“Τερατογενέσεις”…

 “Τερατογενέσεις”…

Εφόσον το εκλογικό σύστημα αποκλείει από το μπόνους (40 ή 50 έδρες), υπό όλες τις γνωστές εκδοχές, στο πρώτο κόμμα, η κουλτούρα των συνεργασιών -την έλλειψη της οποίας πολλοί επικαλούνται για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των μονοκομματικών κυβερνήσεων- δεν μπορεί εύκολα να αναπτυχθεί σε προεκλογικό έδαφος. Οι όποιες κυβερνητικές συνεργασίες μετατίθενται εκ των πραγμάτων σε μετεκλογικό χρόνο και δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα των εκλογικών συσχετισμών και των αναγκών που επιβάλλουν οι συγκυρίες.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Ο πρωθυπουργός δεν έκρυψε ποτέ την απαρέσκειά του προς τέτοιου είδους συνεργασίες, παρότι ο ίδιος διετέλεσε υπουργός μιας τέτοιας κυβέρνησης, η οποία, μάλιστα, δεν απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί “τερατογένεση”. Εάν θυμηθεί κανείς όσα καταμαρτυρούσε ο Αντώνης Σαμαράς στον Ευάγγελο Βενιζέλο, και τούμπαλιν, πριν τις διπλές εκλογές του 2012, εύκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει εκείνη την συγκυβέρνηση ανίερη και τυχοδιωκτική. Η “υπέρτατη” δύναμη των μνημονίων και της επιτροπείας εξώθησε, ωστόσο, τους φανατικούς εχθρούς να μεταβληθούν σε εξαιρετικούς φίλους, κάτι που ακόμα και σήμερα υπενθυμίζουν αμφότεροι.

“Τερατογένεση”, άλλωστε, δεν ήταν (με σύγχρονους όρους), η συγκυβέρνηση του ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη με τη Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ, υπό την εντολή της τρόϊκας και την υπόδειξη του τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμου ως πρωθυπουργού; Άκρο των άκρων δεν χαρακτήριζε ο Κώστας Καραμανλής το καρατζαφερικό υβρίδιο το οποίο στη συνέχεια πρόσφερε στη Ν.Δ μερικά από τα πιο επιφανή σημερινά στελέχη του; Το ίδιο -μαζί με ένα ηχηρό “ποτέ συνεργασία μαζί του”- δεν έλεγε και η Ντόρα Μπακογιάννη, υπουργός εξωτερικών του Καραμανλή, τότε;

Γιατί είναι, εν τέλει, “τερατογένεση” μια -εντελώς θεωρητική και μάλλον ανέφικτη- συνεργασία του Αλέξη Τσίπρα με το Νίκο Ανδρουλάκη, με την συνδρομή ή ανοχή του Γιάνη Βαρουφάκη και του Δημήτρη Κουτσούμπα, εάν αυτό υποδείξει έμμεσα με την ετυμηγορία του ο ελληνικός λαός;

Με μία τέτοια “τερατογένεση”, άλλωστε (Σοσιαλιστές, Αριστερά και Κομμουνιστές), κυβερνήθηκε επί πολλά χρόνια η Πορτογάλία και κατόρθωσε να βγει από το μνημόνιο πολύ νωρίτερα από εμάς. Παρόμοιες “τερατογενέσεις” δεν οδήγησαν στην θετική διακυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι στην Ιταλία, και δύσκολες συνυπάρξεις κομμάτων δεν συμβαίνουν σε πολλές χώρες της Ευρώπης;

Εάν λάβει υπόψη του κανείς πόσα νομοσχέδια ψήφισε η Ν.Δ επί της (κατ΄ αυτήν) επάρατης συγκυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, και πόσα ο ΣΥΡΙΖΑ επί της (κατ΄ αυτόν) καταστροφικής διακυβέρνησης Μητσοτάκη, μάλλον θα αρχίσει να αμβλύνει τις μανιχαϊστικές αντιλήψεις περί του ενός κακού και του άλλου καλού, και αντιστρόφως.

Γιατί, το ΠΑΣΟΚ που συγκυβέρνησε με τη Ν.Δ του Σαμαρά δεν μπορεί να συγκυβερνήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ -όπου “εγκαταβιώνουν” πλέον πολλά πρώην κορυφαία στελέχη του; Και γιατί ο ενίοτε ακραίος, ίσως και “έξαλλος” (για ορισμένους) Βαρουφάκης, ή ακόμα και ο Κουτσούμπας δεν θα μπορούσαν να ανεχθούν την συγκατοίκηση εφόσον προηγουμένως συμφωνηθεί ένα αυστηρών προδιαγραφών κοινό πρόγραμμα θέσεων;

Αλλαχού ίσως εύκολα, στο εγχώριο πολιτικό σύστημα είναι πρακτικά μάλλον απίθανο. Όμως, είμαστε ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι. Ομνύουμε στην ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα αλλά την ενοχοποιούμε και την αποστρεφόμαστε.

Στην Σουηδία, για παράδειγμα, είναι πιθανό να συγκυβερνήσει ένα μάγμα κεντροδεξιάς, δεξιάς και ακροδεξιάς. Στην Ιταλία, η δεξιά (κάτι σαν τη Ν.Δ), με ακροδεξιούς και λαϊκιστές, και δη με ακροδεξιά πρωθυπουργό. Στην Γερμανία κυβερνούν οι Σοσιαλδημοκράτες με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, κόμματα με μεγάλες διαφορές στα οικονομικά, τα ευρωπαϊκά, τα της κλιματικής αλλαγής και την εξωτερική πολιτική. Οι κυβιστήσεις της Αναλένα Μπέρμποκ, π.χ, από πάγιες θέσεις του κόμματός της για την πυρηνική ενέργεια, το ΝΑΤΟ κ.ά, έχουν δεόντως επισημανθεί από τον γερμανικό Τύπο.

Αυτός ο ευρωπαϊκός αστερισμός των συγκλίσεων, των συμβιβασμών και των συνεργασιών δεν έχει καμία σχέση με το απομονωμένο ελληνικό γαλατικό χωριό, όπου για πολλούς οι μονοκομματικές κυβερνήσεις θεωρούνται πανάκεια, λες και δεν ήταν αυτές ακριβώς που χρεοκόπησαν την χώρα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει την αυτοδυναμία επειδή αξιολογεί πως οτιδήποτε άλλο θα του στερούσε, πιθανώς, την πρωθυπουργία, ίσως θα τον έβαζε και σε περιπέτειες. Όμως, αυτό δεν οδηγεί σε καμία βεβαιότητα περί “τερατογενέσεων”. Ο ίδιος, άλλωστε, με τους χειρισμούς του στην υπόθεση των υποκλοπών στερεί από το κόμμα του την δυνατότητα της συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ.

Δικαιούται, αναμφίβολα, να την διεκδικήσει, μπορεί και να την επιτύχει στην δεύτερη κάλπη. Εάν, όμως, δεν συμβεί κάτι τέτοιο οφείλει να αναζητήσει συγκλίσεις, ακόμα και με προσωπικό κόστος, και να μην οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια αρκετών μηνών στο όνομα -δήθεν- της πολιτικής σταθερότητας.

Βεβαίως, θα άξιζε τον κόπο να εξηγήσει γιατί οποιαδήποτε σύνθεση κυβέρνηση συνεργασίας στην οποία δεν θα μετείχε ο ίδιος συνιστά “τερατογένεση”, αλλά μία συνεργασία με την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου (την οποία ουδόλως απέκλεισε ως πιθανότητα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση στη συνέντευξη Τύπου στην ΔΕΘ) δεν θα ήταν. Μήπως επειδή ο τελευταίος προέρχεται από την ίδια πολιτική μήτρα (ΛΑΟΣ), όπως κάποιοι υπουργοί του;

Εν κατακλείδι, όμως, και λόγω της απουσίας της πολιτικής κουλτούρας που προαναφέραμε, η μάχη θα αφορά τους δύο μονομάχους -με την επίκληση του χάους και της καταστροφής. Ο πρώτος, ωστόσο, οφείλει να κάνει κάθε δυνατό συμβιβασμό ώστε να εξασφαλίσει διακυβέρνηση συνεργασίας, τα δε άλλα κόμματα καλό είναι να αποφύγουν την βολική απομόνωση της κριτικής…

Σχετικά Άρθρα