Ζελένσκι–Τραμπ: Συνάντηση υψηλού ρίσκου και οι τρεις “γραμμές μάχης” του Κιέβου
Η επικείμενη συνάντηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τον Ντόναλντ Τραμπ την Παρασκευή στην Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς ένα ακόμη διπλωματικό ραντεβού. Είναι μια στιγμή κομβική για την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, για την αμερικανορωσική αντιπαράθεση και –σε τελική ανάλυση– για την ίδια την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Δύσης. Καθώς πλησιάζει η μέρα της συνάντησης η συζήτηση έχει ενταθεί γύρω από διάφορα σενάρια, όπου στο επίκεντρο βρίσκεται το ενδεχόμενο παραχώρησης πυραύλων «Τόμαχοκ» στο Κίεβο, αλλά πίσω από το καθαρά στρατιωτικό ζήτημα διακυβεύεται κάτι βαθύτερο: αν ο Τραμπ θα επιτρέψει η σύγκρουση να μετατραπεί από «πόλεμο του Μπάιντεν» σε «πόλεμο του Τραμπ».
Γιατί όσο ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ουκρανική κρίση ως υπόθεση του προκατόχου του, κρατάει τα χέρια του λυμένα για να κινηθεί όπως τον βολεύει – από τη στρατιωτική αποστασιοποίηση έως μια μερική επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα.
Από τον “πόλεμο του Μπάιντεν” στον “πόλεμο του Τραμπ”
Ο Ζελένσκι, με τη στήριξη των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των αμερικανικών “γερακιών”, επιχειρεί να επιτύχει μια στρατηγική μετατόπιση: να καταστήσει τον Τραμπ άμεσα συνυπεύθυνο για την έκβαση της σύγκρουσης. Όσο ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι πρόκειται για έναν πόλεμο που κληρονόμησε, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποσυρθεί, δηλώνοντας ότι «έκανε ό,τι μπορούσε» και αφήνοντας τα εμπλεκόμενα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά μόνα τους.
Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε ακόμη και να διαχωρίσει το ουκρανικό μέτωπο από τις σχέσεις με τη Ρωσία, ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας πριν καν υπάρξει επίσημη ειρηνευτική συμφωνία. Αν, δε, αποδειχθούν υπερβολικές οι προβλέψεις περί επικείμενης κατάρρευσης της ρωσικής οικονομίας –όπως φαίνεται να τον πείθουν ορισμένοι συνεργάτες του– και οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίσουν να προελαύνουν, τότε ο Τραμπ θα μπορούσε να πιέσει το Κίεβο να δεχθεί τους όρους του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η μέχρι στιγμής στάση του Τραμπ –ρητορική καταδίκη της Μόσχας, συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας μέσω Ευρώπης, αλλά χωρίς νέα κονδύλια από την Ουάσιγκτον– δεν ικανοποιεί ούτε τον Ζελένσκι ούτε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, που ήδη δυσκολεύονται να αντέξουν το οικονομικό βάρος της στήριξης του Κιέβου.
Οι τρεις στόχοι του Κιέβου
Για τον Ζελένσκι, η επίσκεψη έχει τρεις ξεχωριστές, αλλά αλληλένδετες στοχεύσεις – από τη “μέγιστη σύγκρουση” έως την “ελάχιστη δέσμευση”.
- Ο μέγιστος στόχος, είναι η επαναφορά της αμερικανορωσικής αντιπαράθεσης στα επίπεδα της εποχής Μπάιντεν – ή ακόμη και βαθύτερα. Η παραχώρηση των «Τόμαχοκ» στην Ουκρανία θα μπορούσε να προκαλέσει πλήρη διακοπή του διαλόγου Ουάσιγκτον–Μόσχας, ωθώντας το Κρεμλίνο σε αντίποινα και υποχρεώνοντας τον Τραμπ να πάρει θέση, ενισχύοντας εκ νέου τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ.
Ο κίνδυνος, βέβαια, είναι τεράστιος: μια αντίδραση της Ρωσίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, ακόμη και σε πυρηνική αντιπαράθεση. Ωστόσο, ο Ουκρανός πρόεδρος φαίνεται να θεωρεί αυτόν τον κίνδυνο διαχειρίσιμο ή, στην ακραία εκδοχή, αποδεκτό, αν η συνέπεια είναι η πλήρης εμπλοκή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στον πόλεμο. - Ο μεσαίος στόχος, είναι η αναβίωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας, έστω χωρίς «Τόμαχοκ». Επειδή ο Τραμπ δεν επιθυμεί να εγκρίνει νέα κονδύλια, το Κίεβο προτείνει εναλλακτικά σχήματα – όπως τη δημιουργία επενδυτικού ταμείου με αμερικανική συμμετοχή, που θα λειτουργεί ως «έμμεση βοήθεια». Το σκεπτικό είναι ότι, αν ο Τραμπ «επενδύσει» έστω και πολιτικά στην Ουκρανία, δύσκολα θα αποσυρθεί στη συνέχεια, επιλέγοντας να στηρίξει μακροπρόθεσμα το Κίεβο και να πιέζει τη Ρωσία μέχρι να αποδώσουν οι επενδύσεις του.
- Ο ελάχιστος στόχος, αφορά δύο κινήσεις: πρώτον, την ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων από τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι μέρος αυτών θα δαπανηθεί για αγορά αμερικανικού οπλισμού· δεύτερον, την επαναφορά της ιδέας τελωνειακών δασμών σε χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Και τα δύο σενάρια, αν υλοποιηθούν, θα επιβαρύνουν περαιτέρω τις σχέσεις Ρωσίας–ΗΠΑ και θα προωθήσουν σταδιακά τη γραμμή της πλήρους ρήξης.
Ο παράγοντας «Τόμαχοκ»
Το σύστημα «Τόμαχοκ» , με ακτίνα δράσης έως 2.500 χιλιόμετρα, δεν είναι απλώς μια τεχνολογική αναβάθμιση. Είναι πολιτικό όπλο. Η παράδοσή του στην Ουκρανία θα σηματοδοτούσε την πρώτη άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ σε επιθετικού τύπου επιχειρήσεις κατά της Ρωσίας.
Η Μόσχα έχει ήδη προειδοποιήσει για “πυρηνική απάντηση” αν τέτοια όπλα χρησιμοποιηθούν εναντίον ρωσικού εδάφους – μια απειλή που, σύμφωνα με αμερικανικά μέσα, λαμβάνεται πολύ σοβαρά στους κύκλους ασφαλείας του Λευκού Οίκου.
Η Ουάσιγκτον, επομένως, βρίσκεται μπροστά σε διπλό δίλημμα: αφενός, αν θα ρισκάρει την κλιμάκωση για να δείξει αποφασιστικότητα απέναντι στη Ρωσία· αφετέρου, αν θα δεχθεί να «δεθεί» πολιτικά με έναν πόλεμο που μέχρι τώρα κρατά σε σχετική απόσταση.
Ο Τραμπ μεταξύ πίεσης και κόπωσης
Παρά τις πιέσεις από Κίεβο και Βρυξέλλες, ο Τραμπ δείχνει απρόθυμος να βυθιστεί ξανά στη σύγκρουση. Η ρητορική του, αν και σκληρή απέναντι στη Μόσχα, συνοδεύεται από τη σταθερή επιμονή ότι «οι Ευρωπαίοι πρέπει να πληρώσουν περισσότερο».
Επιπλέον, η ατζέντα του είναι ήδη υπερφορτωμένη: η εμπορική ένταση με την Κίνα, οι αναταράξεις στη Βενεζουέλα, το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο με τους Δημοκρατικούς, ακόμη και η αναδιάρθρωση των σχέσεων με το ΝΑΤΟ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ουκρανία κινδυνεύει να γίνει δευτερεύον ζήτημα, εκτός αν το Κίεβο καταφέρει να τοποθετήσει τη ρωσική απειλή στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας αναμέτρησης ισχύος, πείθοντας τον Τραμπ ότι πρόκειται για δοκιμασία της αμερικανικής ηγεμονίας.
Επικίνδυνη εξίσωση χωρίς σταθερά
Οι Ρώσοι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, προειδοποιήσουν την Ουάσιγκτον ότι οποιαδήποτε παράδοση «Τόμαχοκ» θα θεωρηθεί «άμεση συμμετοχή στον πόλεμο». Τα μηνύματα αυτά δεν περνούν απαρατήρητα. Αντίθετα, ενισχύουν την αβεβαιότητα γύρω από τις αποφάσεις του Τραμπ.
Η συνάντηση της Παρασκευής θα δείξει αν ο Ουκρανός πρόεδρος μπορεί να κερδίσει έστω μία από τις τρεις μάχες που έχει θέσει – την πλήρη εμπλοκή, τη μερική βοήθεια ή τη δέσμευση των Ευρωπαίων μέσω αμερικανικών όρων. Κανένα από τα σενάρια δεν είναι εύκολο, και όλα εμπεριέχουν κινδύνους.
Ο ίδιος ο Τραμπ, όπως επισημαίνουν αναλυτές στην Ουάσιγκτον, ισορροπεί ανάμεσα στην πραγματιστική του λογική και την ανάγκη να δείξει ισχύ. Αν πειστεί ότι η Ρωσία βρίσκεται «ένα βήμα πριν την κατάρρευση», μπορεί να επιλέξει τη στρατιωτική οδό. Αν, αντίθετα, εκτιμήσει ότι η σύγκρουση δεν έχει ορατό τέλος, ίσως επιχειρήσει ένα πακέτο διαπραγματεύσεων με τη Μόσχα, με αντάλλαγμα την αποδέσμευση ενεργειακών και εμπορικών σχέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της συνάντησης Τραμπ–Ζελένσκι δεν θα καθορίσει μόνο το μέλλον της Ουκρανίας. Θα λειτουργήσει ως βαρόμετρο για τη νέα παγκόσμια ισορροπία – ανάμεσα στην αμερικανική ηγεσία, την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα και τη ρωσική επιμονή να διατηρήσει τον στρατηγικό της ρόλο.