Ανάλυση: Τι σημαίνει η αναφορά Πούτιν περί “πολλαπλών πιθανών διαδόχων” του
Η δημόσια αναφορά του Βλαντίμιρ Πούτιν σε ένα ενδεχόμενο σενάριο διαδοχής του από την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σε συνέντευξή του για το ντοκιμαντέρ «Ρωσία. Κρεμλίνο. Putin. 25 χρόνια», δεν αποτελεί απλώς μια σπάνια παραδοχή αλλά και ένα σύνθετο πολιτικό μήνυμα. Σε μια φάση κατά την οποία ο ρωσικός αυταρχισμός βρίσκεται στο απόγειο της συγκέντρωσης εξουσιών, η Μόσχα έχει εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς στην Ουκρανία, και το καθεστώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπική κυριαρχία του Πούτιν, η δήλωση περί «πολλαπλών πιθανών διαδόχων» αποκτά πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.
- Πρώτον, αναδιατάσσει την ατζέντα της ελίτ και των υποψηφίων για εσωτερική αναρρίχηση.
- Δεύτερον, διαμορφώνει ένα σενάριο ελεγχόμενης μεταβίβασης ισχύος, με τους όρους του Κρεμλίνου.
- Και τρίτον, επιχειρεί να ενισχύσει τη σταθερότητα ενός καθεστώτος που στηρίζεται ακριβώς πάνω στην υποθετική αθανασία του ηγέτη.
Ενώ οι προεδρικές εκλογές του 2030 θεωρούνται τυπικά «ανοιχτές» λόγω της συνταγματικής μεταρρύθμισης του 2020, η οποία μηδένισε τις προηγούμενες θητείες του Πούτιν, η ξαφνική αναφορά του στην ανάγκη να υπάρχουν πολλαπλές επιλογές για το μέλλον της χώρας πυροδοτεί σενάρια, ανησυχίες και -κυρίως- ερμηνείες. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τον διάδοχο δεν αφορά τόσο τον Ρωσικό λαό, όσο το επιτελικό σύστημα εξουσίας, την ολιγαρχία και τα θεσμικά υποσυστήματα που ορίζουν το αύριο της Ρωσίας χωρίς τον ιστορικό της ηγέτη.
Η παραδοχή του Πούτιν ότι «σκέφτεται συνεχώς τον διάδοχο», έρχεται σε μια στιγμή που τίποτα δεν προϊδεάζει για πιθανή οικειοθελή αποχώρησή του. Η Ρωσία τελεί υπό καθεστώς πολεμικής κινητοποίησης, η καταστολή έχει ενταθεί, η αντιπολίτευση έχει αποψιλωθεί, και το σύστημα εξουσίας έχει αναδιοργανωθεί με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η απόλυτη συγκέντρωση όλων των στρατηγικών αποφάσεων στα χέρια του Κρεμλίνου.
Η δήλωση περί διαδοχής δεν πρέπει να εκληφθεί ως σινιάλο εξόδου, αλλά ως δοκιμαστικό μήνυμα, ένα τεστ αντιδράσεων στο εσωτερικό της νομενκλατούρας. Η φράση «θα πρέπει να εμφανιστούν αρκετοί άνθρωποι που να μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του λαού» δεν σημαίνει ότι ο Πούτιν αποσύρεται, αλλά ότι αφήνει ανοιχτό το πεδίο των προθέσεων, κρατώντας τους πάντες σε επαγρύπνηση.
Η πιο κρίσιμη παράμετρος αυτής της δήλωσης δεν είναι η πρόωρη αναφορά σε μια μελλοντική διαδοχή, αλλά η ρήξη με το μοντέλο του 2008. Τότε, ο Πούτιν είχε επιλέξει ανοιχτά τον Ντμίτρι Μεντβέντεφ ως «προσωρινό διάδοχο», εξασφαλίζοντας μια de facto μεταβίβαση ελέγχου χωρίς απώλεια εξουσίας. Σήμερα, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση – και κυρίως, δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι ένας μελλοντικός διάδοχος θα διατηρούσε τη γραμμή συνέχειας του καθεστώτος. Αντιθέτως, η ιστορία έχει δείξει ότι οι νέοι πρόεδροι, εφόσον λάβουν πραγματική ισχύ, συχνά απαλλάσσονται από τις δεσμεύσεις προς τους προκατόχους τους και προχωρούν σε ριζικές αναθεωρήσεις. Η πιθανότητα ένας «διάδοχος» να μετατραπεί σε μεταρρυθμιστή ή αποστασιοποιημένο ηγέτη, είναι ένα ρίσκο που η παρούσα ρωσική εξουσία δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει χωρίς έλεγχο.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Πούτιν δεν κάνει λόγο για έναν διάδοχο, αλλά για «πολλούς». Το σενάριο αυτό μοιάζει να προετοιμάζει μια ελεγχόμενη πλουραλιστική διαδικασία, χωρίς ωστόσο να καθιστά σαφές αν θα υπάρχει πραγματική δημοκρατική επιλογή. Αντίθετα, προϊδεάζει για μια διαδικασία επιλογής από προεπιλεγμένους υποψηφίους – πιθανώς εκπροσώπους διαφορετικών φατριών της ρωσικής ελίτ, των υπηρεσιών ασφαλείας, των τεχνοκρατών ή ακόμα και της ευρύτερης οικογένειας του Πούτιν.
- Η φήμη ότι ίσως επιλέξει ένα από τα παιδιά του –τις κόρες του ή φερόμενους γιους του με την Αλίνα Καμπάεβα– αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί, εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο μιας δυναστικής αντίληψης για τη συνέχιση της εξουσίας.
Την ίδια στιγμή, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι θεσμικές αλλαγές που επιβλήθηκαν με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2020. Ενώ ο δημόσιος διάλογος εστιάστηκε στο ότι η αναθεώρηση «μηδένισε» τις προηγούμενες θητείες του Πούτιν, εξίσου σημαντική είναι η μετατόπιση αρμοδιοτήτων προς την Κρατική Δούμα.
Η Δούμα απέκτησε μεγαλύτερο ρόλο στον σχηματισμό της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα ένας μελλοντικός πρόεδρος να εξαρτάται εν δυνάμει από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία – ή από έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένας εκλεγμένος «διάδοχος» δεν θα έχει το εύρος εξουσίας του Πούτιν, αν δεν μπορεί να ελέγξει κοινοβουλευτικά τη νέα αρχιτεκτονική εξουσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η μετάβαση μπορεί να γίνει είτε με σταδιακή αποφόρτιση του συστήματος, είτε με συγκεντρωτικό έλεγχο ενός διαδόχου που θα συντηρεί την τρέχουσα πολιτική γραμμή. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που φαίνεται να επιδιώκει ο Πούτιν είναι μια μορφή εγγυημένης συνέχειας, όπου δεν θα επιτραπεί η εκτροπή από την παγιωμένη πορεία του ρωσικού κράτους. Με αυτή τη λογική, η δήλωση του Πούτιν ίσως να συνιστά λιγότερο μια προετοιμασία για έξοδο και περισσότερο μια δοκιμή ελέγχου των ισορροπιών εντός του συστήματος εξουσίας.
Σημαντικό στοιχείο είναι και η χρονική απόσταση από τις εκλογές του 2030. Μια πενταετία μπορεί να φαντάζει μακρινή, αλλά για ένα καθεστώς που στηρίζεται σε προληπτικό έλεγχο των εξελίξεων, είναι το κατάλληλο διάστημα για τη σταδιακή διαμόρφωση ενός ελεγχόμενου πολιτικού πεδίου. Η πρόωρη δημόσια αναφορά στο θέμα επιτρέπει στο Κρεμλίνο να παρακολουθήσει τις αντιδράσεις των παικτών, να εντοπίσει τις φιλοδοξίες, να ελέγξει την πιστή και να απορρίψει επικίνδυνες εκτροπές εκ των προτέρων.
Εντέλει, η συζήτηση για τον διάδοχο του Πούτιν δεν αφορά τόσο τη ρωσική κοινωνία όσο τις εσωτερικές ισορροπίες του αυταρχικού συστήματος. Στην πράξη, ο «διάδοχος» δεν θα είναι αποτέλεσμα μιας αυθεντικής εκλογικής διαδικασίας, αλλά προϊόν συμβιβασμού, επιλογής και εγγυήσεων για το μέλλον του ίδιου του Πούτιν και των μηχανισμών που αυτός συγκρότησε. Η δήλωσή του σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης όπου το ερώτημα «ποιος θα τον διαδεχθεί» γίνεται μέσο ελέγχου, πειθαρχίας και διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας μέσω παρατεταμένης ασάφειας.
Σε κάθε περίπτωση, η μετα-Πούτιν εποχή δεν έχει ακόμη αρχίσει. Αλλά ο ίδιος φροντίζει να ορίσει το έδαφος, τους όρους και –κυρίως– τα όρια μέσα στα οποία θα διαμορφωθεί.