Οι τρεις παράγοντες που θα κρίνουν το μέλλον των Κούρδων της Συρίας μετά την απόσυρση της αμερικανικής “ομπρέλας”
Η πρόσφατη αλλαγή τόνου από την Ουάσιγκτον απέναντι στις κουρδικές δυνάμεις της βορειοανατολικής Συρίας δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ο καθρέφτης μιας ευρύτερης αναδιάταξης προτεραιοτήτων στη Μέση Ανατολή. Δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ από τον Λευκό Οίκο –με τη χαρακτηριστική φράση ότι «αγαπά τους Κούρδους», αλλά υπενθυμίζοντας πως «δόθηκαν τεράστια ποσά, πετρέλαιο και άλλα»– ήρθαν να συναντήσουν την πιο ωμή αποτίμηση του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ: ότι ο αρχικός σκοπός των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων ως βασικής χερσαίας δύναμης κατά του Ισλαμικού Κράτους έχει πλέον «τελειώσει επί του πεδίου». Το μήνυμα είναι σαφές: οι ΗΠΑ επαναπροσδιορίζουν το «γιατί» και το «πόσο» της παρουσίας τους, και αυτό ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για το μέλλον των Κούρδων, την ασφάλεια της περιοχής και τη σχέση τους με τη Δαμασκό.
Το νέο μήνυμα της Ουάσιγκτον προς τους Κούρδους
Για μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις αποτέλεσαν τον πιο αξιόπιστο συνεργάτη των ΗΠΑ στο έδαφος στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, ειδικά από την περίοδο της πολιορκίας του Κομπάνι το 2014 και μετά. Η αμερικανική αεροπορική ισχύς, σε συνδυασμό με τις κουρδικές και συμμαχικές δυνάμεις, συνέβαλε στην αναχαίτιση και τελικά στην ήττα του τζιχαντιστικού μορφώματος σε κρίσιμες φάσεις. Όμως, όπως υπενθυμίζουν αναλυτές, αυτός ο δεσμός ήταν πρωτίστως τακτικός και όχι στρατηγικός: ένας «συνεταιρισμός σκοπιμότητας» που εξυπηρετούσε κοινά συμφέροντα.
Σήμερα, η ρητορική που έρχεται από την Ουάσιγκτον δείχνει πως το κεντρικό επιχείρημα της συνεργασίας –η άμεση ανάγκη εξάρθρωσης του Ισλαμικού Κράτους– έχει αποδυναμωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απειλή εξαφανίστηκε, αλλά ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμες να διατηρούν μια ανοιχτή και κοστοβόρα δέσμευση στη Συρία, ειδικά όταν διασταυρώνονται άλλα συμφέροντα, όπως οι σχέσεις με την Τουρκία, η ενεργειακή ασφάλεια και οι οικονομικές προτεραιότητες.
Ο ρόλος του Άχμαντ αλ-Σαράα και η «επιστροφή» της Δαμασκού
Η στροφή αυτή δεν προέκυψε σε κενό αέρος. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 και την άνοδο του Άχμαντ αλ-Σαράα στην εξουσία, η Δαμασκός επιχείρησε να παρουσιαστεί ως ο κεντρικός θεσμικός πυλώνας σταθερότητας: ως η «μόνη» αρχή που μπορεί να εγγυηθεί ενιαία κρατική δομή, έλεγχο της ασφάλειας και ένα πλαίσιο δικαιωμάτων για όλες τις κοινότητες – συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων.
Οι επαφές του Τραμπ με τον αλ-Σαράα –που κορυφώθηκαν με την ιστορική επίσκεψη του Σύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο– εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η νέα συριακή ηγεσία «διάβασε» τη μετατόπιση των αμερικανικών προτεραιοτήτων και κινήθηκε ώστε να ευθυγραμμίσει την εικόνα της με αυτό που η Ουάσιγκτον θέλει να ακούσει: κεντρικό κράτος, σταθερότητα, έλεγχος όπλων, συνεργασία κατά της τρομοκρατίας.
Ιστορικό βάθος: γιατί οι ΗΠΑ δεν “επένδυσαν” ποτέ σε κουρδική ανεξαρτησία
Η σχέση των ΗΠΑ με τους Κούρδους δεν είναι «αιώνια συμμαχία», αλλά μια ακολουθία περιόδων προσέγγισης και αποστασιοποίησης, ανάλογα με τον γεωπολιτικό στόχο. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότι υπήρξε διεθνώς συζήτηση για αυτοδιάθεση, η Ουάσιγκτον δεν στήριξε ποτέ συγκροτημένα ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν. Στον Ψυχρό Πόλεμο, οι κουρδικές υποθέσεις συχνά «κουμπώνονταν» πάνω στον ανταγωνισμό με τη σοβιετική επιρροή, ιδιαίτερα στο Ιράκ.
Η πιο καθοριστική στιγμή ήρθε μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, όταν η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στο βόρειο Ιράκ λειτούργησε ως ασπίδα που επέτρεψε τη συγκρότηση κουρδικών θεσμών και, τελικά, της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν.
Αργότερα, το 2003, οι Πεσμεργκά είχαν σημαντικό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, ενώ οι Κούρδοι απέκτησαν ισχυρό θεσμικό αποτύπωμα στο ιρακινό κράτος. Αλλά ακόμη κι εκεί, το αμερικανικό «ταβάνι» παρέμεινε: υποστήριξη σε δικαιώματα και αυτονομία, όχι σε πλήρη απόσχιση.
Η νέα αμερικανική στρατηγική: οικονομία, ενέργεια, «λιγότερες δεσμεύσεις»
Αναλυτές συνδέουν άμεσα την τρέχουσα στάση των ΗΠΑ με μια νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ που δίνει προτεραιότητα στα «χειροπιαστά» συμφέροντα: οικονομία, ενεργειακή ασφάλεια, επιχειρηματικές ευκαιρίες και σταθερότητα, αντί για ιδεολογικές ατζέντες δημοκρατίας ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ενίσχυση των κεντρικών κρατών –Τουρκία, Συρία, Ιράκ– ως συνομιλητών θεωρείται πιο «αποτελεσματική» από τη μακροχρόνια στήριξη μη κρατικών εταίρων.
Αυτό, μοιραία, μειώνει το περιθώριο στήριξης προς τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις. Και δημιουργεί ένα δίλημμα: οι Κούρδοι καλούνται είτε να ενταχθούν σε ένα νέο εθνικό συμβόλαιο με τη Δαμασκό, είτε να αναζητήσουν άλλους προστάτες – κάτι που, όπως προειδοποιούν αναλυτές, μπορεί να αυξήσει την αστάθεια.
Το “κενό ασφαλείας” και ο κίνδυνος επανεμφάνισης απειλών
Μια βεβιασμένη αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας μπορεί να έχει κόστος: αποδυναμώνει έναν αποδεδειγμένο τοπικό εταίρο κατά του Ισλαμικού Κράτους, σπρώχνει τους Κούρδους σε αναζήτηση εναλλακτικών στηριγμάτων και αφήνει άλυτες πολιτικές ρυθμίσεις στη βορειοανατολική Συρία. Με απλά λόγια, το «ποιος κρατά την τάξη» σε μια περιοχή με φυλετικές, εθνοτικές και πολιτικές εντάσεις δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια – είναι ο πυρήνας της σταθερότητας.
Το “σχέδιο Δαμασκού”: δικαιώματα Κούρδων, αλλά ενιαίο κράτος
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε μια κίνηση της νέας συριακής ηγεσίας: σε διάταγμα του 2026, αναγνωρίζει τους Κούρδους ως «αναπόσπαστο μέρος» του συριακού λαού και κατοχυρώνει την πολιτισμική και γλωσσική τους ταυτότητα ως στοιχείο της πολυδιάστατης συριακής εθνικής ταυτότητας.
Η Δαμασκός επιχειρεί έτσι να διαχωρίσει πολιτικά τους Κούρδους πολίτες από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις ως ένοπλο σχηματισμό με πολιτικούς στόχους, αποδυναμώνοντας την κατηγορία ότι «στοχεύει τους Κούρδους ως κοινότητα».
Τι μέλλει γενέσθαι
Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η αμερικανική προστασία προς τις κουρδικές δομές στη Συρία δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Το μέλλον των Κούρδων της βορειοανατολικής Συρίας θα εξαρτηθεί από τρεις παράγοντες: πόσο γρήγορα και με ποιους όρους θα επιδιωχθεί ενσωμάτωση στο συριακό κράτος, αν θα υπάρξουν αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας και δικαιωμάτων, και αν το κενό που δημιουργεί η αμερικανική αναδίπλωση θα οδηγήσει σε νέα αναταραχή ή σε μια δύσκολη αλλά λειτουργική πολιτική λύση. Σε κάθε περίπτωση, η εποχή που οι Κούρδοι μπορούσαν να υπολογίζουν σε μια σταθερή αμερικανική ομπρέλα φαίνεται να περνά σε μια πιο αβέβαιη, ρεαλιστική φάση – με τη Δαμασκό, την Άγκυρα και την Ουάσιγκτον να επαναχαράσσουν τα όρια του παιχνιδιού.