Ανάλυση: Γιατί η Ουάσινγκτον στοχοποιεί επιλεκτικά παρακλάδια των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή

Ανάλυση: Γιατί η Ουάσινγκτον στοχοποιεί επιλεκτικά παρακλάδια των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή

Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να προχωρήσουν στον χαρακτηρισμό παρακλαδιών της οργάνωσης των Αδελφών Μουσουλμάνων σε Αίγυπτο, Ιορδανία και Λίβανο ως τρομοκρατικών οργανώσεων επαναφέρει στο προσκήνιο ένα σύνθετο και βαθιά πολιτικοποιημένο ζήτημα, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ τη νομική διάσταση των αμερικανικών κυρώσεων. Πρόκειται για μια κίνηση που συνδυάζει τη ρητορική της αντιτρομοκρατίας, τις εύθραυστες περιφερειακές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και τις προσωπικές και πολιτικές σχέσεις που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον, ιδίως υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Ταυτόχρονα, όμως, η επιλογή των συγκεκριμένων χωρών, αλλά και οι εμφανείς σιωπές γύρω από άλλες γεωγραφικές εστίες της ίδιας ιδεολογικής μήτρας, γεννούν εύλογα ερωτήματα για το εύρος, τα όρια και τις πραγματικές στοχεύσεις της αμερικανικής στρατηγικής.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των υπουργείων Εξωτερικών και Οικονομικών των ΗΠΑ, τρία παρακλάδια της οργάνωσης των Αδελφών Μουσουλμάνων εντάχθηκαν σε διαφορετικά καθεστώτα κυρώσεων.

Το λιβανέζικο παρακλάδι χαρακτηρίστηκε ως Ξένη Τρομοκρατική Οργάνωση, ο αυστηρότερος δυνατός χαρακτηρισμός στο αμερικανικό νομικό πλαίσιο, καθιστώντας οποιαδήποτε υλική ή οικονομική στήριξη ποινικό αδίκημα. Αντίστοιχα, τα παρακλάδια σε Αίγυπτο και Ιορδανία εντάχθηκαν στον κατάλογο των Παγκόσμιων Τρομοκρατικών Οργανώσεων, με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να αιτιολογεί την απόφαση με τη φερόμενη στήριξή τους προς τη Χαμάς.

  • Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι κυρώσεις συνιστούν «το πρώτο βήμα για την αποδόμηση της οργανωτικής και οικονομικής ισχύος των Αδελφών Μουσουλμάνων», διαμηνύοντας πως η Ουάσινγκτον θα χρησιμοποιήσει «όλα τα διαθέσιμα εργαλεία» για να στερήσει από την οργάνωση κάθε πηγή χρηματοδότησης. Η τοποθέτηση αυτή εντάσσεται σε μια στρατηγική που είχε προαναγγελθεί ήδη από τον Νοέμβριο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για την έναρξη διαδικασιών χαρακτηρισμού παρακλαδιών της οργάνωσης ως τρομοκρατικών.

Η χρονική συγκυρία της απόφασης μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποτελούν διαχρονικά έναν από τους βασικότερους πολιτικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους του προέδρου της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι, ο οποίος μετά την ανατροπή της κυβέρνησης των Αδελφών το 2013 οικοδόμησε ολόκληρο το αφήγημά του πάνω στην καταπολέμηση του ισλαμιστικού εξτρεμισμού. Η στενή σχέση του Σίσι με την Ουάσινγκτον και προσωπικά με τον Ντόναλντ Τραμπ προσδίδει στην αμερικανική απόφαση σαφή γεωπολιτική διάσταση, καθώς εκλαμβάνεται από πολλούς ως έμμεση πολιτική και διπλωματική ενίσχυση του αιγυπτιακού καθεστώτος.

Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι, παρά τις σαφείς αναφορές σε τρομοκρατική δράση και χρηματοδότηση εξτρεμιστικών οργανώσεων, η αμερικανική ανακοίνωση αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στην Τουρκία. Η παράλειψη αυτή αποκτά βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη οι πρόσφατες ευρείας κλίμακας αστυνομικές επιδρομές στο τουρκικό έδαφος, κατά τις οποίες συνελήφθησαν εκατοντάδες ύποπτοι για διασυνδέσεις με το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), αλλά και πρόσωπα που φέρονται να συνδέονται με δίκτυα των Αδελφών Μουσουλμάνων, κυρίως αιγυπτιακής προέλευσης.

  • Οι εξελίξεις αυτές αναζωπυρώνουν τα ερωτήματα γύρω από τον ρόλο της Άγκυρας τα τελευταία χρόνια ως χώρας υποδοχής στελεχών της οργάνωσης, αλλά και γύρω από το αν η απουσία αναφοράς από την πλευρά της Ουάσινγκτον συνδέεται με τις προσωπικές και πολιτικές σχέσεις Τραμπ–Ερντογάν. Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι η τουρκική ηγεσία φαίνεται να έχει παγώσει ή περιορίσει τη δημόσια και πολιτική στήριξη προς την Αδελφότητα, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Άγκυρας να επαναπροσεγγίσει το Κάιρο και να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον πρόεδρο αλ-Σίσι, έπειτα από χρόνια έντασης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική στάση ερμηνεύεται από ορισμένους ως σκόπιμα επιλεκτική, προσαρμοσμένη στις εκάστοτε στρατηγικές συμμαχίες και όχι σε μια ενιαία, καθολική προσέγγιση απέναντι στον ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Η διάκριση μεταξύ «αποδεκτών» και «μη αποδεκτών» παρακλαδιών της ίδιας ιδεολογικής μήτρας προκαλεί αντιδράσεις, καθώς η οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων λειτουργεί περισσότερο ως διεθνές δίκτυο με εθνικές ιδιαιτερότητες, παρά ως ενιαίο και ομοιογενές σώμα.

Την ίδια στιγμή, ειδικοί σε θέματα αντιτρομοκρατίας εκτιμούν ότι η διεθνής πίεση προς τα δίκτυα της οργάνωσης εντείνεται, με αρκετά κράτη να θεωρούν πλέον την παρουσία τους παράγοντα εσωτερικής αστάθειας. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η αμερικανική στρατηγική θα οδηγήσει πράγματι σε ουσιαστικό περιορισμό της επιρροής των Αδελφών Μουσουλμάνων ή αν θα αποτελέσει ακόμη έναν κρίκο σε μια αλυσίδα επιλεκτικών παρεμβάσεων, όπου η τρομοκρατία, η γεωπολιτική και οι πολιτικές συμμαχίες συνυπάρχουν σε ένα περίπλοκο και συχνά αντιφατικό παιχνίδι ισχύος.