Εκλογικό θρίλερ στη Γαλλία:Τα σενάρια για την κυβέρνηση-Οι εκτιμήσεις για την επόμενη ημέρα
Το μεγάλο εκλογικό θρίλερ στη Γαλλία που θα λήξει απόψε με τις κάλπες του δεύτερου γύρου ενδεχομένως να οδηγήσει τη χώρα σε πολιτική περιπέτεια στην οποία έχει ήδη εισέλθει από τη νύχτα των ευρωεκλογών της 9ης Ιουνίου και την προκήρυξη από τον πρόεδρο Μακρόν των πρόωρων βουλευτικών εκλογών.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η συμμετοχή των πολιτών στον β’ γύρο των γαλλικών εκλογών έφτασε το μεσημέρι της Κυριακής στο 26,63%, αυξημένη κατά 7,5 μονάδες σε σύγκριση με το 2022 (18,99%). Στον πρώτο γύρο, στις 30 Ιουνίου, η συμμετοχή το μεσημέρι ήταν 25,9%, επίσης αυξημένη κατά 7,5 μονάδες σε σχέση με το 2022 (18,4%). Νέες ενημερώσεις γιατη συμμετοχή θα προκύψουν στις 6 και στις 9 μ.μ. (ώρα Ελλάδας). Αυτό το ποσοστό (26,63%) είναι το υψηλότερο για βουλευτικές εκλογές έπειτα από εκείνες του 1981 (28,3%), οι οποίες σηματοδοτήθηκαν από την άφιξη της αριστεράς στην εξουσία.
Από εκεί και πέρα, τα εκλογικά τμήματα στους περισσότερους δήμους της χώρας θα κλείσουν στις 7 το απόγευμα (ώρα Ελλάδας), ενώ στις μεγάλες πόλεις οι κάλπες μπορεί να κλείσουν ακόμα και στις 9. Την ίδια ώρα (9 ώρα Ελλάδας) θα δημοσιευτούν και οι πρώτες εκτιμήσεις των αποτελεσμάτων.
Με βάση τις εκτιμήσεις των δημοσκοπήσεων, λαμβανομένου υπόψη ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων του εκλογικού συστήματος το ποσοστό επισφάλειάς τους είναι ιδιαίτερα υψηλό, οι πιθανότητες το ακροδεξιό RN να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία των 577 εδρών της Εθνοσυνέλευσης είναι αισθητά λιγότερες από όσες ήταν μία εβδομάδα πριν, όταν ο υποψήφιος πρωθυπουργός Ζορντάν Μπαρντελά διαβεβαίωνε τους οπαδούς του που πανηγύριζαν για τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου ότι «ερχόμαστε».
Παράλληλα, το ενδεχόμενο να προκύψει πλειοψηφία NFP – EN είναι αριθμητικά εφικτό, αλλά πολιτικά παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να μετεξελιχθεί σε βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. Η μάχη βεβαίως συνεχίζεται ψήφο με ψήφο σε ολόκληρη τη Γαλλία και δεν θα τελειώσει πριν κλείσει και η τελευταία κάλπη απόψε. Και θα ήταν παρακινδυνευμένο να κλειδώσει κανείς εκ των προτέρων το αποτέλεσμα.
Το ενδεχόμενο επικράτησης ενός ακροδεξιού σχηματισμού προκαλεί προβληματισμό και ανησυχία, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη.
Δύο είναι τα βασικά σενάρια για την επόμενη μέρα στη Γαλλία: Αν η RN της Λεπέν εξασφαλίσει τον μαγικό αριθμό των 289 εδρών για την απόλυτη πλειοψηφία στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση ή όχι.
Απόλυτη πλειοψηφία RN
Στην πρώτη περίπτωση, ο Εμανουέλ Μακρόν είναι υποχρεωμένος να παραδώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πρόεδρο της RN, Ζορντάν Μπαρντελά, περνώντας πλέον σε καθεστώς «συμβίωσης» ή «συγκατοίκησης».
Τι σημαίνει αυτό; Όταν ο πρόεδρος και ο πρωθυπουργός της Γαλλίας προέρχονται από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα, η εκτελεστική εξουσία είναι μοιρασμένη και αμφότεροι υποχρεούνται να συνεργαστούν για το καλό της χώρας.
Η επιτυχία της διακυβέρνησης της χώρας στο πλαίσιο μιας πολιτικής «συμβίωσης» εξαρτάται από το πόσο καλή είναι η συνεργασία προέδρου και πρωθυπουργού. Στο ισχύον Σύνταγμα της 5ης Δημοκρατίας του 1958 δεν προβλέπεται πάντως ρητά μια τέτοια συμβίωση.
Το πιο σημαντικό πεδίο δράσης για τον πρωθυπουργό σε μια συμβίωση είναι η εσωτερική πολιτική, όπου η κυβέρνηση έχει το πρώτο λόγο.
Αντίθετα, στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας της χώρας, κυβέρνηση και πρόεδρος μοιράζονται τις εξουσίες, με τον πρόεδρο να είναι αρμόδιος για τις εξωτερικές σχέσεις.
Ο πρόεδρος Μακρόν επανειλημμένα έχει πει ότι απορρίπτει μεγάλο τουλάχιστον μέρος του προγράμματος της Εθνικής Συσπείρωσης. Όμως παράλληλα είναι μάλλον απίθανο ο Γάλλος πρόεδρος να προσπαθήσει να μπλοκάρει πλήρως μια κυβέρνηση της RN . Αναγκαστικά, και οι δύο πλευρές θα πρέπει να αναζητήσουν έναν κοινό παρονομαστή, με τους αναλυτές να επισημαίνουν ότι το κόμμα της Λεπέν ενδέχεται να προσπαθήσει να φέρει σε δύσκολη θέση τον πρόεδρο, εξωθώντας τον σε παραίτηση.
Απλή πλειοψηφία RN
Σε αυτήν την περίπτωση, το τοπίο θολώνει πολύ. Ο Μπαρντελά έχει υποσχεθεί ότι θα αρνηθεί την πρωθυπουργία αν νικήσει στις εκλογές, χωρίς όμως να εξασφαλίζει την απόλυτη πλειοψηφία.
Την ίδια ώρα, ο Εμανουέλ Μακρόν διαβεβαιώνει τους πολίτες ότι δεν θα δεχτεί να σχηματίσει κυβέρνηση με την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν.
Αν κανένας πολιτικός συνασπισμός δεν είναι σε θέση να συγκεντρώσει τις έδρες της απόλυτης πλειοψηφίας, τότε ουσιαστικά μπλοκάρεται η δημιουργία κυβέρνησης. Ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν μπορεί να προχωρήσει σε διάλυση του Κοινοβουλίου, καθώς το γαλλικό Σύνταγμα προβλέπει περίοδο διαβουλεύσεων και αναμονής διάρκειας ενός έτους.
Δεν είναι αυτή τη στιγμή σαφές πώς θα αντιδράσουν όλα τα κόμματα σε περίπτωση μη επίτευξης της απόλυτης πλειοψηφίας στην Εθνοσυνέλευση. Μόνο για την Μαρίν Λεπέν είναι γνωστό ότι, σε αυτό το ενδεχόμενο, προκρίνει νέα προσφυγή στις κάλπες. Έτσι, φαίνεται ότι πολλά θα εξαρτηθούν από την πολιτική δυναμική που θα σχηματιστεί μετεκλογικά, αφού ούτως ή άλλως δεν υπάρχει συνταγματικός τρόπος που να εξαναγκάζει σε παραίτηση τον πρόεδρο.
Στα πιθανά ενδεχόμενα αυτού του σεναρίου περιλαμβάνεται και μια υπερκομματική κυβέρνηση τεχνοκρατών, για την οποία ωστόσο δεν υπάρχει προηγούμενο στην 5η Γαλλική Δημοκρατία.
Επίσης, ο Μακρόν θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 16 του γαλλικού Συντάγματος, το οποίο παρέχει στον πρόεδρο έκτακτες εξουσίες σε καταστάσεις κρίσης, για να διασφαλιστεί η συνέχεια του κράτους. Σε αυτήν την περίπτωση, ο Γάλλος πρόεδρος θα μπορούσε να ψηφίσει νόμους και να εκδώσει διατάγματα χωρίς την έγκριση της Εθνοσυνέλευσης.
Ωστόσο, αναλυτές θεωρούν ότι αυτή η προοπτική δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή για τον Μακρόν, αφού μια διακυβέρνηση αποκλειστικά με διατάγματα θα έθετε τη Γαλλία σε καθεστώς μόνιμης κρίσης.
ΕΚΤ: Σε ετοιμότητα για το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών
Όλα τα σενάρια για την επόμενη μέρα των βουλευτικών εκλογών στη Γαλλία βρίσκονται στο τραπέζι των συσκέψεων στον εμβληματικό πύργο της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη.
Κοινή συνισταμένη των αναλύσεων είναι ότι το αποτέλεσμα της γαλλικής κάλπης θα είναι μία καθοριστική παράμετρος για το πώς θα συμπεριφερθεί η γαλλική και ευρύτερα η ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων από τη Δευτέρα, αν και επικρατεί αισιοδοξία ότι δεν θα επαληθευτούν τα χειρότερα ενδεχόμενα.
Δηλαδή η επόμενη μέρα να βρει τη Γαλλία σε κατάσταση ακυβερνησίας, ενδεχόμενο που θα έστελνε ισχυρά σήματα αβεβαιότητας στις αγορές για την πορεία της γαλλικής οικονομίας και την ικανότητα λήψης αποφάσεων για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο αναμένεται να κυμανθεί εφέτος μεταξύ 5-5,% του ΑΕΠ και του χρέους που έχει ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ.
Γι’ αυτό και η Ευρώπη περιμένει με κομμένη την ανάσα το αποτέλεσμα της κάλπης, αφού ένα ισχυρό μήνυμα αβεβαιότητας από αυτές θα μπορούσε να αναστατώσει τις αγορές, πυροδοτώντας μεγάλα κύματα αναταράξεων στα ευρωπαϊκά ομόλογα και στα χρηματιστήρια.
Γραμμή άμυνας
Σε κάθε περίπτωση η ΕΚΤ είναι έτοιμη να αντιδράσει δηλώνουν στελέχη με γνώση των συζητήσεων και των αποφάσεων που έχουν ληφθεί στο επιτελείο της Κεντρικής Τράπεζας.
Από την περίοδο της πανδημίας η ΕΚΤ έχει δημιουργήσει ειδικό εργαλείο άμυνας, το Transmission Protection Instrument (TPI) που δίνει τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης με αγορές ομολόγων χωρών που δέχονται μεγάλες πιέσεις. Αυτό το εργαλείο είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει η ΕΚΤ, αν χρειαστεί, από τη Δευτέρα στην περίπτωση που εκδηλωθούν “επιθέσεις” στα γαλλικά ομόλογα ή προκύψει ένα ευρύτερο ντόμινο αναταράξεων στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων.
Η «γραμμή άμυνας» της Φρανκφούρτης, όπως διαβεβαιώνουν στελέχη της ΕΚΤ, μπορεί να ενεργοποιηθεί, αν χρειαστεί, για όλες τις χώρες από τις μεγαλύτερες μέχρι τις μικρότερες, οι οποίες δέχονται, συνήθως, τις μεγαλύτερες πιέσεις σε τέτοιες αναταράξεις.
Νέες μειώσεις επιτοκίων
Η κατάσταση στην αγορά ομολόγων, στον απόηχο των γαλλικών εκλογών είναι βέβαιο ότι θα εξεταστεί στο συμβούλιο νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ στις 18 Ιουλίου. Το άλλο μείζον θέμα είναι η πολιτική επιτοκίων. Αυτή τη στιγμή δεν τίθεται θέμα νέας μείωσης τους, μετά τη μείωση του Ιουνίου.
Ωστόσο, οι συσχετισμοί στο επιτελείο της ΕΚΤ, δείχνουν ότι θα συνεχιστεί η πολιτική αποκλιμάκωσης των επιτοκίων με πιθανότερο ενδεχόμενο να αποφασιστεί μία μείωση τον Σεπτέμβριο και άλλη μία τον Δεκέμβριο, εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες στις αγορές και ο πληθωρισμός.
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό που είναι και ο καθοριστικός παράγοντας στην πολιτική των μειώσεων, οι εκτιμήσεις που φτάνουν στη Φρανκφούρτη είναι ενθαρρυντικές. Δείχνουν ότι αποκλιμακωνεται σε Ευρώπη και ΗΠΑ επιτρέποντας μεγαλύτερη ευελιξία στις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως διαμηνύουν παράγοντες της ΕΚΤ, απαιτείται μεγάλη προσοχή στα επόμενα βήματα.
Με πληροφορίες από Politico, DW