Άμεση Ανάλυση: Από το αδιέξοδο στον συμβιβασμό; Το δίλημμα Ζελένσκι και το παράδειγμα Πασινιάν
Η εικόνα που προκύπτει από την χτεσινοβραδινή συνάντηση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν επιβεβαιώνει τα σενάρια που καλλιεργήθηκαν το προηγούμενο διάστημα σε Κίεβο και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια σαφή μετατόπιση του κέντρου βάρους των διαπραγματεύσεων και, κυρίως, ένα στρατηγικό αδιέξοδο για την ουκρανική ηγεσία, η οποία επεδίωξε να παρουσιάσει στον ένοικο του Λευκού Οίκου ένα «πακέτο» 20 σημείων ως νέο ειρηνευτικό σχέδιο, με στόχο την εκ των προτέρων απόρριψή του από τον Βλαντίμιρ Πούτιν και την ενεργοποίηση νέων κυρώσεων και μηχανισμών πίεσης. Το σχέδιο αυτό, όπως φαίνεται από τις δημόσιες τοποθετήσεις του Τραμπ, δεν ευοδώθηκε.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε με σαφήνεια ότι εξακολουθεί να θεωρεί αναγκαίες τις ουκρανικές παραχωρήσεις, πρωτίστως στο εδαφικό, υπονομεύοντας την κεντρική γραμμή του Κιέβου περί «μη διαπραγματεύσιμων συνόρων».
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν συνδυαστεί με τις δηλώσεις του Κρεμλίνου, μέσω του συμβούλου του Ρώσου προέδρου Γιούρι Ουσάκοφ, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι μια κατάπαυση του πυρός «με πρόσχημα ένα δημοψήφισμα» θα οδηγούσε απλώς σε παράταση του πολέμου.
Παράλληλα, η ρωσική πλευρά επανέφερε με έμφαση την απαίτηση για αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από την περιοχή του Ντονέτσκ, επιβεβαιώνοντας ότι το Ντονμπάς παραμένει ο σκληρός πυρήνας της σύγκρουσης.
- Ενδεικτική των υπόγειων μετατοπίσεων είναι και η στάση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Στην ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία με Τραμπ, Ζελένσκι και Ευρωπαίους ηγέτες, δεν γίνεται καμία αναφορά στο εδαφικό ζήτημα. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εστιάζει αποκλειστικά στις εγγυήσεις ασφαλείας, αποφεύγοντας μια συζήτηση που, πλέον, μοιάζει να μετατρέπεται σε πολιτικό ναρκοπέδιο για την Ευρώπη. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία: αντανακλά την αμηχανία των Βρυξελλών μπροστά στην αμερικανική επιμονή για ρεαλιστικές, και όχι συμβολικές, λύσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιμονή του Ζελένσκι στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τα εδαφικά ζητήματα μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό καταφύγιο παρά ως ρεαλιστική διέξοδος. Ωστόσο, εδώ εμφανίζονται δύο κρίσιμες παράμετροι που δείχνουν ότι το αδιέξοδο δεν είναι απόλυτο.
Πρώτον, ο Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι βασικές πτυχές ενός ειρηνευτικού σχεδίου να εγκριθούν όχι μέσω δημοψηφίσματος, αλλά μέσω της ουκρανικής Βουλής. Μάλιστα, φέρεται διατεθειμένος –σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού– να απευθυνθεί προσωπικά στο ουκρανικό κοινοβούλιο υπέρ μιας συμφωνίας.
Δεύτερον, και ίσως πιο καθοριστικό, είναι το γεγονός ότι για μια στρατιωτική αποχώρηση από το Ντονέτσκ δεν απαιτείται ούτε δημοψήφισμα ούτε κοινοβουλευτική έγκριση. Το προηγούμενο της αποχώρησης από το Σιβέρσκ δείχνει ότι τέτοιες αποφάσεις μπορούν να παρουσιαστούν ως «στρατιωτική αναγκαιότητα», με στόχο τη διάσωση ανθρώπινων ζωών και την αναδίπλωση σε «ευνοϊκότερες αμυντικές γραμμές». Αν οι ρωσικές δυνάμεις ενισχύσουν την πίεση σε κομβικά σημεία, η σταδιακή εγκατάλειψη ουκρανικών θέσεων στο Ντονμπάς θα μπορούσε να εμφανιστεί ως τετελεσμένο πριν από οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία.
- Σε μια τέτοια περίπτωση, το δημοψήφισμα θα αποκτούσε διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν θα αφορούσε απλώς την απώλεια εδαφών, αλλά ένα συνολικό ειρηνευτικό πακέτο, με το δίλημμα να μετατοπίζεται από το «εδαφικό» στο υπαρξιακό: ειρήνη ή συνέχιση του πολέμου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόρριψη μιας συμφωνίας δεν θα ήταν αυτονόητη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παράλληλη συζήτηση για εκλογές. Η έναρξη εργασιών ομάδας προετοιμασίας για ταυτόχρονη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών και δημοψηφίσματος δείχνει ότι ο Ζελένσκι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να επανανομιμοποιηθεί πολιτικά ως «πρόεδρος της ειρήνης» και «εγγυητής των συμφωνιών». Το ενδεχόμενο ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προσθέτει μια ακόμη αμφιλεγόμενη διάσταση, καθώς εγείρει ερωτήματα για τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της διαδικασίας.
- Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εξυπηρετήσει τόσο την Ουάσιγκτον όσο και τη Μόσχα. Για το Κρεμλίνο, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος μετά την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από το Ντονέτσκ καθιστά το αποτέλεσμα δευτερεύον. Για τον Τραμπ, μια συμφωνία που θα «κλείνει» το ουκρανικό μέτωπο συνιστά πολιτική επιτυχία.
Τελικά, όλα συγκλίνουν σε ένα σημείο: οι αποφάσεις βαραίνουν πλέον σχεδόν αποκλειστικά τον Ζελένσκι. Η επιλογή ανάμεσα σε μια επικίνδυνη ειρηνευτική στροφή και στη συνέχιση ενός πολέμου με αβέβαιη κατάληξη είναι υπαρξιακή – τόσο για τον ίδιο όσο και για την Ουκρανία. Το παράδειγμα του Νικόλ Πασινιάν, που μετά την ήττα στο Ναγκόρνο Καραμπάχ επέζησε πολιτικά ως «αρχιτέκτονας της ειρήνης», δείχνει ότι ακόμη και φαινομενικά αδιανόητες επιλογές μπορούν να μετατραπούν σε νέα κανονικότητα. Το ερώτημα είναι αν το Κίεβο είναι έτοιμο να κάνει αυτό το άλμα στο άγνωστο.