ΑΔΑΕ: Η έκθεση της ανεξάρτητης αρχής για τις παρακολουθήσεις, το απόρρητο, και την ΕΥΠ

 ΑΔΑΕ: Η έκθεση της ανεξάρτητης αρχής για τις παρακολουθήσεις, το απόρρητο, και την ΕΥΠ

Την Έκθεση Πεπραγμένων της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) για το 2021, ενεχείρισαν στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων κ. Κωνσταντίνο Τασούλα, ο Πρόεδρος της Αρχής κ. Χρήστος Ράμμος και ο Αντιπρόεδρος της ΑΔΑΕ κ. Μιχάλης Σακκάς. Κατά τη συνάντηση συζητήθηκαν διάφορα θέματα αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ.

Την εικόνα σχετικά με τις παρακολουθήσεις μέσω ΕΥΠ παρουσιάζει η ΑΔΑΕ στην Έκθεση Πεπαραγμένων που παρέδωσε πριν μερικές ημέρες στη Βουλή. Δείτε εδώ ολόκληρη την έκθεση.

Η ανεξάρτητη αρχή στην έκθεση πεπραγμένων για το 2021 αναφέρει ότι παρέλαβε 15.475 εισαγγελικές διατάξεις που αφορούσαν άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, έναντι 13.751 το 2020 και 11.680 2019.

Πίνακας με αριθμό παρακολουθήσεων
(ADAE.GR)

Την ίδια στιγμή τονίζει ότι η απόφαση της κυβέρνησης με την οποία απαγορεύτηκε η γνωστοποίηση της παρακολούθησης για λόγους εθνικής ασφάλειας είναι ασύμβατη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Όπως σημειώνει η ΑΔΑΕ, η απουσία υποχρέωσης γνωστοποίησης στο θιγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο είναι ασύμβατη με την ΕΣΔΑ, καθώς στερεί από τον θιγόμενο τη δυνατότητα να αιτηθεί επανόρθωση για παράνομη επέμβαση στο δικαίωμά του βάσει του άρθρου 8 και, ως εκ τούτου, καθιστά τα διαθέσιμα βάσει του εθνικού δικαίου ένδικα μέσα προσχηματικά και απατηλά, παρά πρακτικά και αποτελεσματικά.

Υπενθυμίζει επίσης ότι εκ των υστέρων γνωστοποίηση του μέτρου στον θιγόμενο προβλέφθηκε στο εθνικό δίκαιο, στην παρ. 9 του άρθρου 5 του Ν. 2225/1994. Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 87 του Ν. 4790/2021 ( Α’ 48) όριζε τα εξής: ««9. Μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης και υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, μπορεί η Α.Δ.Α.Ε. να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του στους θιγόμενους.»

Ωστόσο, με το άρθρο 87 του νόμου 4790/2021, τροποποιήθηκε η παρ. 9 του άρθρου 5 του Ν. 2225/1994 [«Άρση του Απορρήτου (ΦΕΚ Α 121)] με αποτέλεσμα να καταργείται ρητώς η αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να γνωστοποιεί τη λήψη του μέτρου της άρσης, μετά τη λήξη αυτής, ακόμη και αν δεν διακυβεύεται πλέον ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, σε κάθε περίπτωση που η λήψη του μέτρου είχε γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 3 του Ν. 2225/1994)- ακόμη και για άρσεις του απορρήτου που έχουν γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας στο παρελθόν.

Πιο συγκεκριμένα, η ΑΔΑΕ αναφέρει τα εξής:

«Οι άρσεις του απορρήτου που διατάχθηκαν για λόγους εθνικής ασφάλειας το έτος 2021 υπερέχουν εμφανώς σε σχέση με τις άρσεις που διατάχθηκαν για τη διακρίβωση εγκλημάτων εκ των περιλαμβανομένων στον numerus clausus κατάλογο του άρθρου 4 του Ν. 2225/1994 ή εκ των πληρούντων τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 παρ. 1 εδ. β ́ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με Ν. 4620/2019, καθώς και ρυθμίσεων εγκατεσπαρμένων σε ειδικούς ποινικούς νόμους (όπως τα άρ. 1 παρ. 2 εδ. α ́ και β ́, 6 του Ν. 2713/1999 για αδικήματα τελεσθέντα από δημόσιους υπαλλήλους): (15.475 διατάξεις έναντι 3.097 βουλευμάτων δικαστικών συμβουλίων.) Αν λάβουμε υπόψη και τα αριθμητικά δεδομένα των προηγούμενων ετών (πρβλ. ετήσιες εκθέσεις προηγούμενων ετών) παρατηρούμε ότι πρόκειται για μία σταθερή και διαχρονική τάση, η οποία θέτει προς προβληματισμό τα ακόλουθα ζητήματα:

Στη διάταξη, διά της οποίας επιβάλλεται η άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, δεν προβλέπεται εκ του νόμου υποχρέωση αναγραφής του ονόματος «του προσώπου ή των προσώπων κατά των οποίων λαμβάνεται το μέτρο της άρσης» [a contrario, άρθρο 5 παρ. 2 περ.

(α)]. Αυτό πρακτικά οδηγεί στη δυνατότητα άρσης του απορρήτου χαρακτήρα της επικοινωνίας για αόριστο αριθμό φυσικών προσώπων (μη ατομικώς προσδιορισμένων). Στην περίπτωση ωστόσο, τέτοιων «μαζικών ή χωρικών» άρσεων ανακύπτουν ζητήματα συμβατότητας της εγχώριας διαδικασίας με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ.

Ομοίως, στην άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, ο νόμος δεν προβλέπει υποχρέωση αιτιολόγησης της σχετικής απόφασης [a contrario, άρθρο 5 παρ. 2 περ. (β)]. Μολονότι είναι φανερό ότι η επιλογή αυτή του νομοθέτη συναρτάται με την ανάγκη διαφύλαξης πληροφοριών που ανάγονται στον σκληρό πυρήνα του κράτους και της ασφάλειάς του, είναι, εντούτοις, αξιοσημείωτο το προαναφερθέν γεγονός, ότι δηλαδή στην άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν απαιτείται τέτοια αιτιολογία. Ειδικότερα, η παράλειψη αιτιολογίας αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο ως προς την τήρηση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και της αρχής της αναλογικότητας – γεγονός που θέτει αυτοτελή ζητήματα σε σχέση με τις αρχές και τα minima του κράτους δικαίου.

(β) Η δυνατότητα του θιγόμενου να λαμβάνει εκ των υστέρων γνώση της άρσης του απορρήτου της τηλεφωνικής ή/και ηλεκτρονικής επικοινωνίας του απασχόλησε την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) ήδη από το 1978 στην απόφαση Klass κ.α. κατά Γερμανίας 21, αλλά και μετέπειτα σε μία σειρά κομβικών αποφάσεων που έκριναν επί της συμβατότητας των εθνικών νομοθεσιών περί παρακολουθήσεων και άρσης του απορρήτου με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Η υποχρέωση ενημέρωσης των θιγόμενων από το μέτρο της άρσης περιλαμβάνεται μεταξύ των πάγιων κριτηρίων της νομολογίας του ΕΔΔΑ τα οποία θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να καταγνωστεί η συμβατότητα του εθνικού δικαίου προς την ΕΣΔΑ. Όπως έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ, το ζήτημα της εκ των υστέρων -μετά το πέρας της άρσης του επικοινωνιακού απορρήτου- γνωστοποίησης στον θιγόμενο, ότι είχε κατά το παρελθόν διαταχθεί εις βάρος του το εν λόγω μέτρο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ζήτημα της αποτελεσματικής προσφυγής, άλλως με την εκ μέρους του θιγόμενου δυνατότητα άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων προκειμένου να υπερασπισθεί τα δικαιώματα και έννομα συμφέροντά του απέναντι σε κάθε τυχόν μη σύννομη ή καταχρηστική και δυσανάλογη εις βάρος του χρήση του μέτρου.

Η απουσία υποχρέωσης γνωστοποίησης στο θιγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο είναι ασύμβατη με την ΕΣΔΑ, καθώς στερεί από τον θιγόμενο τη δυνατότητα να αιτηθεί επανόρθωση για παράνομη επέμβαση στο δικαίωμά του βάσει του άρθρου 8 και, ως εκ τούτου, καθιστά τα διαθέσιμα βάσει του εθνικού δικαίου ένδικα μέσα προσχηματικά και απατηλά, παρά πρακτικά και αποτελεσματικά.

Η εκ των υστέρων γνωστοποίηση του μέτρου στον θιγόμενο προβλέφθηκε στο εθνικό δίκαιο, στην παρ. 9 του άρθρου 5 του Ν. 2225/1994. Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 87 του Ν. 4790/2021 ( Α’ 48) όριζε τα εξής: ««9. Μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης και υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, μπορεί η Α.Δ.Α.Ε. να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του στους θιγόμενους.»

Όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 87 του νόμου 4790/2021, τροποποιήθηκε η παρ. 9 του άρθρου 5 του Ν. 2225/1994 [«Άρση του Απορρήτου (ΦΕΚ Α 121)] ως εξής:

Με τη νέα αυτή διάταξη διατηρείται κατ’ αρχήν η αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να γνωστοποιεί σε εκείνους το απόρρητο των οποίων ήρθη για τη διακρίβωση κακουργημάτων (άρθρο 4 του Ν. 2225/1994), την επιβολή του μέτρου, μετά τη λήξη του και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός, για τον οποίο είχε διαταχθεί, υπό την επιπρόσθετη, όμως, προϋπόθεση ότι πρέπει, εφεξής, να προηγείται της σχετικής απόφασης της ΑΔΑΕ η σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Η διατύπωση της σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πριν αποφασίσει η Αρχή, αν θα γνωστοποιήσει – μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης του απορρήτου τη λήψη του στον θιγέντα, συνιστά μείζονα διαδικαστική εγγύηση και βαίνει προς την ορθή κατεύθυνση. Με την ίδια, όμως, διάταξη ρητώς καταργείται η αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να γνωστοποιεί τη λήψη του μέτρου της άρσης, μετά τη λήξη αυτής, ακόμη και αν δεν διακυβεύεται πλέον ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, σε κάθε περίπτωση που η λήψη του μέτρου είχε γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 3 του Ν. 2225/1994)- ακόμη και για άρσεις του απορρήτου που έχουν γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας στο παρελθόν».