Από το κοινωνικό κράτος στην κοινωνική φιλανθρωπία
Το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται μία έντονη αμφισβήτηση του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης από διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ, αλλά και από εγχώριους φορείς με πρόσχημα τη δημογραφική γήρανση. Όμως το παράδοξο είναι ότι αυτή η αμφισβήτηση στο κοινωνικό κράτος γίνεται σε μια εποχή όπου διάφορες μελέτες σε διεθνές επίπεδο εκφράζουν τις ανησυχίες τους για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων λόγω των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επικρατούν παγκοσμίως και κυρίως στις δυτικές οικονομίες.
Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου Γ. Μπέτση*
Πράγματι, σχετικά με τις κοινωνικές ανισότητες η έκθεση Oxfam επισημαίνει ότι το τελευταίο έτος οι δέκα πλουσιότεροι Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι αύξησαν την περιουσία τους κατά 40%, ενώ σε άλλη έκθεση που θα παρουσιαστεί στη σύνοδο των G20 επισημαίνεται ότι εάν δεν αντιμετωπιστεί η συνεχής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων αυτό θα οδηγήσει την πολιτική κοινωνία αντιμέτωπη με πιθανή κρίση κοινωνικής συνοχής.
Τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα ατομικών λογαριασμών χαρακτηρίζονται από πλήρη αναλογικότητα εισφορών και παροχών, όμως δεν προσφέρουν καμία κοινωνική προστασία στο εργατικό δυναμικό που στον εργασιακό του βίο αμείβονταν με χαμηλές αποδοχές
Η προφανής αντίφαση συνίσταται από την μία πλευρά να εκφράζονται ανησυχίες για πιθανή κρίση κοινωνικής συνοχής λόγω της μεγάλης αύξησης των ανισοτήτων και από την άλλη πλευρά διεθνείς οργανισμοί με πρόσχημα την γήρανση του πληθυσμού να προτείνουν στα κράτη την προώθηση πολιτικών που διευρύνουν ακόμα περισσότερο τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.
Έτσι ο προτεινόμενος περιορισμός του κοινωνικού κράτους με την αντικατάσταση των διανεμητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων τα οποία αμβλύνουν τις ανισότητες από κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα ατομικών λογαριασμών τα οποία διευρύνουν, εξ΄ορισμού, τις ανισότητες αφού δεν περιέχουν καμία μορφή αλληλεγγύης, αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Κι’ αυτό που προκαλεί, μεταξύ άλλων, προβληματισμό είναι η τεχνική και επιστημονική διαστρέβλωση εκφράζοντας και επικοινωνώντας ισχυρισμούς ότι με την αντικατάσταση των αναδιανεμητικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης από τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα αποκαθίσταται η κοινωνική δικαιοσύνη.
Η επιστημονικά και μεθοδολογικά λανθασμένη αυτή προσέγγιση συνίσταται στο γεγονός ότι ταυτίζεται η πλήρης οικονομική αναλογικότητα εισφορών και παροχών (actuarial fairness) ενός συνταξιοδοτικού συστήματος με την κοινωνική δικαιοσύνη. Πράγματι, τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα ατομικών λογαριασμών χαρακτηρίζονται από πλήρη αναλογικότητα εισφορών και παροχών, όμως δεν προσφέρουν καμία κοινωνική προστασία στο εργατικό δυναμικό που στον εργασιακό του βίο αμείβονταν με χαμηλές αποδοχές, είχαν μεγάλα διαστήματα ανεργίας, παρουσίασαν αναπηρία λόγω εργατικού ατυχήματος, βρέθηκαν σε συνθήκες χηρείας, κ.λ.π., με αποτέλεσμα να λάβουν πενιχρές συντάξεις δεδομένου ότι στον ατομικό τους λογαριασμό έχουν συσσωρευτεί πενιχρά ποσά τα οποία αδυνατούν να ανταποδώσουν επαρκείς συνταξιοδοτικές παροχές.
Δηλαδή, οι εισφορές κοινωνικές ασφάλισης είναι ανταποδοτικές σε κάθε μορφής οικονομικό συνταξιοδοτικό σύστημα, είτε είναι αναδιανεμητικό. είτε είναι κεφαλαιοποιητικό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και πλήρως αναλογικές.
Για παράδειγμα σ’ ένα συνταξιοδοτικό σύστημα, παράμετροι όπως τα κατώτερα και ανώτερα όρια συντάξεων έχουν τον ρόλο της αναδιανομής αποκαθιστώντας την κοινωνική δικαιοσύνη με την παροχή επαρκών συντάξεων σε περιπτώσεις χηρείας και ανικατότητας για εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος. Σε αυτή την αντίληψη, ο Kaplow (2000, p.22) παρατηρεί ότι: «η ισότητα δεν θα πρέπει να μετριέται και νέα μέτρα της κοινωνικής ευημερίας δεν θα πρέπει να αναπτύσσονται εάν πρώτα δεν γνωρίζουμε τι θέλουμε να μετρήσουμε και γιατί».
Δηλαδή, η ισότητα σε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα δεν εμπεριέχει απαραίτητα την ισοδυναμία εισφορών (ιστορικό εργασίας, μισθολογικές αμοιβές, κτλ) με τις προσδοκώμενες παροχές (σύνταξη). Αυτός είναι ο βασικός στόχος ενός συστήματος ασφάλισης που εμπεριέχει την λέξη «Κοινωνική» αφού προωθεί την αντιμετώπιση του κινδύνου της μακροζωϊας (της αύξησης του προσδόκιμου ζωής), της φτώχειας και των εισοδηματικών ανισοτήτων συλλογικά με βάση την αρχή της αλληλεγγύης και της αναδιανομής (redistribution).
Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο θα πρέπει να είναι το επίπεδο συσχέτισης της ευημερίας κατά την συνταξιοδότηση με το τι συνέβη κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου;
Με άλλα λόγια η λανθασμένη θεώρηση των διεθνών οργανισμών συνίσταται στη σύγχυση της έννοιας της πλήρους αναλογικότητας εισφορών και προσδοκόμενων παροχών με την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όμως, σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ο κύριος σκοπός δεν είναι η πλήρης αναλογικότητα εισφορών και προσδοκόμενων παροχών αλλά η άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω της αναδιανομής. Έτσι, σ’ ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία των εισφορών κάθε ασφαλισμένου, ο εργασιακός βίος του κάθε ασφαλισμένου επηρεάζεται από το οικογενειακό υπόβαθρο, το επίπεδο εκπαίδευσης, το φύλο, την κατάσταση υγείας και την σταδιοδρομία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο θα πρέπει να είναι το επίπεδο συσχέτισης της ευημερίας κατά την συνταξιοδότηση με το τι συνέβη κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου; Όμως, σ’ ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που κατηγοροποιείται ως «Κοινωνική Ασφάλιση» θα πρέπει η ισότητα να καθορίζεται από την συλλογική αντιμετώπιση των κινδύνων του γήρατος, της αναπηρίας, της χηρείας, της μακροζωίας και των οικονομικών ανισοτήτων με βάση την αρχή της αλληλεγγύης (solidarity).
Επιπλέον, έλλειψη βασικών αρχών της λειτουργίας των συνταξιοδοτικών συστημάτων εμπεριέχει η πρόταση για αναθεώρηση της συνθήκης του Μάαστριχτ προκειμένου να αναγνωρίζονται οι «σιωπηρές υποχρεώσεις» (αφανές χρέος) των συντάξεων. Όπως επισημαίνεται στα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Εθνικών Λογαριασμών (ESA 2010) αλλά και από την Αναλογιστική Επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των ΗΠΑ, το αφανές χρέος δεν έχει κανένα νόημα να αναγράφεται στους εθνικούς λογαριασμούς από την στιγμή που η κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική και δεν πρόκειται να καταργηθεί αφού αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και αφού λειτουργεί στη βάση του αναδιανεμητικού οικονομικού συστήματος. Και αυτό επειδή εάν κάθε χώρα κατέγραφε μια λογιστική υποχρέωση η οποία θα καταβληθεί στα επόμενα πενήντα χρόνια τότε όλα τα κράτη θα παρουσίαζαν ένα τεράστιο δημόσιο χρέος.
Για παράδειγμα στην Ελλάδα το λεγόμενο αφανές χρέος είναι 600 δις ευρώ και είναι το ποσό που θα καταβάλλει το κράτος για τις συντάξεις που θα καταβληθούν τα επόμενα 50 έτη. Εάν αυτό το ποσό αναγνωρίζονταν στους εθνικούς λογαριασμούς σήμερα τότε το δημόσιο χρέος θα ήταν 1 τρις ευρώ και όχι 400 δις ευρώ που είναι σήμερα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία και τις αγορές. Κι’ αυτό θα ίσχυε, όπως αναφέρθηκε, για όλες τις χώρες.
Για παράδειγμα στη Γαλλία όπου η μέση σύνταξη είναι 1.580 ευρώ και ο αριθμός των συνταξιούχων είναι 20,5 εκατομ. άτομα θα έπρεπε να αναγνωρισθεί στους εθνικούς λογαριασμούς υποχρέωση ύψους 6 τρις ευρώ.
Παρόμοια είναι και η υποχρέωση(6,5τρις ευρώ) στην Γερμανία με 23 εκατ. συνταξιούχους και 1.500 ευρώ μέση σύνταξη.
Για αυτό το λόγο οι «σιωπηρές υποχρεώσεις» των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης δεν έχουν κανένα νόημα να καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς, αλλά αυτό που γίνεται είναι να παρακολουθούνται σε σύγκριση με το ΑΕΠ.
Έτσι, για την Ελλάδα σύμφωνα με την ΄Εκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα πρέπει ο Κρατικός Προϋπολογισμός να καταβάλλει κάθε έτος ποσό ίσο με το 4,5% του ΑΕΠ για τα επόμενα 50 έτη και αυτό είναι απολύτως διαχειρίσιμο. Κατά συνέπεια, προτάσεις και προτροπές που διατυπώνονται προκειμένου να αναγνωρίζονται οι μελλοντικές «σιωπηρές υποχρεώσεις» στους εθνικούς λογαριασμούς είναι εντελώς αβάσιμες χωρίς να παρέχουν καμία ουσιαστική πληροφόρηση. Επίσης, και η χώρα μας με την κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, θα έπρεπε να αναγνωρίσει το κόστος μετάβασης στους εθνικούς λογαριασμούς που είναι περίπου 80 δις ευρώ.
Οπότε, απαιτείται να γίνει αντιληπτό ότι άλλο είναι το σύνολο των συντάξεων προς το ΑΕΠ και άλλο η κρατική χρηματοδότηση ως ποσοστό του ΑΕΠ
Αν γίνονταν αυτό τότε το χρέος από 145% του ΑΕΠ θα αυξάνονταν στο 176% του ΑΕΠ. Επίσης παρατηρείται ότι γίνονται λανθασμένες συγκρίσεις και αναφορές από διάφορους φορείς, όπως για παράδειγμα ότι χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία δαπανούν 12% με 15% του ΑΕΠ για συντάξεις, ενώ η Ολλανδία και η Ιρλανδία δαπανούν μόλις 6% του ΑΕΠ. Ο δείκτης αυτός αποτελεί το σύνολο των συντάξεων που καταβάλλονται ως ποσοστό του ΑΕΠ και όχι η δαπάνη του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Για παράδειγμα στην Ελλάδα για το 2025 το σύνολο των συντάξεων που θα καταβληθούν θα αντιστοιχούν στο 13,8% του ΑΕΠ. Από αυτό το 5,6% (13,8 δις ευρώ) καταβάλλεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και το υπόλοιπο 8,2% καταβάλλεται από τις εισφορές για κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και των εργοδοτών. Το 13,8% του ΑΕΠ των συντάξεων προέρχεται από την δημόσια κοινωνική ασφάλιση.
Στην Ολλανδία το ποσό των συντάξεων που καταβάλλεται αντιστοιχεί στο 11,6% του ΑΕΠ, εκ των οποίων το 6,5% προέρχεται από τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση και το υπόλοιπο 5,1% από ιδιωτικές κεφαλαιοποιητικές συντάξεις. Επίσης στην Ελλάδα οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες καταβάλλουν το 26% του μισθού για εισφορές για σύνταξη από την κοινωνική ασφάλιση για να λάβουν 13,8% του ΑΕΠ ως συντάξεις.
Ενώ στην Ολλανδία καταβάλλουν 18% εισφορές στο δημόσιο σύστημα και 18,6% στις ιδιωτικές συντάξεις (επαγγελματικά ταμεία) (OECD, Pensions at a Glance 2023, σελ.. 209). Δηλαδή, καταβάλλουν 40% υψηλότερες εισφορές από την Ελλάδα συνολικά για συντάξεις για να λάβουν ως παροχή το 11,6% του ΑΕΠ.
Στην Γαλλία οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν στην δημόσια κοινωνική ασφάλιση 27,6% ως εισφορές και οι συνταξιοδοτικές παροχές από το δημόσιο σύστημα είναι στο 14,5% του ΑΕΠ και από αυτό το 6% του ΑΕΠ αποτελεί την κρατική χρηματοδότηση.
Οπότε, απαιτείται να γίνει αντιληπτό ότι άλλο είναι το σύνολο των συντάξεων προς το ΑΕΠ και άλλο η κρατική χρηματοδότηση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Επίσης απαιτείται να αποφεύγονται μεθοδολογικά οι συγκρίσεις μεταξύ χωρών που έχουν διαφορετική προσέγγιση στην προστασία από την κοινωνική ασφάλιση ακολουθώντας μια νεοφιλελεύθερη πολιτική που οδηγεί το κοινωνικό κράτος στην κοινωνική φιλανθρωπία.
*Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου