Το “σκάνδαλο” με Ρέτφορντ και Στρέιζαντ στα γυρίσματα της ταινίας “Τα καλύτερα μας χρόνια”

 Το “σκάνδαλο” με Ρέτφορντ και Στρέιζαντ στα γυρίσματα της ταινίας “Τα καλύτερα μας χρόνια”

«Τα καλύτερα μας χρόνια»… παρά λίγο να μη συμβούν καν. Ο λόγος για την ταινία που άφησε εποχή και έλαβε βραβείο Όσκαρ και για την «χημεία» μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών Μπάρμπαρα Στρέιζαρντ και Ρόμπερτ Ρέντφορντ, που έφυγε χθες σε ηλικία 89 ετών από τη ζωή, για την οποία έχουν γραφτεί πολλά κι όχι πάντα τόσο κολακευτικά για τις αντιδράσεις των δυο πρωταγωνιστών.

Ο συγγραφέας Ρόμπερτ Χόφλερ στο αποκαλυπτικό βιβλίο με τίτλο: «Tα καλύτερά μας χρόνια: Πώς οι επικές μάχες και οι πληγωμένοι εγωισμοί έφεραν στην οθόνη μια κλασική ιστορία αγάπης του Χόλιγουντ», που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2023 προχωρά σε ζουμερές λεπτομέρειες γι΄ αυτήν την ταινία, που άφησε εποχή  και καθόρισε γενιές και γενιές, προσδίδοντας μία μάλλον ντροπιαστική εικόνα για τη Στρέιζαρντ αλλά και έναν απρόθυμο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος φορούσε… «τσίγκινα» εσώρουχα για να μην τον παρενοχλεί σεξουαλικά η ηθοποιός.

Στην ταινία «Τα καλύτερά μας χρόνια» ο Ρέντφορντ υποδύεται τον προνομιούχο Χαμπλ Γκάρντινερ, έναν γοητευτικό άνδρα αλλά αδιάφορο για τα κοινωνικά δρώμενα συγκριτικά με την πολιτικοποιημένη Εβραία, Κέιτι Μορόσκι, την οποία ενσάρκωσε η Στρέιζαντ. Παρά τις διαφορές τους, οι χαρακτήρες παντρεύονται και πηγαίνουν στην Καλιφόρνια για να κυνηγήσουν το όνειρο του Χαμπλ να γίνει σεναριογράφος. Όμως, η διαφορετική φιλοσοφία ζωής τους είναι υπαρκτές και οι παλαιές διαφορές κι εντάσεις θα επανεμφανιστούν.

Το βιβλίο που κινείται μεταξύ σχολιασμού και κιτρινισμού, σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως κι άφηνε πολλές αιχμές για την εμμονή της Στρέιζαρντ με τον Ρέντφορντ, η οποία δεν μετουσιώθηκε ποτέ από απλό φλερτ σε σεξουαλική σχέση. Υποστηρίζει μάλιστα ότι ο Ρέντφορντ ήταν απρόθυμος να συνεργαστεί με την 83χρονη σήμερα Στρέιζαντ και μάλιστα είχε αναγκαστεί να φορέσει «δύο αθλητικά μποξεράκια» πριν… κοιμηθεί κινηματογραφικά για πρώτη φορά με τη συμπρωταγωνίστριά του.

Σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Χόφλερ για τα γυρίσματα της ταινίας του 1973, η ταινία αυτή θα μπορούσε να μην έχει γίνει ποτέ με τον Ρέντφοντ, ο οποίος ήταν εξαρχής αρνητικός στον Σίντνεϊ Πόλακ να συνεργαστεί με τη Στρέιζαρντ, η οποία απ’  αυτήν την ταινία έγινε ευρέως γνωστή κι αγαπητή και κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου.

Κατά την άποψη του συγγραφέα ο Ρέντφορντ ήταν από την αρχή αρνητικός διότι δεν τη θεωρούσε σοβαρή ηθοποιό κι ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό του και την οικογένειά του από κάποιο τυχόν σκάνδαλο. Θεωρούσε, δε, πως οι ταινίες που έπαιζε η συμπρωταγωνίστριά του ήταν …γλυκανάλατες.

Το βιβλίο εμφανίζει τη Στρέιζαντ «γοητευμένη» από τη φυσική ομορφιά του Ρέντφορντ και πως ήθελε απεγνωσμένα να γίνουν ζευγάρι. Η ταινία γυρίστηκε το 1972 όταν ο Ρέντφορντ ήταν 36 ετών και η Στρέιζαντ 30, αλλά τότε ο ίδιος ήταν παντρεμένος και είχε έναν καλό γάμο με τη σύζυγό του.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης ερωτικής τους σκηνής, ο Ρέντφορντ αρνήθηκε να πει τη φράση: «Αυτή τη φορά θα είναι καλύτερα», διότι πίστευε ότι οι σινεφίλ θα μπερδευτούν και θα θεωρήσουν πως είχε κακές επιδόσεις στο σεξ και στην πραγματική ζωή. Κατά τον Χόφλερ ο Ρέντφορντ προσπαθούσε να διαχωρίσει τη θέση του ηθοποιού από τυχόν παρερμηνείες και για την πραγματική του ζωή.

Η ταινία έγινε τεράστια επιτυχία και κέρδισε δύο Όσκαρ, μεταξύ άλλων και για το καλύτερο πρωτότυπο τραγουδιού για το «The Way We Were», που τραγούδησε η Στρέιζαντ, το οποίο έφτασε στο Νο1 του Billboard Hot 100. Σύμφωνα ωστόσο με το βιβλίο, ο Ρέντφορντ αρχικά δεν ενδιαφερόταν καν για το σενάριο και είπε στον σκηνοθέτη Σίντνεϊ Πόλακ ότι ο χαρακτήρας που θα υποδυθεί ήταν αδιάφορος. Ο Ρέντφορντ έβλεπε τον Χάμπλ κάτι σαν μια «Κούκλα Κεν», αναφερόμενος στο σύντροφο της Μπάρμπι.

Ο Πόλακ επί μήνες προσπαθούσε να τον πείσει να πει το πολυπόθητο «Ναι». Υπήρξε διαφωνία ακόμη και μεταξύ του παραγωγού της ταινίας Ρέι Σταρκ και του Ρέντφορντ, που θεωρούσε πως ήταν αχάριστος. Ο Σταρκ, γράφει το βιβλίο, πως έδωσε τελεσίγραφο στον Πόλακ αν θα συμμετάσχει ο Ρέντφορντ ή κάποιος άλλος και μάλιστα είχε ακουστεί και τ’ όνομα του Ράιαν Ο’Νιλ.

Ο Ρέντφορντ συμφώνησε αφού του προσφέρθηκαν 1,2 εκατομμύρια δολάρια, σε αντίθεση με το 1 εκατομμύριο δολάρια που έλαβε η Στρέιζαντ.

Όταν τελικά συναντήθηκαν για δείπνο, η Στρέιζαντ «ξετρελάθηκε» με τον συμπρωταγωνιστή της, τον οποίο σύμφωνα με τον Πόλακ, «λάτρευε ακόμη και πριν ξεκινήσουν», αλλά ο ίδιος προσπάθησε να της θέσει όρια στην επαγγελματική σχέση.

Σύμφωνα με το βιβλίο, ο Στρέιζαντ είχε αδυναμία στους αρρενωπούς άντρες και το ύφος του Ρέντφορντ την έλκυε ακόμη περισσότερο. Η περίεργη χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών ήταν ακριβώς αυτό που απαιτούσε η ταινία και βγήκε προς τα έξω και στο κοινό, που την αγάπησε από την πρώτη στιγμή.

Τα γυρίσματα πάντως δεν ήταν εύκολα, αφού ο Ρέντφορντ δέχθηκε επίθεση από μια νυχτερίδα στο ράντσο του στη Γιούτα και χρειάστηκε να υποβληθεί σε επώδυνα αντιλυσσικά εμβόλια, ενώ ακολούθησαν και άλλες δυσκολίες που έβγαζαν εκτός εαυτού και προϋπολογισμού, όσους συμμετείχαν στην ταινία.

Σύμφωνα με το βιβλίο δεν άντεχε την ατέρμονη φλυαρία της Στρέιζαντ κι εκείνη γινόταν έξαλλη με την αδιαφορία του. Οι συμπρωταγωνιστές δημιούργησαν και νέα προβλήματα στην ταινία γιατί θεωρούσαν καλό τους προφίλ και οι δυο την αριστερή πλευρά.

Η Στρέιζαντ ανυπομονούσε πολύ περισσότερο για την πρώτη ερωτική σκηνή και σύμφωνα μ’ ένα μέλος της ταινίας που επικαλείται το βιβλίο, είχε «σχέσεις με πολλούς από τους συμπρωταγωνιστές της».

Στις ερωτικές σκηνές ο Ρέντφορντ αστειεύτηκε ότι δεν υπήρχε «τίποτα αναμμένο εκτός από το ραδιόφωνο». Η δεύτερη ερωτική σκηνή γυρίστηκε με τους δύο να ταΐζουν ο ένας τον άλλον σταφύλια. Ο Χάμπλ σύμφωνα με το σενάριο έλεγε στην Κέιτι: «Θα είναι καλύτερα αυτή τη φορά», ατάκα που ο Ρέντφορντ αρνήθηκε να πει.

Μόλις η ταινία έγινε επιτυχία, συζητήθηκε να μεταφερθεί και μία συνέχεια στην κινηματογραφική οθόνη αλλά ο Ρέντφορντ αρνήθηκε κατηγορηματικά να πάρει μέρος και σε σίκουελ.