Ανάλυση: Η Άγκυρα… αυτοπροτείνεται ως στρατηγικός εταίρος στη μετεξέλιξη της ευρωπαϊκής άμυνας

Ανάλυση: Η Άγκυρα… αυτοπροτείνεται ως στρατηγικός εταίρος στη μετεξέλιξη της ευρωπαϊκής άμυνας

Σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ασφάλεια παύει να θεωρείται δεδομένη και οι παλιές βεβαιότητες κλονίζονται, η παρέμβαση της Άγκυρας έρχεται να αναδείξει ρωγμές που για χρόνια καλύπτονταν κάτω από τη σκιά της αμερικανικής ομπρέλας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, με δηλώσεις που απευθύνονται ευθέως στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κάλεσε την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ίδια της την ασφάλεια, στέλνοντας ένα μήνυμα που ξεπερνά την επικαιρότητα του πολέμου στην Ουκρανία.

Η τοποθέτηση αυτή δεν συνιστά απλώς διπλωματική παρατήρηση, αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη αναπροσαρμογή ισορροπιών, στην οποία η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες τίθεται πλέον ανοιχτά υπό αμφισβήτηση.

Η Άγκυρα εκτιμά ότι ο συνδυασμός της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης και της σταδιακής μετατόπισης των στρατηγικών προτεραιοτήτων της Ουάσινγκτον προς την Ασία δημιουργεί ένα νέο, πιο αβέβαιο περιβάλλον.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωπαϊκή άμυνα μετατρέπεται, κατά την τουρκική ανάγνωση, σε ζήτημα «υπαρξιακό», το οποίο δεν μπορεί πλέον να ανατίθεται σε τρίτους. Η ρητορική αυτή σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση: από την Ευρώπη ως προστατευόμενο εταίρο, στην Ευρώπη ως αυτόνομο –ή έστω πιο αυτάρκη– πυλώνα άμυνας.

  • Η παρέμβαση Φιντάν αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της σχέσης ΝΑΤΟ – Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Τουρκία παραμένει μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Συμμαχίας, διαθέτοντας τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να βρίσκεται εκτός των βασικών μηχανισμών της ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης. Η Άγκυρα εκφράζει ανοιχτά την ενόχλησή της για αυτόν τον αποκλεισμό, τον οποίο αποδίδει όχι σε θεσμικούς λόγους, αλλά σε στενές εθνικές ατζέντες κρατών-μελών που μεταφέρουν διμερείς αντιπαραθέσεις στο συλλογικό ευρωπαϊκό επίπεδο.

Εδώ αναδύεται μια κρίσιμη αντίφαση: μια χώρα που συμβάλλει εμπράκτως στην ασφάλεια της Ευρώπης μέσω του ΝΑΤΟ, παραμένει εκτός όταν πρόκειται για τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες άμυνας και ασφάλειας.

Χωρίς να κατονομάζει ευθέως, η τουρκική πλευρά αφήνει σαφείς αιχμές για τον ρόλο της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και για επιφυλάξεις που αποδίδονται σε χώρες όπως η Γαλλία. Το αποτέλεσμα είναι μια ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας που εμφανίζεται κατακερματισμένη, με τις πολιτικές ισορροπίες να υπερισχύουν της στρατηγικής συνοχής.

Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα διπλό δίλημμα: από τη μία, πώς θα ενισχύσει την αμυντική αυτονομία της, και από την άλλη, ποιοι εταίροι θα συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. Η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί ως αναπόσπαστο μέρος της λύσης, προβάλλοντας τόσο τη στρατιωτική της ισχύ όσο και τη γεωγραφική της θέση, η οποία καλύπτει κρίσιμα μέτωπα από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

  • Παράλληλα, η παρέμβαση Φιντάν λειτουργεί και ως προειδοποίηση. Η επιστροφή της πιθανότητας συμβατικών πολέμων στο ευρωπαϊκό έδαφος, σε συνδυασμό με τη μεταβλητότητα της αμερικανικής πολιτικής –ιδίως ενόψει εκλογικών κύκλων στις ΗΠΑ–, αναδεικνύει τα όρια ενός μοντέλου ασφάλειας που βασίζεται στη διαρκή αμερικανική δέσμευση. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να εξαρτάται από τις εναλλαγές κυβερνήσεων στην Ουάσινγκτον, ούτε να παραμένει «ανατεθειμένη» σε εξωτερικούς εγγυητές.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η ίντριγκα της τουρκικής στάσης. Ενώ καλεί την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη, η ίδια διεκδικεί ρόλο συνεταίρου πρώτης γραμμής σε οποιαδήποτε νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας διαμορφωθεί. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας παρουσιάζεται όχι ως ανταγωνιστική προς το ΝΑΤΟ, αλλά ως συμπληρωματική – υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία δεν θα παραμείνει θεατής.

  • Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί πράγματι να προχωρήσει προς την περιβόητη στρατηγική αυτονομία χωρίς να επιλύσει τις εσωτερικές της αντιφάσεις. Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί, όπως η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία ή τα ευρωπαϊκά ταμεία άμυνας, δείχνουν φιλόδοξοι στα χαρτιά, αλλά περιορισμένοι στην πράξη. Ο αποκλεισμός μιας χώρας με το μέγεθος και τις δυνατότητες της Τουρκίας αφήνει, κατά την τουρκική ανάγνωση, τα νότια και ανατολικά σύνορα της Ευρώπης εκτεθειμένα σε γεωπολιτικούς κινδύνους.

Τελικά, η παρέμβαση Φιντάν δεν αφορά μόνο την Τουρκία ούτε απευθύνεται αποκλειστικά στις Βρυξέλλες. Θέτει στο τραπέζι ένα ευρύτερο ερώτημα: αν η Ευρώπη είναι έτοιμη να μεταβεί από την εποχή της ανάθεσης στην εποχή της ευθύνης. Και, κυρίως, αν μπορεί να το πράξει χωρίς να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με εταίρους που, είτε αρέσει είτε όχι, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες της ευρωπαϊκής ασφάλειας.