WP: Γιατί ο Τραμπ πάτησε φρένο στην επίθεση στο Ιράν-Το απόλυτο παρασκήνιο

 WP: Γιατί ο Τραμπ πάτησε φρένο στην επίθεση στο Ιράν-Το απόλυτο παρασκήνιο

Ένα πυκνό πλέγμα παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, αντικρουόμενων εισηγήσεων και έντονων διεθνών πιέσεων οδήγησε τελικά τον Ντόναλντ Τραμπ στην απόφαση να μην εγκρίνει στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν την περασμένη Τετάρτη, τη στιγμή που όλα έδειχναν πως η Ουάσιγκτον βρισκόταν ένα βήμα πριν από την ανάφλεξη. Το παρασκήνιο αυτής της απόφασης αποκαλύπτει σε εκτενές ρεπορτάζ της η Washington Post, φωτίζοντας τις ισορροπίες που κρίθηκαν την ύστατη ώρα.

Όπως υπενθυμίζει η αμερικανική εφημερίδα, αργά το πρωί της Τετάρτης, σε Μέση Ανατολή και Ουάσιγκτον επικρατούσε η πεποίθηση ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα έδινε το πράσινο φως για αεροπορικές επιδρομές κατά του Ιράν. Θα επρόκειτο για μια ακόμη επίδειξη αμερικανικής ισχύος, λίγες εβδομάδες μετά την τολμηρή επιχείρηση της Delta Force στη Βενεζουέλα για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του.

Την ίδια ημέρα, το Πεντάγωνο είχε ανακοινώσει ότι το αντιτορπιλικό USS Roosevelt εισήλθε στον Περσικό Κόλπο, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ είχαν ειδοποιηθεί για το ενδεχόμενο επίθεσης, το προσωπικό της αμερικανικής βάσης αλ Ουντέιντ στο Κατάρ λάμβανε οδηγίες εκκένωσης, ενώ ο Τραμπ διαμήνυε στους Ιρανούς διαδηλωτές ότι «η βοήθεια έρχεται».

Η πρώτη ουσιαστική μεταβολή ήρθε όταν ο Στιβ Γουίτκοφ ενημέρωσε τον Τραμπ ότι η ιρανική κυβέρνηση ακύρωσε τις προγραμματισμένες εκτελέσεις 800 ατόμων, πληροφορία που επιβεβαιώθηκε μία ημέρα αργότερα από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, που βασίζεται σε 12 νυν και πρώην αξιωματούχους των ΗΠΑ και της Μέσης Ανατολής, «η ραγδαία αλλαγή στάσης του Τραμπ αντανακλούσε τις έντονες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις», καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης μιας ακόμη χώρας της Μέσης Ανατολής και με τους περιορισμούς ακόμη και του τεράστιου αμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού.

Στο Πεντάγωνο υπήρχε έντονος προβληματισμός ότι μια αμερικανική επίθεση θα άναβε φωτιά στην περιοχή, την ώρα που η Ουάσιγκτον δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει μια μεγάλης κλίμακας ιρανική αντεπίθεση. Παρόμοιες ανησυχίες εξέφρασε και το Ισραήλ, ενώ χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος ζήτησαν από τον Λευκό Οίκο αυτοσυγκράτηση και διπλωματία, φοβούμενες γενικευμένη αστάθεια στις δικές τους περιοχές.

Κατά το δημοσίευμα, το καθοριστικό στοιχείο ήταν ότι ο Τραμπ άρχισε να αντιλαμβάνεται πως μια επίθεση στο Ιράν θα ήταν χαοτική, με κίνδυνο οικονομικών αναταραχών, ευρύτερου πολέμου και άμεσων απειλών για τους 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες που σταθμεύουν στη Μέση Ανατολή — σε πλήρη αντίθεση με «εφάπαξ» επιχειρήσεις, όπως αυτές κατά καρτέλ ναρκωτικών, του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία ή η επιχείρηση στη Βενεζουέλα.

«Θέλει [επιχειρήσεις όπως] στη Βενεζουέλα. Αυτό θα ήταν πιο χαοτικό», δήλωσε πρώην Αμερικανός αξιωματούχος.

Οι διαφορετικές φωνές στο επιτελείο

Παρότι το πλήγμα αποκλείστηκε προσωρινά, ο Τραμπ και οι ανώτεροι σύμβουλοί του κρατούν ανοιχτές όλες τις επιλογές, κερδίζοντας χρόνο, καθώς το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln κατευθύνεται προς τη Μέση Ανατολή.

Το ρεπορτάζ καταγράφει και τις αντικρουόμενες εισηγήσεις εντός της αμερικανικής ηγεσίας. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, παραδοσιακά επιφυλακτικός απέναντι σε ξένες εμπλοκές, τάχθηκε υπέρ της επίθεσης, επικαλούμενος το τελεσίγραφο που είχε απευθύνει ο Τραμπ στο Ιράν για τη μη δολοφονία διαδηλωτών.

Στο Οβάλ Γραφείο, το βράδυ της Τρίτης, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, παρουσίασε στον πρόεδρο βίντεο με σκηνές βίας του καθεστώτος και πτώματα στους δρόμους, χρησιμοποιώντας ασφαλές iPad για απόρρητες ενημερώσεις.

Αντίθετα, σύμβουλοι όπως ο Στιβ Γουίτκοφ και η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς εισηγήθηκαν προσεκτικά βήματα, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υποστήριξε ότι πρέπει να αφεθούν οι οικονομικές κυρώσεις να αποδώσουν.

Τελικά, μετά τις παρουσιάσεις του Πενταγώνου και των υπηρεσιών πληροφοριών, ο Τραμπ κατέληξε πως «τα οφέλη δεν υπήρχαν και οι συνέπειες θα ήταν δυσανάλογες».

«Θα οδηγούσε μια επίθεση σε αλλαγή καθεστώτος; Η απάντηση είναι σαφώς όχι… τελικά πρόκειται για μια ανάλυση κόστους-οφέλους», ανέφερε αξιωματούχος στη Washington Post.

Το μήνυμα Αραγτσί και το τηλεφώνημα Μπιν Σαλμάν

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και μήνυμα του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί προς τον Γουίτκοφ, καθώς η Τεχεράνη είχε αντιληφθεί τις αμερικανικές στρατιωτικές μετακινήσεις. Μετά από αυτή την ενημέρωση, ο Τραμπ δήλωσε δημοσίως ότι έμαθε πως οι δολοφονίες θα σταματούσαν.

Παράλληλα, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κατάρ και Ομάν συντόνισαν παρεμβάσεις προς τον Λευκό Οίκο, ζητώντας να αποφευχθεί η στρατιωτική κλιμάκωση. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρξε και τηλεφωνική επικοινωνία του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν με τον Τραμπ.

Ενστάσεις και από το Ισραήλ

Ούτε το Ισραήλ εμφανιζόταν έτοιμο για μια τέτοια σύγκρουση. Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου τηλεφώνησε στον Τραμπ ζητώντας του να μην προχωρήσει σε επίθεση, καθώς το Ισραήλ δεν ήταν πλήρως προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει ιρανικά αντίποινα, ειδικά χωρίς ισχυρή αμερικανική ναυτική παρουσία.

Παρότι η επίθεση ανεστάλη, οι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι ο Τραμπ θα έχει νέο «παράθυρο» απόφασης μέσα στις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες, όταν τα αμερικανικά μέσα θα βρίσκονται πλήρως ανεπτυγμένα στην περιοχή. Το επίπεδο απειλής παραμένει υψηλό, με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ να έχει λάβει εντολή για 24ωρη αυξημένη ετοιμότητα «για τον επόμενο μήνα».

Η κρίση, μπορεί να αποκλιμακώθηκε προσωρινά — αλλά δεν έχει κλείσει.