Υποκλοπές: Το debate των επιστημόνων – Η πολιτική, συνταγματική και ποινική διάσταση των παρακολουθήσεων

 Υποκλοπές: Το debate των επιστημόνων – Η πολιτική, συνταγματική και ποινική διάσταση των παρακολουθήσεων

Ακόμη ένας καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ο Αντώνης Μανιτάκης, τοποθετείται για την πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού στην υπόθεση της παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη. Σε άρθρο του στην “Καθημερινή” αναφέρει: «Δεν χωρεί, πιστεύω, αμφιβολία ότι η παρακολούθηση από την ΕΥΠ του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη ήταν μια ενέργεια συνταγματικά ανεπίτρεπτη και πολιτικά καταδικαστέα. Έστω κι αν ήταν νομότυπη, τηρήθηκε δηλαδή η τυπική νομιμότητα, αφού διενεργήθηκε με βάση τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, ήταν, ωστόσο, συνταγματικά χωλή και ουσιαστικά ανομιμοποίητη».

»Πέρα όμως από τις νομικές συνέπειες της αθέμιτης παρακολούθησης υπάρχουν και πολιτικές ευθύνες, που πρέπει να καταλογιστούν. Και αυτές, είναι ηλίου φαεινότερον ότι τις επωμίζεται ο πρωθυπουργός, είτε γνώριζε είτε δεν γνώριζε το γεγονός. Είναι προσωπικά και αντικειμενικά υπεύθυνος για όσα έγιναν, αφού ήταν και είναι θεσμικά ο άμεσα προϊστάμενος της ΕΥΠ. Είναι αυτός που επέλεξε τον διοικητή της και μάλιστα με τροποποίηση νομοθετική των απαιτούμενων προσόντων του και έλεγχε προσωπικά τις ενέργειές της».

Ως προς την προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού ο καθηγητής Μανιτάκης συμφωνεί με μία σειρά συναδέλφους του, τους Ευάγγελο Βενιζέλο, Προκόπη Παυλόπουλο, Γιώργο Σωτηρέλη, και Ξενοφώντα Κοντιάδη. Στην συνέχεια, όμως, υποστηρίζει ότι η αντικειμενική πολιτική ευθύνη που υπέχει ο πρωθυπουργός δεν πρέπει να οδηγήσει στην παραίτησή του. Ο κ. Μανιτάκης καταφεύγει σε ένα πολιτικό επιχείρημα.

Θεωρεί ότι προέχει η αποφυγή της κοινοβουλευτικής αστάθειας και της ακυβερνησίας. Για να μην μείνει ορφανό το επιχείρημα, το επενδύει με συνταγματικό μανδύα, υποστηρίζοντας ότι «η κυβερνητική σταθερότητα αποτελεί ύψιστο συνταγματικό αγαθό». Τέτοια διάταξη στο Σύνταγμα δεν υπάρχει, γι’ αυτό και επιχειρεί να την συνάγει από τις υπόλοιπες διατάξεις και από το πνεύμα του Συντάγματος. Αυτό, ωστόσο, συνιστά ερμηνευτικό ακροβατισμό, αν όχι αυθαιρεσία και περισσότερο υπάγεται στην δική του προερμηνευτική θεωρία.

Ολόκληρο το άρθρο Μανιτάκη

“Δεν χωρεί, πιστεύω, αμφιβολία ότι η παρακολούθηση από την ΕΥΠ του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη ήταν μια ενέργεια συνταγματικά ανεπίτρεπτη και πολιτικά καταδικαστέα. Εστω κι αν ήταν νομότυπη, τηρήθηκε δηλαδή η τυπική νομιμότητα, αφού διενεργήθηκε με βάση τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, ήταν, ωστόσο, συνταγματικά χωλή και ουσιαστικά ανομιμοποίητη. Τούτο, διότι η προσβολή που προκλήθηκε στο δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας του ατόμου που παρακολουθείτο, ήταν και αναιτιολόγητη αλλά και ανεξέλεγκτη. Οι εισαγγελικές αρχές δεν έλεγξαν, ως ώφειλαν –και ας μην το πρόβλεπε ρητώς ο νόμος– τη νομιμότητα του συγκεκριμένου λόγου που δικαιολογούσε την προσβολή. Δεν ελέγχθηκε επομένως από τις αρμόδιες αρχές, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, ούτε η αναγκαιότητα ούτε η καταλληλότητα ούτε η συνάφεια της βαρύτητας του μέτρου ενόψει του σκοπού, που ήταν η προστασία της εθνικής ή κρατικής ασφάλειας. Ελλειψε άρα με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας η επιβαλλόμενη στάθμιση μεταξύ των δύο συγκρουόμενων συνταγματικών αγαθών, της απόλυτης προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας με την υπαρξιακή για κάθε κράτος επιταγή της προστασίας της κρατικής και προσωπικής ασφάλειας των πολιτών.

Και η έλλειψη αυτή είναι ουσιώδους σημασίας για τον χαρακτηρισμό της κρινόμενης ενέργειας ως συνταγματικά αθέμιτης. Πολύ περισσότερο που το θιγόμενο πρόσωπο είναι ένα πολιτικό πρόσωπο και μάλιστα ένας αντιπρόσωπος του λαού και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως κατά τεκμήριο υπεράνω υποψίας. Εκ της ιδιότητάς του και μόνον απαιτούνταν πρόσθετες εγγυήσεις και εξονυχιστικός έλεγχος του λόγου της άρσης. Την εγγύηση αυτή μπορούσε να διασφαλίσει μόνο η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, η οποία αντί τα τελευταία χρόνια να δει να ενισχύεται η ελεγκτική της αρμοδιότητα, παροπλίστηκε νομοθετικά και ευνουχίστηκε θεσμικά.

Πέρα όμως από τις νομικές συνέπειες της αθέμιτης παρακολούθησης υπάρχουν και πολιτικές ευθύνες, που πρέπει να καταλογιστούν. Και αυτές, είναι ηλίου φαεινότερον ότι τις επωμίζεται ο πρωθυπουργός, είτε γνώριζε είτε δεν γνώριζε το γεγονός. Είναι προσωπικά και αντικειμενικά υπεύθυνος για όσα έγιναν, αφού ήταν και είναι θεσμικά ο άμεσα προϊστάμενος της ΕΥΠ. Είναι αυτός που επέλεξε τον διοικητή της και μάλιστα με τροποποίηση νομοθετική των απαιτούμενων προσόντων του και έλεγχε προσωπικά τις ενέργειές της. Το ότι αναδέχθηκε και έμμεσα ομολόγησε την προσωπική του πολιτική ευθύνη είναι προς τιμήν του, δεν τον απαλλάσσει ωστόσο από τη θεσμική ευθύνη και υποχρέωση να λογοδοτεί, λόγον διδόναι διαρκώς για τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Αυτή είναι η ουσία, η καρδιά του κοινοβουλευτικού συστήματος, όπως καθιερώθηκε και ισχύει στην Αγγλία, αιώνες τώρα, η accountability όλων όσοι ασκούν πολιτική εξουσία. Οφείλει επομένως να δεχτεί εξαντλητικό πολιτικό έλεγχο και συζήτηση, να υποστεί πολιτική ανάκριση και να λογοδοτήσει ενώπιον του Κοινοβουλίου, της κοινής γνώμης και τελικά ενώπιον του λαού.

Εχει υποχρέωση ακόμη να μιλήσει ευθαρσώς και με παρρησία, χωρίς σκιές συγκάλυψης του θέματος, με ειλικρίνεια και όρους διαφάνειας, καταδεικνύοντας ότι επιθυμεί την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, χωρίς αποκαλύψεις, βέβαια, μυστικών και απορρήτων που άπτονται της ασφάλειας της χώρας. Οφείλει εξάλλου να δηλώσει, αν και το έχει ήδη κάνει, ότι είναι πράγματι έτοιμος να δεχτεί προτάσεις από την αντιπολίτευση και να συζητήσει μαζί της, σε ένα κλίμα διακομματικής συνεννόησης, την αναθεώρηση της σχετικής νομοθεσίας, που είναι διάτρητη από κενά και αδυναμίες. Και αυτό θα είναι ένα μεγάλο κέρδος για τα κοινοβουλευτικά μας ήθη, για τη χειραφέτηση του κράτους από την κομματική κηδεμονία, αλλά και για την εθνική μας ασφάλεια.

Δεν πιστεύω, επομένως, ενόψει όλων αυτών, ότι η μόνη πολιτική κύρωση που αρμόζει στην προκειμένη περίπτωση είναι η παραίτηση του πρωθυπουργού. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να ενταχθεί στη λογική του κοινοβουλευτικού συστήματος και να αξιολογηθεί με βάση τις θεσμικές συνέπειες που θα έχει για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος και την κυβερνητική σταθερότητα της χώρας. Η παραίτησή του δεν αφορά εξάλλου μόνον τον ίδιο, αλλά ολόκληρη την κυβέρνηση –η οποία ακολουθεί την τύχη του–, το κόμμα του και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που είναι πίσω του.

Αν παραιτηθεί για λόγους πολιτικής ευθιξίας, τότε λογικά θα πρέπει να παραιτηθεί και από αρχηγός του κόμματος που τον στηρίζει. Το κόμμα του θα πρέπει να εκλέξει νέο αρχηγό, ο οποίος και θα πάρει εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης, εφόσον παραμείνει βέβαια το κόμμα ενωμένο και είναι πλειοψηφικό. Η κυβέρνηση αυτή δεν θα μπορεί όμως να κυβερνήσει χωρίς ανανέωση της λαϊκής εντολής, το συντομότερο δυνατόν. Αν πάλι ο πρωθυπουργός παραιτηθεί χωρίς να παραιτηθεί από αρχηγός του κόμματος, τότε πάλι η χώρα θα οδηγηθεί αναπόφευκτα σε εκλογές, που θα διενεργηθούν είτε από την ίδια την κυβέρνηση είτε από μια υπηρεσιακή, έπειτα από ατελέσφορες προσπάθειες της Προέδρου να σχηματιστεί βιώσιμη κοινοβουλευτικά κυβέρνηση.

Σε όλες τις εκδοχές η κατάληξη θα είναι οι εκλογές, με ό,τι αυτές συνεπάγονται: χρόνο μακρύ πολιτικής αβεβαιότητας και αστάθειας, μακρά περίοδο οξυμένης, διχαστικής προεκλογικής αντιπαράθεσης, με διακυβεύματα πολιτικά ανούσια, εκτός τόπου και χρόνου. Η χώρα θα είναι για αρκετούς μήνες, αν γίνουν μάλιστα διπλές εκλογές, μια Πολιτεία ακυβέρνητη. Ενώ θα μαίνεται ένας παγκόσμιος, οικονομικός πόλεμος, ενώ θα απειλείται η εθνική μας κυριαρχία από την Τουρκία και ενώ θα κυριαρχεί η ακρίβεια, ο φόβος και η ανασφάλεια. Για να πληρωθεί το ρηθέν, «των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν» προεκλογικά.

Ποιος θα φέρει την ευθύνη της κοινοβουλευτικής αστάθειας και ακυβερνησίας, τη στιγμή που η επιδίωξη κυβερνητικής σταθερότητας αποτελεί επιτακτική ανάγκη, λόγω της συγκυρίας και είναι ένα ύψιστο συνταγματικό αγαθό;

Αναμφίβολα ο πρωθυπουργός, που την προκάλεσε με την απερίσκεπτη και βεβιασμένη παραίτησή του, δεδομένου μάλιστα ότι θα λογοδοτούσε, ούτως ή άλλως, στις επικείμενες εκλογές.

Η πάση θυσία επομένως αναζήτηση πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό θα κατέληγε στο αντίθετο του επιδιωκόμενου: στο ανάθεμά του για την ασυγχώρητη πολιτική ανευθυνότητά του και θα καταγραφόταν στην Ιστορία ως ένας ανεύθυνος πρωθυπουργός!”

Η απάντηση του Ξενοφών Κοντιάδη

Μια απάντηση στον πανεπιστημιακό και πρώην υπουργό Αντώνη Μανιτάκη δίνει ο καθηγητής κ. Ξενοφών Κοντιάδης με αφορμή τη συζήτηση για το σκάνδαλο των υποκλοπών και τα όσα διαδραματίστηκαν στη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στη Βουλή την περασμένη Παρασκευή.

Ο κ. Κοντιάδης με ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, σε απάντηση άρθρου του κ. Μανιτάκη που φιλοξενεί η Καθημερινή της Κυριακής, λέει μεταξύ άλλων πως συμφωνεί κατ’αρχήν με την παραδοχή του πρώην υπουργού αλλά πως διαφωνεί με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και τονίζει αναλυτικά:

«Γράφει σήμερα στην Καθημερινή ο ομότιμος καθηγητής Α. Μανιτάκης τα εξής, ξεκινώντας από μια ορθή παραδοχή αλλά καταλήγοντας κατά τη γνώμη μου σε λάθος συμπέρασμα: “Δεν χωρεί, πιστεύω, αμφιβολία ότι η παρακολούθηση από την ΕΥΠ του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη ήταν μια ενέργεια συνταγματικά ανεπίτρεπτη και πολιτικά καταδικαστέα. Εστω κι αν ήταν νομότυπη, τηρήθηκε δηλαδή η τυπική νομιμότητα, αφού διενεργήθηκε με βάση τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, ήταν, ωστόσο, συνταγματικά χωλή και ουσιαστικά ανομιμοποίητη.[…]Πέρα όμως από τις νομικές συνέπειες της αθέμιτης παρακολούθησης υπάρχουν και πολιτικές ευθύνες, που πρέπει να καταλογιστούν. Και αυτές, είναι ηλίου φαεινότερον ότι τις επωμίζεται ο πρωθυπουργός, είτε γνώριζε είτε δεν γνώριζε το γεγονός. Είναι προσωπικά και αντικειμενικά υπεύθυνος για όσα έγιναν, αφού ήταν και είναι θεσμικά ο άμεσα προϊστάμενος της ΕΥΠ. Είναι αυτός που επέλεξε τον διοικητή της και μάλιστα με τροποποίηση νομοθετική των απαιτούμενων προσόντων του και έλεγχε προσωπικά τις ενέργειές της.”

Μέχρι το σημείο αυτό συμφωνούμε λοιπόν με τον κ. Μανιτάκη, ο οποίος επαναλαμβάνει όσα έχουμε υποστηρίξει αρκετοί συνταγματολόγοι για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων. Να όμως που στη συνέχεια, στο δια ταύτα, μας εκπλήσσει: Αφού εξηγεί ότι ο πρωθυπουργός πρέπει με παρρησία να παραδεχθεί την ευθύνη του και να συμβάλει στην μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της ΕΥΠ, γράφει ότι “δεν πιστεύω, επομένως, ενόψει όλων αυτών, ότι η μόνη πολιτική κύρωση που αρμόζει στην προκειμένη περίπτωση είναι η παραίτηση του πρωθυπουργού. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να ενταχθεί στη λογική του κοινοβουλευτικού συστήματος και να αξιολογηθεί με βάση τις θεσμικές συνέπειες που θα έχει για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος και την κυβερνητική σταθερότητα της χώρας. Η παραίτησή του δεν αφορά εξάλλου μόνον τον ίδιο, αλλά ολόκληρη την κυβέρνηση –η οποία ακολουθεί την τύχη του–, το κόμμα του και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που είναι πίσω του.”
Και καταλήγει: “Η παρακολούθηση του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη ήταν μια ενέργεια συνταγματικά ανεπίτρεπτη και πολιτικά καταδικαστέα. Η πάση θυσία αναζήτηση πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό θα κατέληγε στο αντίθετο του επιδιωκομένου. Ποιος θα φέρει την ευθύνη της κοινοβουλευτικής αστάθειας και ακυβερνησίας, τη στιγμή που η επιδίωξη κυβερνητικής σταθερότητας αποτελεί επιτακτική ανάγκη, λόγω της συγκυρίας και είναι ένα ύψιστο συνταγματικό αγαθό; Αναμφίβολα ο πρωθυπουργός, που την προκάλεσε με την απερίσκεπτη και βεβιασμένη παραίτησή του, δεδομένου μάλιστα ότι θα λογοδοτούσε, ούτως ή άλλως, στις επικείμενες εκλογές. Η πάση θυσία επομένως αναζήτηση πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό θα κατέληγε στο αντίθετο του επιδιωκόμενου: στο ανάθεμά του για την ασυγχώρητη πολιτική ανευθυνότητά του και θα καταγραφόταν στην Ιστορία ως ένας ανεύθυνος πρωθυπουργός!”.

Ας δούμε λοιπόν πού χωλαίνουν οι συλλογισμοί Μανιτάκη:

α. Η κυβερνητική σταθερότητα δεν αποτελεί “ύψιστο συνταγματικό αγαθό”, όπως αυθαίρετα την αποκαλεί.

β. Το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τις διαδικασίες με τις οποίες μια κυβέρνηση (ή κάποιο μέλος της) λαμβάνει και στερείται την εμπιστοσύνη της Βουλής.

γ. Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό για όσα ορθώς και ο κ.Μανιτάκης του καταλογίζει, δεν συνεπάγεται και την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, αλλά την εφαρμογή του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος που προβλέπει ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του απολύτως πλειοψηφούντος κόμματος θα ορίσει τον επόμενο πρωθυπουργό. Η συνταγματική αυτή διάταξη αποσκοπεί ακριβώς, μεταξύ άλλων στην αποτροπή των πρόωρων εκλογών.

Η αναγόρευση της κυβερνητικής σταθερότητας σε “ύψιστο συνταγματικό αγαθό” αντιφάσκει προς την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης. Με αυτή τη λογική, αν την οδηγήσουμε στις ακραίες λογικές της συνέπειες, θα μπορούσε κανείς να ανακαλύψει ενδεχομένως δέκα λόγους για να μην γίνουν οι εκλογές ούτε σε δέκα μήνες που ολοκληρώνεται η τετραετής βουλευτική περίοδος–ενεργειακή και κλιματική κρίση, πόλεμος, εξωτερικές απειλές κλπ. Αυτό όμως δεν διανοείται κανείς να το υποστηρίξει, εκτός πια αν προσφύγει στο άρθρο 48 του Συντάγματος περί κατάστασης πολιορκίας, δηλαδή σε περίπτωση “πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος”.

Η προσφυγή στην κυβερνητική σταθερότητα με τους όρους που περιγράφει ο κ.Μανιτάκης υποτιμάει τις ασφαλιστικές δικλείδες που το ίδιο το Σύνταγμα έχει θέσει για την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, καταλήγοντας να “απαλλάσσει” τους κυβερνώντες από την ανάληψη της αντικειμενικής πολιτικής τους ευθύνης για σοβαρές παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου».

Παρακολουθήσεις: Η πολιτική, η συνταγματική και η ποινική διάσταση του ελληνικού Watergate

Οι «νόμιμες επισυνδέσεις», δηλαδή οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις δημοσιογράφων και πολιτικών προσώπων, ένα θέμα που αναδείχθηκε με αφορμή την «υπόθεση Ανδρουλάκη» κρίνεται σε όλες του τις πτυχές ως μείζον.

Θεσμικά, πολιτικά και νομικά έχει προκαλέσει σειρά αντιδράσεων καθώς φέρνει στο προσκήνιο μεθόδους που έχουν κριθεί  από ακατάλληλες ως μη νόμιμες προκαλώντας στην κυβέρνηση τεράστια προβλήματα που τώρα πια αξιολογούνται αρνητικά και σε επίπεδο διαχείρισης.

Σ’ όλα αυτά προστίθεται και μια άλλη πτυχή που αχνά περιγράφουν κάποιοι αναλυτές συνδέοντας τις εξελίξεις με τη διαχείριση των χρημάτων του Ταμείου Ανάπτυξης και των αιτημάτων οικονομικών παραγόντων που συγκρούονται μεταξύ τους.

Δεν είναι πάντως καθόλου τυχαίο ότι νομικοί και πολιτικοί έκριναν με ιδιαίτερα αυστηρό τρόπο όσα έγιναν γνωστά με αφορμή τις παρακολουθήσεις του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ Νίκου Ανδρουλάκη.

Στα άρθρα και τις συνεντεύξεις που ακολουθούν αναδεικνύονται οι πολιτικές και νομικές πτυχές του θέματος που περιγράφουν τις ευθύνες του πρωθυπουργού και την υποχρέωσή του να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που του αναλογούν.

Όσα θα ακολουθήσουν τις επόμενες ημέρες θα κρίνουν όχι μόνο τις αντοχές της κυβέρνησης αλλά και το μέλλον της. Αν δηλαδή θα μπορέσει να πορευτεί υπό αυτές τις συνθήκες έως το επόμενο καλοκαίρι ή αν θα υποχρεωθεί λόγω των συνθηκών να κάνει εκλογές. 

-Δημήτρης Βερβεσός /Δημοκρατία υπό απειλή: Σε αναζήτηση θεσμικών αναχωμάτων

-Αντώνης Ρουπακιώτης: Από το «Πανοπτικόν» του 18ου αιώνα στο «Πανακουστικόν» του 21ου

-Γιάννης Μαντζουράνης: Η ποινική διάσταση του άγους των υποκλοπών

-Θεμιστοκλής Ι. Σοφός: Νόμιμες επισυνδέσεις ή υποκλοπές;

-Ακρίτας Καϊδατζής: Διπλό σκάνδαλο

-Κώστας Μποτόπουλος: Ένα παγόβουνο καταπάνω στους θεσμούς

-Κώστας Χρυσόγονος: Αναγκαία η παραίτηση του Πρωθυπουργού

-Γιώργος Σωτηρέλης: Γιατί η μόνη διέξοδος που απομένει για τον πρωθυπουργό είναι οι εκλογές

-Νίκος Μαραντζίδης : Ο πρωθυπουργός κρύβει πληροφορίες, θα έπρεπε να παραιτηθεί, τελεία και παύλα…

Πηγή: Kathimerini.com.cy / iEidiseis.gr / Anatropinews.gr

Θεόκριτος Αργυριάδης