Ρεπορτάζ libre: Θέσεις προκηρύσσονται, όμως γιατί οι νέοι επαγγελματίες υγείας γυρίζουν την πλάτη στο ΕΣΥ;
)
Την Πρωτοχρονιά, ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε το νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς» και, στις δηλώσεις του, ανέφερε ότι «δεν υπάρχει νοσηλευτικό προσωπικό για να προσληφθεί». Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, συνιστά –όπως επισημαίνει, με παρέμβασή του, ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ Μιχάλης Γιαννάκος– τη μισή αλήθεια για τη βαθιά και πολυπαραγοντική κρίση στελέχωσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Προκηρύξεις χωρίς αντίκρισμα και ένα ΕΣΥ που αδειάζει
Είναι γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα προκηρύσσονται θέσεις για μόνιμο και συμβασιούχο νοσηλευτικό, ιατρικό και λοιπό προσωπικό.
Ωστόσο, στην πράξη, πολλές από αυτές τις προκηρύξεις αποβαίνουν άγονες, καθώς δεν υπάρχει ενδιαφέρον από νέους επαγγελματίες υγείας να εργαστούν στο δημόσιο σύστημα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται μαζικό κύμα παραιτήσεων από το ήδη υπηρετούν προσωπικό, εξηγεί ο κ. Γιαννάκος.
Αντί για ουσιαστική ενίσχυση, κάθε νέα προκήρυξη οδηγεί, κυρίως, σε ανακύκλωση του υπάρχοντος προσωπικού. Μόνιμοι υπάλληλοι μετακινούνται σε νοσοκομεία κοντά στον τόπο καταγωγής τους για να αποφύγουν το δυσβάστακτο κόστος στέγασης, ενώ συμβασιούχοι που ήδη εργάζονται στο ΕΣΥ επαναπροσλαμβάνονται ως μόνιμοι, αλλάζοντας απλώς εργασιακή σχέση. Το καθαρό ισοζύγιο προσωπικού, όμως, παραμένει αρνητικό.
Η «άλλη μισή αλήθεια»: Μισθοί και συνθήκες που διώχνουν τους νέους
Αυτό που δεν ειπώθηκε από τον Πρωθυπουργό είναι ότι οι νέοι νοσηλευτές και συνολικά οι νέοι επαγγελματίες υγείας επιλέγουν συνειδητά να γυρίσουν την πλάτη στο ελληνικό ΕΣΥ.
Ο λόγος είναι ξεκάθαρος: δυσμενείς συνθήκες εργασίας και εξευτελιστικές αμοιβές, που δεν επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση.
Σήμερα, ένας νεοεισερχόμενος νοσηλευτής στο ΕΣΥ λαμβάνει 836 ευρώ καθαρά τον μήνα, ο βοηθός νοσηλευτή 736 ευρώ, ενώ ο τραυματιοφορέας μόλις 684 ευρώ.
Πρόκειται για αποδοχές που καταβάλλονται σε 12 μισθούς ετησίως, καθώς στο δημόσιο έχουν περικοπεί τα δώρα εορτών και το επίδομα άδειας, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, όπου εξακολουθούν να καταβάλλονται 14 μισθοί.
Ακόμη και οι πρόσθετες αμοιβές για νυχτερινή εργασία και εργασία σε αργίες είναι αποκαρδιωτικές: νοσηλευτής που εργάζεται 7 νύχτες και 3 αργίες τον μήνα λαμβάνει μόλις 100 ευρώ επιπλέον.
Η σύγκριση με την Κύπρο αποκαλύπτει το χάσμα
Η σύγκριση με την Κύπρο είναι αποκαλυπτική. Ένας νεοδιόριστος νοσηλευτής εκεί λαμβάνει 1.750 ευρώ βασικό μισθό, εργάζεται 37,5 ώρες την εβδομάδα (έναντι 40 ωρών στην Ελλάδα) και έχει τη δυνατότητα να εργαστεί επιπλέον έως 10 ώρες εβδομαδιαίως με αμοιβή 15 ευρώ την ώρα.
Για νυχτερινή εργασία και αργίες, αντίστοιχες με τις ελληνικές, ο Κύπριος νοσηλευτής λαμβάνει περίπου 500 ευρώ επιπλέον τον μήνα, ενώ αμείβεται με 13 μισθούς ετησίως.
Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα: γιατί να επιλέξει ένας νέος νοσηλευτής το ελληνικό ΕΣΥ και όχι το εξωτερικό ή τον ιδιωτικό τομέα;
Οι λύσεις υπάρχουν – Είναι πολιτική επιλογή να εφαρμοστούν!
Σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, η «άλλη μισή αλήθεια» που αποσιωπήθηκε είναι ότι η λύση βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης. Με συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, όπως:
- ουσιαστικές αυξήσεις μισθών,
- ένταξη των υγειονομικών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα,
- και μονιμοποίηση των συμβασιούχων,
το ΕΣΥ θα μπορούσε να γίνει ξανά ελκυστικό για τους νέους επαγγελματίες και βιώσιμο για όσους ήδη υπηρετούν.
Το «Γεννηματάς», οι εφημερίες και το αδιέξοδο των επειγόντων
Κατά την επίσκεψή του στο «Γ. Γεννηματάς» –ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας και βασικό πυλώνα των εφημεριών της Αττικής– ο Πρωθυπουργός προφανώς ενημερώθηκε για την ασφυκτική κατάσταση στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών.
Σε ημέρα εφημερίας, το νοσοκομείο δέχεται και εξετάζει 800 έως 1.000 ασθενείς, εκ των οποίων περίπου 200 χρήζουν νοσηλείας. Η εικόνα αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά αντικατοπτρίζει τη γενικευμένη πίεση στα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία.
Χωρίς ισχυρή Πρωτοβάθμια Φροντίδα, τα νοσοκομεία θα ασφυκτιούν
Όπως τονίζει η ΠΟΕΔΗΝ, εάν υπήρχε οργανωμένη και δωρεάν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, με καθολική πρόσβαση σε προσωπικό και οικογενειακό γιατρό, η μαζική προσέλευση στα μεγάλα νοσοκομεία θα περιοριζόταν δραστικά. Αυτό θα μείωνε την ταλαιπωρία ασθενών και προσωπικού και θα αποσυμφόριζε τα ΤΕΠ.
Παρότι λαμβάνονται επικουρικά μέτρα –όπως η ανακαίνιση των επειγόντων, που είναι απολύτως αναγκαία– η ουσιαστική λύση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς ισχυρή πρωτοβάθμια περίθαλψη.
Ράντζα, λοιμώξεις και νοσοκομεία-κόμβοι
Στο «Γεννηματάς», όπως και σε πολλά μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, της Θεσσαλονίκης και της περιφέρειας, αναπτύσσονται ράντζα, ενώ παθολογικά περιστατικά νοσηλεύονται σε χειρουργικές κλινικές, με αυξημένο κίνδυνο ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων – χωρίς καμία ευθύνη του προσωπικού.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το 50% των νοσηλευόμενων ασθενών στα μεγάλα νοσοκομεία προέρχεται από άλλους νομούς της χώρας.
Ο λόγος είναι ότι πολλά περιφερειακά νοσοκομεία, λόγω σοβαρών ελλείψεων σε γιατρούς και νοσηλευτές, έχουν χάσει τον δευτεροβάθμιο χαρακτήρα τους και έχουν μετατραπεί ουσιαστικά σε κέντρα διακομιδών, αδυνατώντας να συγκρατήσουν τα περιστατικά.
Ποιος ευθύνεται για τις ελλείψεις;
Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: ποιος φταίει για τις ελλείψεις στο ΕΣΥ;
Αυτή είναι, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, η «άλλη μισή αλήθεια» που δεν ειπώθηκε δημόσια. Και αυτή η αλήθεια οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα: η λύση είναι πολιτική και βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης.