“Παγίδα” Μαδούρο: Η αμερικανική μετατόπιση στη “στρατηγική του κρότου”-Το ρίσκο αποσταθεροποίησης της Βενεζουέλας
Η πρόσφατη αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα και οι δηλώσεις που τη συνόδευσαν δεν συνιστούν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο έντασης στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με ένα «ανεπιθύμητο καθεστώς». Αντίθετα, λειτουργούν ως συμπύκνωση μιας βαθύτερης μετατόπισης στη λογική της αμερικανικής ισχύος υπό τον Ντόναλντ Τραμπ: μιας μετάβασης από τις μακροχρόνιες, κοστοβόρες στρατιωτικές εμπλοκές σε αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως «στρατηγική του κρότου» – σύντομες, εντυπωσιακές παρεμβάσεις, με χαμηλή θεσμική δέσμευση αλλά υψηλό συμβολικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που επιδιώκει να παράγει αποτέλεσμα «γρήγορα, δυνατά και καθαρά», χωρίς το βάρος της μακράς ανοικοδόμησης, της κατοχής ή της διαχείρισης ενός κράτους σε κατάρρευση.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν αυτή η μέθοδος ενισχύει πράγματι την αμερικανική επιρροή, αλλά αν μετατρέπει τη βραχυπρόθεσμη επίδειξη ισχύος σε μακροπρόθεσμη στρατηγική παγίδα: αν, δηλαδή, ο «κρότος» παράγει μια νέα πραγματικότητα που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να ελέγξει, εγκλωβίζοντάς την σε έναν φαύλο κύκλο αποσταθεροποίησης, αντιδράσεων και απρόβλεπτων παρενεργειών.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το ρίσκο: όταν η αλλαγή καθεστώτος αντιμετωπίζεται ως γεγονός «εντυπωσιακής στιγμής» και όχι ως διαδικασία, το κενό που ακολουθεί μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνο από το ίδιο το καθεστώς που επιχειρείται να ανατραπεί.
Η επιστροφή στο δόγμα Μονρόε με όρους του 21ου αιώνα
Η αμερικανική κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε στα τέλη του 2025, με την υιοθέτηση μιας νέας στρατηγικής ασφαλείας για το δυτικό ημισφαίριο, την οποία κύκλοι της Ουάσιγκτον αποκαλούν ήδη «Παράρτημα Τραμπ στο Δόγμα Μονρόε». Όπως και το ιστορικό δόγμα του 1823, έτσι και η σύγχρονη εκδοχή του επαναφέρει την αντίληψη της Λατινικής Αμερικής ως ζώνης αποκλειστικής αμερικανικής επιρροής, όπου ανταγωνιστικές δυνάμεις και «απείθαρχα καθεστώτα» θεωρούνται ευθεία απειλή για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Ψυχρό Πόλεμο ή τη μεταψυχροπολεμική εποχή, η σημερινή Ουάσιγκτον εμφανίζεται απρόθυμη να επενδύσει σε μακροχρόνια σχέδια σταθεροποίησης.
Η απώλεια αξιοπιστίας της αμερικανικής «ήπιας ισχύος» και η κόπωση της κοινής γνώμης από πολυετείς πολέμους, όπως στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, ωθούν τη διοίκηση Τραμπ σε επιλογές που μεγιστοποιούν το σοκ, αλλά ελαχιστοποιούν τη θεσμική ευθύνη.
Βενεζουέλα: από τη στρατηγική πίεσης στην επικίνδυνη αυταπάτη
Για μήνες, στην Ουάσιγκτον κυριαρχούσε η εκτίμηση ότι ο Νικολάς Μαδούρο βρισκόταν κοντά στην κατάρρευση. Η αυξημένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Καραϊβική, οι μυστικές επιχειρήσεις και η έντονη ρητορική περί «αναπόφευκτης αλλαγής καθεστώτος» δημιούργησαν την αίσθηση ότι αρκούσε μια αποφασιστική κίνηση για να ολοκληρωθεί η ανατροπή. Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν τόσο η πτώση του Μαδούρο όσο το τι θα ακολουθούσε μετά.
Η υπόθεση ότι η βίαιη απομάκρυνση του καθεστώτος θα οδηγούσε αυτομάτως σε ομαλή δημοκρατική μετάβαση αποδεικνύεται εξαιρετικά επισφαλής. Η Βενεζουέλα είναι μια χώρα με βαθιά διείσδυση ένοπλων ομάδων, εγκληματικών δικτύων και παραστρατιωτικών μηχανισμών, οι οποίοι έχουν μάθει να επιβιώνουν μέσα στην αποσύνθεση του κράτους.
Η κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε δημοκρατία, αλλά σε έναν διαρκή, χαμηλής έντασης εμφύλιο κατακερματισμό.
Η αντιπολίτευση και το δίλημμα της εξωτερικής σωτηρίας
Στο εσωτερικό της βενεζουελάνικης αντιπολίτευσης, η άνοδος πιο ακραίων στρατηγικών δεν είναι τυχαία. Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, αν και διαθέτει ισχυρή κοινωνική απήχηση, επένδυσε διαχρονικά στην ιδέα ότι μόνο η εξωτερική παρέμβαση μπορεί να τερματίσει το καθεστώς Μαδούρο.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική μεταθέτει το κέντρο βάρους των εξελίξεων εκτός χώρας, καθιστώντας την αντιπολίτευση εξαρτώμενη από τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον, οι οποίες δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με τη δημοκρατική ανασυγκρότηση.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι σημαντικότερες επιτυχίες της αντιπολίτευσης – από το δημοψήφισμα του 2007 έως τις βουλευτικές εκλογές του 2015 – επιτεύχθηκαν μέσω διαπραγμάτευσης και κάλπης, όχι μέσω στρατιωτικών συντομεύσεων.
Παρ’ όλα αυτά, η απογοήτευση και η οικονομική ασφυξία ωθούν μεγάλο μέρος της κοινωνίας να αποδέχεται ακόμη και επικίνδυνα σενάρια βίαιης λύσης, εφόσον αυτά υπόσχονται ταχύ αποτέλεσμα.
Οικονομική κατάρρευση και κοινωνική εξάντληση
Το κοινωνικό υπόβαθρο αυτής της κρίσης είναι καθοριστικό. Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η οικονομία της Βενεζουέλας επιστρέφει σε τροχιά οξείας αστάθειας, με πληθωρισμό που κινείται προς τριψήφια ποσοστά, δραματική υποτίμηση του νομίσματος και μισθούς που δεν επαρκούν ούτε για βασική επιβίωση.
Η διάλυση της μεσαίας τάξης και η μαζική μετανάστευση εκατομμυρίων πολιτών έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία εξαντλημένη, έτοιμη να στηρίξει σχεδόν οποιαδήποτε υπόσχεση αλλαγής.
Το πιο ανησυχητικό σενάριο δεν είναι η επιβίωση του καθεστώτος Μαδούρο, αλλά το κενό εξουσίας που θα μπορούσε να αφήσει πίσω του. Ένοπλες οργανώσεις, εγκληματικά δίκτυα και στρατιωτικές φατρίες είναι πιθανό να διεκδικήσουν ρόλο, οδηγώντας τη χώρα σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας, ανάλογη με ό,τι συνέβη σε άλλα αποτυχημένα παραδείγματα «εξαγόμενης αλλαγής καθεστώτος».
Το στρατηγικό αδιέξοδο της Ουάσιγκτον
Το κεντρικό πρόβλημα για τις ΗΠΑ δεν είναι αν μπορούν να αποσταθεροποιήσουν ανεπιθύμητα καθεστώτα – αυτό έχει αποδειχθεί επανειλημμένα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούν να χτίσουν κάτι βιώσιμο στη θέση τους.
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, όλα δείχνουν ότι ο «κρότος χωρίς σχέδιο» ενδέχεται να παράγει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνει.
Εάν η Ουάσιγκτον δεν επανέλθει σε μια στρατηγική που να συνδυάζει διπλωματία, διεθνή νομιμοποίηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, τότε το ερώτημα δεν θα είναι αν έπεσε στην παγίδα του Μαδούρο, αλλά πόσες ακόμη χώρες θα πληρώσουν το τίμημα αυτής της επιλογής.