“Απέναντι στον Μητσοτάκη ποιος;”/ Ένα ερώτημα και δύο απαντήσεις που κανείς δεν πιστεύει…

 “Απέναντι στον Μητσοτάκη ποιος;”/ Ένα ερώτημα και δύο απαντήσεις που κανείς δεν πιστεύει…

Το ερώτημα το θέτει η διοργανώτρια “Εφημερίδα των Συντακτών”: “Απέναντι στην κυριαρχία Μητσοτάκη, ποιος;”. Ως “καύσιμη ύλη” για την συζήτηση της Τρίτης με ομιλητές τους Διονύση Τεμπονέρα (ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ), Μανώλη Χριστοδουλάκη (ΠΑΣΟΚ) και Έφη Αχτσιόγλου (Νέα Αριστερά). Ως γνωστόν, τα δύο πρώτα πολιτικά στελέχη επικρίθηκαν σφοδρά –μέσω “πηγών“- από τις ηγεσίες των κομμάτων τους για την συμμετοχή τους στην εκδήλωση, κρίνοντας πως υπονομεύει την στρατηγική τους ενόψη των ευρωεκλογών.

Ο “βενιαμίν” του ΠΑΣΟΚ λύγισε, προφανώς, από την κριτική που δέχθηκε για την αυτονομία του και έσπευσε να απαντήσει στο ερώτημα πριν καλά καλά βρεθεί στο πάνελ του θεάτρου “Άλφα”, λέγοντας (στο Action24) ότι μόνο το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης (εμφατικά, ως δήλωση καθησυχασμού, ίσως και υποταγής) μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στην πολιτική ηγεμονία της Ν.Δ και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Υπό μία έννοια, κατόπιν τούτου, η παρουσία του στην εκδήλωση παρέλκει, παρόλα αυτά, όμως, θα παραβρεθεί κανονικά.

Την ίδια απάντηση, προσαρμοσμένη, φυσικά, στα δικά της μέτρα έδωσε και η Κουμουνδούρου: “Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εγγυηθεί μία εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στον Μητσοτάκη”. Το ερώτημα (της εκδήλωσης), λοιπόν, έχει ήδη δύο απαντήσεις –για να μην ομφαλοσκοπούν κουραστικά οι ομιλητές. Πόσοι, όμως, πιστεύουν κάθε μία από αυτές τις απαντήσεις; Πολλοί, ελάχιστοι, κανένας;

Ο Διονύσης Τεμπονέρας, σαφώς πιό “στέρεος” πολιτικά και με την αυτοπεποίθηση που απορρέει από την υψηλή δημοτικότητά του και το γεγονός ότι είναι από τα ελάχιστα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ που αντιπαρατίθενται στην ηγεσία του Στέφανου Κασσελάκη, έσπευσε να στείλει το δικό του μήνυμα (μέσω συνέντευξής του στην “Καθημερινή της Κυριακής”) λέγοντας πως “ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι τουλάχιστον δεύτερος στις ευρωεκλογές”. Και το “δεύτερος” και το “τουλάχιστον” αξίζουν υποσημείωσης. Επιπροσθέτως, και τα δύο έχουν ειπωθεί από τον ίδιο τον πρόεδρο του κόμματος σε διαφορετικές συνεντεύξεις του. Πρώτα έβαλε τον πήχη στο ποσοστό των τελευταίων εθνικών εκλογών (17,8%), μετά είχε πει πως στόχος είναι η νίκη στην ευρωκάλπη!

Ως προς τις απαντήσεις που δίνουν Κουμουνδούρου και Χαριλάου Τρικούπη στο ερώτημα- προμετωπίδα της εκδήλωσης ισχύει το γνωστό “ποτέ μην αφήνεις την αλήθεια να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία”. Από πουθενά (δημοσκοπήσεις, προβλέψεις, αναλύσεις, περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα) δεν προκύπτει ότι είτε ο ΣΥΡΙΖΑ είτε το ΠΑΣΟΚ, όποιο από τα δύο κι αν είναι δεύτερο κόμμα στις 9 Ιουνίου, μπορούν να αμφισβητήσουν σε ορατό πολιτικό χρόνο την κυριαρχία Μητσοτάκη. Υποθετικά, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι μετά τις ευρωεκλογές υπάρχει αρκετός πολιτικός χρόνος για ανατροπή των συσχετισμών μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές, όποτε αποφασίσει ο πρωθυπουργός να τις προκηρύξει.

Είναι, ωστόσο, λογικό τα δύο κόμματα να είναι προσηλωμένα στον ανταγωνισμό για την δεύτερη θέση στις ευρωεκλογές. Αυτό δεν αφορά, βεβαίως, τη “Νέα Αριστερά” που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να ελπίζει στην εκλογή ενός ευρωβουλευτή με στόχο να εδραιωθεί ως υπαρκτή πολιτική δύναμη και να συμμετάσχει ως τέτοια στις συζητήσεις που λογικά θα γίνουν μετά το καλοκαίρι. Ως εκ τούτου, η παρουσία της Έφης Αχτσιόγλου στο πάνελ της εκδήλωσης μόνο οφέλη (αναγνώρισης και δημοσιότητας) προσκομίζει στο νέο κόμμα.

Έχει, όμως, νόημα για τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ ένας τυφλός ανταγωνισμός που δημιουργεί εντυπώσεις αντιπαλότητας με εφτασφράγιστους τους όποιους διαύλους επικοινωνίας; Προφανώς όχι. Και δεν έχει διότι, εάν λάβουμε υπόψη μας τις μετρήσεις και εφόσον δεν συμβεί κάτι απρόοπτο, η μάχη για την δεύτερη θέση (με το ΠΑΣΟΚ να έχει αποκτήσει προβάδισμα) θα περιοριστεί σε χαμηλές πτήσεις λίγο κάτω ή λίγο πάνω -δύσκολο- από το 15%.

Ακόμα κι έτσι η απόσταση από μία Ν.Δ που μάλλον θα σημειώσει απώλειες θα παραμείνει πολύ μεγάλη- περίπου στις 15-17 μονάδες, πάντοτε σύμφωνα με τις δημοσκοπικές προβλέψεις.

Η δεύτερη θέση, λοιπόν, έχει νόημα μόνο για το όποιο “κύρος” των δύο αρχηγών. Αφενός να αποκτήσουν προβάδισμα στον διάλογο που θα ξεκινήσει μετά τις ευρωεκλογές μήπως και απαντηθεί το ερώτημα της εκδήλωσης της Τρίτης, αφετέρου για να μην διετρέξουν τον κίνδυνο εσωστρέφειας στα κόμματά του, ακόμα και αμφισβήτησης της ηγεσίας τους.

Για τον Νίκο Ανδρουλάκη αυτό θα είναι σχετικά ευκολότερο αφού θα μπορεί να μιλάει για διπλασιασμό των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ σε σύγκριση με τις ευρωεκλογές και τις εθνικές εκλογές του 2019 και αύξηση σε σύγκριση με αυτές του Ιουνίου του 2023. Και πάλι, όμως, προοπτική εναλλαγής στην εξουσία με τη Ν.Δ και επιστροφής στον δικομματισμό της προπροηγούμενης δεκαετίας είναι μάλλον απίθανη.

Για τον Στέφανο Κασσελάκη, από την άλλη, οι ευρωεκλογές θα είναι μία μάχη προσωπικής πολιτικής επιβίωσης και στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ βρεθεί στην τρίτη θέση θα εκδηλωθεί μία υπαρξιακή κρίση του χώρου.

Εν κατακλείδι, ωστόσο, θα έπρεπε να συμπληρωθεί το ερώτημα της εκδήλωσης. Δεν αρκεί να ανιχνεύσει κανείς ποιός μπορεί να αντιμετωπίσει την κυριαρχία Μητσοτάκη αλλά ποιό πρέπει να είναι ο πειστικό και ουσιαστικό αφήγημα (προοδευτικής) προοπτικής διακυβέρνησης. Μία ματιά σε όσα συμβαίνουν στα πολιτικά συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών επιβεβαιώνει την ανάγκη εκπόνησης ενός τέτοιου αφηγήματος. Όπως επίσης και η ειλικρινής τοποθέτηση σχετικά με τους κοινούς τόπους που υπάρχουν ή μπορούν να βρεθούν μεταξύ των κομμάτων εκπρόσωποι των οποίων θα καθήσουν την Τρίτη στο ίδιο τραπέζι. Εάν αυτές οι προϋποθέσεις διαμορφωθούν, και εφόσον οι πολιτικοί συσχετισμοί στις ευρωεκλογές αποδείξουν την ύπαρξη κενού (όπως φάνηκε στις αυτοδιοικητικές εκλογές στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Θεσσαλία και αλλού) αλλά και την πραγματική πολιτική απειλή της ακροδεξιάς, τότε κανένας πολιτικός εγωϊσμός, καμιά κομματική γραφειοκρατία και κανένα επίμονο αρχηγικό περιβάλλον δεν μπορεί να εμποδίσει τις εξελίξεις. Ιδεασμοί δεν συγχωρούνται.