Ανάλυση: Η γλώσσα της πολιτικής μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από τη σκληρή ρητορική στο ουκρανικό
Η αιφνιδιαστική μετατόπιση του Ντόναλντ Τραμπ μετά τη συνάντησή του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι —από τον πραγματισμό του «παγώματος των μετώπων» και τη de facto αποδοχή απώλειας εδαφών, στη διακήρυξη ότι η Ρωσία είναι «χάρτινος τίγρης», ότι αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες και ότι η Ουκρανία «μπορεί να πάρει πίσω όλα τα εδάφη της και να πάει και παραπέρα»— συνιστά μια στροφή 180 μοιρών στη ρητορική του Λευκού Οίκου. Πίσω από την εντυπωσιακή αλλαγή, όμως, διακρίνεται μια στρατηγική που επιδιώκει να συνδυάσει σκληρή γλώσσα με περιορισμένη αμερικανική εμπλοκή: ο Τραμπ προτάσσει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ως βασικό χρηματοδότη και εκτελεστή της στήριξης προς το Κίεβο, ενώ οι ΗΠΑ παραμένουν προμηθευτής οπλικών συστημάτων μέσω του ΝΑΤΟ, με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να πληρώνουν τον λογαριασμό.
Η εικόνα που αναδύεται δεν είναι τόσο «γεράκια εναντίον της Μόσχας» όσο μια προσπάθεια της Ουάσινγκτον να «νίψει τας χείρας της» από το βαρύ πολιτικό κόστος, να κεφαλαιοποιήσει οικονομικά την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας και να κρατήσει ευέλικτες τις επιλογές της σε επίπεδο κυρώσεων. Η ουσία είναι σαφής: ρητή ενθάρρυνση της συνέχισης του πολέμου χωρίς αντίστοιχη δέσμευση αμερικανικών πόρων πρώτης γραμμής.
Στο νέο αφήγημα του Τραμπ, κομβικό ρόλο έχουν τα πρόσφατα περιστατικά παραβίασης εναέριου χώρου από αεροσκάφη και μη επανδρωμένα αεροσκάφη που πέρασαν πάνω από ευρωπαϊκές χώρες —είτε επρόκειτο για ατυχήματα είτε για προβοκάτσιες έχει μικρή σημασία· το πολιτικό αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση των φωνών στη Δύση που πιέζουν για σκληρότερη στάση απέναντι στη Μόσχα και για ενεργότερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ.
Η εκτίμηση στο περιβάλλον Τραμπ, όπως προκύπτει από το μήνυμά του, είναι ότι η Μόσχα βρίσκεται σε στρατηγική κόπωση και οικονομική πίεση, ιδίως μετά τα χτυπήματα της Ουκρανίας σε διυλιστήρια και τις δυτικές κυρώσεις.
Άρα, η συγκυρία προσφέρεται είτε για «νίκη μέχρι τέλους» με ευρωπαϊκά χρήματα είτε για αύξηση των διαπραγματευτικών πιέσεων ώστε ο Βλαντίμιρ Πούτιν να ζητήσει «συμφωνία».
Σε αυτό το πλαίσιο, το πιο σημαντικό υπονοούμενο της αλλαγής δεν είναι η επίκληση της ουκρανικής «νίκης», αλλά η προϋπόθεση: «με τη βοήθεια της ΕΕ». Ο Τραμπ δεν δεσμεύεται σε νέα αμερικανικά πακέτα βοήθειας ούτε σε αναβάθμιση του άμεσου ρόλου των ΗΠΑ στο πεδίο· παραπέμπει σε έναν μηχανισμό ήδη σε λειτουργία, κατά τον οποίο χώρες του ΝΑΤΟ αγοράζουν αμερικανικά όπλα με δικούς τους πόρους και τα παραχωρούν στο Κίεβο. Στις κυρώσεις, επίσης, αφήνει να εννοηθεί ότι η Ουάσινγκτον θα κινηθεί «με τους Ευρωπαίους»: εφόσον η ΕΕ κόψει τη ρωσική ενέργεια και ασκήσει πίεση σε Κίνα και Ινδία, τότε και οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν περαιτέρω· αλλιώς, θα περιοριστούν στο να πουλούν και να παρακολουθούν.
Το πρόβλημα για την ουκρανική ηγεσία και το «στρατόπεδο της κλιμάκωσης» στην Ευρώπη είναι ότι αυτό το σενάριο δεν αρκεί. Θέλουν αμερικανική συμμετοχή, πολιτική και στρατιωτική, όχι μόνο ρητορική κάλυψη και εμπορικό κανάλι όπλων. Γι’ αυτό θα συνεχιστούν —και πιθανώς θα ενταθούν— οι προσπάθειες ένταξης του Τραμπ σε μια πιο δεσμευτική τροχιά. Από πλευράς Κιέβου, αυτό μπορεί να σημαίνει προσπάθεια επίτευξης θεαματικού αποτελέσματος στο μέτωπο ή τολμηρών επιχειρήσεων στο εσωτερικό της Ρωσίας, ακόμη και εσωτερικής αποσταθεροποίησης, για να δημιουργηθεί η εντύπωση «επικείμενης κατάρρευσης» της Μόσχας.
Αντίστοιχα, η Ρωσία, για να ανατρέψει το αφήγημα του «χάρτινου τίγρη», έχει κίνητρο να προβεί σε αιφνίδιες, υψηλού κόστους κινήσεις που αποθαρρύνουν περαιτέρω δυτική κλιμάκωση και επαναφέρουν το στοιχείο του κινδύνου στο τραπέζι.
Η παρέμβαση Ρούμπιο
Σε αυτό το ρευστό τοπίο παρεμβαίνει η φωνή του Μάρκο Ρούμπιο, του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, η οποία λειτουργεί ως βαρύτητα στην εκτόξευση προσδοκιών.
Ο Ρούμπιο, σε συνέντευξή του στο CBS News και σε παρέμβασή του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ δεν προκρίνουν κατάρριψη ρωσικών αεροσκαφών για απλές παραβιάσεις —εκτός αν υπάρχει επιθετική ενέργεια— και υπενθύμισε την πάγια πρακτική του ΝΑΤΟ: αναχαίτιση και συνοδεία.
Την ίδια στιγμή, δεν απέκλεισε πωλήσεις επιθετικών οπλικών συστημάτων στο Κίεβο, υπογραμμίζοντας όμως ότι ο πόλεμος «δεν έχει στρατιωτική λύση» και θα τερματιστεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η διπλή αυτή γραμμή —αυξημένη ικανότητα της Ουκρανίας σε συνδυασμό με πίεση για διαπραγμάτευση— ντύνει με θεσμικό ρεαλισμό τη ρητορική σκλήρυνση του Τραμπ.
Η Ευρώπη αναδεικνύεται έτσι στον κρίσιμο παίκτη. Όμως το ερώτημα είναι τι μπορεί και τι θέλει να κάνει. Η αμυντική βιομηχανία της ΕΕ έχει ήδη μπει σε τροχιά επιτάχυνσης, ωστόσο παραμένουν ασυμμετρίες στην παραγωγική βάση, στα πυρομαχικά και στις αντιαεροπορικές δυνατότητες. Η πολιτική βούληση είναι κατακερματισμένη: χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία ζητούν «περισσότερα και γρηγορότερα», ενώ κράτη της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης μετρούν κόστος, ενεργειακή ασφάλεια και εσωτερικές πιέσεις.
Η επιμονή του Τραμπ ότι «οι Ευρωπαίοι πληρώνουν» δοκιμάζει την ενότητα της ΕΕ: θα συγχρονιστούν αρκετά ώστε να διατηρήσουν την ικανότητα του Κιέβου να πιέζει στο πεδίο χωρίς αμερικανικό ταμείο πρώτης γραμμής; Κι αν ναι, για πόσο;
Τα σενάρια κλιμάκωσης δεν είναι θεωρητικά. Επεισόδια με drones ή αεροσκάφη πάνω από την Ευρώπη μπορούν να οδηγήσουν σε λάθος υπολογισμό, σε κατάρριψη, σε απάντηση, σε αίτημα προστασίας από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σε αμερικανική κίνηση αποτροπής και, ακολούθως, σε ρωσικό αντίμετρο.
Ο σπειροειδής κίνδυνος είναι ότι κάθε βήμα, ορθολογικό από τη σκοπιά του εκάστοτε δρώντος, στοιβάζει πίεση στο σύστημα μέχρι να «σπάσει». Σε αυτό το μοτίβο, η ελπίδα πως «αν ανεβάσουμε τα διακυβεύματα, θα κλείσουμε μια συμφωνία» μπορεί να διαψευσθεί από τη δυναμική γεγονότων που τρέχουν πιο γρήγορα από τις διπλωματικές ράγες. Η υπενθύμιση του Ρούμπιο ότι «στο τέλος θα καθίσουμε στο τραπέζι» είναι νηφάλια· αλλά ο χρόνος μέχρι εκεί είναι ο πιο επικίνδυνος.
Τι σημαίνει, λοιπόν, στην ουσία η αλλαγή Τραμπ;
- Πρώτον, μια συνειδητή μετακύλιση κόστους: η Ουάσινγκτον διατηρεί τον ρόλο του προμηθευτή και του ρυθμιστή χωρίς να επωμίζεται ευθέως τον λογαριασμό. Η ΕΕ καλείται να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό, να αναλάβει πολιτικό ρίσκο και να διατηρήσει συνοχή σε έναν πόλεμο που δεν βρίσκεται εντός των θεσμικών της εργαλείων ασφάλειας.
- Δεύτερον, μια προσπάθεια αναδιαπραγμάτευσης των κυρώσεων με όρους ενέργειας: ο Τραμπ εκπέμπει ότι οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν περαιτέρω μόνο αν η Ευρώπη κάνει το ίδιο και αν πιεστούν μεγάλοι αγοραστές ρωσικών καυσίμων στην Ασία.
- Τρίτον, μια επικοινωνιακή στρατηγική που ενθαρρύνει το Κίεβο, αυξάνει τις προσδοκίες και ενισχύει την ψυχολογία της Δύσης, χωρίς να αλλάζει —τουλάχιστον άμεσα— τη δομή κινήτρων στον Λευκό Οίκο.
Για την Ουκρανία, ο πειρασμός είναι να δείξει «χειροπιαστή πρόοδο» ώστε να κρατήσει την έξωθεν στήριξη υψηλή. Αυτό συνεπάγεται ρίσκο: επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας εντός της Ρωσίας, εντατικοποίηση χτυπημάτων σε κρίσιμες υποδομές και αναζήτηση ρήγματος στο εσωτερικό του ρωσικού συστήματος. Για τη Ρωσία, ο πειρασμός είναι να αποδείξει ότι δεν είναι «χάρτινος τίγρης»: αιφνίδιες επιχειρησιακές ανατροπές, επίδειξη αντιαεροπορικής υπεροχής, αντενέργειες σε ευρωπαϊκά κανάλια εφοδιασμού. Η σύγκλιση αυτών των πειρασμών είναι ακριβώς η ζώνη κινδύνου.
Τι είπε για Ελλάδα
Για την Ελλάδα και τη ΝΑ Ευρώπη, η μετατόπιση σημαίνει μεγαλύτερο βάρος στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, αυξημένη σημασία των διαδρόμων εφοδιαστικής (logistics) —λιμένες όπως η Αλεξανδρούπολη, σιδηροδρομικές και οδικές αρτηρίες προς την Ανατολή— και ευαισθησία σε ενεργειακές αναταράξεις, ιδίως αν η ευρωπαϊκή βούληση για αποκοπή από ρωσικούς υδρογονάνθρακες συναντήσει νέα επεισόδια. Η Αθήνα χρειάζεται να ζυγίζει την αλληλεγγύη της στη Συμμαχία με την ανθεκτικότητα των δικών της υποδομών και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, ενόσω η ευρωπαϊκή πολιτική αναζητεί πυκνότερη βιομηχανική βάση για άμυνα και ενέργεια.
Υπάρχει μονοπάτι αποτροπής; Ναι, αλλά απαιτεί πειθαρχημένη διπλωματία.
- Πρώτον, «κλειδωμένη» γραμμή μεταξύ Ουάσινγκτον και Βρυξελλών για το ταβάνι της κλιμάκωσης, με σαφείς «μη πράξεις» σε σενάρια που σπρώχνουν προς άμεση αντιπαράθεση ΝΑΤΟ–Ρωσίας.
- Δεύτερον, διαβαθμισμένο χρονοδιάγραμμα στήριξης προς το Κίεβο, συνδεδεμένο με δεσμεύσεις για διαπραγμάτευση όταν πληρούνται συγκεκριμένα ορόσημα (ασφάλεια υποδομών, σταθεροποίηση γραμμών, κανόνες εμπλοκής).
- Τρίτον, ενεργοί δίαυλοι με τρίτες δυνάμεις —Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Ινδία— που μπορούν να προσφέρουν χώρο για όρους παύσης εχθροπραξιών και να απορροφήσουν ενεργειακά σοκ. Χωρίς αυτά, η «στροφή» Τραμπ κινδυνεύει να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής αβεβαιότητας: οι Ευρωπαίοι διχάζονται για το κόστος, οι ΗΠΑ εισπράττουν χωρίς να δεσμεύονται, η Μόσχα δοκιμάζει όρια και το Κίεβο τυφλώνεται από την ανάγκη να αποδείξει ότι «μπορεί να κερδίσει».
Συνοψίζοντας, η αλλαγή Τραμπ δεν σημαίνει στροφή των ΗΠΑ σε ολική πολεμική οικονομία υπέρ της Ουκρανίας. Σημαίνει σκληρότερη ρητορική και εμπορευματοποίηση της στήριξης με ευρωπαϊκό πορτοφόλι· ευθυγράμμιση κυρώσεων μόνο εφόσον η ΕΕ πάει μέχρι τέλους· και διατήρηση της στρατηγικής αμφισημίας, ώστε να μείνει ανοιχτή η πόρτα της διαπραγμάτευσης. Για την Ευρώπη, είναι τεστ αντοχής και ενότητας.
Για την Ουκρανία, τεστ ικανότητας και μέτρου.
Για τη Ρωσία, τεστ αποτροπής χωρίς απώλεια ελέγχου.
Και για όλους, μια υπόμνηση ότι η γλώσσα της πολιτικής μπορεί να είναι ισχυρότερη από τη ρητορική· μόνο όμως μια συνεκτική, ρεαλιστική και πειθαρχημένη στρατηγική αποτρέπει τη διολίσθηση από την κλιμάκωση στην άμεση σύγκρουση.