Οι παροχές Μητσοτάκη, οι μισθοί και η ακρίβεια- Κριτική από Σταθάκη, Χριστοδουλάκη

 Οι παροχές Μητσοτάκη, οι μισθοί και η ακρίβεια- Κριτική από Σταθάκη, Χριστοδουλάκη

Γιώργος Σταθάκης και Νίκος Χριστοδουλάκης, επικεφαλής των ομάδων που εκπόνησαν τα οικονομικά προγράμματα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα αρθρογραφούν στο K_REPORT σχετικά με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού για την οικονομία και τις παροχές της κυβέρνησης που εντείνονται προεκλογικά. Το ερώτημα που επιχειρείται να απαντηθεί είναι εάν αυτή είναι η ενδεδειγμένη “συνταγή” στην ακρίβεια και γενικότερα τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, ή εάν τα επιδόματα υπονομεύουν την επόμενη μέρα της οικονομίας.

Επιλέγοντας αποκλειστικά την «επιδοματική πολιτική», η κυβέρνηση είναι ίσως η μοναδική σε ολόκληρη την Ευρώπη που απέφυγε να παρέμβει στις αγορές και να ελέγξει τις αυτονόητες κερδοσκοπικές τάσεις, ειδικά σε ολιγοπωλιακούς τομείς, αναφέρει ο κ. Σταθάκης, ενώ ο κ. Χριστοδουλάκης τονίζει: Μόνη επιλογή ανάσχεσης της κοινωνικής αγανάκτησης είναι οι αθρόες παροχές επιδομάτων που κάθε τόσο ανακοινώνονται και πλέον δίδονται χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους προς πάσα κατεύθυνση. Προσφέρουν μεν πρόσκαιρη ανακούφιση επί δικαίων και αδίκων, επιφέρουν όμως μονιμότερες συνέπειες στην οικονομία

Διαβάστε σχετικά:

Γ.Σταθάκης: Τέσσερα προβληματικά πεδία της κυβερνητικής πολιτικής

Οι επιλογές της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης έγινε προσπάθεια να δικαιολογηθούν και κυρίως να δώσουν την εικόνα μιας αποτελεσματικής πολιτικής που απέτρεψε τα χειρότερα στην διπλή κρίση, -της πανδημίας και την ενεργειακή, έφερε ανάπτυξη, προστάτεψε τους πιο αδύναμους, προσέλκυσε διεθνείς επενδύσεις, έκανε κάποια βήματα προς μία πιο παραγωγική και εξαγωγική οικονομία και ταυτόχρονα ανέστειλε τους κινδύνους από το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα.

Το δημοσιονομικό ζήτημα είναι όμως στο επίκεντρο των προβληματικών επιλογών της κυβέρνησης.

Διότι το φορολογικό σύστημα έγινε εκ των πραγμάτων πιο άδικο. Η μείωση των άμεσων φόρων ευνόησε τις πιο ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες και τις επιχειρήσεις. Η αύξηση των εσόδων από τους έμμεσους φόρους, που με τον πληθωρισμό προκάλεσε υπεραπόδοση (μόνο τον τελευταίο χρόνο περίπου 6 δισ. ευρώ), σημαίνει ότι πρακτικά επιβαρύνθηκε η κατανάλωση. Με δεδομένο ότι η σχέση άμεσων και έμμεσων φόρων ήταν ήδη χαμηλή σε σχέση με το μέσο όρο στην Ευρώπη, οι επιλογές της φορολογικής πολιτικής συνέβαλλαν άμεσα στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το ίδιο ισχύει με την έξαρση της φοροδιαφυγής, που ενώ είχε μειωθεί περίπου στο 20% των εισοδημάτων την περίοδο μέχρι το 2019, επανήλθε σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, κοντά στο 30% του ΑΕΠ, μεγέθη που θυμίζουν την «κανονικότητα» προ της κρίσης του 2010.

Η διαχείριση της κρίσης ήταν το δεύτερο προβληματικό πεδίο της κυβέρνησης.

Επιλέγοντας αποκλειστικά την «επιδοματική πολιτική», είναι η μοναδική κυβέρνηση ίσως στην Ευρώπη που απέφυγε να παρέμβει στις αγορές και να ελέγξει τις αυτονόητες κερδοσκοπικές τάσεις, ειδικά σε ολιγοπωλιακούς τομείς. Έτσι το 2022 κατέγραψε το απόλυτο ρεκόρ κερδοφορίας για τις τράπεζες, τις ενεργειακές εταιρείες, και μερικές άλλες κατηγορίες εταιρειών, με υπερκέρδη που φθάνουν τα 10 δισ. (στο 5% του ΑΕΠ) σύμφωνα με τα δημοσιευμένα αποτελέσματα των εισηγμένων εταιρειών. Μπορεί η κυβέρνηση να επιδιώκει τη φορολόγηση μέρους των κερδών, έστω διστακτικά, αλλά το αποτέλεσμα της πολιτικής ήταν δραματικό, καθώς οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις βρέθηκαν ήδη να πληρώνουν δυσανάλογες επιβαρύνσεις με σημαντικό κόστος για την πραγματική οικονομία.

Το τρίτο θέμα είναι η ανάπτυξη.

Η αναπτυξιακή στρατηγική της κυβέρνησης είναι σαφής. Τουρισμός, κατασκευές, υπηρεσίες και προσέλκυση ξένων επενδύσεων κατά κύριο λόγο μέσω τιτλοποιήσεων ή, άλλως, εμπορευματοποίησης διαφόρων δραστηριοτήτων (πράσινη μετάβαση, ενέργεια, έργα υποδομών, κρατικές μετοχές, κόκκινα δάνεια). Αυτό αποτυπώνεται και στην κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπου με εξαίρεση 1-2 δισ. τα οποία μπορεί να ευνοούν έμμεσα και τις ΜΜΕ (βλ. Προγράμματα Εξοικονομώ τα οποία και επικαλέστηκε ο πρωθυπουργός) η συντριπτική πλειοψηφία των πόρων κατευθύνεται σε μεγάλες επιχειρήσεις και σε επενδυτικά προγράμματα αυτού του τύπου. Ο μεγάλος χαμένος είναι φυσικά ο κοινός τόπος, η παραγωγική στροφή της οικονομίας. Αυτή ήταν και η προτροπή της ´Έκθεσης Πισσαρίδη, που παρά τον παραδοσιακό φιλελεύθερο τρόπο που συνέλαβε την υλοποίηση της, τη θεώρησε ως τον κρίσιμο παράγοντα. Εδώ ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι έγιναν «μόνο μερικά βήματα», «μένουν να γίνουν πολλά». Και η σημασία της είναι ακριβώς στη δυνατότητα συγκράτησης μέσω των πιο σύνθετων διασυνδέσεων στην ελληνική οικονομία του οφέλους που προκύπτει από βελτιωμένες επιδόσεις σε κάποιους τομείς.

Το θέμα αυτό αποκτά τη σημασία του αν δει κανείς την πορεία του ισοζυγίου πληρωμών. Διότι ναι μεν οι εξαγωγές ανέκαμψαν στα προ πανδημίας επίπεδα, ίσως και λίγο παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα οι εισαγωγές αυξήθηκαν ακόμα γρηγορότερα.

Αν εξαιρέσουμε την παραμορφωτική επίδραση των πετρελαιοειδών σε εισαγωγικές και εξαγωγές, η βασική τάση παραμένει. Κάθε βελτίωση των εξαγωγών συνοδεύεται από διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος. Σήμερα με έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών σχεδόν στα 20 δισ. (10% του ΑΕΠ), που πρακτικά μπορεί να καλυφθεί μόνο με εξωτερικό δανεισμό, η ελληνική οικονομία έχει μπει σε τροχιά μη βιώσιμης ανάπτυξης. Συνεπικουρούμενη από τα αναγκαία δημοσιονομικά ελλείμματα λόγω πανδημίας, η ελληνική οικονομία απώλεσε την καθαρή θέση, χωρίς εξωτερικά και εσωτερικά ελλείμματα, που είχε το 2019. Αυτό δεν συνεπάγεται νέα μνημόνια, αλλά μία σαθρή οικονομική βάση για την ίδια την ανάπτυξη της οικονομίας.

Το τελευταίο θέμα είναι τα εργασιακά.

Εκεί η δοκιμασία είναι μεγάλη. Διότι χωρίς πλέον κανένα μνημονιακό περιορισμό, η κυβέρνηση θα μπορούσε να επαναφέρει τον προσδιορισμό του κατώτατου μισθού στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, καθώς και να δεσμεύσει τους κοινωνικούς φορείς σε μία πορεία επαναφοράς των κανονικών εργασιακών σχέσεων. Αντί για αυτό, η κυβέρνηση έχει αφήσει άθικτο το εργασιακό πλαίσιο των μνημονιακών χρόνων -αν δεν το έχει κάνει ακόμα πιο ευέλικτο με επιλεκτικές παρεμβάσεις. Η επίκληση λοιπόν, που έγινε και στην συνέντευξη, ότι καλό θα ήταν να γίνονται συλλογικές διαπραγματεύσεις και να υπάρχουν κλαδικές συμβάσεις, αποποιείται το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει συντηρήσει ένα καθεστώς που δεν διασφαλίζει τα ελάχιστα, δηλαδή την πρόσδεση των μισθών στην πραγματική άνοδο της παραγωγικότητας ή της ανάπτυξης της οικονομίας και την προσαρμογή τους στις πληθωριστικές πιέσεις της οικονομίας. Η επιδείνωση της θέσης μέρους των μισθωτών και της ευέλικτης εργασίας την τελευταία διετία καταγράφεται ήδη στις στατιστικές της Eurostat, με τη μείωση του πραγματικού εισοδήματος σχεδόν για το 30% των απασχολούμενων και την αύξηση των φαινομένων ή του κινδύνου ακραίας φτώχειας.

Ν.Χριστοδουλάκης:Αθρόες παροχές, χωρίς στρατηγική

Η πιο απολαυστική στιγμή της χθεσινής συνέντευξης του πρωθυπουργού για την Οικονομία ήταν όταν εκθείαζε το πόσο σοφή και ωφέλιμη υπήρξε η βροχή εισοδηματικών παροχών προς τα νοικοκυριά για να αντισταθμίσουν τις αυξήσεις στην ενέργεια και τα βασικά αγαθά, λοιδορώντας ταυτόχρονα όσους τις κατακεραύνωναν ότι ευνοούν την εξαπάτηση από φοροφυγάδες, απαλλάσσουν τους εμπόρους από την έννοια να κρατήσουν χαμηλά τις τιμές, δεν συντελούν στην αναζήτηση μονιμότερης βελτίωσης του εισοδήματος και δεν παρέχουν κίνητρα εξοικονόμησης της ζήτησης όταν υπάρχει στενότητα. Όσα δηλαδή καταμαρτυρούσε με πάθος στην προηγούμενη κυβέρνηση, απλώς κι μόνο για να τα υιοθετήσει τώρα η ίδια στο πολλαπλάσιο με στόχο να αποκτήσει και αυτή την ευκαιριακή προεκλογική στήριξη που χρειάζεται!

Βεβαίως, στην οικονομική πολιτική υπάρχουν συγκυρίες μιας δυσμενούς εξέλιξης που πλήττει απότομα και ασύμμετρα ορισμένες κατηγορίες και χρειάζεται άμεση ενίσχυση τους για να ανταπεξέλθουν στην δοκιμασία. Για παράδειγμα, οι ενισχύσεις που δόθηκαν στην πρώτη φάση της πανδημίας προς εργαζόμενους που δεν μπορούσαν να δουλέψουν και επιχειρήσεις που απαγορευόταν να ανοίξουν ήταν ένα απόλυτα δικαιολογημένο μέτρο, αν και έπρεπε να εφαρμοστεί με κριτήριο τις πραγματικές διαστάσεις και ανάγκες κάθε μονάδας, και όχι να δώσει ευκαιρία διαρπαγής δημόσιου χρήματος από χρεοκοπημένες ή κατά φαντασία υπαρκτές επιχειρήσεις. (Τις οποίες μάλιστα ουδέποτε μάθαμε ποιες ήταν!)

Αν όμως η πανδημία ήταν κεραυνός εν αιθρία και κάπως δικαιολογούσε την βιασύνη, ο πληθωρισμός που ακολούθησε δεν έπρεπε να είναι το ίδιο και η κυβέρνηση όφειλε να είναι πιο υποψιασμένη και με κάποιο σχέδιο για την αντιμετώπιση της. Άλλωστε κατά ένα μέρος την είχε επωάσει και η ίδια με την υπερβολική δοσολογία των παροχών, ενώ οι επιπτώσεις από το φρακάρισμα στον διεθνή εφοδιασμό πρώτων υλών είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές σε όλες τις οικονομίες.

Όμως η ελληνική κυβέρνηση βρέθηκε απροετοίμαστη να κατανοήσει και να αντιμετωπίσει το πρώτο και κρίσιμο κύμα πληθωρισμού το φθινόπωρο του 2021 – δηλαδή πριν την εισβολή στην Ουκρανία. Χρειαζόταν τότε πολιτικές που θα περιλάμβαναν ένα πλέγμα ελέγχων στην τιμολόγηση αγαθών, μείωση έμμεσων φόρων και έκτακτη φορολόγηση της σκανδαλώδους κερδοφορίας των μεγάλων εταιρειών. Δυστυχώς παρόμοια αβελτηρία επέδειξε συλλογικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και ορισμένες χώρες (όπως η Ισπανία και Πορτογαλία) κινήθηκαν πιο προνοητικά, μείωσαν τους έμμεσους φόρους, συσσώρευσαν εφεδρείες και απέφυγαν έτσι το μεγάλο πληθωριστικό κάζο που υπέστησαν άλλες. Εννοείται ότι με την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και το ενεργειακό χάος που ακολούθησε, τα πράγματα ξέφυγαν από κάθε έλεγχο αλλά ακόμα και τότε θα είχαν μετριαστεί αν υπήρχε ετοιμότητα και παρέμβαση για το προηγούμενο κύμα.

Η αδυναμία χάραξης και υλοποίησης μιας συστηματικής στρατηγικής για την διασφάλιση αποθεμάτων, την παρέμβαση στην διαμόρφωση των υψηλών ενεργειακών τιμών και τελικά στην αντιμετώπιση της ακρίβειας του νοικοκυριού, κατέδειξε τις μεγάλες αδυναμίες της κυβερνητικής πολιτικής για τις οποίες καμία αναφορά δεν κρίθηκε άξια λόγου στην συνέντευξη. Ούτε καν τις ολέθριες συνέπειες της υπερτιμολόγησης που προκαλούσε η ακατανόητη λειτουργία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας πήρε εγκαίρως είδηση η κυβέρνηση ώστε τουλάχιστον να εξουδετερώσει ένα αχρείαστο (και πολυδάπανο) πολλαπλασιαστή της ακρίβειας στο ηλεκτρικό ρεύμα.

Φτάσαμε έτσι ως μόνη επιλογή ανάσχεσης της κοινωνικής αγανάκτησης να είναι οι αθρόες παροχές επιδομάτων που κάθε τόσο ανακοινώνονται και πλέον δίδονται χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους προς πάσα κατεύθυνση. Προσφέρουν μεν πρόσκαιρη ανακούφιση επί δικαίων και αδίκων, ταυτόχρονα όμως επιφέρουν μονιμότερες συνέπειες στην οικονομία. Πρώτα από όλα εξαντλούν τον δημοσιονομικό χώρο για ενδεχόμενες ανάγκες που θα προκύψουν αργότερα και, επίσης, αφήνουν την ελληνική οικονομία χωρίς διαρθρωτικές βελτιώσεις που θα περιορίζουν τις μελλοντικές διαταραχές στην παραγωγή και την ενεργειακή τροφοδοσία. Χωρίς όμως άνοδο της παραγωγικότητας, οι παροχές στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση, και για αυτό το εξωτερικό έλλειμμα άρχισε πάλι να φουσκώνει επικίνδυνα. Μαζί με το διογκούμενο δημόσιο χρέος, οι εξελίξεις θυμίζουν όλο και περισσότερο τα δράματα που είχαμε λίγο πριν την κρίση του 2009.

Το δεύτερο μέρος της πρωθυπουργικής συνέντευξης επικεντρώθηκε στην πορεία μισθών, παραγωγικότητας και φορολογίας. Φυσικά είναι πολύ νωρίς για να βγάλει κανείς οριστικά συμπεράσματα σε αυτόν τον τομέα και η σχετική συζήτηση αναμένεται να φουντώσει λίγο πριν τις εκλογές και να κυριαρχήσει μετεκλογικά. Μέχρι στιγμής πάντως ένα πράγμα είναι φανερό: ότι οι αυξήσεις των μισθών στον ιδιωτικό τομέα δεν θα επαρκούν να αντισταθμίσουν το κύμα της ακρίβειας που ήδη έχει διαπεράσει την αγορά. (Μάλλον το ίδιο θα γίνει και με το Μισθολόγιο στο Δημόσιο που εξαγγέλθηκε για το 2024, αλλά μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποια εκτίμηση πώς θα κινηθεί).

Αν η κυβέρνηση επιλέξει να διορθώσει διαχρονικά το χάσμα της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, ακολουθώντας για παράδειγμα κάποια παραλλαγή τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, μπορεί να δούμε να επικρατεί ένα σπιράλ μισθών-τιμών για πολλά χρόνια όπως είχε συμβεί και στην πληθωριστική δεκαετία του 1980. Αν πάλι το αφήσει στην μοίρα του, το χάσμα δεν θα κλείσει από μόνο του και θα πλήξει περισσότερο αυτούς που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη. Μια πιο πρόσφορη αντιμετώπιση θα ήταν οι αυξήσεις των μισθών να είναι πιο γενναιόδωρες για τους χαμηλόμισθους και να βαίνουν αποκλιμακούμενες για τους υψηλόμισθους. Έτσι θα μειωνόταν κάπως και οι ανισότητες ανάμεσα στα χαμηλά και τα υψηλότερα εισοδήματα που σήμερα βλέπουμε να εκτοξεύονται με απροσδιόριστες κοινωνικές συνέπειες.

Βέβαια, η έξαρση των οικονομικών ανισοτήτων είναι ένας τομέας όπου η κυβέρνηση διόλου δεν αιφνιδιάστηκε αφού η ίδια είχε σπεύσει να τις διευρύνει με την δραστική μείωση της φορολογίας στα μερίσματα των μετόχων και τις γονικές παροχές των πλουσίων. Για να είμαστε ειλικρινείς, οι ανισότητες θα μειωθούν μόνο αν περιλάβουν όχι μόνο τις εισοδηματικές αλλά και τις ανισότητες περιουσίας και διαβίωσης, όπως για παράδειγμα την διευκόλυνση απόκτησης πρώτης κατοικίας, την αναβάθμιση ποιότητας και πρόσβασης σε βασικά δημόσια αγαθά (όπως η εκπαίδευση, η περίθαλψη, η ασφάλεια του δημόσιου χώρου, κλπ). Και τι ακριβώς έκανε η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης για να τα προωθήσει αυτά τα προηγούμενα χρόνια; Στην συνέντευξη πάντως δεν ακούστηκε λέξη!

Πηγή: K_REPORT