Άγκυρα: “Light” αμυντική συνεργασία με Σ. Αραβία-Πακιστάν στη σκιά της εμπλοκής της Ινδίας στην Μεσόγειο
Η συζήτηση γύρω από μια πιθανή τριμερή αμυντική συνεργασία Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν–Τουρκίας έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, πυροδοτώντας εικασίες για τη διαμόρφωση ενός νέου γεωπολιτικού άξονα με ευρύτερες περιφερειακές και διεθνείς επιπτώσεις. Δηλώσεις Πακιστανών αξιωματούχων περί ολοκληρωμένου προσχεδίου συμφωνίας, επιβεβαιωμένες συνομιλίες από την τουρκική πλευρά και αυξανόμενες ενδείξεις πολιτικής σύγκλισης μεταξύ Άγκυρας και Ριάντ συνθέτουν ένα σκηνικό στο οποίο η αμυντική διπλωματία αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο αναπροσαρμογής ισορροπιών. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν υπάρχει κινητικότητα, αλλά τι είδους συνεργασία διαμορφώνεται, πόσο «δεσμευτική» μπορεί να γίνει και ποια όρια είναι διατεθειμένες να θέσουν οι εμπλεκόμενες χώρες.
Η αφετηρία της συζήτησης βρίσκεται στο Πακιστάν, με τον υπουργό Αμυντικής Παραγωγής Ρεζά Χαγιάτ Χαράζ να δηλώνει ότι Ισλαμαμπάντ, Ριάντ και Άγκυρα έχουν καταρτίσει προσχέδιο αμυντικής συμφωνίας, έπειτα από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν περίπου έναν χρόνο. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το εν λόγω σχέδιο είναι διακριτό από την ήδη υπάρχουσα διμερή αμυντική συμφωνία Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας και απαιτεί τελική πολιτική σύγκλιση και από τις τρεις πλευρές για να προχωρήσει. Η έμφαση αυτή στη «διακριτότητα» δεν είναι τυχαία: υποδηλώνει ότι το υπό συζήτηση σχήμα δεν αποτελεί απλή επέκταση υφιστάμενων συμφωνιών, αλλά φιλοδοξεί να αποκτήσει δικό του πολιτικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα.
- Από την πλευρά της Τουρκίας, ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επιβεβαίωσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία για πιθανή αμυντική συνεργασία, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι μέχρι στιγμής δεν έχει υπογραφεί καμία συμφωνία. Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της περιφερειακής εμπιστοσύνης και της συνεργασίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει το θέμα περισσότερο ως μακροπρόθεσμη στρατηγική διερεύνηση παρά ως άμεση δέσμευση με σαφείς ρήτρες.
Στο παρασκήνιο, Τούρκοι αξιωματούχοι από τους χώρους της ασφάλειας και της διπλωματίας επισημαίνουν ότι η Τουρκία εξετάζει σοβαρά τη συμμετοχή της σε ένα τέτοιο σχήμα, ακριβώς επειδή ο κόσμος «περνά σε μια νέα φάση». Όπως υπογραμμίζουν, οι παραδοσιακές διαιρέσεις Δύσης και Ανατολής χάνουν σταδιακά την απόλυτη ισχύ τους, δίνοντας χώρο σε πιο ευέλικτες, θεματικές και «κατά περίπτωση» συμμαχίες. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε κράτος καλείται να κινηθεί με γνώμονα την εθνική ασφάλεια και τα στρατηγικά συμφέροντα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε σχήματα που δεν εξυπηρετούν πλέον τις πραγματικότητες της εποχής.
Τα πιθανά οφέλη μιας τέτοιας συνεργασίας εξηγούν εν μέρει και το ενδιαφέρον της Άγκυρας. Το Πακιστάν, ως πυρηνική δύναμη με ισχυρό στρατό, προσφέρει έναν παράγοντα αποτροπής με παγκόσμια βαρύτητα. Η Σαουδική Αραβία, από την άλλη, διαθέτει τεράστια οικονομική και πολιτική ισχύ στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, καθώς και αυξανόμενες επενδύσεις στην άμυνα. Η Τουρκία, τέλος, έχει αναδειχθεί σε σημαντικό παραγωγό αμυντικής τεχνολογίας, με εξαγώγιμα οπλικά συστήματα και έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς παγκοσμίως. Ο συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών θα μπορούσε, θεωρητικά, να συγκροτήσει έναν ισχυρό πυρήνα στρατηγικής συνεργασίας, με προεκτάσεις τόσο σε κοινά προγράμματα όσο και σε πολιτική επιρροή.
- Ωστόσο, η συζήτηση περί ενός «ισλαμικού ΝΑΤΟ» ή μιας συμφωνίας που θα αντικαθιστούσε υφιστάμενες δομές ασφάλειας έχει απορριφθεί κατηγορηματικά από τουρκικές πηγές. Όπως τονίζουν, δεν υπάρχει πρόθεση δημιουργίας συμμαχίας με αυτόματες ρήτρες συλλογικής άμυνας, ούτε αντικατάστασης του ρόλου του ΝΑΤΟ, στο οποίο η Τουρκία παραμένει δεσμευμένο μέλος. Αντίθετα, η συζήτηση «δείχνει» προς μια στενότερη στρατιωτική συνεργασία, με έμφαση στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας, στην κοινή εκπαίδευση και, ενδεχομένως, στην αμυντική βιομηχανία.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Μια συμφωνία τύπου Άρθρου 5, με αυτόματη εμπλοκή σε περίπτωση επίθεσης, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να λειτουργήσει όταν ένα από τα βασικά μέλη, το Πακιστάν, βρίσκεται σε μόνιμη ένταση με την Ινδία, μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου. Η Άγκυρα δεν δείχνει διατεθειμένη να «εισαγάγει» στο στρατηγικό της περιβάλλον έναν τέτοιο δομικό κίνδυνο, ειδικά τη στιγμή που αντιμετωπίζει ήδη πολλαπλές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο.
Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη παρουσία της Ινδίας στη Μεσόγειο και οι στενότερες σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Για την Τουρκία, η απάντηση δεν φαίνεται να είναι η εμπλοκή σε άκαμπτες συμμαχίες που περιορίζουν τη δυνατότητα ελιγμών, αλλά η διατήρηση στρατηγικής ευελιξίας και η αξιοποίηση της ασάφειας ως εργαλείου αποτροπής και διπλωματικής διαπραγμάτευσης.
- Υπό αυτό το πρίσμα, η υπό συζήτηση συνεργασία Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν–Τουρκίας μοιάζει περισσότερο με ένα πλαίσιο συντονισμού και πολιτικής σύγκλισης, παρά με μια πλήρως θεσμοθετημένη στρατιωτική συμμαχία. Η σκόπιμη ασάφεια επιτρέπει στις χώρες να στέλνουν μηνύματα ισχύος και συνεργασίας, χωρίς να δεσμεύονται σε μη αναστρέψιμες επιλογές ή σε μηχανισμούς που θα μπορούσαν να τις «σύρουν» σε ξένες κρίσεις.
Το βέβαιο είναι ότι η κινητικότητα αυτή αντανακλά τη βαθύτερη αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν νέες ισορροπίες πέρα από τα παραδοσιακά σχήματα.
Το αν αυτή η διαδικασία θα καταλήξει σε μια συγκεκριμένη συμφωνία ή θα παραμείνει στο επίπεδο της στρατηγικής διερεύνησης μένει να φανεί. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η συζήτηση αρκεί για να δείξει ότι η Μέση Ανατολή και η ευρύτερη περιοχή εισέρχονται σε μια φάση ρευστότητας, όπου οι συμμαχίες δεν θεωρούνται πλέον δεδομένες, αλλά διαπραγματεύσιμες.