Ρεπορτάζ libre/”Τις πταίει”: Γιατί ενώ πέφτει ο πληθωρισμός οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα

 Ρεπορτάζ libre/”Τις πταίει”: Γιατί ενώ πέφτει ο πληθωρισμός οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα

(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI)

Στην ανταλλαγή πυρών με το ΠΑΣΟΚ την Κυριακή ο Παύλος Μαρινάκης χρησιμοποίησει με έμφαση το επιχείρημα ότι στην Ελλάδα ο πληθωρισμός των τροφίμων είναι πλέον από τους χαμηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αυτό ακριβές; Είναι. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα για το 2025 διαμορφώνεται  μεταξύ 1,4% και 2,6% ανάλογα με τον μήνα και το δείκτη αναφοράς, σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κυμαίνεται γύρω στο 3,5%–3,9%.

Αν μιλήσουμε ειδικότερα για τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, δηλαδή για τον Σεπτέμβριο του 2025, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε στο 1,4%, που είναι το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ και επιβεβαιώνει πως η Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση της κατάταξης των χωρών της ΕΕ.

Ειρήσθω εν παρόδω ο υψηλότερος πληθωρισμός τροφίμων στην ΕΕ για το ίδιο χρονικό διάστημα καταγράφεται στη Ρουμανία (έως 9,1%), ενώ αρνητικό ποσοστό (αποπληθωρισμός) κατέχει η Κύπρος που εφαρμόζει μηδενικό ΦΠΑ σε βασικά είδη τροφίμων (-2,3%).

  • Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα εμφάνισε χαμηλότερο πληθωρισμό τροφίμων από τον μέσο όρο της ΕΕ στους 13 από τους τελευταίους 16 μήνες. Μέχρι εδώ όλα εξαιρετικά. Τα νούμερα δικαιώνουν τον κυβερνητικό ισχυρισμό.

Ομως, το κρίσιμο ερώτημα που οι πολίτες βάζουν και δημιουργεί αμηχανία στην κυβέρνηση είναι άλλο: Γιατί, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός κινείται πλέον σε χαμηλά επίπεδα, οι τιμές στην αγορά παραμένουν υψηλές (και σε κάποια προϊόντα εντελώς απλησίαστες για το μέσο Ελληνα);

Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ως εξής: Διότι δεν έχουν εκλείψει οι λόγοι που κρατούν τις τιμές πολύ ψηλά στην Ελλάδα πλην από τον πληθωρισμό τροφίμων.


Κατά γενική ομολογία, η χώρα διαθέτει μικρή εσωτερική αγορά και βρίσκεται γεωγραφικά μακριά από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής και διανομής της Ευρώπης, με αποτέλεσμα αυξημένα κόστη μεταφοράς και περιορισμένη δυνατότητα εισαγωγής φθηνών πρώτων υλών.

Παράλληλα, όπως έχει καταγραφεί πολλές φορές, το δίκτυο διανομής είναι κατακερματισμένο και περιορισμένο ενώ και η αγορά χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακές συνθήκες σε κλάδους όπως τα τρόφιμα, καύσιμα και ενέργεια. Ο περιορισμένος ανταγωνισμός κρατά τις τιμές υψηλές.

Αυτό το ολιγοπωλιακό περιβάλλον δίνει σε αυτούς τους λίγους παίκτες σημαντική δύναμη στην διαμόρφωση τιμών, καθώς λειτουργούν σχεδόν ως «τροχονόμοι» της αγοράς και ελέγχουν ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, από τις προμήθειες μέχρι την τελική πώληση.

Παράλληλα, η ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ χαρακτηρίζεται από έντονη συγκέντρωση, όπου λίγοι μεγάλοι όμιλοι κατέχουν πολύ μεγάλο μερίδιο αγοράς, με πωλήσεις που ξεπερνούν το 1,5 δισ. ευρώ έκαστος.

Το θέμα των ολιγοπωλίων στην αγορά έχει τεθεί πολλάκις από την αντιπολίτευση αλλά και από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σίγουρα δεν πρόκειται για παράμετρο που μπορεί να αλλάξει από τη μία στιγμή στην άλλη, ωστόσο, είναι σαφές ότι αρχές όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα μπορούσαν να έχουν καλύτερα αποτελέσματα στις όποιες προσπάθειές τους.

Εκτός των άλλων βέβαια, είναι οι πολυεθνικές εταιρείες που ελέγχουν μεγάλο μέρος της ελληνικής αγοράς (περίπου 70%) και διατηρούν πολύ υψηλά περιθώρια κέρδους, οδηγώντας σε τιμές που είναι, σύμφωνα με τα στοιχεία, έως και 20-300% υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τα ίδια προϊόντα. Αλλά το στοιχείο αυτό δεν αφορά κυρίως τα τρόφιμα όσο άλλα προϊοντα. 

Η εικόνα που περιγράφηκε συνοπτικά πιο πάνω επιβεβαιώνεται τόσο από μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος όσο και ανεξάρτητων ερευνών.

Η μείωση στον πληθωρισμό των τροφίμων λοιπόν, αν και καλοδεχούμενη, φαίνεται πως δεν είναι αρκετή για να κάνει τη διαφορά στην ελληνική αγορά. Χρειάζονται άλλου τύπου μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, μόνιμου χαρακτήρα, κυρίως στα θέματα που αφορούν τον ανταγωνισμό αλλά και τη διάρθρωση της αγοράς.

Επίσης, το πολύπλοκο και δαιδαλώδες διοικητικό και κανονιστικό πλαίσιο (λέγεται και γραφειοκρατία), μαζί με καθυστερήσεις σε διαδικασίες, επιβαρύνουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και τελικά τις τιμές.

Κάπως έτσι η επίσκεψή μας στο σούπερ μάρκετ και σε άλλα καταστήματα τροφίμων παραμένει μία οδυνηρή εμπειρία, τουλάχιστον μέχρι η κατάσταση να διαφοροποιηθεί αισθητά.  Οπως και να έχει πάντως, διαδικασία αποκλιμάκωσης των τιμών (μείωσης πρακτικά) δεν έχει αρχίσει ακόμα.

Σχετικά Άρθρα