Τραμπ-Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν: “Συνεργασία χωρίς όρια”-Ρόλος βαθύτερης γεωπολιτικής μετάβασης στη Σαουδική Αραβία

 Τραμπ-Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν: “Συνεργασία χωρίς όρια”-Ρόλος βαθύτερης γεωπολιτικής μετάβασης στη Σαουδική Αραβία

Καθώς η γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής αναδιατάσσεται με ταχύτητα, η επίσκεψη του διαδόχου του θρόνου και πρωθυπουργού της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, στην Ουάσινγκτον και η συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο σηματοδοτούν – όπως επισημαίνουν διπλωματικές πηγές – ένα «μεγάλο νέο κεφάλαιο» στις αμερικανοσαουδαραβικές σχέσεις. Η υποδοχή που του επεφύλαξε ο Αμερικανός πρόεδρος, με τα υψηλότερα πρωτόκολλα τιμής που έχει δει το προεδρικό μέγαρο από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ, πτήση μαχητικών F-16 και F-35 πάνω από την Ουάσινγκτον και άψογο άγημα των Αμερικανών Πεζοναυτών, προβάλλεται από τις δύο πλευρές ως επιβεβαίωση μιας «συνεργασίας χωρίς όρια».

Πίσω όμως από τις εικόνες ισχύος και συμβολισμού, η επίσκεψη αποτυπώνει μια βαθύτερη μετάβαση: από τη λογική του «πετρελαίου και ασφάλειας» σε ένα πολύπλοκο πλέγμα ενεργειακών, τεχνολογικών, αμυντικών και πολιτικών υπολογισμών, στο οποίο η Σαουδική Αραβία εμφανίζεται πλέον όχι ως παθητικός εταίρος, αλλά ως φιλόδοξος αρχιτέκτονας της περιφερειακής τάξης.

Από το «briefing» στην «εποχή των επιτευγμάτων»

Η πορεία που οδήγησε στο σημερινό σημείο δεν ξεκίνησε τώρα. Ήδη από τη συνάντηση του βασιλιά Σαλμάν μπιν Αμπντουλαζίζ με τον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, τον Σεπτέμβριο του 2015, ο τότε νεαρός αναπληρωτής διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε παρουσιάσει, σύμφωνα με σαουδαραβικές πηγές, ένα στρατηγικό «επιτελικό υπόμνημα» για το πώς πρέπει να εξελιχθεί η σχέση Ριάντ – Ουάσινγκτον στον 21ο αιώνα. Το «briefing» εκείνο – μια συνοπτική αλλά φιλόδοξη αποτύπωση στόχων – έμοιαζε τότε με όραμα ενός πρίγκιπα που κοιτάζει πολύ μπροστά.

Η πραγματική καμπή όμως ήρθε με την πρώτη συνάντηση Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν – Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τον Μάρτιο του 2017, όταν ο Ρεπουμπλικάνος ηγέτης αποφάσισε να κάνει το Ριάντ τον πρώτο του προορισμό στο εξωτερικό. Τον Μάιο του 2017, στην ιστορική εκείνη σύνοδο στην πρωτεύουσα του σαουδαραβικού βασιλείου, ο Τραμπ μίλησε μπροστά σε ηγέτες του αραβικού και ισλαμικού κόσμου για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, ενώ ο βασιλιάς Σαλμάν υπέγραψε με τις ΗΠΑ μια κοινή στρατηγική οραματική διακήρυξη.

Στη συνέχεια, η θητεία του Τζο Μπάιντεν έμοιαζε αρχικά να σηματοδοτεί ψύχρανση. Ο Δημοκρατικός πρόεδρος, που είχε δεσμευτεί προεκλογικά για «επαναξιολόγηση» των σχέσεων με το Ριάντ, βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα αντιμέτωπος με τη ρωσοουκρανική κρίση, τις αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και την άνοδο της Κίνας. Το αποτέλεσμα ήταν η επίσκεψη Μπάιντεν στην Τζέντα το καλοκαίρι του 2022, όπου συνάντησε τον βασιλιά Σαλμάν και τον διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, αναγνωρίζοντας στην πράξη ότι η συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία παραμένει στρατηγική αναγκαιότητα.

Παράλληλα, το ίδιο το βασίλειο άλλαζε ταχύτατα. Το Όραμα 2030 του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν μετέτρεψε τη χώρα σε φιλόδοξη πλατφόρμα επενδύσεων, τουρισμού, τεχνολογίας και πράσινης μετάβασης, διαμορφώνοντας ένα νέο προφίλ: όχι μόνο αναγκαίος προμηθευτής ενέργειας, αλλά και κεντρικός παίκτης σε logistics, τεχνητή νοημοσύνη και περιφερειακή διαμεσολάβηση – από τις συμφωνίες επαναπροσέγγισης με το Ιράν έως την εμπλοκή σε κρίσιμα μέτωπα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Η δεύτερη θητεία Τραμπ και το «αραβικό σύγχρονο θαύμα»

Με την έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ, η τροχιά αυτή επιταχύνθηκε. Τον Μάιο του 2025 ο Αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε στο Ριάντ, αυτή τη φορά με ένα διαφορετικό αφήγημα: λιγότερο προσανατολισμένο στην «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» και περισσότερο στην ανάδειξη του «λαμπρού μέλλοντος» της περιοχής, όπως είπε, «υπό την ηγεσία του βασιλιά Σαλμάν και του πρίγκιπα Μοχάμεντ».

Σε εκείνη την επίσκεψη, με τη Συρία παρούσα και τις κυρώσεις να αίρονται με σαουδαραβική πρωτοβουλία, ο Τραμπ συναντήθηκε με τον Σύρο πρόεδρο Αχμάντ αλ-Σαράα, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα για τον ρόλο του Ριάντ ως κέντρου επανασύνδεσης της περιοχής. Χαρακτηριστική έμεινε η φράση του προς τον πρίγκιπα Μοχάμεντ: «Κοιμάσαι τα βράδια;» και η συνέχεια, όταν ο ίδιος πρόσθεσε ότι ο πρίγκιπας «στριφογυρίζει όλη νύχτα σκεπτόμενος πώς να κάνει τα πράγματα καλύτερα». Ο Τραμπ μίλησε για «ένα σύγχρονο αραβικό θαύμα», όχι προϊόν εξωτερικής επιβολής, αλλά αποτέλεσμα της βούλησης ηγεσίας και λαού.

Η εικόνα αυτή παραπέμπει ευθέως – όπως θυμίζουν Σαουδάραβες σχολιαστές – στη συνέντευξη του βασιλιά Αμπντούλ Αζίζ στο περιοδικό Life το 1943, όταν ο ιδρυτής του βασιλείου περιεγράφηκε ως ο άνθρωπος που «κρατά τα ηνία με ένα μάτι που δεν κοιμάται ποτέ». Η αναλογία ανάμεσα στον «παππού που θεμελίωσε» και στον «εγγονό που μετεξελίσσει» τη χώρα είναι μέρος ενός αφηγήματος συνέχειας και μεταμόρφωσης που η ίδια η Σαουδική Αραβία προβάλλει προς την Ουάσινγκτον.

Η σημερινή επίσκεψη: τελετουργία τιμής, ουσία συμφερόντων

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και συμβολικό πλαίσιο, η χτεσινή επίσκεψη του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στον Λευκό Οίκο παρουσιάζεται από τον Ντόναλντ Τραμπ όχι απλώς ως «σύνοδος κορυφής», αλλά ως «τιμητικός φόρος» προς τη Σαουδική Αραβία και προς τον διάδοχο. Πέρα από τα εντυπωσιακά πρωτόκολλα και την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, στο τραπέζι βρέθηκαν:

– νέα αμυντικά πακέτα και πιθανή εμβάθυνση της συνεργασίας σε επίπεδο αντιπυραυλικής ασπίδας,

– συμφωνίες στην ενέργεια, με έμφαση στη σταθεροποίηση των αγορών και στη μετάβαση σε καθαρές τεχνολογίες,

– μεγάλες επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακές υποδομές, όπου αμερικανικές εταιρείες βλέπουν τη Σαουδική Αραβία ως κόμβο για την ευρύτερη περιοχή.

Διπλωματικές πηγές μιλούν για προσπάθεια οικοδόμησης μιας συμμαχίας υψηλής τεχνολογίας, στην οποία οι ΗΠΑ φέρνουν το τεχνολογικό οικοσύστημα και η Σαουδική Αραβία το κεφάλαιο, την αγορά και τη γεωγραφική θέση.

Το παλαιστινιακό, η μη τυπική «κόκκινη γραμμή»

Στον δημόσιο διάλογο, ωστόσο, το επίμαχο ερώτημα παραμένει: πού τοποθετείται η Σαουδική Αραβία στο θέμα της ομαλοποίησης με το Ισραήλ; Αναλυτές στην Ουάσινγκτον επιμένουν ότι ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να βλέπει σε ένα πιθανό σαουδοϊσραηλινό άνοιγμα το μεγάλο διπλωματικό τρόπαιο της δεύτερης θητείας Τραμπ. Όμως το Ριάντ δείχνει αποφασισμένο να διατηρήσει την παραδοσιακή του γραμμή:

– καμία πλήρης ομαλοποίηση χωρίς συνολική λύση του παλαιστινιακού,

– στήριξη στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967,

– διασφάλιση ότι η Ιερουσαλήμ θα αντιμετωπίζεται με τρόπο συμβατό με τις αραβικές και μουσουλμανικές ευαισθησίες.

Η πρόσφατη σαουδαραβική πρωτοβουλία για «επιβεβλημένη λύση» του παλαιστινιακού – με την αναγνώριση της Παλαιστίνης από σειρά κρατών, συμπεριλαμβανομένης της χώρας της Διακήρυξης Μπάλφουρ, από το βήμα του ΟΗΕ που άλλοτε ενέκρινε το «μοιραίο» σχέδιο διαμελισμού – ενίσχυσε την εικόνα της Σαουδικής Αραβίας ως δύναμης που δεν αρκείται σε ρητορική στήριξης, αλλά επενδύει διπλωματικό κεφάλαιο για την ουσιαστική αναβάθμιση του παλαιστινιακού φακέλου.

Παράλληλα, η υπογραφή συμφώνου αμοιβαίας άμυνας με το Πακιστάν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη στρατηγική αποτροπή λόγω της πυρηνικής διάστασης, στέλνει μήνυμα ότι το Ριάντ μπορεί να θωρακίσει την ασφάλειά του δίχως να παραχωρήσει τα βασικά του πολιτικά και αξιακά όρια.

Μια «συνεργασία χωρίς όρια» – αλλά με καθαρούς όρους

Παρά τις επιμέρους διαφωνίες – από το παλαιστινιακό μέχρι τις περιφερειακές ισορροπίες με την Τεχεράνη – ο Τραμπ δεν κρύβει τον σεβασμό του προς τον «ισχυρό σύμμαχο με καθαρή θέση». Όπως σημειώνουν Αμερικανοί σχολιαστές, η αμερικανική πολιτική «τιμά τους ισχυρούς με αποτελέσματα, όχι εκείνους που ζουν από το παρελθόν».

Όποιο κι αν είναι το τελικό εύρος των συμφωνιών και το μέγεθος των πακέτων που θα ανακοινωθούν μετά τις συναντήσεις στην Ουάσινγκτον, ένα συμπέρασμα μοιάζει να συγκεντρώνει τη συναίνεση των παρατηρητών: η επίσκεψη του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν παγιώνει μια νέα φάση στη στρατηγική σχέση ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας.

Μια φάση όπου η παραδοσιακή εξίσωση «ενέργεια έναντι ασφάλειας» έχει αντικατασταθεί από ένα πυκνό πλέγμα συμφερόντων, τεχνολογίας, επενδύσεων και γεωπολιτικής ισχύος – μια σχέση στην οποία ο πρίγκιπας από το «επιτελικό υπόμνημα» του 2015 εμφανίζεται πλέον ως ηγετικός παράγοντας «από τον επιτελικό σχεδιασμό στην πλήρη υλοποίηση».