Η βαριά σκιά της ιστορίας στις σχέσεις Πολωνίας – Γερμανίας- Ένταση, συγκρουσιακός συμβολισμός, πολιτικό ρίσκο
Οι σχέσεις ανάμεσα στην Πολωνία και τη Γερμανία δεν υπήρξαν ποτέ εύκολες. Όμως τις τελευταίες εβδομάδες, το παρελθόν μοιάζει να επιστρέφει όχι απλώς ως ιστορική υπενθύμιση, αλλά ως ενεργή πολιτική δύναμη που αναδιαμορφώνει το παρόν και απειλεί να υπονομεύσει τις πιο κρίσιμες ισορροπίες της Κεντρικής Ευρώπης. Οι συζητήσεις για τις πολεμικές επανορθώσεις, η άνοδος της εθνικιστικής ρητορικής στη Βαρσοβία, οι εσωτερικές πιέσεις που δέχεται ο Ντόναλντ Τουσκ, αλλά και η προσεκτική –σχεδόν αγωνιώδης– προσπάθεια του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς να διασώσει έναν δίαυλο συνεργασίας, συνθέτουν μια εικόνα γεμάτη ένταση, συγκρουσιακό συμβολισμό και πολιτικό ρίσκο.
Την ώρα που η Ουκρανία παραμένει στο επίκεντρο της γεωπολιτικής καταιγίδας, ο άξονας Βερολίνου–Βαρσοβίας μοιάζει να δοκιμάζεται περισσότερο από ποτέ, εγκλωβισμένος σε ένα μείγμα ιστορικής μνήμης, εθνικών αφηγημάτων και πραγματιστικών διλημμάτων.
Σε αυτό το σκηνικό, η πρόσφατη συνάντηση των δύο ηγετών στο Βερολίνο –που είχε σχεδιαστεί ως μήνυμα ενότητας και συντονισμού– εξελίχθηκε σε ένα φόρουμ όπου το παρελθόν διεκδίκησε πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι τόνοι έμειναν συγκρατημένοι, όμως το υπόγειο ρεύμα της διαφωνίας ήταν εμφανές και οι πολιτικές δηλώσεις φόρτισαν ακόμη περισσότερο μια ήδη εύθραυστη σχέση.
Η ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ
Ο Φρίντριχ Μερτς, επιδιώκοντας να τηρήσει προσεκτικές ισορροπίες, δήλωσε πως η Γερμανία «πρέπει να κρατά ζωντανές τις μνήμες, ακόμη και τις επώδυνες». Η φράση ήταν προσεκτικά μελετημένη, όμως ο Ντόναλντ Τουσκ, πιεσμένος από την αξιωματική αντιπολίτευση του συντηρητικού PiS, υιοθέτησε έναν πιο αιχμηρό τόνο: «Η Πολωνία δεν έχει αποζημιωθεί ούτε για τις απώλειες ούτε για τα εγκλήματα της ναζιστικής κατοχής».
Το θέμα των επανορθώσεων δεν είναι καινούργιο. Το προηγούμενο συντηρητικό-εθνικιστικό κυβερνητικό σχήμα της Βαρσοβίας είχε απαιτήσει 1,3 τρισεκατομμύρια ευρώ. Η Γερμανία απαντούσε μονότονα πως το ζήτημα «έχει ρυθμιστεί νομικά». Όμως τώρα, ο Τουσκ –ο οποίος μετά τις εκλογές του 2023 είχε αποφύγει να σηκώσει τη σημαία της διεκδίκησης– φαίνεται να επανέρχεται, προβάλλοντας την ίδια επιχειρηματολογία με το PiS: ότι η Πολωνία δεν είχε πραγματική ελευθερία απόφασης τη δεκαετία του ’50, καθώς βρισκόταν υπό σοβιετικό έλεγχο.
Πέρα από τη νομική διάσταση, το ζήτημα έχει ισχυρή συμβολική φόρτιση. Η γερμανική κυβέρνηση επιχείρησε να κάνει κινήσεις καλής θέλησης: επίσπευση της ανέγερσης μνημείου για τα πολωνικά θύματα του ναζισμού στο Βερολίνο, επιστροφή κλεμμένων πολιτιστικών θησαυρών και «διερεύνηση επιλογών» για ενίσχυση των λίγων πλέον επιζώντων της εποχής. Για τον Τουσκ, όμως, ο χρόνος τελειώνει: «Όταν το συζητούσα με τον Όλαφ Σολτς, οι επιζώντες ήταν 60.000. Σήμερα είναι 50.000».
Πολιτική πίεση και λαϊκά συναισθήματα
Η πολωνική κοινή γνώμη είναι σαφής: μόλις το ένα τρίτο δηλώνει συμπάθεια προς τη Γερμανία. Τα χρόνια της ακροδεξιάς και εθνικιστικής ρητορικής έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Ο Τουσκ, παρά την ευρωπαϊκού προσανατολισμού πολιτική του ταυτότητα, γνωρίζει πως κάθε «ήπια» στάση έναντι του Βερολίνου μπορεί να εργαλειοποιηθεί από το PiS και την ακροδεξιά Konfederacija, που τον παρουσιάζουν ως πολιτικό «δεύτερης κατηγορίας» στις ευρωπαϊκές διεργασίες.
Ενδεικτικό είναι το συμβολικό επεισόδιο κατά το πρόσφατο ταξίδι τεσσάρων Ευρωπαίων ηγετών στο Κίεβο, όταν ο Μερτς, ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Κιρ Στάρμερ ταξίδεψαν σε διαφορετικό βαγόνι από τον Τουσκ. Η εξήγηση ήταν τεχνική, αλλά ο αντίκτυπος πολιτικός – και αξιοποιήθηκε άμεσα στην προεκλογική σύγκρουση.
Επιπλέον, στη Γερμανία, η συζήτηση για την Πολωνία συχνά περνά σε δεύτερη μοίρα. Η «ασυμμετρία ενδιαφέροντος», όπως την περιγράφουν ειδικοί, βαραίνει ψυχολογικά και ενισχύει την πολωνική ανασφάλεια. Και όσο οι πόλοι της πολιτικής σκηνής στη Βαρσοβία τροφοδοτούν την καχυποψία, το δίπολο αντιγερμανισμού–αντιπολωνισμού βρίσκει εύφορο έδαφος.
Ο ουκρανικός παράγοντας
Παρά την ένταση, οι δύο πλευρές παραμένουν απολύτως συντονισμένες στο ζήτημα της Ουκρανίας. Και ο Τουσκ και ο Μερτς υπογράμμισαν ότι οι χώρες τους κινούνται «σε πρωτοφανές επίπεδο συνεργασίας» ως προς την υποστήριξη του Κιέβου. Με τις ΗΠΑ να πιέζουν για ένα πιθανό πλαίσιο ειρηνευτικών συνομιλιών, Βερολίνο και Βαρσοβία προσπαθούν να στείλουν μήνυμα σταθερότητας – ιδίως τώρα που το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη γίνεται ολοένα πιο βαρύ.
Η Πολωνία, ωστόσο, δεν θέλει να συμπεριφέρεται ως «μικρός εταίρος». Επικαλείται τη γεωγραφική της θέση, τον ρόλο της στη φιλοξενία προσφύγων και την άμεση ανάμειξή της στη στήριξη της ουκρανικής άμυνας. Η Βαρσοβία ζητά πιο κεντρική θέση στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό και δεν κρύβει την ενόχλησή της όταν αισθάνεται παραγκωνισμένη.
Το μέλλον μιας δύσκολης σχέσης
Οι πολεμικές επανορθώσεις δεν πρόκειται να «λυθούν» με πολιτικό τρόπο στο άμεσο μέλλον – αυτό το γνωρίζουν και οι δύο πλευρές. Ωστόσο, το ζήτημα γίνεται εργαλείο εσωτερικής πολιτικής πίεσης για τον Τουσκ και μόνιμη πηγή ανησυχίας για το Βερολίνο, το οποίο φοβάται ότι μια συζήτηση χωρίς όρια μπορεί να οδηγήσει σε νομικά και οικονομικά αχαρτογράφητα νερά.
Την ίδια στιγμή, ο Μερτς προσπαθεί να ενισχύσει το Τρίγωνο της Βαϊμάρης με τη Γαλλία και την Πολωνία, θεωρώντας ότι αυτός ο άξονας μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός μιας πιο συνεκτικής ευρωπαϊκής αμυντικής στρατηγικής. Όμως, χωρίς ένα στοιχειώδες επίπεδο εμπιστοσύνης ανάμεσα σε Βαρσοβία και Βερολίνο, ο στόχος αυτός μοιάζει μακρινός.
Το πολιτικό κλίμα στην Πολωνία παραμένει τεταμένο, το εθνικό αφήγημα περί ιστορικής αδικίας διατηρεί ισχυρή δυναμική και οι γερμανικές πρωτοβουλίες για συμφιλίωση συχνά κρίνονται «λίγες» ή «καθυστερημένες».
Παράλληλα, στη Γερμανία, η Πολωνία δεν αποτελεί προτεραιότητα στη δημόσια συζήτηση, γεγονός που ενισχύει την πολωνική αίσθηση υποτίμησης.