλάσκα-Τι θα σήμαινε ρήξη ΗΠΑ-Ρωσίας
💡 AI Summary by Libre

Η Μόσχα μεταφέρει το κέντρο διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ στη διπλωματία, ζητώντας πίεση από την Ουάσιγκτον προς τον Ζελένσκι για αποδοχή των όρων του «Άνκορατζ».

Η Ρωσία απειλεί με πάγωμα της συνεργασίας αν δεν υπάρξει πρόοδος και συνδέει την επίλυση της ουκρανικής κρίσης με τη γενικότερη γεωπολιτική ένταση σε Ιράν και ενεργειακούς πόρους.

Στις ΗΠΑ υπάρχει διχογνωμία για την πίεση προς το Κίεβο ή τη Μόσχα, με τη μία πλευρά να ζητά γρήγορο συμβιβασμό και την άλλη στρατηγική φθοράς της Ρωσίας.

Οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται κρίσιμες για την πορεία των διαπραγματεύσεων και την ισορροπία δυνάμεων στη διεθνή σκηνή, με τον Τραμπ στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Η Μόσχα ανεβάζει τον τόνο και μεταφέρει το κέντρο βάρους της διαπραγμάτευσης από το πεδίο της μάχης στο παρασκήνιο της διπλωματίας. Με φόντο τη στασιμότητα στις συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο διαμηνύει ότι η μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο της Ουάσιγκτον — και ειδικά του Ντόναλντ Τραμπ. Το μήνυμα είναι σαφές: αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν πρόοδο, οφείλουν να πιέσουν τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να αποδεχθεί τους όρους που, σύμφωνα με τη ρωσική εκδοχή, συμφωνήθηκαν στο λεγόμενο πλαίσιο του «Άνκορατζ» στην Αλάσκα.

Σε διαφορετική περίπτωση, η Ρωσία αφήνει να εννοηθεί ότι η όποια συνεργασία ΗΠΑ–Ρωσίας για τον τερματισμό της σύγκρουσης μπορεί να παγώσει — με απρόβλεπτες συνέπειες όχι μόνο για το ουκρανικό μέτωπο αλλά και για τη διεθνή ασφάλεια συνολικά.

Δύο από τους βασικούς εκφραστές της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, μίλησαν σχεδόν με κοινή γραμμή. Ο Πεσκόφ υποστήριξε ότι «πρόοδος στην Ουκρανία είναι δυνατή μόνο εφόσον τηρηθούν οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν στο Άνκορατζ», ενώ ο Λαβρόφ εμφανίστηκε ακόμη πιο αιχμηρός, υπονοώντας ότι η Μόσχα έχει ήδη αποδεχθεί αμερικανική πρόταση και ότι πλέον είναι η Ουάσιγκτον εκείνη που δεν τηρεί τα συμφωνηθέντα.

  • Στην ανάγνωση της ρωσικής πλευράς, οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν πιέζουν επαρκώς το Κίεβο, αλλά ταυτόχρονα εντείνουν την οικονομική πίεση κατά της Ρωσίας.

Το λεγόμενο «πακέτο Άνκορατζ», σύμφωνα με όσα διαρρέουν από τη ρωσική αφήγηση, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αποχώρηση ουκρανικών δυνάμεων από την περιοχή του Ντονέτσκ και ευρύτερες ρυθμίσεις στο Ντονμπάς. Πρόκειται για όρους που το Κίεβο έχει επανειλημμένως απορρίψει, καθώς εκλαμβάνονται ως μονομερής παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η Μόσχα επιμένει ότι η αποδοχή τους αποτελεί προϋπόθεση για «τελικό συμβιβασμό» και κατηγορεί την αμερικανική πλευρά για υπαναχώρηση.

  • Ο Σεργκέι Λαβρόφ, μάλιστα, συνέδεσε ανοιχτά το ουκρανικό με το ευρύτερο πλέγμα των αμερικανορωσικών σχέσεων. Επέκρινε τις νέες κυρώσεις, τις ενέργειες κατά δεξαμενόπλοιων που φέρονται να ανήκουν στον «σκιώδη στόλο» ρωσικών συμφερόντων και τις προσπάθειες αποτροπής τρίτων χωρών —όπως η Ινδία— από την αγορά ρωσικών ενεργειακών πόρων. Στη ρωσική ρητορική, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να ζητεί συμβιβασμό στην Ουκρανία, ενώ ταυτόχρονα κλιμακώνει τον οικονομικό πόλεμο.

Η στρατηγική πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Από τη μία, η Ρωσία επιχειρεί να εκμεταλλευθεί τη φιλοδοξία του Αμερικανού προέδρου να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που «έκλεισε» τον πόλεμο στην Ουκρανία. Από την άλλη, στέλνει μήνυμα ότι χωρίς άμεση πρόοδο, η ίδια δεν έχει λόγο να συνεχίσει μια διαδικασία που θεωρεί ατελέσφορη. Το ενδεχόμενο ρήξης στις διαπραγματεύσεις θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέα φάση έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ–Ρωσίας, σε μια περίοδο που ήδη συσσωρεύονται τριβές σε πολλά μέτωπα.

Η προοπτική κλιμάκωσης δεν περιορίζεται στο ουκρανικό πεδίο. Η αναφορά σε πιθανές «θερμές εστίες», όπως το Ιράν, λειτουργεί ως έμμεση υπενθύμιση ότι η γεωπολιτική αντιπαράθεση Ουάσιγκτον–Μόσχας εκτείνεται πολύ πέρα από την Ανατολική Ευρώπη. Εάν οι συνομιλίες για την Ουκρανία καταρρεύσουν, η ένταση θα μπορούσε να μεταφερθεί σε άλλες ζώνες κρίσης, με ευρύτερο αντίκτυπο στη διεθνή ασφάλεια και στην ενεργειακή σταθερότητα.

  • Στην Ουάσιγκτον, ωστόσο, η εικόνα κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι. Η ιδέα άσκησης ισχυρής πίεσης προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι συναντά αντιστάσεις, τόσο από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όσο και από κύκλους εντός της ίδιας της αμερικανικής διοίκησης που θεωρούν ότι η πίεση πρέπει να ενταθεί προς τη Μόσχα και όχι προς το Κίεβο. Τα λεγόμενα «γεράκια» υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε υποχώρηση εκ μέρους της Ουκρανίας θα ενίσχυε το ρωσικό αφήγημα και θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο.

Ο ίδιος ο Ζελένσκι έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ επιθυμούν ολοκλήρωση του πολέμου έως το καλοκαίρι, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται με ποιους όρους. Από την άλλη πλευρά, ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει θέσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η απόσταση ανάμεσα στις δημόσιες τοποθετήσεις και στις διπλωματικές διεργασίες παραμένει μεγάλη.

  • Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια γραμμή θα επικρατήσει στην αμερικανική πρωτεύουσα: εκείνη που προκρίνει έναν γρήγορο συμβιβασμό, ακόμη και με οδυνηρές παραχωρήσεις για την Ουκρανία, ή εκείνη που επιμένει στη στρατηγική φθοράς της Ρωσίας μέσω ενεργειακής πίεσης, κυρώσεων και ενίσχυσης της ουκρανικής άμυνας. Οι επόμενες εβδομάδες αναμένονται καθοριστικές.

Σε κάθε περίπτωση, η ρωσική παρέμβαση δείχνει ότι η Μόσχα επιδιώκει να επιταχύνει τις εξελίξεις, μετατρέποντας τη διαπραγμάτευση σε ένα σκληρό τεστ πολιτικής βούλησης για τον Ντόναλντ Τραμπ. Αν ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέξει να πιέσει τον Ζελένσκι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με εσωτερικές και διεθνείς αντιδράσεις. Αν, αντιθέτως, διατηρήσει την τρέχουσα στάση, η Ρωσία ενδέχεται να κλιμακώσει αλλού. Σε αυτό το γεωπολιτικό σκάκι, το «Άνκορατζ» λειτουργεί λιγότερο ως συμφωνία και περισσότερο ως μοχλός πίεσης — και το αποτέλεσμα θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της Ουκρανίας, αλλά και την ισορροπία δυνάμεων σε έναν κόσμο που ήδη κινείται σε τροχιά αβεβαιότητας.

Σχετικά Άρθρα