Tα πολιτικά και συνταγματικά εμπόδια στο σχέδιο Τραμπ για απόκτηση της Γροιλανδίας
Ξεκάθαρη εμφανίζεται η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ να θέσει τη Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο, ακόμη κι αν μια τέτοια κίνηση προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στο ΝΑΤΟ. Αυτό που παραμένει θολό, ωστόσο, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να υλοποιηθεί ένα τέτοιο σχέδιο, ειδικά από τη στιγμή που ο ίδιος δεν είχε αποκλείσει αρχικά ούτε τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Μια στρατιωτική επέμβαση, πάντως, θα αποτελούσε πρωτοφανές γεγονός για τα σύγχρονα δεδομένα: την εισβολή και προσάρτηση από τις ΗΠΑ μιας ημιαυτόνομης περιοχής, παρά τις έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη διεθνή κοινότητα.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, υπάρχουν μόλις δύο ιστορικά προηγούμενα αντίστοιχων ενεργειών. Το πρώτο αφορά το πραξικόπημα στη Χαβάη το 1893, με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, για το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση ζήτησε επίσημα συγγνώμη έναν αιώνα αργότερα. Το δεύτερο είναι ο αιματηρός Φιλιππινο-Αμερικανικός Πόλεμος του 1899, όταν οι ΗΠΑ κατέστειλαν εξέγερση μετά την ανάληψη του ελέγχου των Φιλιππίνων από την Ισπανία.
Το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με τα ιστορικά δεδομένα, δείχνει ότι η μόνη ρεαλιστική και ειρηνική οδός για την απόκτηση της Γροιλανδίας θα ήταν η επικύρωση διεθνούς συνθήκης με τη Δανία και τη Γροιλανδία για την αγορά του νησιού.
Μια τέτοια συνθήκη, όμως, απαιτεί την έγκριση 67 γερουσιαστών, γεγονός που σημαίνει ότι ο Τραμπ θα έπρεπε να εξασφαλίσει τη στήριξη τόσο Ρεπουμπλικανών όσο και Δημοκρατικών, αλλά και να περάσει από το Κογκρέσο τα απαραίτητα κονδύλια. Την ίδια στιγμή, γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα έχουν προωθήσει νομοθετικές πρωτοβουλίες για την προστασία του ΝΑΤΟ, μπλοκάροντας ουσιαστικά οποιαδήποτε κίνηση για την απόκτηση της Γροιλανδίας.
Υπό αυτά τα δεδομένα, ο Τραμπ δεν διαθέτει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη, γεγονός που καθιστά την προοπτική αγοράς ή προσάρτησης του νησιού πολιτικά και συνταγματικά εξαιρετικά δύσκολη.
Επιπλέον, σε συνέντευξή του στο Fox Business από το Νταβός, αναφερόμενος στα σενάρια εξαγοράς, δήλωσε ότι δεν προτίθεται να πληρώσει για την απόκτηση της Γροιλανδίας, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο το πλαίσιο.
Μια ιστορική αναδρομή δείχνει πόσο σύνθετη μπορεί να αποδειχθεί μια τέτοια διαδικασία. Η αγορά των Παρθένων Νήσων από τη Δανία χρειάστηκε τρεις αποτυχημένες προσπάθειες, πέντε δεκαετίες διαπραγματεύσεων και την απειλή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να ολοκληρωθεί.
Κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, οι ΗΠΑ, υπό τον τότε υπουργό Εξωτερικών Ουίλιαμ Σιούαρντ, επιχείρησαν να αγοράσουν τα νησιά έναντι 7,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Αν και η συνθήκη εγκρίθηκε στη Δανία, απορρίφθηκε από τη Γερουσία των ΗΠΑ το 1867, λόγω πολιτικών αντιπαραθέσεων.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, μια νέα συνθήκη εγκρίθηκε από τη Γερουσία, αλλά αυτή τη φορά απορρίφθηκε από το δανικό κοινοβούλιο. Μόνο όταν πλησίαζε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι ΗΠΑ απείλησαν ουσιαστικά με κατάληψη, ολοκληρώθηκε τελικά η πώληση, το 1916, έναντι 25 εκατομμυρίων δολαρίων σε χρυσό.
Σήμερα, ο Τραμπ δεν διαθέτει ούτε συμφωνημένη τιμή, ούτε τη συναίνεση της Δανίας ή της Γροιλανδίας, πόσο μάλλον μια πρόθυμη Γερουσία.
Το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο πρόεδρος μπορεί να συνάπτει συνθήκες μόνο με τη συναίνεση των δύο τρίτων της Γερουσίας, όριο που θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό. Ακόμη και Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, όπως η Λίζα Μουρκόφσκι από την Αλάσκα, έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις.
Αν και τις τελευταίες δεκαετίες έχουν συναφθεί διεθνείς συμφωνίες χωρίς επικύρωση από τη Γερουσία, αυτές δεν αφορούσαν την απόκτηση εδαφών. Για τέτοιου είδους ενέργειες, η έγκριση της Γερουσίας θεωρείται αδιαπραγμάτευτη.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία, βάσει υφιστάμενων συμφωνιών με τη Δανία. Ωστόσο, η πλήρης «ιδιοκτησία» του νησιού θα απαιτούσε τη συναίνεση των κατοίκων, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
Ακόμη κι αν ο Τραμπ αμφισβητούσε το διεθνές δίκαιο, δύσκολα θα μπορούσε να παρακάμψει το Σύνταγμα των ΗΠΑ, το οποίο εδώ και αιώνες θέτει σαφή θεσμικά όρια στην απόκτηση νέων εδαφών.