Ανάλυση: Τι θα σήμαινε πρακτικά μια κίνηση Τραμπ για τη Γροιλανδία, όχι απαραίτητα στρατιωτική
Η συζήτηση για τη Γροιλανδία επανέρχεται στο προσκήνιο όχι ως θεωρητικό σενάριο, αλλά ως σοβαρό γεωπολιτικό ενδεχόμενο, σε μια συγκυρία όπου η διεθνής τάξη δοκιμάζεται από τη λογική της ισχύος και του εξαναγκασμού. Μετά τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα και την επίδειξη αποφασιστικότητας από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – και κυρίως η Κοπεγχάγη – αντιμετωπίζουν πλέον με ανησυχία την εμμονή του Ντόναλντ Τραμπ με το αρκτικό νησί που ανήκει στο Βασίλειο της Δανίας. Η Γροιλανδία, με τον στρατηγικό της ρόλο, τον ορυκτό πλούτο και τη γεωγραφική της θέση, μετατρέπεται σε δοκιμασία για τη συνοχή του ΝΑΤΟ, τις διατλαντικές σχέσεις και τα όρια της αμερικανικής ισχύος.
Σύμφωνα με Δανούς αξιωματούχους και αναλυτές ασφάλειας, το σενάριο που προκαλεί τον μεγαλύτερο φόβο δεν είναι μια κλασική στρατιωτική εισβολή, αλλά μια αιφνιδιαστική πολιτική κίνηση: ένα νυχτερινό μήνυμα στα κοινωνικά δίκτυα, μια δήλωση περί «αμερικανικής προστασίας» της Γροιλανδίας και η επίκληση μιας πραγματικότητας για την οποία κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν διαθέτει τη στρατιωτική ισχύ για να αντιδράσει αποτελεσματικά. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η έννοια της κυριαρχίας θα δοκιμαζόταν όχι μέσα από πόλεμο, αλλά μέσω τετελεσμένων γεγονότων.
- Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης της Γροιλανδίας έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ηγετική δύναμη της Συμμαχίας, επιχειρούσαν να επιβάλουν τον έλεγχο σε περιοχή άλλου συμμάχου, το Άρθρο 5 – ο πυρήνας της συλλογικής άμυνας – θα καθίστατο πρακτικά ανεφάρμοστο. Όπως παραδέχονται Ευρωπαίοι αξιωματούχοι κατ’ ιδίαν, η στρατιωτική υπεράσπιση της Γροιλανδίας απέναντι στις ΗΠΑ είναι απλώς αδιανόητη, γεγονός που αποκαλύπτει ένα βαθύ δομικό κενό στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης.
Παράλληλα, στο εσωτερικό της ίδιας της Γροιλανδίας καταγράφονται αντιφατικές τάσεις. Αν και οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν μαζική στήριξη στην ιδέα προσάρτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχουν φωνές που βλέπουν στο ενδιαφέρον του Τραμπ μια ευκαιρία για αποδέσμευση από τη Δανία και για οικονομική αναβάθμιση μέσω της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων.
Υποστηρικτές αυτής της γραμμής κατηγορούν τις «δανικές ελίτ» ότι αγνοούν τη γλώσσα, την κουλτούρα και τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, ενώ παρουσιάζουν τον Αμερικανό πρόεδρο ως παράγοντα ρήξης με ένα κατεστημένο που θεωρούν αποικιακό.
Στην Ευρώπη, ωστόσο, το κλίμα είναι εντελώς διαφορετικό. Δηλώσεις όπως εκείνες της Δανής πρωθυπουργού Μέτε Φρέντερικσεν, που τόνισε ότι ο Τραμπ πρέπει να λαμβάνεται απολύτως σοβαρά, σηματοδοτούν το τέλος της περιόδου υποτίμησης των αμερικανικών απειλών. Παρόμοια στάση υιοθετούν το Λονδίνο και το Παρίσι, με σαφή μηνύματα ότι η Γροιλανδία «δεν είναι προς πώληση» και ότι το μέλλον της μπορεί να αποφασιστεί μόνο από τη Δανία και τους ίδιους τους Γροιλανδούς.
- Πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις, όμως, διαφαίνεται ένας βαθύτερος φόβος: ότι η Ουάσιγκτον θα χρησιμοποιήσει την Ουκρανία ως μοχλό πίεσης. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να απειλήσει με περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας ή της ανταλλαγής πληροφοριών, αν οι σύμμαχοι αντιταχθούν ανοιχτά στα σχέδιά του για τη Γροιλανδία. Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή ή η μετριοπαθής στάση ορισμένων κυβερνήσεων δεν αντανακλά συναίνεση, αλλά στρατηγική αμηχανία.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η σταδιακή θεσμική προετοιμασία που φαίνεται να συντελείται στην Ουάσιγκτον, με τον διορισμό ειδικών απεσταλμένων και προσώπων με επιχειρηματικό και πολιτικό ενδιαφέρον για την Αρκτική. Αυτές οι κινήσεις ερμηνεύονται στη Δανία ως ένδειξη ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας δεν αποτελεί παροδική ρητορική, αλλά μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που συνδυάζει ασφάλεια, ενέργεια και γεωπολιτικό έλεγχο.
- Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Η επιτυχία προηγούμενων αμερικανικών επεμβάσεων έχει ενισχύσει την πεποίθηση στο περιβάλλον Τραμπ ότι η απειλή χρήσης βίας λειτουργεί αποτελεσματικά ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Αυτή η λογική, μια σύγχρονη εκδοχή της διπλωματίας των κανονιοφόρων, μεταφέρει την αντιπαράθεση από το επίπεδο των θεσμών στο επίπεδο της ισχύος, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Για τη Δανία, αλλά και για τη Δύση συνολικά, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η τύχη ενός απομακρυσμένου νησιού. Είναι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ συμμάχων και η βιωσιμότητα μιας συμμαχίας που βασίζεται στην υπόσχεση συλλογικής ασφάλειας.
Αν η Γροιλανδία μετατραπεί σε προηγούμενο εξαναγκασμού, τότε το ερώτημα δεν θα αφορά μόνο την Αρκτική, αλλά το μέλλον της ίδιας της διεθνούς τάξης όπως τη γνωρίζαμε τις τελευταίες δεκαετίες.