Συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου στην Φλόριντα ή χαρτογράφηση στα όρια του εφικτού

Συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου στην Φλόριντα ή χαρτογράφηση στα όρια του εφικτού

Η επικείμενη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στη Φλόριντα των ΗΠΑ λειτουργεί ως κόμβος προσδοκιών για μια ευρύτερη γεωπολιτική εξίσωση που εκτείνεται από τη Γάζα και τον Λίβανο έως το Ιράν και την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για ένα τετ-α-τετ με σαφές πολιτικό βάρος, όχι μόνο λόγω των προσωπικών χαρακτηριστικών των δύο ηγετών, αλλά κυρίως επειδή συμπυκνώνει ανοιχτά μέτωπα, αντικρουόμενες προτεραιότητες και ένα εύθραυστο ισοζύγιο συμφερόντων.

Η συνάντηση δεν αναμένεται να δώσει θεαματικές λύσεις, αλλά να χαρτογραφήσει τα όρια του εφικτού, τις γραμμές συνεννόησης και τις σιωπηρές αποκλίσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ — σε μια στιγμή όπου τα περιθώρια ελιγμών στενεύουν και οι «λεπτομέρειες» συχνά καθορίζουν την έκβαση των εξελίξεων.

Στην καρδιά της ατζέντας βρίσκεται η Γάζα και το ερώτημα της μετάβασης από την πρώτη σε μια δεύτερη φάση διευθετήσεων μετά την πολύμηνη πολεμική σύγκρουση. Ο Ντόναλντ Τραμπ, με σαφή προτίμηση στις γρήγορες πολιτικές «συμφωνίες», φαίνεται να επιδιώκει ένα πλαίσιο σταθεροποίησης που θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να εμφανιστούν ως παράγοντας κλεισίματος ενός ανοιχτού πολέμου, χωρίς να αναλάβουν μακρόχρονη ευθύνη «επιτόπου». Στο ίδιο πνεύμα, η αμερικανική πλευρά ενδιαφέρεται να διαμορφωθεί μια εικόνα ελέγχου της κρίσης: να μειωθεί η ένταση, να αποσυμπιεστούν οι ανθρωπιστικές πιέσεις και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια λειτουργική πολιτική φόρμουλα.

Αντίθετα, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κινείται υπό την πίεση εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών στο Ισραήλ, με ισχυρές φωνές που απορρίπτουν κάθε συζήτηση για ουσιαστική αποκλιμάκωση χωρίς πλήρη στρατιωτικό έλεγχο και πολιτική αναδιάταξη της περιοχής. Το εσωτερικό πολιτικό τοπίο καθιστά δυσκολότερη οποιαδήποτε «γρήγορη λύση» που θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραχώρηση. Εδώ διαφαίνεται η πρώτη, ουσιαστική διαφορά προσέγγισης: ταχύτητα έναντι παράτασης, πραγματισμός έναντι ιδεολογικής εμμονής, με επίκεντρο όχι μόνο το «τι» αλλά κυρίως το «πότε» και το «πώς».

  • Το ζήτημα της διακυβέρνησης της Γάζας μετά τον πόλεμο αποτελεί δεύτερο κρίσιμο σημείο. Η Ουάσινγκτον ενδιαφέρεται για ένα σχήμα που θα αποτρέπει την επιστροφή σε γενικευμένη σύγκρουση και θα διευκολύνει την ανθρωπιστική και οικονομική διαχείριση, με έμφαση σε μηχανισμούς που θα επιτρέψουν την ομαλή ροή βοήθειας, τον έλεγχο της ασφάλειας και την αποτροπή νέων κύκλων βίας.

Το Ισραήλ, από την πλευρά του, εστιάζει πρωτίστως στην ασφάλεια και στον έλεγχο, αφήνοντας ανοιχτά ερωτήματα για το ποιος και με ποια νομιμοποίηση θα ασκεί διοίκηση και πώς θα διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει επιστροφή σε συνθήκες που το Τελ Αβίβ θεωρεί απειλητικές. Η συνάντηση στη Φλόριντα αναμένεται να καταγράψει αυτή τη διαφορά χωρίς απαραίτητα να τη γεφυρώσει, αλλά μπορεί να δώσει ενδείξεις για το αν υπάρχει κοινό έδαφος σε ένα «μεταβατικό» μοντέλο.

Στον Λίβανο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη αλλά λιγότερο συγκρουσιακή μεταξύ των δύο πλευρών. Η συνέχιση της πίεσης προς τη Χεζμπολάχ, τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά, φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο. Η διαφορά έγκειται περισσότερο στη διαχείριση των συνεπειών: οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αποφευχθεί η αποσταθεροποίηση των κρατικών δομών του Λιβάνου, ώστε να μην καταρρεύσει το ήδη εύθραυστο θεσμικό πλαίσιο, ενώ το Ισραήλ διατηρεί την επιλογή στοχευμένων ενεργειών με χαμηλό πολιτικό κόστος και υψηλό επιχειρησιακό αποτέλεσμα. Το πιθανότερο είναι ότι η συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου θα επικυρώσει μια σιωπηρή σύμπλευση, με μικρές τακτικές διαφοροποιήσεις ως προς την «κόκκινη γραμμή» που αφορά την άμεση εμπλοκή ή την επέκταση της σύγκρουσης.

  • Το πιο δύσκολο κεφάλαιο παραμένει το Ιράν. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει νέα κλιμάκωση, αλλά με ποια μορφή και με ποιον βαθμό αμερικανικής εμπλοκής. Το Ισραήλ επιδιώκει σαφείς εγγυήσεις ότι οι ΗΠΑ θα στηρίξουν –πολιτικά ή και στρατιωτικά– μια ενδεχόμενη επιθετική κίνηση ή, τουλάχιστον, θα παράσχουν κάλυψη και μέσα που θα κάνουν μια τέτοια επιλογή πιο «διαχειρίσιμη». Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, σταθμίζοντας το κόστος μιας νέας σύγκρουσης σε μια περίοδο που οι αμερικανικές προτεραιότητες εκτείνονται από τη Λατινική Αμερική έως τον Ινδο-Ειρηνικό και όπου κάθε νέα κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να μετατραπεί σε μακρόσυρτη δέσμευση. Η συνάντηση στη Φλόριντα αναμένεται να αποσαφηνίσει τα «κόκκινα όρια», χωρίς να δώσει λευκή επιταγή — και αυτό, από μόνο του, θα αποτελέσει μήνυμα.

Πέρα από τα επιμέρους μέτωπα, η συνάντηση έχει και μια βαθύτερη διάσταση: αποτυπώνει την εξέλιξη της στρατηγικής σχέσης ΗΠΑ–Ισραήλ σε έναν κόσμο όπου η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό κέντρο βάρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το Ισραήλ παραμένει βασικός σύμμαχος, αλλά όχι ο αποκλειστικός δίαυλος επιρροής. Οι ΗΠΑ συνομιλούν πλέον πιο ενεργά με αραβικές χώρες και την Τουρκία, διαμορφώνοντας ένα πιο πολυκεντρικό πλαίσιο, όπου οι ισορροπίες χτίζονται μέσα από πολλαπλές σχέσεις και όχι από μία «αποκλειστικότητα». Αυτό δεν αναιρεί τη στενή συνεργασία με το Τελ Αβίβ, αλλά προσθέτει παραμέτρους που περιορίζουν την ευχέρεια κινήσεων και των δύο πλευρών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προσέρχεται στη συνάντηση με τρία υπονοούμενα αιτήματα: σαφή στήριξη έναντι του Ιράν, ανοχή στην τακτική του στη Γάζα και συντονισμό στον Λίβανο. Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, αναζητά πολιτικά απτά αποτελέσματα που θα μπορούν να παρουσιαστούν ως επιτυχίες σταθεροποίησης και όχι ως προοίμιο νέων πολέμων, κρατώντας ανοιχτό το περιθώριο ελιγμών του και αποφεύγοντας δεσμεύσεις που θα τον «δέσουν» σε ένα αβέβαιο περιβάλλον.

Το αποτέλεσμα της συνάντησης στη Φλόριντα δύσκολα θα είναι θεαματικό. Πιθανότερο είναι να λειτουργήσει ως βαρόμετρο: να δείξει μέχρι πού φτάνει η σύμπλευση και από πού αρχίζει η απόσταση, ποια πεδία θεωρούνται κοινά και ποια μετατρέπονται σε ζώνες τριβής.