Ριάντ–Ισλαμαμπάντ: Μπορεί η αμυντική συμφωνία να ενεργοποιήσει τα πυρηνικά ως “ομπρέλα” αποτροπής;
Η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν υπέγραψαν στο Ριάντ μια στρατηγική αμυντική συμφωνία που ορίζει ότι «οποιαδήποτε επίθεση σε ένα από τα δύο κράτη θεωρείται επίθεση και στο άλλο». Η κίνηση αυτή, που έρχεται έπειτα από την ισραηλινή επίθεση στη Ντόχα, στις 9 Σεπτεμβρίου, σε συνάντηση στελεχών της Χαμάς, επανεκκινεί τη συζήτηση για τη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας με επίκεντρο τον Κόλπο και τη Νότια Ασία. Παράλληλα, αναζωπυρώνει ένα παλαιό, αλλά πάντοτε ευαίσθητο ερώτημα: μέχρι ποιου σημείου μπορεί η πυρηνική αποτροπή του Πακιστάν να λειτουργήσει ως έμμεση ομπρέλα για το Ριάντ; Ο Σαουδάραβας αναλυτής Μουνίφ Αμάς αλ-Χάρμπι υποστηρίζει ότι, βάσει της λογικής της συμφωνίας, «όλα τα μέσα αποτροπής» κάθε μέρους τίθενται στη διάθεση του άλλου σε περίπτωση επίθεσης — «συμπεριλαμβανομένων» των πακιστανικών πυρηνικών.
Η θέση του δεν αποτελεί επίσημη επιβεβαίωση· ωστόσο, όσο η περιοχή βιώνει κλιμακούμενους κινδύνους, τόσο το ζήτημα της διευρυμένης αποτροπής θα αποκτά βαρύτητα, ιδίως καθώς οι παραδοσιακές εγγυήσεις ασφάλειας των μεγάλων δυνάμεων δείχνουν να μετασχηματίζονται.
Στο Ριάντ, ο πρίγκιπας-διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σεχμπάζ Σαρίφ έβαλαν τις υπογραφές τους στο «Κοινό Στρατηγικό Αμυντικό Συμφωνητικό Πλαίσιο», εγκαινιάζοντας ένα κεφάλαιο πιο δεσμευτικό από τις ήδη στενές διμερείς σχέσεις σε ασκήσεις, εκπαίδευση και αμυντική βιομηχανία. Ο Σαουδάραβας υπουργός Άμυνας Χαλίντ μπιν Σαλμάν μίλησε για «ενιαίο μέτωπο απέναντι σε κάθε επιτιθέμενο», ενώ ο πρώην πρεσβευτής στο Ισλαμαμπάντ Άλι Αουάντ Ασίρι περιέγραψε τη σχέση ως «μίξη εμπειρίας και στρατιωτικής ισχύος» σε συνδυασμό με τη χρηματοοικονομική δυνατότητα και το στρατηγικό βάθος του βασιλείου. Από την πακιστανική πλευρά, ο δημοσιογράφος άμυνας Μοχάμεντ Άλι χαρακτήρισε τη συμφωνία «ιστορική», ερμηνεύοντάς την ως απάντηση στην αστάθεια της ευρύτερης Ανατολής και στη «μη ικανοποιητική» ανταπόκριση των μεγάλων δυνάμεων στις ανάγκες της περιοχής.
Τι αλλάζει η ρήτρα «κοινής απάντησης»
Ο πυρήνας της συμφωνίας είναι η ρήτρα συλλογικής αντίδρασης: η επίθεση σε ένα μέρος αντιμετωπίζεται ως επίθεση και στο άλλο. Πρόκειται για διατύπωση που παραπέμπει στο ΝΑΤΟϊκό δόγμα της συλλογικής άμυνας, χωρίς βέβαια να το αντιγράφει ή να δημιουργεί επίσημη στρατιωτική συμμαχία τύπου ΝΑΤΟ.
Σε πρακτικό επίπεδο, μια τέτοια ρήτρα:
— Ενισχύει την αποτροπή μέσω στρατηγικής αμφισημίας: ένας δυνητικός επιτιθέμενος οφείλει να συνυπολογίσει την άμεση εμπλοκή του άλλου μέρους.
— Διευκολύνει την επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα: κοινός σχεδιασμός, ασκήσεις «σεναρίων επίθεσης», κοινά πρωτόκολλα πληροφοριών και αντιπυραυλικής άμυνας.
— Δημιουργεί προϋποθέσεις για αμυντική συνεπένδυση σε κρίσιμες ικανότητες (ISR, UAV, αντιβαλλιστική άμυνα, ναυτική ασφάλεια στον Ινδικό Ωκεανό και την Ερυθρά Θάλασσα).
Έτσι, η συμφωνία λειτουργεί ταυτόχρονα ως πολιτικό μήνυμα και ως λειτουργικό πλαίσιο αναβάθμισης υφιστάμενων συνεργειών, με στόχο την ταχεία κλιμάκωση υποστήριξης σε περίπτωση κρίσης.
Η ευαίσθητη παράμετρος της «πυρηνικής ομπρέλας»
Το πλέον ακανθώδες σημείο του δημόσιου διαλόγου είναι η ιδέα ότι τα πακιστανικά πυρηνικά μπορεί να τεθούν στη διάθεση του Ριάντ σε περίπτωση επίθεσης.
Η διατύπωση του αλ-Χάρμπι αποτυπώνει μια πολιτική ανάγνωση της ρήτρας — όχι νομική δέσμευση για μεταφορά ελέγχου ή διάχυση τεχνολογίας.
Τρεις παράγοντες αξίζουν προσοχή:
— Κυριαρχία και έλεγχος: η πυρηνική διοίκηση και έλεγχος (NC3) του Πακιστάν παραμένει εντός πακιστανικής κυριαρχίας. Ακόμη και υπό «διευρυμένη αποτροπή», το κρίσιμο ζήτημα είναι το σήμα πιθανής εμπλοκής, όχι η «παραχώρηση κουμπιού».
— Στρατηγική αμφισημία: η εσκεμμένη ασάφεια παράγει αποτρεπτική αξία· ο αντίπαλος δεν γνωρίζει τα όρια εμπλοκής. Ωστόσο, απαιτείται πειθαρχημένο μήνυμα για να μη προκαλούνται αντισυσπειρώσεις.
— Μη διάδοση: η συμμόρφωση προς τα καθεστώτα μη διάδοσης (π.χ. MTCR, NSG, διεθνείς μηχανισμοί επιτήρησης) αποτελεί προϋπόθεση νομιμοποίησης. Κάθε ερμηνεία που θα παρέπεμπε σε πυρηνικό επιμερισμό θα συναντούσε σφοδρές διεθνείς αντιδράσεις.
Η πιο ρεαλιστική ανάγνωση είναι ότι η συμφωνία ενισχύει την πολιτική αποτροπή και την κοινή στρατηγική σχεδίαση, χωρίς να θίγει την αποκλειστική κυριαρχία του Ισλαμαμπάντ στο πυρηνικό του οπλοστάσιο.
Περιφερειακό πλαίσιο: από τη Ντόχα στον «δυνητικό συνασπισμό»
Η χρονική σύμπτωση με την επίθεση στη Ντόχα λειτούργησε ως επιταχυντής. Στο Ριάντ διαμορφώνεται το αφήγημα μιας πολυκεντρικής στρατηγικής: διατήρηση της εταιρικής σχέσης με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, αλλά και ταυτόχρονη εμβάθυνση δεσμών με Κίνα και Ινδία — ισορροπώντας σε ένα απρόβλεπτο σύστημα.
Η Σαουδική Αραβία έχει ιστορικό αυτόνομης αμυντικής επιλογής (χαρακτηριστική η κινεζική αγορά του 1988), στοιχείο που επανέρχεται ως παράγοντας αξιοπιστίας προς το Ισλαμαμπάντ: το βασίλειο θα κινηθεί με πραγματισμό εάν οι μεγάλες δυνάμεις δεν παραδίδουν.
Η πακιστανική οπτική, όπως την περιγράφει ο Μοχάμεντ Άλι, εστιάζει σε ένα δικτυωτό σχήμα ασφάλειας που μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα κράτη της περιοχής. Με απλά λόγια, η συμφωνία Ριάντ–Ισλαμαμπάντ μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για μια ελαστική περιφερειακή «συλλογική αποτροπή» με σημείο αναφοράς την εδαφική άμυνα, την αντιπυραυλική προστασία και την ενεργειακή ασφάλεια.
Από τη θεωρία στην πράξη: τι συνεπάγεται επιχειρησιακά
Η «μετάφραση» της ρήτρας σε ικανότητες περνά από τέσσερις άξονες:
— Πληροφορίες–Στοχοποίηση (ISR/ISTAR): ανταλλαγή πληροφοριών προειδοποίησης για βαλλιστικές απειλές, UAV, δολιοφθορές υποδομών (ενέργεια, λιμάνια, διάδρομοι).
— Αντι-UAV/αντιπυραυλική άμυνα: συνεκπαίδευση πληρωμάτων, αμοιβαία πρόσβαση αισθητήρων, βέλτιστη διαστρωμάτωση ικανοτήτων (SHORAD–MRAD).
— Ναυτική ασφάλεια: κοινά σχήματα αποτροπής/συνοδείας σε Στενό Χορμούζ, Θάλασσα του Ομάν, Ερυθρά Θάλασσα, με έμφαση στην προστασία εμπορικών ροών.
— Αμυντική βιομηχανία–συμπαραγωγή: προώθηση συμπαραγωγών UAV, πυρομαχικών ακριβείας και συστημάτων C4ISR, αξιοποιώντας τη χρηματοδότηση του Ριάντ και το τεχνογνωσιακό αποτύπωμα του Πακιστάν.
Η επιτυχία αυτών των αξόνων θα κριθεί από τον ρεαλισμό των χρονοδιαγραμμάτων, την τυποποίηση πρωτοκόλλων και την ικανότητα των δύο πλευρών να διαχειριστούν κρίσεις χωρίς παρεξηγήσεις αρμοδιοτήτων.
Πολιτική οικονομία της ασφάλειας: χρήμα, τεχνολογία, νομιμοποίηση
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει κεφαλαιακή ισχύ και βιομηχανικό σχέδιο για μεγαλύτερη αυτονομία (Vision 2030, SAMI). Το Πακιστάν προσφέρει ανθρώπινο δυναμικό, δοκιμασμένο στρατιωτικό δόγμα και προϋπάρχουσες αλυσίδες εφοδιασμού. Η σύζευξη αυτή:
— Επιταχύνει τη μεταφορά τεχνογνωσίας (εντός πλαισίων μη διάδοσης).
— Δημιουργεί αγορά κλίμακας για προϊόντα χαμηλότερου κόστους σε σχέση με δυτικούς προμηθευτές.
— Παράγει πολιτική νομιμοποίηση εντός του μουσουλμανικού κόσμου, κρίσιμη όταν ο λόγος είναι η αμυντική κινητοποίηση.
Ωστόσο, η ίδια σύζευξη απαιτεί διαφάνεια στις συμβάσεις SLA (service-level agreements) και προσοχή στην πολυεθνοτική δομή των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν, ώστε να αποφεύγονται εσωτερικές τριβές σε περιόδους έντασης.
Ρεαλισμός και ρίσκα: τι φοβίζει τις πρωτεύουσες
Παρά τη θετική δυναμική, τρία ρίσκα παραμένουν:
— Στρατηγική ταύτιση με την κρίση: αν η συμφωνία εκληφθεί από αντιπάλους ως ευθεία στοχοποίηση, ενδέχεται να προκαλέσει αντισυσπείρωση και δοκιμές «κόκκινων γραμμών» μέσω ασύμμετρων επιθέσεων.
— Διεθνής αντίδραση: κάθε μήνυμα που θυμίζει πυρηνικό επιμερισμό θα πυροδοτήσει διπλωματική πίεση και πιθανές κυρώσεις σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.
— Διαλειτουργικότητα με τρίτους: η παράλληλη συνεργασία με ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα, Ινδία είναι πλεονέκτημα αλλά και δίκοπο μαχαίρι· τεχνολογικές ασυμβατότητες και πολιτικές ευαισθησίες μπορεί να περιορίσουν το βάθος της ολοκλήρωσης.
Το κλειδί είναι μια επιμελής αρχιτεκτονική διακυβέρνησης της συμφωνίας: σαφείς κανόνες εμπλοκής, επίπεδα κλιμάκωσης, κανάλια αποσυμπίεσης και μηχανισμοί επικοινωνίας κρίσης.
Ιστορικό βάθος και η συνέχεια μιας τροχιάς
Η συνεργασία Ριάντ–Ισλαμαμπάντ δεν ξεκινά τώρα. Από τη δεκαετία του 1960, οι δύο χώρες συντόνισαν εκπαίδευση, πραγματοποίησαν τακτικές ασκήσεις και οικοδόμησαν θεσμούς συνεργασίας. Η επίσκεψη του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στο Ισλαμαμπάντ το 2019 οδήγησε στη δημιουργία του Ανώτατου Συμβουλίου Συντονισμού και σε επενδυτικές συμφωνίες άνω των 20 δισ. δολαρίων, σηματοδοτώντας ότι οικονομία και ασφάλεια αντιμετωπίζονται ως ενιαίο πεδίο. Η νέα συμφωνία έρχεται ως θεσμική κορύφωση αυτής της τροχιάς, προσθέτοντας ρήτρα συλλογικής απάντησης που αναβαθμίζει το επίπεδο δέσμευσης.
Τι σημαίνει για τα Βαλκάνια και την ΕΕ
Για την Ευρώπη και ειδικά για τα Βαλκάνια, η εμβάθυνση Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν έχει τρεις αναγνώσεις: Πρώτον, η ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ εξαρτάται και από τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή και τα θαλάσσια περάσματα· άρα, κάθε σχήμα που ενισχύει την ασφάλεια θαλάσσιων οδών επηρεάζει έμμεσα τιμές και ροές. Δεύτερον, τα ευρωπαϊκά αμυντικά οικοσυστήματα θα κληθούν να ανταγωνιστούν/συμπληρώσουν νέες συμπαραγωγές στον άξονα Ριάντ–Ισλαμαμπάντ. Τρίτον, η πολυπολικότητα αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ των περιφερειακών παικτών· η ΕΕ οφείλει να ενισχύσει την εξωτερική της πολιτική συνοχή για να παραμείνει σχετική σε μια περιοχή που δεν αναμένει πλέον μονοσήμαντες εγγυήσεις.
Συμπέρασμα: συμφωνία-πλαίσιο, αποτροπή διά της αμφισημίας
Η στρατηγική συμφωνία Ριάντ–Ισλαμαμπάντ δεν αλλάζει μονομιάς τους κανόνες, αλλά αναβαθμίζει θεσμικά μια υφιστάμενη σύγκλιση: κοινή αντίληψη απειλών, ανάγκη εγχώριας ανθεκτικότητας, επιδίωξη πρόσθετου εργαλείου αποτροπής σε περίοδο αστάθειας. Η ρήτρα «επίθεση σε έναν, επίθεση και στους δύο» λειτουργεί ως πολιτικός πολλαπλασιαστής, ενώ το πυρηνικό ερώτημα —όπως τίθεται από αναλυτές— παραμένει στο επίπεδο της στρατηγικής αμφισημίας, όχι της μεταβίβασης ελέγχου.
Για το Ριάντ, η συμφωνία είναι βήμα προς μια πολυεπίπεδη ασφάλεια που δεν υποκαθιστά τις δυτικές εταιρικές σχέσεις, αλλά τις συμπληρώνει. Για το Ισλαμαμπάντ, αποφέρει πολιτικό βάρος, οικονομικό οξυγόνο και διεύρυνση του αμυντικού του αποτυπώματος. Και για την ευρύτερη περιοχή, στέλνει μήνυμα ότι η αποτροπή δεν είναι πια μονοπώλιο των μεγάλων δυνάμεων, αλλά διαπραγματεύσιμο αγαθό μεταξύ περιφερειακών εταίρων που μοιράζονται κοινούς κινδύνους.