”Κάναμε σοβαρό λάθος”: Η σύζυγος του Νόαμ Τσόμσκι απολογείται για τις επαφές με τον Επστάιν
Η Βαλέρια Τσόμσκι ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός ότι η ίδια και ο σύζυγός της Νόαμ Τσόμσκι είχαν επαφές και κοινωνικές συναναστροφές με τον Τζέφρι Επστάιν, λέγοντας ότι δεν έκαναν τον απαραίτητο έλεγχο για το παρελθόν του πριν ανοίξουν αυτή την πόρτα.
Σε μακροσκελή δήλωσή της το Σάββατο, ανέφερε ότι το ζευγάρι έκανε «σοβαρό λάθος» και στάθηκε «απρόσεκτο», ενώ υποστήριξε ότι ο Επστάιν τους παραπλάνησε παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως άνθρωπο της φιλανθρωπίας και της επιστήμης.
Η τοποθέτησή της ήρθε μετά τη δημοσιοποίηση εγγράφων από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, τα οποία έφεραν στο φως την επικοινωνία του 97χρονου γλωσσολόγου και φιλοσόφου με τον Έπσταϊν και αναζωπύρωσαν την κριτική για όσους διατηρούσαν επαφές μαζί του ακόμη και μετά την καταδίκη του το 2008.
Η επίμαχη συνομιλία με τον Τζέφρι Επστάιν
Στο υλικό που κυκλοφόρησε περιλαμβάνεται μήνυμα του 2019, όταν ο Επστάιν ζητούσε από τον Τσόμσκι συμβουλή για το πώς να αντιδράσει στη δημόσια κατακραυγή. Ο Τσόμσκι, σε κείμενο που φέρει την υπογραφή «Noam», τον προέτρεπε να μην απαντήσει δημόσια, υποστηρίζοντας ότι μια δήλωση θα άνοιγε τον δρόμο για νέο κύμα επιθέσεων. Στο ίδιο μήνυμα, ο Τσόμσκι έκανε αναφορά στη δημόσια συζήτηση για την κακοποίηση γυναικών, γράφοντας ότι είχε πάρει «υστερικές διαστάσεις» και ότι είχε φτάσει στο σημείο «ακόμη και η αμφισβήτηση μιας κατηγορίας να θεωρείται έγκλημα χειρότερο από τον φόνο».
Η Βαλέρια Τσόμσκι επιχείρησε να δώσει πλαίσιο για εκείνη την ανταλλαγή, λέγοντας ότι ο Επστάιν είχε πείσει τον σύζυγό της πως διωκόταν άδικα και πως ο ίδιος, από την εμπειρία του με πολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις με τα μέσα, του απάντησε καλόπιστα. Κατά τη δική της εκτίμηση,ο Έπσταϊν επιδίωκε να συνδεθεί με πρόσωπα υψηλού κύρους ώστε να βελτιώσει την εικόνα του.
Στη δήλωσή της παραδέχθηκε ότι είχαν διαβάσει το 2018 το μεγάλο ρεπορτάζ που αποκάλυπτε στοιχεία για τον τρόπο δράσης του Έπσταϊν και για τη συμφωνία του 2008, όμως υποστήριξε ότι δεν αντιλήφθηκαν το εύρος των εγκλημάτων του πριν από τη δεύτερη σύλληψή του, τον Ιούλιο του 2019. Ανέφερε επίσης ότι ο Νοαμ Τσόμσκι, πριν από το σοβαρό εγκεφαλικό που υπέστη το 2023, της είχε πει ότι ένιωθε το ίδιο για την κρίση τους.

Η ίδια περιέγραψε ότι το ζευγάρι βρέθηκε σε δείπνα στο σπίτι του Επστάιν στη Νέα Υόρκη, φιλοξενήθηκε σε διαμερίσματά του εκεί και στο Παρίσι, δείπνησε στο ράντσο του στο Νέο Μεξικό και συμμετείχε σε ακαδημαϊκές συναντήσεις όπου ήταν παρών. Τόνισε όμως ότι δεν επισκέφθηκαν το ιδιωτικό του νησί και ότι δεν γνώριζαν τι συνέβαινε εκεί.
Η Βαλέρια Τσόμσκι ανέφερε ότι ο Επστάιν γνώρισε τον Νοαμ Τσόμσκι το 2015 και ότι τότε, όπως υποστήριξε, δεν γνώριζαν για την καταδίκη του το 2008. Είπε ότι εμφανίστηκε ως φιλάνθρωπος με ενδιαφέρον για την επιστήμη, πλησίασε τον σύζυγό της με δώρα και προσκλήσεις και του άνοιξε δίαυλο επικοινωνίας μέσα από συζητήσεις σε θέματα που τον απασχολούσαν, κάτι που εκ των υστέρων το ζευγάρι θεωρεί μεθοδική προσπάθεια να τους «δέσει» και να αξιοποιήσει το κύρος του.
Στη δήλωση περιλήφθηκαν και διευκρινίσεις για δύο οικονομικές συναλλαγές που έχουν συζητηθεί. Η Βαλέρια Τσόμσκι ανέφερε ότι ο Επστάιν έστειλε επιταγή 20.000 δολαρίων στον Τσόμσκι στο πλαίσιο μιας γλωσσολογικής πρόκλησης που είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Είπε επίσης ότι ο Έπσταϊν βοήθησε τον Τσόμσκι να ανακτήσει 270.000 δολάρια, όταν εντόπισε ασυνέπειες σε πόρους της σύνταξής του που, όπως ανέφερε, τον είχαν ανησυχήσει. Υποστήριξε ότι ο Έπσταϊν λειτούργησε ως οικονομικός σύμβουλος μόνο σε αυτή την υπόθεση, χωρίς να έχει πρόσβαση σε τραπεζικούς ή επενδυτικούς λογαριασμούς τους, και ότι δεν είχαν κάνει επενδύσεις μέσω του γραφείου του.
Κλείνοντας, η Βαλέρια Τσόμσκι είπε ότι η υπόθεση ανέδειξε πόσο εύκολα ένας άνθρωπος μπορεί να κερδίσει εμπιστοσύνη προβάλλοντας μια «κανονική» εικόνα, ενώ ζήτησε να μη χαθεί από το κάδρο ότι τα πραγματικά θύματα ήταν οι γυναίκες και τα κορίτσια που κακοποιήθηκαν από τον Επστάιν.