Prorata: Στις 5 μονάδες η διαφορά ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ – Εξασθενεί το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα- Πού υπερισχύουν Μητσοτάκης και Τσίπρας

 Prorata: Στις 5 μονάδες η διαφορά ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ – Εξασθενεί το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα- Πού υπερισχύουν Μητσοτάκης και Τσίπρας

Τον Σφυγμό Νοεμβρίου της Prorata και τον συνακόλουθο σχολιασμό των ευρημάτων του επικεφαλής των Πολιτικών και Κοινωνικών ερευνών της εταιρείας, Άγγελου Σεριάτου, δημοσιεύει η Εφημερίδα των Συντακτών. Στα αξιοσημείωτα η διαφορά της Νέας Δημοκρατίας που έχει σταθεροποιηθεί στις 5 μονάδες από τον δεύτερο ΣΥΡΙΖΑ, τα ενδεχόμενα συνεργασιών ώστε να προκύψει κυβέρνηση καθώς και το συνεχώς μειούμενο αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα.

Ο Σφυγμός Νοεμβρίου της Prorata που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα των Συντακτών καταγράφει μια εξαιρετικά διευρυμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, της οποίας ο όγκος αντιστοιχεί περίπου στα 2/3 του εκλογικού σώματος. Μια κοινωνία που αισθάνεται κυρίως απογοήτευση και θυμό, αξιολογεί αρνητικά την οικονομική της κατάσταση, ενώ τοποθετεί σταθερά εδώ και περίπου έναν χρόνο στην κορυφή της λίστας των προβλημάτων που αντιμετωπίζει την ακρίβεια.

Αυτή ωστόσο είναι η μία πλευρά του νομίσματος, καθώς αν κανείς χρησιμοποιήσει τα εργαλεία ανάλυσης των συσχετισμών του κομματικού ανταγωνισμού θα διαπιστώσει ότι η κυβέρνηση πράγματι αντέχει την πίεση, απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη του υπολειπόμενου περίπου 1/3 των εκλογέων, την ίδια στιγμή που τα τοποθετούμενα στο αντικυβερνητικό μπλοκ 2/3 των ψηφοφόρων είτε διαμοιράζονται μεταξύ των εναλλακτικών αντιπολιτευτικών λύσεων είτε δεν πείθονται από αυτές.

Υπό αυτή την έννοια, η κυβέρνηση, παρά τη σημαντική φθορά που έχει υποστεί το τελευταίο διάστημα, συνεχίζει και πείθει την εκλογικά σημαντικότερη μερίδα της κοινωνίας ότι είναι ικανότερη να κυβερνήσει αλλά και ότι αποτελεί τη συγκριτικά πιο αξιόπιστη πολιτική δύναμη.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο συνεχίζει και διατηρεί μια δημοσκοπική απόσταση ασφαλείας της τάξης του 5% από τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., όπως και σαφώς και από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία δεν καταγράφουν σημαντικές μεταβολές στην εκλογική τους επιρροή. Και αυτή η εικόνα στασιμότητας της εκλογικής επιρροής των κομμάτων συσχετίζεται σαφώς και με την ικανοποίηση (ή μη) από το κοινοβουλευτικό τους έργο: Ενώ η ικανοποίηση από το έργο της κυβέρνησης ανιχνεύεται στο 36%, η αντίστοιχη από το αντιπολιτευτικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. περιορίζεται στο 22% και των υπόλοιπων κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ., ΚΚΕ, ΜέΡΑ25 και Ελληνική Λύση) κάτω από το 18%.

Στο μπρα ντε φερ μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Αλέξη Τσίπρα, o πρωθυπουργός προσλαμβάνεται ως αποτελεσματικότερος στην επίλυση σημαντικών προβλημάτων, συνεπέστερος απέναντι σε όσα λέει και υπόσχεται αλλά και ικανότερος στη διαχείριση των οικονομικών της χώρας, ενώ ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως πιο ασυμβίβαστος απέναντι σε συμφέροντα, πιο ακέραιος στη διαχείριση των οικονομικών του κράτους αλλά και ως να αφουγκράζεται καλύτερα τα προβλήματα της κοινωνίας.

Αξιοσημείωτη (και ερμηνεύσιμη) είναι η βελτίωση του πρωθυπουργού στον δείκτη «αντισυστημικότητας», καθώς πλέον θεωρείται «ασυμβίβαστος απέναντι σε κατεστημένα συμφέροντα» από το 28% (έναντι του 25% της προηγούμενης μέτρησης) πλησιάζοντας στον συγκεκριμένο επιμέρους δείκτη τον Αλέξη Τσίπρα. Συμπυκνώνοντας σε μεγάλο βαθμό τα παραπάνω ευρήματα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης (41%) υπερτερεί του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης (34%) στον δείκτη εμπιστοσύνης για το αξίωμα του πρωθυπουργού.

Τα παραπάνω στοιχεία αντιστοιχούν εν πολλοίς και στη συγκριτική εμπιστοσύνη που δείχνουν οι εκλογείς απέναντι σε Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. να διαχειριστούν τα διάφορα ζητήματα: η μεγαλύτερη μερίδα εμπιστεύεται τη Ν.Δ. στη διαχείριση της οικονομίας, στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και στη διαχείριση των φυσικών καταστροφών, ενώ τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. στην προστασία της δημοκρατίας, σε ζητήματα που αφορούν μισθούς και συντάξεις αλλά και στην αντιμετώπιση θεμάτων διαφθοράς και διαφάνειας. Είναι, ωστόσο, εύρημα ενδεικτικό επικίνδυνων ενδεχομένως κυήσεων για το πολιτικό σύστημα ότι η απάντηση «κανένα από τα δύο κόμματα» διεκδικεί την πρωτιά και στους τομείς αντιμετώπισης θεμάτων διαφθοράς και διαφάνειας αλλά και διαχείρισης φυσικών καταστροφών.

Συνεργασίες

Ποια είναι, ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα του Σφυγμού, τα προτιμητέα σενάρια κυβερνητικής συνεργασίας; Η μεγαλύτερη μερίδα (62%) διαμοιράζεται στα διάφορα (λιγότερο ή περισσότερο πιθανά) σενάρια σχηματισμού συνεργατικής κυβέρνησης, αλλά όχι χωρίς προϋποθέσεις. Οι ψηφοφόροι της Ν.Δ. είναι διχασμένοι μεταξύ του σεναρίου να προκηρυχθούν νέες εκλογές και ενός σεναρίου συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. Από την άλλη, οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. προτιμούν τα διάφορα σενάρια προοδευτικής διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. με τη συμμετοχή (ή μη) του ΜέΡΑ25, απορρίπτοντας την επιλογή των επαναληπτικών εκλογών, ενώ οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. διαμοιράζονται μεταξύ των διαφόρων σεναρίων συνεργασίας (προτιμώντας ελαφρώς περισσότερο μια συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ.) και της προκήρυξης νέων εκλογών.

Εν κατακλείδι, είναι η πεισματικά καταγραφόμενη υπεροχή της Ν.Δ. στις μετρήσεις της κοινής γνώμης συνθήκη βέβαιης νίκης για το κυβερνών κόμμα; Κανείς δεν μπορεί να το ισχυριστεί με βεβαιότητα. Η κυβέρνηση πείθει προσώρας ότι αποτελεί τη συγκριτικά πιο αξιόπιστη πολιτικά δύναμη, η οποία μπορεί να εγγυηθεί μια υποτυπώδη σταθερότητα σε έναν κόσμο ασταθή, δίνοντας στη μεγαλύτερη μερίδα του εκλογικού σώματος την αίσθηση ότι όταν χρειάζεται διαθέτει την πολιτική βούληση να υπερβεί τη διαίρεση «Αριστερά-Δεξιά», ευθυγραμμιζόμενη με την «κοινή λογική». Ωστόσο το αφήγημα που με εξαιρετική μεθοδικότητα έχει υφάνει στερείται όραμα και μοιάζει με κατενάτσιο, το οποίο δεν μπορεί να παράξει νέα δυναμική.

Από την άλλη πλευρά, για πρώτη φορά από την αρχή του τρέχοντος εκλογικού κύκλου, η απόσταση μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. στον δείκτη όχλησης από την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας ανιχνεύεται στο 3%, με το 46% να ενοχλούνταν περισσότερο αν κέρδιζε τις εκλογές το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το 43% αν τις κέρδιζε η Ν.Δ. Το συγκεκριμένο εύρημα φανερώνει ότι λίγο πριν από την τελευταία στροφή, ο νούμερο ένα παράγοντας δημοσκοπικής στασιμότητας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. τα τελευταία χρόνια, το «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» ρεύμα, εξασθενεί, απελευθερώνοντας μια ορισμένη δυναμική, η οποία αν αξιοποιηθεί θα δώσει τη δυνατότητα στο κόμμα της Αριστεράς να διεκδικήσει μια αποφασιστικού χαρακτήρα μεταβολή στην αναλογία ισχύος μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Ο καιρός γαρ εγγύς.