<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%cf%83%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%b7%cf%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Mon, 17 Feb 2025 08:03:07 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Εμπιστευόμαστε τη Δικαιοσύνη;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/02/17/ebistevomaste-ti-dikaiosyni/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 17 Feb 2025 08:03:06 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΘΡΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1007449</guid>

					<description><![CDATA[Α.&#160;Η μόνιμη επωδός του πρωθυπουργού και των κυβερνητικών στελεχών, για όλα τα μεγάλα σκάνδαλα στα οποία έχει εμπλακεί η σημερινή κυβέρνηση, είναι ένας αξιωματικά προβαλλόμενος &#160;ισχυρισμός, που συνοδεύεται από &#160;ένα συναφές ερώτημα. Ο ισχυρισμός, με το οποίο κάθε τόσο κουνάει το δάχτυλο ο πρωθυπουργός στους αντιδρώντες, &#160;συνοψίζεται στο ότι από την στιγμή που έχει επιληφθεί [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h4 class="wp-block-heading"><strong>Α.</strong>&nbsp;Η μόνιμη επωδός του πρωθυπουργού και των κυβερνητικών στελεχών, για όλα τα μεγάλα σκάνδαλα στα οποία έχει εμπλακεί η σημερινή κυβέρνηση, είναι ένας αξιωματικά προβαλλόμενος &nbsp;ισχυρισμός, που συνοδεύεται από &nbsp;ένα συναφές ερώτημα. Ο ισχυρισμός, με το οποίο κάθε τόσο κουνάει το δάχτυλο ο πρωθυπουργός στους αντιδρώντες, &nbsp;συνοψίζεται στο ότι από την στιγμή που έχει επιληφθεί η Δικαιοσύνη δεν δικαιολογείται καμία &nbsp;κριτική για πολιτικές ή ποινικές ευθύνες, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ασέβεια στους θεσμούς. Και ακολουθεί αμέσως το πομπώδες ερώτημα: είναι δυνατόν να μην εμπιστεύεσθε την ελληνική Δικαιοσύνη;</h4>



<p><em><strong>Του Γ. Χ. Σωτηρέλη, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</strong></em></p>



<p>Μια εύκολη απάντηση θα ήταν το ότι σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση την <strong>Δικαιοσύνη </strong>εμπιστεύεται μόνο το 22% των πολιτών, οπότε δεν έχει νόημα να συζητούμε για την αξιοπιστία της. Πολύ δε περισσότερο όταν και αυτοί που αναλαμβάνουν να προπαγανδίσουν την παραπάνω επιχειρηματολογία του πρωθυπουργού –δηλαδή τα ελεγχόμενα σχεδόν πλήρως κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ– έχουν ακόμη μικρότερο βαθμό εμπιστοσύνης (8%) και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον κατεβάσουν ακόμη περισσότερο…</p>



<p><strong>Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά,</strong> όταν μιλούμε για την τρίτη εξουσία, που αποτελεί το θεμέλιο της αρχής του κράτους δικαίου στα σύγχρονα συνταγματικά πολιτεύματα. Το να μην έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη σημαίνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι οι δύο άλλες εξουσίες, και ιδίως η εκτελεστική, που τελευταία έχει ισχυροποιηθεί υπέρμετρα σε βάρος της νομοθετικής, δεν υπόκεινται στον έλεγχο που αποτελεί την πεμπτουσία μιας πραγματικής -δηλαδή ταυτόχρονα συμμετοχικής, φιλελεύθερης και κοινωνικής- Δημοκρατίας. Και αυτό με την σειρά του σημαίνει ότι αναιρείται στην πράξη η θεμελιώδης συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών.</p>



<p><strong>Από την άλλη μεριά, όμως, η εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε αυτονόητη. </strong>Είναι άλλο ο σεβασμός προς την δικαστική εξουσία, λόγω του θεσμικού της ρόλου, και άλλο η ουσιαστική εμπιστοσύνη, διότι αυτή προϋποθέτει απαρέγκλιτα την αξιοπιστία της. Και δυστυχώς δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε δημοσκοπήσεις, για να καταλάβει ότι η αξιοπιστία αυτή έχει τρωθεί πολλαπλώς και με διαρκώς επιταχυνόμενη ένταση την τελευταία εικοσαετία. Θα προσθέσω δε, με λύπη μου, ότι όσο πιο πολλές προσλαμβάνουσες παραστάσεις έχει κανείς από τον τρόπο που λειτουργεί η δικαστική εξουσία τόσο χειρότερη εικόνα έχει για την αξιοπιστία της…</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Β. </strong>Ο Δάσκαλός μου Αριστόβουλος <strong>Μάνεσης </strong>συνήθιζε να λέει, χαριτολογώντας, ότι η Δικαιοσύνη είναι σαν την γυναίκα του Καίσαρα. Πρέπει και να είναι και να φαίνεται τίμια. Αν λοιπόν αξιολογήσουμε την Δικαιοσύνη με αυτό το κριτήριο, εκείνο που είναι πλέον ή βέβαιον είναι το ότι συχνά δεν φαίνεται τίμια. Μήπως όμως τα φαινόμενα απατούν;</li>
</ul>



<p><strong>Δυστυχώς η απάντηση σε ουκ ολίγες περιπτώσεις είναι αρνητική</strong>. Παρότι η ασκούμενη κριτική δεν είναι πάντα δικαιολογημένη, ιδίως σε ποινικές υποθέσεις, σε γενικές γραμμές το πρόβλημα της αξιοπιστίας είναι υπαρκτό και συχνά εξοργιστικό, τόσο στο πεδίο της διοικητικής όσο και στο πεδίο της πολιτικής Δικαιοσύνης.  Στην βάση δε του προβλήματος βρίσκεται εμφανώς το ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης διορίζεται από την Κυβέρνηση, με βάση την σχετική –ατυχέστατη όπως έχει αποδειχθεί– διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όσοι διορίζονται κατά καιρούς σε ηγετικές θέσεις της Δικαιοσύνης είναι εξ ορισμού υποχείρια της εκτελεστικής εξουσίας. </p>



<p><strong>Αρκετοί τιμούν όντως το αξίωμά τους και στέκονται στο ύψος των υψηλών του απαιτήσεων (είχα την τύχη να γνωρίσω και προσωπικά κάποιους από αυτούς).</strong> Ωστόσο, την τελευταία εικοσαετία τέτοιοι επικεφαλής της Δικαιοσύνης συναντώνται ολοένα και σπανιότερα, καθώς οι περισσότερες επιλογές των κυβερνήσεων, μετά το 2004, ήταν από κακές μέχρι κάκιστες. Δικαστές που στερούνταν εμφανώς ή και πανθομολογουμένως την έξωθεν καλή μαρτυρία,  βρέθηκαν ξαφνικά σε ηγετικές θέσεις στην Δικαιοσύνη, με προέχον κριτήριο την προθυμία τους να κλίνουν ευπειθώς το γόνυ στα κελεύσματα της εκτελεστικής εξουσίας…</p>



<p>Το πρόβλημα βέβαια της αξιοπιστίας της <strong>Δικαιοσύνης </strong>δεν εντοπίζεται μόνο στην  ηγεσία της. Πέρα από το ότι το ποιοτικό επίπεδο των λειτουργών της –παρά τις όποιες λαμπρές εξαιρέσεις–  δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί με την ίδρυση της Σχολής Δικαστών, ένα μεγάλο πρόβλημα αφορά την συχνή επικράτηση στους κόλπους της  εθνολαϊκιστικων προσεγγίσεων, οι οποίες χρωματίζουν ιδεολογικοπολιτικά –και άρα μεροληπτικά– ουκ ολίγες αποφάσεις (τόσο της διοικητικής όσο και της πολιτικής Δικαιοσύνης). Σε αυτά δε πρέπει να προστεθεί και μία εφεκτική στάση ορισμένων δικαστών απέναντι σε πολιτικές παρεμβάσεις αλλά και μία ενδημούσα στους κόλπους της Δικαιοσύνης κακή νοοτροπία, που αποδίδεται με τον όρο «κράτος δικαστών» και συνοψίζεται στην αυταρχική αντίληψη ότι ο δικαστής, καλυπτόμενος πίσω από την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, δεν δίνει λόγο σε κανέναν, όπως και αν φέρεται και ό,τι και αν αποφασίζει.</p>



<p><strong>Ωστόσο, όπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν, όταν οι ηγεσίες της Δικαιοσύνης α</strong>νταποκρίνονται στον ρόλο τους ακόμη και αυτά τα φαινόμενα υποχωρούν ή/και περιθωριοποιούνται. Καταλήγουμε λοιπόν ότι το μείζον ζήτημα είναι εν τέλει το ποιοι/ποιες επιλέγονται στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, διότι αυτοί/αυτές  δίνουν το μήνυμα στους υπόλοιπους δικαστές. Αν το μήνυμα είναι η αδιαπραγμάτευτη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και ο σεβασμός του ιδιαίτερου ρόλου της,  η αξιοπιστία αποκαθίσταται σε μεγάλο βαθμό. Αν όμως οι επικεφαλής της Δικαιοσύνης δείχνουν ότι αντιλαμβάνονται το αξίωμά τους σαν μακρά χείρα της εκτελεστικής εξουσίας, η αξιοπιστία καταρρέει, όσο και αν προσπαθούν κάποιοι ακέραιοι δικαστές, με το προσωπικό τους κύρος και παράδειγμα, να την συγκρατήσουν.</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Γ.</strong> Μετά από όλα αυτά, επανερχόμαστε στο αρχικό ερώτημα: <strong>εμπιστευόμαστε την Δικαιοσύνη; </strong>Η απάντηση, με βάση τα ανωτέρω,  είναι πλέον αυτονόητη. Θέλουμε μεν να την εμπιστευόμαστε αλλά δεν της δίνουμε επ’ουδενί κάρτα μπιάνκα. Πρέπει να μας πείσει ότι μπορούμε να την εμπιστευόμαστε. Και δυστυχώς υπάρχει πλειάδα αποφάσεων και συμπεριφορών, που συνηγορούν για το αντίθετο:</li>
</ul>



<p><strong>α.</strong> <strong>Ας ξεκινήσουμε από την διοικητική Δικαιοσύνη</strong>. Πως να την εμπιστευόμαστε, όταν υπάρχουν αποφάσεις που προτάσσουν το «δίκαιο του αίματος», ως προς την ιθαγένεια, και τον υποχρεωτικό κρατικό κατηχητισμό ως προς την θρησκευτική εκπαίδευση; Πως να την εμπιστευόμαστε όταν δεν τολμά να αμφισβητήσει ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας που παραβιάζουν καταφανώς το Σύνταγμα σε ζητήματα προστασίας ατομικών δικαιωμάτων και ιδίως δικαιωμάτων ομαδικής δράσης; Πως να πεισθούμε για την αξιοπιστία της αν σκεφθούμε ότι θυμάται τα κοινωνικά δικαιώματα (και την αξιοπρεπή διαβίωση) μόνο προκειμένου να μην μειωθεί το εισόδημα των δικαστικών; Πως να μην προβληματιζόμαστε έντονα όταν είναι γνωστό ότι με πρωτοβουλία της και με δική της πίεση προς τον νομοθέτη συρρικνώθηκε τόσο δραστικά η αναίρεση, ώστε να καταργηθεί ουσιαστικά –βοηθούσης και της ακόμη πιο περιοριστικής νομολογίας– η δευτεροβάθμια δικαστική προστασία;</p>



<p><strong>β.</strong> <strong>Ας πάμε όμως και στον ρόλο της Δικαιοσύνης</strong>, ως εγγυήτριας της γνησιότητας των εκλογών. Είναι δυνατόν να εμπιστευθεί κανείς τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι πρόεδροι δικαστηρίων που εμποδίζουν με κάθε τρόπο –και συχνά με επίδειξη αλαζονικού αυταρχισμού– τους ενισταμένους, ως προς τον έλεγχο του εκλογικού υλικού, υπονομεύοντας ευθέως την δικαστική προστασία σε μείζονα ζητήματα λαϊκής κυριαρχίας; Είναι δυνατόν να θεωρηθούν αξιόπιστα το Συμβούλιο Επικρατείας (ΣτΕ) και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), ως εκλογοδικεία, όταν θεωρούν συνταγματικά ακόμη και τα πλέον καλπονοθευτικά εκλογικά συστήματα, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις τους ως προς την συνταγματικά προστατευόμενη ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης; Για να μην θυμηθούμε και ορισμένες παλαιότερες κραυγαλέες παρεκτροπές, όπως την αλήστου μνήμης  απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία κέρδισε έδρα ο Αχιλλέας Καραμανλής….  </p>



<p><strong>γ.</strong> <strong>Τελευταία αλλά ακόμη περισσότερο προβληματική η πολιτική Δικαιοσύνη.  </strong>Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά παλαιότερα παραδείγματα αναξιοπιστίας (πχ τις υποθέσεις Novartis και Siemens), αλλά αρκεί να σταθούμε στα πρόσφατα, με  τα οποία πράγματι ξεχείλισε το ποτήρι της έλλειψης εμπιστοσύνης.</p>



<p><strong>Είναι δυνατόν να υπερασπισθεί οποιοσδήποτε καλόπιστος παρατηρητής τις ενέργειες και τις παραλείψεις της Δικαιοσύνης στην υπόθεση των υποκλοπών; </strong>Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς: την ανεκδιήγητη στάση της εισαγγελέως-τροχονόμου για τις παρακολουθήσεις της <strong>ΕΥΠ </strong>αλλά και την σκανδαλώδη πειθαρχική αντιμετώπισή της από τον Άρειο Πάγο στην συνέχεια; Την κραυγαλέα απόπειρα συγκάλυψης του σκανδάλου από την ηγεσία του Αρείου Πάγου και ιδίως από τον προηγούμενο και την νυν εισαγγελέα  του Αρείου Πάγου, με σωρεία παρακωλυτικών και μεθοδευμένων κινήσεων που εκθέτουν πλειάδα δικαστών; Το πως τέθηκε ουσιαστικά η υπόθεση στο αρχείο; Δεν κατανοούν άραγε οι εν λόγω ηγεσίες ότι η συμπεριφορά τους προκαλεί ισχυρά συναισθήματα οργής αλλά και θυμηδίας, εγείροντας ταυτόχρονα σοβαρά ερωτηματικά ως προς το αν οι εισαγγελείς μπορούν, εν τέλει, να θεωρούνται δικαστικοί λειτουργοί;</p>



<p>Το ίδιο ισχύει, βέβαια, σε μεγάλο &nbsp;βαθμό, και με την τραγωδία των Τεμπών, δεδομένου ότι, με βάση τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Δικαιοσύνη φαίνεται και σε αυτήν την περίπτωση να τείνει ευήκοον ους στα κελεύσματα της συγκάλυψης, όπως αυτά εκπορεύονται επί δύο χρόνια από την εκτελεστική εξουσία. Τα ερωτήματα λοιπόν που έρχονται αυθόρμητα στα χείλη όλων είναι αμείλικτα:</p>



<p>Είναι δυνατόν, σε μία τέτοια υπόθεση που έχει συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία –σπάζοντας ακόμη και τα στεγανά της ελεγχόμενης πληροφόρησης των καθεστωτικών MME– να υπάρχουν δικαστές που διστάζουν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων;</p>



<p>Δεν αρκούν ούτε οι σχετικές αποκαλύψεις των –ακούραστων και αξιοθαύμαστων– συγγενών των θυμάτων ούτε οι πρωτοφανείς (και παρήγορες) λαϊκές κινητοποιήσεις για να ταρακουνηθεί επιτέλους η Δικαιοσύνη και να αποφασίσει ότι πρέπει να αποτινάξει από πάνω της την εικόνα της κωλυσιεργίας ή/και της παραποίησης της αλήθειας, που τείνει να παγιωθεί: Πόσο ακόμη πρέπει να περιμένουμε για να καταλογισθούν επιτέλους &nbsp;συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες στους υπαιτίους αλλά και για να επισημανθεί με παρρησία το που και πως εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα;.</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>δ.</strong> Στην ανωτέρω ζοφερή εικόνα της πολιτικής Δικαιοσύνης ας μου επιτραπεί να προσθέσω και  μία προσωπική μαρτυρία. </li>
</ul>



<p>Πριν από δέκα περίπου χρόνια κατέφυγα με αγωγή στην πολιτική δικαιοσύνη, διότι δέχθηκα μία άθλια επίθεση από την εφημερίδα που κατ’ευφημισμόν αυτοαποκαλείται «Δημοκρατία» αλλά είχε αναλάβει εργολαβικά την υπεράσπιση της –ισχυρής τότε– Χρυσής Αυγής (η επίθεση έγινε γιατί ήμουν ο πρώτος που πρότεινε να μην ανακηρύσσονται κόμματα των οποίων οι ηγεσίες έχουν καταδικασθεί για σύσταση και λειτουργία εγκληματικής οργάνωσης). Παρότι είχα θετική εισήγηση, το Δικαστήριο εξέδωσε, με πλειοψηφία δύο δικαστών, μία πρωτοφανή απόφαση, η οποία δεν απέρριψε απλώς την αγωγή αλλά αναπαρήγαγε, με καθαρά ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση, όλα τα φασίζοντα στερεότυπα της της Χρυσής Αυγής. Το δε Εφετείο απέρριψε την έφεσή μου, με απόφαση που εκδόθηκε σε χρόνο ρεκόρ (σε ένα μήνα…) με μία παρωδία αιτιολογίας (που δεν επανέλαβε πάντως τα χρυσαυγίτικα φληναφήματα της πρωτόδικης).</p>



<p>Ως εκ τούτου απογοητεύθηκα και δεν έκανα αναίρεση, πολλώ μάλλον διότι όλοι οι φίλοι δικηγόροι, στους οποίους απευθύνθηκα, μου είπαν με μια φωνή ότι δεν έχει νόημα, διότι οι περισσότεροι δικαστές του Αρείου Πάγου «συμπαθούν» τέτοιες αποφάσεις (άλλη μία ένδειξη αξιοπιστίας…). Αυτό άλλωστε το κατάλαβα και εγώ αργότερα, όταν κατήγγειλα τις συγκεκριμένες δύο δικαστές για ιδεολογικοπολιτική μεροληψία στον τότε πρόεδρο του Αρείου Πάγου.  </p>



<p>Εκείνος, αφού κράτησε (με μάλλον φοβική συμπεριφορά) κάποιους μήνες στο συρτάρι του την καταγγελία μου, στην συνέχεια την παρέπεμψε σε «αρμόδια» αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Η εν λόγω, σε σύντομη συνάντησή μας, αφού εξέφρασε με πολύ ύφος την απορία της γιατί διαμαρτυρήθηκα –επιδοκιμάζοντας σχεδόν την χρυσαυγίτικη ιδεολογία που ανέδιδαν τα κρίσιμα αποσπάσματα της απόφασης–  στην συνέχεια έβαλε την καταγγελία μου στο αρχείο χωρίς να ασκήσει πειθαρχική δίωξη αλλά και χωρίς καν να με ενημερώσει (δεν έχει νόημα να αναφέρω ονόματα –τα οποία είναι στη διάθεση παντός ενδιαφερομένου– διότι θέλω απλώς να καταδείξω πόσο έντονη αλλά και πολυδιάστατη είναι η προβληματικότητα της πολιτικής Δικαιοσύνης).  </p>



<p>*****</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Δ. Με βάση λοιπόν αυτήν την σύντομη περιδιάβαση, η τελική απάντηση είναι η ακόλουθη:</strong></li>
</ul>



<p><strong>Η εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη ακολουθεί αυτονοήτως τον γενικό κανόνα της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και άρα συναρτάται ευθέως με την αξιοπιστία της.</strong> Με άλλα λόγια, δεν επιβάλλεται εκ των άνω αλλά κερδίζεται… Όπως δεν εμπιστευόμαστε την κυβέρνηση, με όλα αυτά τα σκάνδαλα και τις παρεκτροπές που δηλητηριάζουν τον δημόσιο βίο, όπως δεν εμπιστευόμαστε τα ΜΜΕ (που στην συντριπτική τους πλειονότητα είτε επιδίδονται σε ασύστολη προπαγάνδα υπέρ της κυβέρνησης και των συμφερόντων των ιδιοκτητών τους είτε επιβάλλουν  omertà) έτσι δεν εμπιστευόμαστε και την Δικαιοσύνη του βαθέος κράτους, των εθνολαϊκιστικών εξάρσεων, των μονομερών αποφάσεων και της συγκάλυψης των σκανδάλων (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν σεβόμαστε την Δικαιοσύνη ως θεσμό ή ότι δεν εμπιστευόμαστε την στάση και την κρίση επί μέρους εξαιρετικών δικαστικών λειτουργών και –σπανιότερα– Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων).</p>



<p><strong>Αν δούμε αλλαγή πορείας στο εγγύς μέλλον –καθώς εκκρεμούν και κρίσιμες αποφάσεις– θα είμαι ο πρώτος που θα το αναγνωρίσω </strong>(κάνοντας αρχή από την πρόσφατη εξαιρετική απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας για τις σκανδαλώδεις διατάξεις του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού) και θα προτρέψω τους πολίτες όχι μόνο να σέβονται αλλά και να εμπιστεύονται την Δικαιοσύνη, ως τελευταίο καταφύγιο μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας. Έως τότε όμως ας μου επιτραπεί να στέκομαι κριτικά ή και επικριτικά –αλλά όχι ισοπεδωτικά– απέναντι στην λειτουργία της, να εκφράζω δημόσια την απογοήτευσή μου για κάποια από τα πεπραγμένα της (μικρό δείγμα των οποίων παρέθεσα προηγουμένως) και να προτείνω συνταγματικές αλλαγές τόσο ως προς την επιλογή της ηγεσίας της όσο και ως προς ένα ουσιαστικότερο και βαθύτερο έλεγχο συνταγματικότητας, με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου.</p>



<p><strong>Η Δικαιοσύνη, άλλωστε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένα στεγανό αποκομμένο από την δημόσια κριτική, </strong>όπως θέλουν ορισμένοι δικαστές, διότι οι αποφάσεις της εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού δηλαδή ανάγονται σε τελευταία ανάλυση, όπως άλλωστε και οι αποφάσεις όλων των κρατικών οργάνων, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Άρα ο λαός δικαιούται να έχει αφένός μεν πλήρη ενημέρωση αφ’ετέρου δε άποψη για την λειτουργία της. Κατ’επέκτασιν δε οι πολίτες δικαιούνται όχι μόνον να αμφισβητούν την ορθότητα των αποφάσεων και της γενικότερης στάσης συγκεκριμένων οργάνων της Δικαιοσύνης αλλά και να τα επικρίνουν δημόσια (με κοσμιότητα βέβαια και χωρίς να καταφεύγουν σε ακραίες συμπεριφορές, που είναι εξ ορισμού απαράδεκτες και καταδικαστέες). Πολλώ δε μάλλον οι πολίτες δικαιούνται να αγνοούν τις παραπλανητικές προτροπές και υπεκφυγές –όπως αυτές του πρωθυπουργού και των πολιτικών και μιντιακών εξαπτερύγων του–  που παραπέμπουν γενικώς και αορίστως την αποκάλυψη κρίσιμων σκανδάλων σε κάποιες  δικαστικές καλένδες, και να αξιώνουν γρήγορη και πειστική κινητοποίηση όλων των εμπλεκόμενων κρατικών οργάνων, με πρώτα τα Δικαστήρια, προκειμένου να υπερβούμε επιτέλους την κρίση αξιοπιστίας που ταλανίζει την σύγχρονη θεσμική μας πραγματικότητα…</p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι βασικές προτεραιότητες μιας στοχευμένης συνταγματικής αναθεώρησης</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/01/29/oi-vasikes-proteraiotites-mias-stoche/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 29 Jan 2025 09:38:06 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=999327</guid>

					<description><![CDATA[Η συνταγματική αναθεώρηση, που έχει εδώ και καιρό εξαγγελθεί, είναι μία εξαιρετικά κρίσιμη αλλά και χρήσιμη θεσμική διαδικασία, στην οποία δοκιμάζεται πολλαπλώς η ετοιμότητα αλλά και η αξιοπιστία όλων των παραγόντων του δημόσιου βίου. Αρκεί βέβαια να αντιμετωπισθεί με σοβαρότητα και συνέπεια και να μην εκτραπεί σε πεδίο μικροπολιτικού εντυπωσιασμού και άγονων αντιπαραθέσεων. Με αυτήν [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Η συνταγματική αναθεώρηση, που έχει εδώ και καιρό εξαγγελθεί, είναι μία εξαιρετικά κρίσιμη αλλά και χρήσιμη θεσμική διαδικασία, στην οποία <strong><em>δοκιμάζεται πολλαπλώς η ετοιμότητα αλλά και η αξιοπιστία όλων των παραγόντων του δημόσιου βίου</em></strong>. Αρκεί βέβαια να αντιμετωπισθεί με σοβαρότητα και συνέπεια και να μην εκτραπεί σε πεδίο μικροπολιτικού εντυπωσιασμού και άγονων αντιπαραθέσεων. Με αυτήν λοιπόν την διευκρίνιση, η θέση μου ως προς την επικείμενη αναθεώρηση είναι η ακόλουθη:</h3>



<p><em><strong>Του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</strong></em></p>



<p>Το πρώτο που πρέπει να τροποποιηθεί είναι η ίδια η συνταγματική διάταξη του άρθρου 110 για την συνταγματική αναθεώρηση. Σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, ο <strong>αναθεωρητικός </strong>νομοθέτης έχει την ευχέρεια να αναπροσαρμόζει έγκαιρα το συνταγματικό κείμενο, ανταποκρινόμενος στις ραγδαίες εξελίξεις που παρατηρούνται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Ως εκ τούτου το Σύνταγμά μας είναι «ζωντανό» και «δυναμικό», σύμφωνα με τις σχετικές θεωρητικές επεξεργασίες, και αυτό αφήνει έκθετους όσους προτίμησαν να το παραβιάσουν, στην περίπτωση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αντί να περιμένουν λιγότερο από έναν χρόνο, προκειμένου να εκκινήσει η προβλεπόμενη αναθεωρητική διαδικασία.</p>



<p><strong>Ωστόσο, στο άρθρο αυτό υπάρχει ένα προβληματικό σημείο, σύμφωνα τουλάχιστον με την αντίληψη που έχει επικρατήσει: </strong>η πρώτη Βουλή, στην οποία ψηφίζονται οι αναθεωρητέες διατάξεις με τουλάχιστον 180 ψήφους, δεν δεσμεύει, ως προς την κατεύθυνσή τους, την δεύτερη, η οποία ψηφίζει απλώς με απόλυτη πλειοψηφία (150+1), την τελική διατύπωσή τους. Αυτό έγινε για παράδειγμα με το κοινοβουλευτικό ασυμβίβαστο, στην αναθεώρηση του 2001 –με μία μεθόδευση που δεν τιμά την αναθεωρητική διαδικασία– και έτσι  η επόμενη αναθεώρηση (του 2008) επανέφερε ευλόγως την προηγούμενη ρύθμιση. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, θεωρώ ότι <strong><em>η σχετική διάταξη του άρθρου 110 πρέπει να αλλάξει, ώστε να καταστεί σαφής η σχέση μεταξύ των προτάσεων της πρώτης Βουλής και των διατάξεων που ψηφίζει η δεύτερη</em></strong>.</p>



<p>Θα μπορούσε πάντως να συζητηθεί <strong><em>και μία περαιτέρω απλοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας,</em></strong>&nbsp;που θα οδηγούσε στην ολοκλήρωση των τροποποιήσεων σε μία μόνο Βουλή, με απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, η πλειοψηφία των 3/5 (180) να επιτυγχάνεται τόσο για την ψήφιση των αναθεωρητέων διατάξεων όσο και για την τελική διατύπωσή τους.</p>



<p><strong>Από εκεί και πέρα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:</strong></p>



<p>Η αναθεώρηση του Συντάγματος εντάσσεται στην συνταγματική πολιτική, που αποτελεί υποσύνολο της ευρύτερης πολιτικής. Ως εκ τούτου οι <strong><em>όποιες προτάσεις, από όπου και αν εκπορεύονται, είναι εξ ορισμού νομικοπολιτικές και όχι στενά επιστημονικές</em></strong>. Κατ’επέκτασιν, τον τελευταίο λόγο τον έχουν, ευλόγως, οι πολιτικές δυνάμεις.</p>



<p>Με δεδομένο λοιπόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, η διαδικασία αναθεώρησης πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο, <strong><em>με κριτήριο τα προβλήματα που αναδείχθηκαν την τελευταία εικοσιπενταετία και με βασική στόχευση αφ’ενός μεν τον εκδημοκρατισμό και την βελτίωση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος αφ’ετέρου δε την ενίσχυση της προστασίας του κοινωνικού κράτους δικαίου και των συνταγματικών δικαιωμάτων</em></strong>. Υπό το πρίσμα αυτό, που είναι το πρίσμα του δημοκρατικού συνταγματισμού, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω επιγραμματικά τα βασικά πεδία στα οποία πρέπει να κινηθεί η συνταγματική αναθεώρηση, χωρίς όμως να υπεισέλθω σε λεπτομερείς εξειδικεύσεις. Και τούτο όχι μόνον διότι έχω καταθέσει επανειλημμένα αναλυτικές προτάσεις, ήδη από το 2.000 (<em>Βλ. Γ. Σωτηρέλη, «Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», 2</em><em><sup>η</sup></em><em>&nbsp;έκδοση, με Επίμετρο: «Από την παγκοσμιοποίηση στην κρίση και στην πανδημία», Εκδ. Παπαζήση, 2022</em>), αλλά και διότι αυτό που χρειάζεται σήμερα δεν είναι κάποιες αναλυτικές ασκήσεις επί χάρτου με αβέβαιη προοπτική αλλά <strong><em>ένα συνοπτικό και συνεκτικό διάγραμμα των κρίσιμων επιλογών που μπορούν να συνθέσουν μία θεσμικά θαρραλέα και πολιτικά πρόσφορη &nbsp;συνταγματική πολιτική</em></strong>. Ειδικότερα:</p>



<p><strong>1.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong><em>Ως προς τον εκδημοκρατισμό και την βελτίωση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος</em></strong>, βασικές προτεραιότητες θα μπορούσαν να αποτελέσουν:</p>



<p><strong>Α.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong><em>Η αναβάθμιση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας</em></strong><strong>&nbsp;</strong>(βλ. αναλυτικά<strong>&nbsp;</strong><em>Γ. Σωτηρέλη,</em><strong>&nbsp;</strong><em>Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία: Η περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας</em>, <em>Constitutionalism</em><em>.</em><em>gr</em><em>, 22.10.2018</em>)<strong>&nbsp;</strong>με ιδιαίτερη έμφαση <strong>α)</strong>&nbsp;στην<strong>&nbsp;</strong><strong><em>εκ νέου αλλαγή του άρθρου 32 Σ &nbsp;ως προς την εκλογή του</em></strong><strong>&nbsp;(</strong>προτιμητέα η σύσταση ενός ευρύτερου εκλεκτορικού σώματος, ώστε να μην είναι δυνατή η εκλογή με απλή πλειοψηφία του πρώτου κόμματος)<strong>&nbsp;β) </strong>στην<strong><em>&nbsp;ενίσχυση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων</em></strong><strong>&nbsp;</strong>(τροποποίηση, ιδίως, της διάταξης του άρθρου 37 που προβλέπει διαδικασία υπέρμετρα δεσμευτική ως προς τα χρονικά όρια, αλλά και με ρητή πρόβλεψη &nbsp;πρωτοβουλιών για συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων)<strong>&nbsp;</strong>και<strong>&nbsp;γ) </strong>στην<strong>&nbsp;</strong><strong><em>ρητή απονομή αρμοδιοτήτων ως προς τον προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων</em></strong>, υπό την όποια εκδοχή της, με την πρόβλεψη αναπομπής των νομοσχεδίων, σε περίπτωση &nbsp;διαφωνίας, μετά από γνώμη του αμέσως παρακάτω προτεινόμενου Συνταγματικού Δικαστηρίου (ή έστω του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν δεν ευδοκιμήσει αυτή η πρόταση). &nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong><em>Η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου</em></strong><strong>, </strong>που<strong>&nbsp;&nbsp;</strong>είναι πλέον αδήριτη ανάγκη προκειμένου να βελτιωθεί ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων (και γενικότερα η δικαστική επίλυση ακανθωδών συνταγματικών ζητημάτων), δεδομένου ότι έχει καταστεί πλέον εμφανές ότι τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας δεν μπορούν πάντοτε να ανταποκριθούν θετικά σε αυτόν τον ρόλο, είτε λόγω εγγενών υποκειμενικών αδυναμιών είτε λόγω συντηρητικών (και ενίοτε «εθνολαϊκιστικών») αντανακλαστικών, ως προς την υπεράσπιση επιλογών του «βαθέος κράτους», είτε λόγω ατολμίας να επιχειρήσουν βαθύ συνταγματικό έλεγχο σε κρίσιμες πλην εντόνως αμφισβητούμενες επιλογές της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η υπέρβαση αυτών των προβλημάτων μπορεί να γίνει, πάντως, και με την αναβάθμιση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αρκεί να απονεμηθούν σε αυτό ρητά αρμοδιότητες άσκησης ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, τόσο προληπτικά –μετά από παραπομπή σε αυτό επίμαχων νομοσχεδίων είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (κατά τα προαναφερθέντα) είτε από τα 2/5 της Βουλής– όσο και κατασταλτικά, με αποφάσεις που θα κρίνουν σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. &nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Γ.</strong>&nbsp;Ένα συναφές ζήτημα, που δεν έχει δυστυχώς αντιμετωπισθεί έως τώρα, παρά τα έντονα προβλήματα που ανεφύησαν τα τελευταία χρόνια, είναι η αδυναμία ελέγχου συνταγματικότητας των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο απυρόβλητο καταφανώς αντισυνταγματικές ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας (όπως συνέβη με την αλήστου μνήμης κατάργηση της ΕΡΤ, το 2013, ή με την επιτηδευμένη διαφοροποίηση της ρύθμισης του δημοψηφίσματος, το 2015). <strong><em>Επιβάλλεται, λοιπόν, να καταργηθεί ως τάχιστα αυτό το στεγανό αυθαιρεσίας, ως προς τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου,</em></strong>&nbsp;με συνταγματική διάταξη που θα αναθέτει ρητά στο Συμβούλιο Επικρατείας την σχετική αρμοδιότητα του ελέγχου της συνταγματικότητάς τους, ώστε να μην μπορεί να υπεκφεύγει. Αλλά και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αναβάθμισής του, θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να ασκεί προληπτικό (και άρα επίκαιρο) έλεγχο συνταγματικότητας των εν λόγω πράξεων, με δυνατότητα παραπομπής του θέματος στο ανωτέρω προτεινόμενο &nbsp;Συνταγματικό Δικαστήριο ή έστω στο ΑΕΔ (όπως και με τα νομοσχέδια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα) ώστε να αποτρέπεται η έκδοση τουλάχιστον των πλέον προβληματικών από αυτές.</p>



<p><strong>Δ.</strong>&nbsp;Επίσης συναφής είναι η <strong><em>αναγκαιότητα αλλαγής του τρόπου επιλογής των ηγεσιών των Ανώτατων Δικαστηρίων</em></strong>, ώστε να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος που τις συνδέει με την εκάστοτε κυβέρνηση. Εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν πολλές. Θα μπορούσε &nbsp;πχ να αποφασίζει είτε η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, με αυξημένη πλειοψηφία ανάλογη με των Ανεξάρτητων Αρχών (που προτείνω πάντως παρακάτω να αλλάξει) &nbsp;είτε &nbsp;ευρύτερο εκλεκτορικό σώμα από δικαστές και νομικούς είτε ο &nbsp;Πρόεδρος της Δημοκρατίας (που προσωπικά το προτιμώ, υπό το πρίσμα και της προτεινόμενης αναβάθμισής του) μετά από πρόταση περισσότερων του ενός προσώπων από τα προαναφερθέντα σώματα.</p>



<p><strong>Ε.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong><em>Σημαντικές αλλαγές επιβάλλονται επίσης στο πεδίο της ποινικής ευθύνης των υπουργών</em></strong>&nbsp;(άρθρο 86 Σ), προς την κατεύθυνση της πλήρους (πλέον) κατάργησης των σχετικών προνομίων τους (που προκύπτουν από την πολιτικά μεροληπτική, κατά κανόνα, ανάμειξη της Βουλής) και της ανάθεσης της αρμοδιότητας για την άσκηση της ποινικής τους δίωξης σε υψηλόβαθμο και πολυμελές δικαστικό όργανο (πχ Ολομέλεια Εφετών της Αθήνας) που θα ελαχιστοποιεί την δυνατότητα άσκησης πολιτικών παρεμβάσεων.</p>



<p><strong>ΣΤ.</strong>&nbsp;Τον δρόμο για την ανωτέρω συνταγματική τροποποίηση της ποινικής ευθύνης των υπουργών έδειξε άλλωστε και η συγκέντρωση ενάμιση εκατομμυρίου υπογραφών για την πρόσφατη τραγωδία των Τεμπών. Παράλληλα όμως ανέδειξε και την ανάγκη να ψηφιστεί επιτέλους ο εκτελεστικός νόμος που θα επιτρέψει την ενεργοποίηση της σχετικής πρόβλεψης του προστεθέντος με την &nbsp;αναθεώρηση του 2019 άρθρου 73 παρ. 6 Σ για λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, &nbsp;<strong><em>η οποία μάλιστα επίσης πρέπει να τροποποιηθεί</em></strong>, <strong><em>προκειμένου να μειωθεί στις 100.000 ο εκεί προβλεπόμενος – υπέρογκος– &nbsp;&nbsp;αριθμός υπογραφών</em></strong>&nbsp;( 500.000 ενώ για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 1.000.00&#8230;). Παράλληλα <strong><em>ο ίδιος αριθμός πρέπει να προβλεφθεί και για την προκήρυξη δημοψηφίσματος</em></strong>, υπό αυστηρές πάντως προϋποθέσεις ως προς τον αριθμό των προτάσεων για κάθε βουλευτική περίοδο, την διατύπωση των ερωτημάτων (ώστε να μην εκμαιεύονται οι απαντήσεις) και με την ρητή εξαίρεση των ατομικών δικαιωμάτων. Μόνον έτσι ο εμβολιασμός του αντιπροσωπευτικού συστήματος με θεσμούς άμεσης λαϊκής συμμετοχής θα αποβεί πράγματι πρόσφορος για την ενίσχυση των κουρασμένων αντανακλαστικών της σύγχρονης Δημοκρατίας και όχι εργαλείο στα χέρια εθνολαϊκιστικών εκφάνσεων της ακριοδεξιάς…</p>



<p><strong>Ζ</strong>.&nbsp;<strong><em>Εκ νέου τροποποίηση επιβάλλεται επίσης και στο άρθρο 68Σ περί εξεταστικών επιτροπών</em></strong>, διότι η προστεθείσα με την αναθεώρηση του 2019 δυνατότητα για σύστασή τους με τις ψήφους μόνο της αντιπολίτευσης (2/5) ήταν μεν αναγκαία αλλά όχι και επαρκής για την άσκηση δραστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου. Απαιτείται επιπροσθέτως και η ανάθεση της αρμοδιότητας για την σύνταξη του τελικού πορίσματος σε προσωπικότητες του δημόσιου βίου, που θα επιλέγονται από την ίδια την Επιτροπή με ευρεία πλειοψηφία. Μόνο έτσι μπορεί να εξουδετερωθεί η σημαντικότερη παθογένεια των εξεταστικών επιτροπών, που είναι η σύνταξη ξεχωριστών πορισμάτων από κάθε κοινοβουλευτική ομάδα, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν την θέση τους οι φατριαστικές πλειοψηφίες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. &nbsp;</p>



<p><strong>Η</strong>.&nbsp;Τελευταία αλλά ίσως η σημαντικότερη από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του Συντάγματος είναι η &nbsp;<strong><em>προσθήκη διάταξης που θα συμπληρώσει την ρύθμιση του άρθρου 54 παρ. 1 περί εκλογικού συστήματος</em></strong>, σύμφωνα με την οποία για να ισχύσουν αμέσως σχετικές με αυτό διατάξεις πρέπει να ψηφιστούν από τα 2/3 των βουλευτών (200) διαφορετικά ισχύουν για τις μεθεπόμενες εκλογές. Η ρύθμιση αυτή, που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, είναι κατ’αρχήν εύστοχη, πλην όμως δεν στάθηκε αρκετή για να αποτρέψει &nbsp;την επικράτηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων και εν τέλει την επιβολή καλπονοθευτικών συστημάτων, όπως αυτό του «νόμου Παυλόπουλου» αλλά και το ισχύον εκλογικό σύστημα. Όπως έχω επισημάνει επανειλημμένα (<em>βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, Το εκλογικό σύστημα στη δίνη αντισυνταγματικών και αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων, </em><em>Constitutionalism</em><em>.</em><em>gr</em><em>&nbsp;22.1.2020, με τις εκεί παραπομπές) </em>&nbsp;αμφότερα παραβιάζουν κατάφωρα αφ’ενός μεν την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, δίνοντας κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κόμματα που έχουν λάβει λίγο πάνω από το 1/3 του εκλογικού σώματος (και σε κάθε περίπτωση ευνοώντας χωρίς λόγο κόμματα που πόρρω απέχουν από την αυτοδυναμία), αφ’ετέρου δε την αρχή της πολιτικής ισότητας –και σε τελευταία ανάλυση της λαϊκής κυριαρχίας– με την προνομιακή μεταχείριση, ως προς το bonus, των μεμονωμένων κομμάτων έναντι των συνδυασμών, οι οποίοι πρακτικά αποκλείονται (καταλυτική, στο σημείο αυτό, η σχετική γνωμοδότηση του αείμνηστου Αριστόβουλου Μάνεση, ως Προέδρου του Επιστημονικό Συμβουλίου της Βουλής). Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθούν οι πολιτικές παρεκτροπές ως προς το εκλογικό σύστημα, που κινούνται γύρω από ένα ιδιότυπο παιχνίδι της κολοκυθιάς ως προς την επίτευξη της αυτοδυναμίας, απαιτείται ένας επιπλέον συνταγματικός φραγμός, που στηρίζεται σε μία παλιότερη πρόταση του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου: <strong><em>να προβλεφθεί ρητά ότι η αναλογία μεταξύ ψήφων και εδρών, οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα και αν επιλεγεί, δε θα μπορεί να καμφθεί για ποσοστό μεγαλύτερο από το 10% της Βουλής (δηλαδή για 30 βουλευτές).</em></strong>&nbsp;Ως εκ τούτου, για τους υπόλοιπους 270 πρέπει να υπάρχει πλήρης αντιστοίχηση των ψήφων του κάθε κόμματος με τις έδρες που καταλαμβάνει στη Βουλή. Αυτή η τροποποίηση, <strong><em>σε συνδυασμό και με την επίσης αναγκαία κατοχύρωση της πολιτικής ισοτιμίας μεταξύ συνασπισμών και μεμονωμένων κομμάτων</em></strong>, διασφαλίζει πλέον πλήρως την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος ως προς την ρύθμιση των εκλογών, ελαχιστοποιώντας ιδίως τα περιθώρια –και κατ’επέκτασιν τους πειρασμούς– για μικροκομματικές παρεμβάσεις σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα που σχετίζεται με την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας. Θα ανοίξει έτσι επιτέλους ο δρόμος ώστε να επιτευχθεί συναινετικά, με την πλειοψηφία των 2/3, &nbsp;ένα εκλογικό σύστημα μακράς πνοής, που θα θέσει στέρεες βάσεις για έναν πολιτικά έντιμο και θεσμικά πρόσφορο καθορισμό των όρων διεξαγωγής των εκλογικών αναμετρήσεων. &nbsp;&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong><em>Ως προς την ενίσχυση της προστασίας του κοινωνικού κράτους δικαίου και των συνταγματικών δικαιωμάτων, οι προτεραιότητες της αναθεώρησης θα έπρεπε νομίζω να είναι οι ακόλουθες:</em></strong><strong><em></em></strong></p>



<p><strong><em>Α</em></strong><strong>.</strong><strong>&nbsp;</strong>Αναθεώρηση των άρθρων 3 («επικρατούσα θρησκεία»), 13 (θρησκευτική ελευθερία), 16 παρ. 2 (θρησκευτική εκπαίδευση), 33 και 59 (όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας και των βουλευτών), ώστε να κλείσει επιτέλους μια μεγάλη συνταγματική<strong>&nbsp;</strong>εκκρεμότητα, που έχει μείνει ανοιχτή έως τώρα &nbsp;λόγω ατολμίας των πολιτικών δυνάμεων. Πρόκειται για μια <strong><em>διαφορετική οριοθέτηση των σχέσεων Κράτους και επίσημης Εκκλησίας, προς την κατεύθυνση ενός ήπιου «χωρισμού»</em></strong>&nbsp;<strong><em>τους</em></strong>, ο οποίος θα αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην <strong><em>αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας και στην αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους</em></strong>, με επίκεντρο την πλήρη κατοχύρωση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την θρησκευτική ελευθερία αλλά και με όρους σεβασμού και αναγνώρισης του ρόλου της «επικρατούσας» θρησκείας (<em>βλ. αναλυτικά την επιλογή σχετικών βιβλίων και άρθρων μου σε: Γ. Σωτηρέλη, Κοσμικό κράτος, θρησκευτική ελευθερία και εκπαίδευση στην προκρούστεια κλίνη της «επικρατούσας θρησκείας», σε ηλεκτρονική έκδοση ελεύθερης πρόσβασης του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, 2023</em>). &nbsp;&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;Αναθεώρηση των άρθρων 22 και 23 προκειμένου <strong><em>να θωρακισθούν καλύτερα τα δικαιώματα ομαδικής δράσης που συνδέονται με τον χώρο της εργασίας</em></strong>&nbsp;(συνδικαλιστική ελευθερία και απεργία), με επίκεντρο την ενίσχυση της συλλογικής αυτονομίας και ειδικότερα την <strong><em>πλήρη κατοχύρωση του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων</em></strong>, που έχουν υπονομευθεί πολλαπλώς τα τελευταία χρόνια με αφετηρία την περίοδο της κρίσης.</p>



<p>.</p>



<p><strong>Γ.</strong><strong>&nbsp;</strong>Αναθεώρηση τόσο των<strong>&nbsp;</strong>άρθρων 9, 9 Α και 19, <strong><em>ώστε να βελτιωθεί ριζικά η προστασία που παρέχει το Σύνταγμα στο απαραβίαστο του ιδιωτικού βίου. </em></strong>Αυτό ιδίως που απαιτείται, ιδίως, είναι να αποσαφηνισθούν πλήρως οι συνταγματικές προϋποθέσεις για την επιβολή ειδικών περιορισμών και να προβλεφθούν όλες οι απαραίτητες εγγυήσεις, προκειμένου να μην επαναληφθούν οι δοκιμασίες του κράτους δικαίου που παρατηρηθήκαν το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα το τόσο τραυματικό για την Δημοκρατία μας σκάνδαλο των υποκλοπών.</p>



<p><strong>Δ.</strong>&nbsp;Αναθεώρηση απαιτείται επίσης<strong>&nbsp;</strong>και στις ρυθμίσεις των άρθρων 14 και 15, με ιδιαίτερη έμφαση στην <strong><em>διασφάλιση του πλουραλισμού στο πεδίο της ενημέρωσης </em></strong>και στην<strong><em>&nbsp;αποτροπή της συγκέντρωσης των ΜΜΕ, ελέω διαπλοκής, στα χέρια μιας δράκας επιχειρηματιών</em></strong>. Μία τέτοια συνταγματική πολιτική επιβάλλεται, ιδίως, διότι το τοπίο που διαμορφώθηκε μετά από την αδρανοποίηση της συνταγματικής διάταξης περί βασικού μετόχου είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των διαπλεκόμενων συμφερόντων που απεργάζονται –και έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό– την ασφυκτική χειραγώγηση της κοινής γνώμης. &nbsp;</p>



<p><strong>Ε. </strong>Ιδιαίτερη σημασία, στο πλαίσιο των συγκεκριμένων αναγκαίων τροποποιήσεων, &nbsp;θα έχουν οι ρυθμίσεις που θα αποβλέπουν στην <strong><em>θωράκιση των τριών ανεξάρτητων αρχών</em></strong>&nbsp;που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα (και συγκεκριμένα στα 9Α, 15 και 19), ιδίως <strong><em>με την προσθήκη φραγμών που θα αποτρέπουν ιδιοτελείς μικροπολιτικές παρεμβάσεις</em></strong>, ώστε να μπορούν πράγματι να ανταποκριθούν στον καθοριστικό ρόλο τους ως αντιβάρων στις (επανειλημμένες το τελευταίο διάστημα) παρεκτροπές της εκτελεστικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει <strong><em>να αντιμετωπισθεί και ο τρόπος επιλογής των ηγεσιών τους</em></strong>, με προσφορότερη λύση <strong><em>να παραμείνει μεν η πλειοψηφία των 3/5 αλλά η επιλογή να γίνεται από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και να απαιτείται επιπροσθέτως να έχουν συμπράξει σε αυτήν την πλειοψηφία τουλάχιστον τρία κόμματα</em></strong>&nbsp;(ώστε να μην επαναληφθούν μεθοδεύσεις σαν αυτές που στιγμάτισαν προσφάτως τις επιλογές μελών της ηγεσίας της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών και του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης).</p>



<p>Περαιτέρω, <strong><em>για να ολοκληρωθεί η προστασία του πλουραλισμού και στην δημόσια ραδιοτηλεόραση</em></strong>&nbsp;–που εξακολουθεί να είναι εντόνως μεροληπτική υπέρ της εκάστοτε κυβέρνησης– επιβάλλεται νομίζω <strong><em>η ανάθεση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας</em></strong>&nbsp;και μιας νέας αρμοδιότητας: <strong><em>της επιλογής, με την πλειοψηφία και τους όρους που μόλις προαναφέρθηκαν, της ηγεσίας της ΕΡΤ</em></strong>.</p>



<p><strong>ΣΤ.</strong><strong>&nbsp;</strong>Στο πεδίο των κοινωνικού κράτους επιβάλλεται η τροποποίηση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 21, που ψηφίσθηκε με την αναθεώρηση του 2019, ώστε <strong><em>να μετατραπεί το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» σε εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης,</em></strong>&nbsp;διότι μόνο έτσι είναι δυνατόν να ενισχυθεί η δεσμευτικότητα των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων και να οργανωθεί η κοινωνική δικαιοσύνη μέσω ενός πλέγματος στοχευμένων κοινωνικών παροχών, που θα υπερβαίνουν κατά πολύ το –νεοφιλελεύθερης έμπνευσης– «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» και θα διασφαλίζουν, ιδίως, ίσες ευκαιρίες για τα παιδιά.</p>



<p><strong>Ζ.</strong><strong>&nbsp;</strong>Τέλος, θα επαναλάβω ότι είναι καιρός <strong><em>να σταματήσουν οι μάχες οπισθοφυλακής και να ρυθμιστεί επιτέλους με τον δέοντα τρόπο το ζήτημα των μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων</em></strong>. Αυτό σημαίνει μία <strong><em>προσεκτική και πολλαπλά εγγυημένη αναθεώρηση του άρθρου 16 παρ. 8 Σ</em></strong>, που θα επιτρέψει, με αυστηρές προδιαγραφές, την λειτουργία μόνο των πράγματι αναγκαίων ή έστω χρήσιμων μη κρατικών και &nbsp;μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, <strong><em>ώστε να ρυθμιστεί συνολικά –και ομοιόμορφα– το τοπίο της Ανώτατης Εκπαίδευσης και να αποτραπούν τα πολλαπλά αντισυνταγματικά </em></strong><strong><em>bypass</em></strong><strong><em>,</em></strong>&nbsp;σαν αυτά που έγιναν έως τώρα (με αποκορύφωμα την τελευταία σχετική νομοθετική ρύθμιση, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μεταλλαγμένα ιδιωτικά ΙΕΚ και σε απροκάλυπτη εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων).<strong>&nbsp;</strong><strong></strong></p>



<p>****</p>



<p>Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η οπτική γωνία υπό την οποία θεωρώ ότι πρέπει να ιδωθεί η συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου να μην εγκλωβισθεί πάλι σε αποσπασματικές και αποπροσανατολιστικές προσεγγίσεις αλλά να αποβεί πράγματι χρήσιμη για την αντιμετώπιση κρίσιμων θεσμικών προβλημάτων που ταλανίζουν τον δημόσιο βίο και φαλκιδεύουν τις αναγκαίες πολιτικές επιλογές της χώρας μας. Υπό αυτήν δε την οπτική γωνία είναι προφανές ότι μπορούν να εξετασθούν και ειδικότερες προτάσεις, όπως αυτές που έχω διατυπώσει αναλυτικά για την <strong><em>αναδιάταξη του συνταγματικού πλαισίου ως προς την αποκέντρωση και την αυτοδιοίκηση</em></strong>&nbsp;(Constitutionalism, 6.4.2014). Οι προτάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις προηγηθείσες, πρέπει βεβαίως να εξειδικευθούν και να συγκεκριμενοποιηθούν, ώστε να αποτελέσουν μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική του συνταγματικού κράτους, ως κράτους-στρατηγείου με γνήσια δημοκρατικά και κοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά. Μόνον έτσι μπορεί να αρθρωθεί μία συνολική πειστική απάντηση στο σημερινό ψευδεπίγραφο «επιτελικό &nbsp;κράτος», το οποίο συνιστά δραματική υποβάθμιση και εμφανή αλλοίωση του πολιτεύματος που καθιερώθηκε στο Σύνταγμα πριν από 50 χρόνια.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ψήφισμα Ευρωβουλής/Κράτους Δικαίου:Έχει δικαιοδοσία παρέμβασης ο ΑΠ;-Μιλούν στο libre ο συνταγματολόγος Γ.Σωτηρέλης και έγκριτοι νομικοί</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/02/18/psifisma-evrovoulis-kratous-dikaiouechei-dikaiodosia-paremvasis-o-ap-miloun-sto-libre-o-syntagmatologos-g-sotirelis-kai-egkritoi-nomikoi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Γεωργία Κριεμπάρδη]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Feb 2024 04:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Headlines]]></category>
		<category><![CDATA[Spotlight]]></category>
		<category><![CDATA[αρειος παγος]]></category>
		<category><![CDATA[κρατος δικαιου]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=855700</guid>

					<description><![CDATA[Στο ψήφισμα-κόλαφος του Ευρωκοινοβουλίου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα θεώρησε σωστό να απαντήσει… ο Άρειος Πάγος, σημειώνοντας πως «οι Έλληνες δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν το κράτος δικαίου και τις αρχές της διάκρισης των λειτουργιών , της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και της προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας του κάθε πολίτη και εκτελούν [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στο ψήφισμα-κόλαφος του Ευρωκοινοβουλίου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα θεώρησε σωστό να απαντήσει… ο Άρειος Πάγος, σημειώνοντας πως «οι Έλληνες δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν το κράτος δικαίου και τις αρχές της διάκρισης των λειτουργιών , της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και της προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας του κάθε πολίτη και εκτελούν τα καθήκοντά τους υπακούοντας μόνον στο Σύνταγμα ,στους νόμους και στη συνείδηση τους». Ενώ το ψήφισμα στηρίζεται σε στοιχεία, λεπτομέρειες και πραγματικά γεγονότα, ο Άρειος Πάγος κρίνει πως μιλά «αόριστα και χωρίς τεκμηρίωση». Τι ισχύει στην πραγματικότητα, και τελικώς έχει αρμοδιότητα ο Αρ. Πάγος να κρίνει ένα ψήφισμα Ευρωκοινοβουλίου; </h3>


<div class="wp-block-post-author"><div class="wp-block-post-author__avatar"><img decoding="async" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/12/Κριεμπάρδη-Γεωργία-48x48.jpg" width="48" height="48" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/12/Κριεμπάρδη-Γεωργία-96x96.jpg 2x" alt="Γεωργία Κριεμπάρδη" class="avatar avatar-48 wp-user-avatar wp-user-avatar-48 alignnone photo" title="Ψήφισμα Ευρωβουλής/Κράτους Δικαίου:Έχει δικαιοδοσία παρέμβασης ο ΑΠ;-Μιλούν στο libre ο συνταγματολόγος Γ.Σωτηρέλης και έγκριτοι νομικοί 1"></div><div class="wp-block-post-author__content"><p class="wp-block-post-author__name">Γεωργία Κριεμπάρδη</p></div></div>


<p>Η πλειοψηφία της <strong>Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου </strong>υποστηρίζει ότι το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί «ανεπίτρεπτη και ευθεία παρέμβαση στο έργο των ελληνικών δικαστηρίων σε σωρεία υποθέσεων που είναι δικαστικά εκκρεμείς».</p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Το ψήφισμα 28 σημείων του <strong>Ευρωκοινοβουλίου</strong>, που εγκρίθηκε με 330 ψήφους υπέρ, 254 κατά και 26 αποχές, εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για πολύ σοβαρές απειλές για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση επιχείρησε να απαξιώσει το ψήφισμα με τον ίδιο τον Μητσοτάκη να κάνει λόγο για «προεκλογικού χαρακτήρα ψήφισμα»</li>
</ul>



<p>«Ασπίδα» υπεράσπισης για λογαριασμό της <strong>κυβέρνησης </strong>αποφάσισε να γίνει ο <strong>Άρειος Πάγος.</strong> Όπως γραφει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με πλειοψηφία 49 και 13 κατά, αποφάσισε, ότι τα αναφερόμενα στο Ψήφισμα σε ό,τι αφορά τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων, αποτελούν ευθεία παρέμβαση στο έργο της ελληνικής Δικαιοσύνης. <strong>Αντίθετα, η μειοψηφία είχε τη γνώμη ότι το θέμα είναι πολιτικής φύσεως και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.</strong></p>



<p>Η <strong>Ολομέλεια του Αρείου Πάγου</strong> συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία της προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας <strong>Κλάπα </strong>και με τη συμμετοχή της εισαγγελέως Γεωργίας <strong>Αδειλίνη </strong>(θυμίζουμε πως πρόκειται για τοποθετήσεις που έγιναν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη). Η τελευταία, τοποθετήθηκε σε κάθε αιτίαση του Ψηφίσματος, αντικρούοντας ένα προς ένα τα σημεία του που αφορούν σε σειρά υποθέσεων, όπως οι έρευνες για τα Τέμπη, οι έρευνες για τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, υποθέσεις διαφθοράς, χρηματοδότησης μέσων ενημέρωσης («λίστα Πέτσα»), η έρευνα για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ, αλλά και το ναυάγιο της Πύλου.</p>



<p>Στο δελτίο Τύπου του <strong>Αρείου Πάγου</strong> αναφέρεται ότι «κατά τη σημερινή της συνεδρίαση η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μετά από σχετική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων για το θέμα του από 7 η Φεβρουαρίου 2024 ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αφού εκτίμησε ότι είναι δυνατό να εγκατασταθεί στους πολίτες και στα κοινοτικά όργανα η εντύπωση ότι το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα υποχωρεί εξ αιτίας της διαφθοράς, που διακατέχει το σύνολο των κρατικών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαστικού σώματος.</p>



<p><strong>Αποφάσισε κατά πλειοψηφία (49-13) τα ακόλουθα:</strong></p>



<p>-Διαβεβαιώνει ότι οι Έλληνες δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν το κράτος δικαίου και τις αρχές της διάκρισης των λειτουργιών , της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και της προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας του κάθε πολίτη και εκτελούν τα καθήκοντά τους υπακούοντας μόνον στο Σύνταγμα ,στους νόμους και στη συνείδηση τους. Το πλήρες κείμενο της απόφασης με τις απόψεις της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας θα δημοσιευθεί τις προσεχείς ημέρες».</p>



<p>Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του<strong> Αρείου Πάγου</strong>, <strong>Ιωάννα Κλάπα</strong>, προχώρησε στη πρωτόγνωρη κίνηση, να συγκαλέσει <strong>Διοικητική Ολομέλεια</strong>, θέτοντας -μεταξύ άλλων- το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Το… «αόριστο και χωρίς τεκμηρίωση» ψήφισμα</strong></h4>



<p>Διαβάζουμε στη σχετική διαρροή από το Αθηναϊκό Πρακτορείο πως <em>«σε όλες τις υποθέσεις που αναφέρονται στο επίμαχο Ψήφισμα, η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι τα αναφερόμενα είναι αόριστα, χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς αμεροληψία και χωρίς κάποια ανάθεση των ερευνών σε εθνική ή κοινοτική αρχή με αποτέλεσμα να αποτελούν ευθεία παρέμβαση στο έργο της ελληνικής Δικαιοσύνης».</em></p>



<p><strong>Είναι πράγματι έτσι;</strong></p>



<p><strong>To ψήφισμα για τον Γιώργο Καραιβάζ αναφέρει</strong>: </p>



<p><em>Οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές στην Ελλάδα δεν έχουν σημειώσει πρόοδο στην έρευνα για τη δολοφονία του Έλληνα δημοσιογράφου, Γιώργου Καραϊβάζ. Στις 9 Απριλίου 2021 δύο ύποπτοι συνελήφθησαν τον Απρίλιο του 2023, αλλά, κατά τα λοιπά, η έρευνα της αστυνομίας δεν οδήγησε σε κανένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα· Καλεί μετ’ επιτάσεως τις αρχές να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διεξαγωγή ενδελεχούς και αποτελεσματικής έρευνας και να προσαγάγουν στη δικαιοσύνη όσους εμπλέκονται στη δολοφονία, σε οποιοδήποτε επίπεδο· παροτρύνει τις αρχές να ζητήσουν βοήθεια από την Europol</em>.</p>



<p><strong>Θυμίζουμε πως σε σχετικό αίτημα της Europol να συνδράμει, οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν.</strong></p>



<p>Το Ευρωκοινοβούλιο στο ψήφισμα εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τις <strong>πολυάριθμες περιπτώσεις υπερβολικής χρήσης βίας από τις αστυνομικές υπηρεσίες κατά μειονοτικών ομάδων και ειρηνικών διαδηλωτών</strong> εν γένει· καλεί τις αρχές να διερευνήσουν πλήρως και ανεξάρτητα όλες αυτές τις περιπτώσεις· εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για το γεγονός ότι τρία νεαρά άτομα Ρομά έχουν σκοτωθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα λόγω εικαζόμενης αστυνομικής βίας, καθώς και για την έλλειψη διεξοδικής έρευνας για τα περιστατικά αυτά· σημειώνει με ανησυχία ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αστυνομία καθάρισε τον τόπο του εγκλήματος πριν από τη διενέργεια εγκληματολογικής εξέτασης· υπενθυμίζει ότι το αρμόδιο δικαστήριο απάλλαξε τέσσερις αστυνομικούς από την εμπλοκή στον θάνατο του ακτιβιστή ΛΟΑΤΚΙ+ Ζακ Κωστόπουλου το 2022, παρά τα βίντεο που έδειχναν την αστυνομία να κάνει χρήση περιττής βίας.</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Όσο για την περίφημη Λίστα Πέτσα και τον πλουραλισμό στα ΜΜΕ</strong>, η πραγματικότητα απαντά. Δεν υπήρξε κανένας έλεγχος για το πώς μοιράστηκαν τα χρήματα στα ΜΜΕ. Επίσης, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα κυρίαρχα Μέσα ανήκουν σε λίγους και συγκεκριμένους ανθρώπους, σε ομίλους που δραστηριοποιούνται και σε άλλα πεδία (βλ. Μαρινάκης, Αλαφούζος).</li>
</ul>



<p>Σχετικά με το ναυάγιο της <strong>Πύλου</strong>, φάνηκε πόσο δούλεψε την υπόθεση η ελληνική Δικαιοσύνη, όταν αποφάσισε να αναλάβει ανεξάρτητη έρευνα για τη διερεύνηση της υπόθεσης ο Συνήγορος του Πολίτη, μετά τη ρητή άρνηση του Λιμενικού Σώματος να ξεκινήσει εσωτερική πειθαρχική έρευνα. Όπως σημειώνει, η απόφαση αυτή έρχεται μετά τις δύο επιστολές του επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής κ. Ανδρέα <strong>Ποττάκη </strong>προς τον κ. Αρχηγό του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής (Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.), “με τις οποίες ζητούσε να υπάρξει ενδελεχής διοικητική διερεύνηση τυχόν πράξεων ή παραλείψεων στελεχών του Λιμενικού που συνδέονταν με το τραγικό περιστατικό της 14.06.2023″.</p>



<p>Μάλιστα, επισυνάπτει τις δύο σχετικές επιστολές “με τις οποίες ζητούσε να υπάρξει ενδελεχής διοικητική διερεύνηση τυχόν πράξεων ή παραλείψεων στελεχών του Λιμενικού που συνδέονταν με το τραγικό περιστατικό της 14.06.2023”.</p>



<p>“Το γεγονός και μόνον του τραγικού θανάτου δεκάδων ανθρώπων και η ύπαρξη εκατοντάδων αγνοουμένων θα αρκούσε για να στηρίξει την ανάγκη πλήρους και άμεσης διερεύνησης της διοικητικής αντιμετώπισης του συγκεκριμένου περιστατικού πλοίου που βρισκόταν σε κίνδυνο, για το οποίο την 13.06.2023 οι ελληνικές αρχές είχαν λάβει ειδοποίηση που είχε κοινοποιηθεί στον Συνήγορο του Πολίτη, πολλώ δε μάλλον πλοίου που εκτελούσε παράνομη μεταφορά μεταναστών, σε συνθήκες ευαλωτότητας κι επικινδυνότητας που γνωρίζει το Λιμενικό Σώμα από πολλές άλλες διασώσεις“ συνεχίζει η ανακοίνωση.</p>



<p>Παράλληλα, υπογραμμίζει πως <em>“το τραγικό ναυάγιο της 14.06.2023 ακολούθησε πληθώρα δημοσιευμάτων ελληνικών και διεθνών ΜΜΕ, μεταξύ αυτών και βραβευμένη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεθνής δημοσιογραφική έρευνα, τα οποία παρουσιάζουν εκδοχές της αλληλουχίας των συμβάντων διαφορετικές από την επίσημη εκδοχή του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. Η υπόθεση προσέλκυσε, επίσης, το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αλλά και αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων σε επίπεδο ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών”</em>. <em>“Ήδη η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια ξεκινώντας σχετική έρευνα για την FRONTEX ζήτησε συντονισμό αντίστοιχων ενεργειών με τον Έλληνα Συνήγορο” π</em>ροσθέτει.</p>



<p><strong>Τέλος, για τα Τέμπη το Κοινοβούλιο</strong> θεωρεί κρίσιμη την ταχεία και ολοκληρωμένη διεξαγωγή της δικαστικής έρευνας σχετικά με τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει όλους τους εμπλεκομένους, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων κυβερνητικών αξιωματούχων· δεν είναι ικανοποιημένο με τον έλεγχο που διενεργεί η αρμόδια επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, καθώς φαίνεται να στερείται πολιτικής αμεροληψίας και να είναι απρόθυμη να καλέσει σε κατάθεση βασικούς εμπειρογνώμονες· εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για την άρνηση της Βουλής των Ελλήνων να διεξαγάγει έρευνα, όπως ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σχετικά με δύο πρώην υπουργούς Μεταφορών.</p>



<p>Η <strong>Σόφι ιν&#8217;τ Βελντ,</strong> Ολλανδή ευρωβουλεύτρια και εισηγήτρια της Επιτροπής <strong>PEGA </strong>του Ευρωκοινοβουλίου, σχολίασε το γεγονός πως η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ‘’απάντησε’’ στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.<em> «Σε μια αξιοσημείωτη τροπή των γεγονότων, σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο της Ελλάδος, ο Άρειος Πάγος, εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αφορά το κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Προφανώς θα ακολουθήσει πιο αναλυτική αναφορά» </em>αναφέρει συγκεκριμένα σε ανάρτησή της στο Χ.</p>



<p>«Εξ όσων γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που ανώτατο δικαστήριο κράτους μέλους της ΕΕ απαντά σε πολιτικό ψήφισμα, σε μια ασυνήθιστη προσπάθεια δημόσιας παρέμβασης» καταλήγει.</p>



<blockquote class="twitter-tweet"><p lang="en" dir="ltr">In a remarkable turn of events, today the Greek Supreme Court Areios Pagos issued a statement on a resolution of the <a href="https://twitter.com/Europarl_EN?ref_src=twsrc%5Etfw" target="_blank" rel="noopener">@Europarl_EN</a> relating to the rule of law in &#x1f1ec;&#x1f1f7;. Apperently a more detailed report will follow <a href="https://t.co/RAdNCK49ZL">https://t.co/RAdNCK49ZL</a>ΔΤ_ΔΙΟΙΚ_ΟΛΟΜ.pdf 1/2 <a href="https://t.co/jHMewE9KDE">pic.twitter.com/jHMewE9KDE</a></p>&mdash; Sophie in &#39;t Veld (@SophieintVeld) <a href="https://twitter.com/SophieintVeld/status/1758134554915725561?ref_src=twsrc%5Etfw" target="_blank" rel="noopener">February 15, 2024</a></blockquote> <script async src="https://platform.twitter.com/widgets.js" charset="utf-8"></script>



<h4 class="wp-block-heading has-medium-font-size"><strong>Οι αντιδράσεις του νομικού κόσμου</strong></h4>



<p>Κορυφαίοι συνταγματολόγοι, όπως η καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, Ιφιγένεια <strong>Καμτσίδου</strong>, τοποθετήθηκαν αμέσως επ’ αυτού. Η ίδια τόνισε πως ότι ο<strong> Άρειος Πάγος</strong> δεν έχει αρμοδιότητα να αξιολογήσει το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για τις πολύ σοβαρές απειλές κατά της Δημοκρατίας, του κράτους Δικαίου και των δικαιωμάτων στην Ελλάδα.</p>



<p><strong>Στο <a href="https://www.libre.gr/">libre </a>μιλά ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλη,  καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.</strong> </p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="alignleft size-large is-resized"><img fetchpriority="high" decoding="async" width="1024" height="768" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/sotirelis-1024x768.webp" alt="sotirelis" class="wp-image-856017" style="width:555px;height:auto" title="Ψήφισμα Ευρωβουλής/Κράτους Δικαίου:Έχει δικαιοδοσία παρέμβασης ο ΑΠ;-Μιλούν στο libre ο συνταγματολόγος Γ.Σωτηρέλης και έγκριτοι νομικοί 2" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/sotirelis-1024x768.webp 1024w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/sotirelis-300x225.webp 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/sotirelis-768x576.webp 768w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/sotirelis-jpg.webp 1200w" sizes="(max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></figure>
</div>


<p>«Η πρόσφατη πρωτοβουλία της <strong>Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου </strong>να απαντήσει στο ψήφισμα &#8211; ράπισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως προς τον θλιβερό θεσμικό κατήφορο της χώρας μας, είναι μία <strong>σπασμωδική, συνταγματικά προβληματική και πολιτικά επιλήψιμη προσπάθεια</strong> να δοθεί χείρα βοηθείας στην εκτελεστική εξουσία, προκειμένου να<br>διασκεδασθούν οι σκαιές εντυπώσεις που προκλήθηκαν σε όλη την Ευρώπη για τις πολλαπλές παραβιάσεις του Κράτους Δικαίου και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» σχολιάζει και συνεχίζει:</p>



<p>«Ουσιαστικά ο <strong>Άρειος Πάγος</strong>, με την τιμητική εξαίρεση δεκατριών δικαστών, επιβεβαίωσε την ορθότητα των διαπιστώσεων του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, αποδεικνύοντας ότι δεν υφίσταται πραγματική διάκριση εξουσιών αλλά ασφυκτικός εναγκαλισμός τους, τον οποίο επιτείνει δυστυχώς η συνταγματική πρόβλεψη για διορισμό της ηγεσίας των Ανώτατων Δικαστηρίων από την <strong>Κυβέρνηση</strong>, που πρέπει επιτέλους να αποτελέσει αντικείμενο της προσεχούς αναθεώρησης. Ο εναγκαλισμός αυτός, άλλωστε, αποδείχθηκε περίτρανα με τις συνεχείς προσπάθειες συγκάλυψης, από τον <strong>Άρειο Πάγο, </strong>των αλλεπάλληλων θεσμικών παρεκτροπών της κυβέρνησης, με αποκορύφωμα φυσικά την στάση της στην τραγωδία των Τεμπών, στο σκάνδαλο των υποκλοπών και στην αντιμετώπιση των Ανεξάρτητων Αρχών.</p>



<p><strong>Αδυνατώ πράγματι να κατανοήσω την αγωνία του Αρείου Πάγου</strong> να μας πείσει ότι όλα βαίνουν καλώς, όταν η πραγματικότητα βοά για την δραματική οπισθοδρόμηση της Δημοκρατίας μας στο πεδίο της λειτουργίας των θεσμών, η οποία –όπως είχα επισημάνει αναλυτικά σε πρόσφατο άρθρο μου για τα πενήντα χρόνια της Ελληνικής Δημοκρατίας που φιλοξενήθηκε σε αυτήν την ιστοσελίδα– τείνει ολοταχώς να υποκαταστήσει την Πολωνία στην θέση του δεύτερου μαύρου προβάτου της Ευρώπης, μαζί με την Ουγγαρία του <strong>Όρμπαν</strong>. Και αυτό δεν αλλάζει βέβαια με την επιστράτευση των φαιδρών αξιολογήσεων του –διόλου ουδέτερου, ιδεολογικοπολιτικά– Economist, που προκαλούν θυμηδία όταν βαθμολογούν με άριστα την χειρότερη επίδοση της ελληνικής κυβέρνησης, που είναι η κραυγαλέα και καταθλιπτική συρρίκνωση του πολιτικού πλουραλισμού…</p>



<p>Αν λοιπόν θέλει πράγματι ο <strong>Άρειος Πάγος</strong> να μας πείσει ότι ανταποκρίνεται στον θεσμικό του ρόλο, ως εγγύησης του <strong>Κράτους Δικαίου και των Δικαιωμάτων,</strong> ας εγκαταλείψει τον απολογητισμό και την ωραιοποίηση της θεσμικής μας πραγματικότητας και ας σεβαστεί επιτέλους την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που επιτάσσει έναν αμερόληπτο και θαρραλέο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, αντί της συγκάλυψης των πολιτικών της σκανδάλων. Και ταυτόχρονα ας συνειδητοποιήσει ότι η δυσανεξία του απέναντι στην άσκηση πολιτικής κριτικής από όργανα που εκφράζουν την λαϊκή κυριαρχία (όπως η Βουλή και η Ευρωβουλή) δεν εκφράζει τίποτε άλλο παρά την λογική του «κράτους δικαστών», που δεν είναι συμβατή με την σύγχρονη <strong>Δημοκρατία</strong>. Καλά θα κάνει λοιπόν ο <strong>Άρειος Πάγος</strong> να σιωπά, όταν ασκείται μία τόσο δικαιολογημένη κριτική, και ταυτόχρονα να προσπαθεί να αντιστρέψει το κάκιστο κλίμα, σε ό,τι τον αφορά, αναλογιζόμενος ότι σε καμία προηγμένη δημοκρατικά χώρα της Ευρώπης δεν θα είχε λάμψει τόσο με την απουσία της η δικαστική εξουσία σε ένα σκάνδαλο με το οποίο είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση, με την ΕΥΠ ή/και με το <strong>Predator</strong>, η στρατιωτική ηγεσία, το μισό υπουργικό συμβούλιο και πλειάδα πολιτικών, δημοσιογράφων και απλώς πολιτών… Και ιδίως δεν θα είχαν μείνει στο απυρόβλητο ούτε τα υπεύθυνα για τις υποκλοπές όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, ως προς τις ποινικές τους ευθύνες, αλλά ούτε και τα –εγγυητικά, υποτίθεται…– όργανα της δικαστικής εξουσίας, που συνέπραξαν τόσο πρόθυμα και τόσο προκλητικά, ως προς τις πειθαρχικές τους ευθύνες…».</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Στο <a href="https://www.libre.gr/">libre </a>σχολιάζουν την πρωτοφανή κίνηση του Αρείου Πάγου άνθρωποι του νομικού κόσμου με χρόνια εμπειρία στις δικαστικές αίθουσες.</strong></li>
</ul>



<p><em>«Είναι η δικαιοσύνη, όπως συνηθίζουμε να λέμε ‘’το τελευταίο ασφαλές καταφύγιο του πολίτη’’; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Αυτός είναι ο ρόλος της δικαιοσύνης, η προστασία του πολίτη. Η δικαιοσύνη είναι μία εξουσία που πηγάζει από το Σύνταγμα το οποίο και καθιερώνει την ανεξαρτησία της από τις άλλες δύο την νομοθετική και την εκτελεστική. Ρόλος της όπως προείπα , η τυφλή εφαρμογή του δικαίου, Χωρίς επιρροές και συμφέροντα»</em> θα πει αρχικά η <strong>γνωστή δικηγόρος Ανθούλα Ανάσογλου</strong>.</p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="alignright size-full is-resized"><img decoding="async" width="880" height="704" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/anasoglou-jpg.webp" alt="anasoglou jpg" class="wp-image-855702" style="width:504px;height:auto" title="Ψήφισμα Ευρωβουλής/Κράτους Δικαίου:Έχει δικαιοδοσία παρέμβασης ο ΑΠ;-Μιλούν στο libre ο συνταγματολόγος Γ.Σωτηρέλης και έγκριτοι νομικοί 3" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/anasoglou-jpg.webp 880w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/anasoglou-300x240.webp 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/anasoglou-768x614.webp 768w" sizes="(max-width: 880px) 100vw, 880px" /></figure>
</div>


<p><strong>Και συνεχίζει:</strong> «Επιτρέπεται ο Άρειος Πάγος ως ανώτατος θεσμός της δικαιοσύνης να εκφράζει πολιτικές απόψεις και να εισηγείται ανακοινώσεις σε πολιτικά όργανα; <strong>Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι.</strong> Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και ένα πολιτικό όργανο, αποτελούμενο από βουλευτές των κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, εκλεγμένων που αποτελούν την νομοθετική Βουλή της ευρωπαϊκής ένωσης Οι αποφάσεις του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου είναι καθαρά πολιτικές αποφάσεις, γιατί πηγάζουν από πολιτικά πρόσωπα.</p>



<p>Πριν λίγες μέρες το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο προχώρησε σε ένα ψήφισμα καταπέλτη για την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής της χώρας μας στον τομέα της δικαιοσύνης.<strong> Το ψήφισμα αυτό είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση, κατά την άποψή μου και κατά την άποψή της μειοψηφίας στον Άρειο Πάγο.</strong> Δεν αφορά το σύνολο της χώρας αφορά ομως την επιρροή που φαίνεται ότι ασκείται σε υποθέσεις που κλονίζουν την κοινή γνώμη, όπως υπόθεση των Τεμπών, υποκλοπές κι άλλα. Από την άλλη η διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου συγκαλείται για να συζητήσει θέματα με γνώμονα την απόδοση της δικαιοσύνης, την ποιότητα αυτής, την αναβάθμιση της, τις δυσκολίες στην άσκηση της και τρόπους λύσης αυτών. Σίγουρα δεν συγκαλείται, κατά την ταπεινή μου άποψη, για να βγάλει ανακοινώσεις για πολιτικές αποφάσεις. Τονίζω ακόμα μια φορά ότι η διοικητική ολομέλεια προχώρησε σε ανακοίνωσή της πλειοψηφίας διότι υπήρχαν δικαστές που μειοψήφησαν .</p>



<p>Αυτό που θα περίμενε κανείς θα ήταν να ξεκινήσει μία συζήτηση στη Βουλή δηλαδή στα καθαρά πολιτικά όργανα σχετικά με το ψήφισμα του κοινοβουλίου. Να γίνει ανταλλαγή απόψεων, εισηγήσεις και να ληφθούν αποφάσεις. Ο <strong>Άρειος Πάγος,</strong> το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, πάντα κατά την άποψή μου οφείλει να απέχει από οτιδήποτε έχει πολιτική χροιά. Το γεγονός της ανακοίνωσης είναι πρωτοφανές και δημιούργησε μεγάλη έκπληξη στον ελληνικό λαό. Ο σεβασμός στους θεσμούς αποτελεί την κορωνίδα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος».</p>



<p><strong>Για το θέμα τοποθετείται και ο Γιώργος Βλάχος, δικηγόρος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου Δ.Σ.Α.</strong></p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="alignleft size-full is-resized"><img loading="lazy" decoding="async" width="700" height="805" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/βλαχος_0-jpg.webp" alt="βλαχος 0 jpg" class="wp-image-855932" style="width:471px;height:auto" title="Ψήφισμα Ευρωβουλής/Κράτους Δικαίου:Έχει δικαιοδοσία παρέμβασης ο ΑΠ;-Μιλούν στο libre ο συνταγματολόγος Γ.Σωτηρέλης και έγκριτοι νομικοί 4" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/βλαχος_0-jpg.webp 700w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/βλαχος_0-261x300.webp 261w" sizes="(max-width: 700px) 100vw, 700px" /></figure>
</div>


<p>«Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στη μη δικαστική λειτουργία της, είναι ένα όργανο του δικαστικού σώματος το οποίο σύμφωνα με τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν.4938/2022), έχει την αρμοδιότητα να συζητά και να αποφασίζει και για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, οργάνωσης και λειτουργίας του δικαστηρίου και απονομής της δικαιοσύνης (αρ.15 παρ.6). <strong>Συνεπώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι το συγκεκριμένο δελτίο τύπου (το οποίο θα ακολουθήσει αναλυτική απόφαση) είναι εντός του πλαισίου λειτουργίας μιας δικαστικής Αρχής και δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών. </strong>Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι το συγκεκριμένο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου δεν στοχοποιεί τους δικαστικούς λειτουργούς στο δικαιοδοτικό τους έργο. Επισημαίνει τα ζητήματα που έχουν αναδειχθεί στην <strong>Ελλάδα </strong>σχετικά με το εχθρικό περιβάλλον για τα μέσα ενημέρωσης και τους <strong>δημοσιογράφους</strong>, το κατασκοπευτικό λογισμικό, τη διαφθορά και υπέρμετρη χρήση βίας από την αστυνομία και την ανεπαρκή ποιότητα των επακόλουθων ερευνών και δικαστικών αποφάσεων, τις καταγγελίες για διαφθορά, τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών και τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος στην αστυνομία.</p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Όλα τα παραπάνω ζητήματα αφορούν άλλους, κρατικούς και μη, θεσμούς και ιδίως την ελληνική αστυνομία και την ιδιοκτησία των ΜΜΕ. </strong>Δηλαδή παρουσιάζεται ως άστοχος ο σχολιασμός του <strong>Αρείου Πάγου</strong> απέναντι σε αυτή την πολιτική απόφαση του <strong>Ευρωκοινοβουλίου</strong>, να υπερασπιστεί την ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου των <strong>Ελλήνων δικαστών.</strong> Μάλιστα την ίδια στιγμή που για το μόνο πράμα που ασκείται κριτική στο δικαστικό σώμα, τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών, το ίδιο όργανο (ο Α.Π.) λαμβάνει πειθαρχικά μέτρα κατά δικαστών που κωλυσιεργούν.</li>
</ul>



<p>Η <strong>σπουδή της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να υπερασπιστεί τα μέλη του δικαστικού σώματος απέναντι σε μία πολιτική κριτική που δεν τα αφορά άμεσα, είναι ενδεικτική ενός πραγματικού άγχους σχετικά με την ποιότητα της απονομής της δικαιοσύνης στην Ελλάδα. </strong>Αυτό είναι θετικό, καθώς τα τελευταία χρόνια όλες οι μομφές του εκφράζει το <strong>Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο </strong>με το συγκεκριμένο ψήφισμά του είναι υπαρκτές, πασιφανείς και αποδεδειγμένες. Άλλωστε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τέτοιου είδους υποθέσεις ελπίζουμε να βρεθούν ενώπιον των ελληνικών δικαιοδοτικών οργάνων, διότι μέχρι τώρα οι περισσότερες και σημαντικότερες (λ.χ. δίκτυο παρακολουθήσεων) συγκαλύπτονται».</p>



<p>Αλήθεια, τελικά, γιατί θίχτηκαν οι Έλληνες δικαστές;</p>



<p><br></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εκλογές 2023/Σωτηρέλης: Σύνταγμα, εκλογές και κοινοβουλευτικό σύστημα στην προκρούστεια κλίνη των πολιτικών μεθοδεύσεων</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/05/03/ekloges-2023-arthro-g-sotirelissyntagma-e/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 03 May 2023 03:30:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Spotlight]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΚΛΟΓΕΣ 2023]]></category>
		<category><![CDATA[Θέμα 1]]></category>
		<category><![CDATA[άρθρο]]></category>
		<category><![CDATA[εκλογές]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=753862</guid>

					<description><![CDATA[Η αναγγελία της ημερομηνίας των εκλογών από τον πρωθυπουργό ήταν μία ακόμη ένδειξη για το ότι δεν τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό ούτε στο Σύνταγμα ούτε στα κρατικά όργανα που είναι κρίσιμα για την λειτουργία του πολιτεύματος. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος: «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Η αναγγελία της ημερομηνίας των εκλογών από τον πρωθυπουργό ήταν μία ακόμη ένδειξη για το ότι δεν τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό ούτε στο Σύνταγμα ούτε στα κρατικά όργανα που είναι κρίσιμα για την λειτουργία του πολιτεύματος.</h3>



<h3 class="wp-block-heading">Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος: «<em>O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της Kυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας</em>».</h3>



<p><strong>Του <em>Γιώργο Χ. Σωτηρέλη</em>, Κ<em>αθηγητής Συνταγματικού Δικαίου</em> <em>στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</em></strong></p>



<p>Τι έκανε ο σημερινός πρωθυπουργός αντί να ακολουθήσει αυτές τις επιταγές του Συντάγματος; Ανακοίνωσε στην Κυβέρνηση, δηλαδή στο κρατικό όργανο που έχει την αρμοδιότητα να κάνει την πρόταση, και στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που έχει την αρμοδιότητα να λάβει την σχετική απόφαση (έστω και σε ένα στενά δεσμευτικό πλαίσιο), ότι αποφάσισε –αυτός και μόνον αυτός…– ότι θα γίνουν εκλογές στις 21 Μαΐου. </p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="alignleft size-large is-resized"><img loading="lazy" decoding="async" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/05/ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ-1024x876.jpg" alt="ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ" class="wp-image-753864" width="483" height="413" title="Εκλογές 2023/Σωτηρέλης: Σύνταγμα, εκλογές και κοινοβουλευτικό σύστημα στην προκρούστεια κλίνη των πολιτικών μεθοδεύσεων 5" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/05/ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ-1024x876.jpg 1024w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/05/ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ-300x257.jpg 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/05/ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ-768x657.jpg 768w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2023/05/ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ.jpg 1144w" sizes="(max-width: 483px) 100vw, 483px" /></figure>
</div>


<p>Και δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά προσδιόρισε και την ημερομηνία των επόμενων εκλογών, χωρίς να έχει πλέον καμία απολύτως αρμοδιότητα,&nbsp; αφού για να γίνουν δεύτερες εκλογές προϋποτίθεται ότι δεν θα&nbsp; είναι ο ίδιος πρωθυπουργός μετά τις πρώτες…</p>



<p>Ωστόσο, αυτή η πολιτική συμπεριφορά απέναντι στο Σύνταγμα δεν είναι δυστυχώς η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Όχι μόνον γενικά, όπως έδειξαν οι κυβερνητικές και παρακρατικές υποκλοπές που οργανώθηκαν από το πρωθυπουργικό γραφείο, αλλά και ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του κοινοβουλευτικού συστήματος, που είναι μια από τις κρισιμότερες πτυχές του δημοκρατικού πολιτεύματος.</p>



<p>Ας τα δούμε όμως συγκεκριμένα:</p>



<p><strong>Α.</strong> Ο πρωθυπουργός αρχικά προέκρινε ένα εκλογικό σύστημα το οποίο, όπως έχω εκθέσει αναλυτικά σε προηγούμενα σχετικά κείμενα, εμφανίζει έντονα προβλήματα συνταγματικότητας, τόσο ως προς τον τρόπο με τον οποίο απονέμει το bonus –σε κόμματα που απέχουν πολύ από την αυτοδυναμία– όσο και ως προς τον ουσιαστικό αποκλεισμό των συνασπισμών από αυτό (που οδηγεί σε μία απαράδεκτη αποτροπή προγραμματικών συγκλίσεων πριν από τις εκλογές και άρα στην παρεμπόδιση διαμόρφωσης των όρων που είναι αναγκαίοι για τον σχηματισμό βιώσιμων κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων). Αν η χώρα είχε σοβαρό σύστημα&nbsp; ελέγχου συνταγματικότητας ένας τέτοιος νόμος δεν θα μπορούσε επουδενί να κριθεί συνταγματικός, όπως φάνηκε από ανάλογη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας…</p>



<p><strong>Β.</strong> Στην συνέχεια αποφάσισε αλαζονικά ότι θα «κάψει» τις εκλογές που θα γίνουν με απλή αναλογική, για να ισχύσει το δικό του καλπονοθευτικό σύστημα (που επιτρέπει υπό προϋποθέσεις αυτοδυναμία στην Βουλή με το 1/3 σχεδόν του εκλογικού σώματος) υποβαθμίζοντας πλήρως την συγκεκριμένη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, αδιαφορώντας για τον σχηματισμό κυβέρνησης, στον οποίο υποτίθεται ότι αποβλέπουν όλες οι εκλογές, και καταργώντας έτσι στην πράξη την εγγύηση που εισήγαγε η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, με την πρόβλεψη για ισχύ του κάθε εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές.</p>



<p><strong>Γ.</strong> Η κατάσταση όμως χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο, όταν ο πρωθυπουργός συνειδητοποίησε ότι ακόμη και με τον δικό του νόμο η αυτοδυναμία είναι πολύ δύσκολη (έως αδύνατη μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών και την κυβερνητική πανωλεθρία στα Τέμπη). Επιστράτευσε λοιπόν όλο το επικοινωνιακό σύστημα που τον υποστηρίζει –και το οποίο ελέγχει καταθλιπτικά την ενημέρωση– για να μας πείσει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει δήθεν, και μάλιστα ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η μεν &nbsp;&nbsp;κυβέρνηση να ανήκει δικαιωματικά στο πρώτο κόμμα η δε &nbsp;πρωθυπουργία να ανατίθεται υποχρεωτικά στον αρχηγό του. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη όχι μόνο είναι εντελώς έξω από την λογική του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος αλλά και αντιτίθεται σε ρητές συνταγματικές διατάξεις, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του 1986. Ειδικότερα:</p>



<p><strong>α.</strong> Το πρώτο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι το πολίτευμά μας δεν είναι προεδρικό αλλά κοινοβουλευτικό. Άρα οι πολίτες δεν επιλέγουν κατ’αρχήν ένα μονοπρόσωπο όργανο της εκτελεστικής εξουσίας –πολύ δε περισσότερο έναν «κυβερνήτη»– όπως προσπαθεί να μας πείσει ο πρωθυπουργός. Προεχόντως επιλέγουν κόμματα και βουλευτές, μέσω των οποίων αναδεικνύεται μία &nbsp;κοινοβουλευτική κυβέρνηση, δηλαδή μία κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Με άλλα λόγια, πεμπτουσία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος δεν είναι η «λαϊκή νομιμοποίηση», γενικά και αόριστα, αλλά η&nbsp; εμπιστοσύνη της Βουλής, η οποία πρέπει να υφίσταται τόσο για να αναδειχθεί μια κυβέρνηση, μετά τις εκλογές, όσο και για να παραμείνει στην εξουσία.</p>



<p>Εφόσον βέβαια υπάρχει μονοκομματική πλειοψηφία, τα πράγματα είναι απλά: πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός αυτού του κόμματος (αν βέβαια αυτή είναι η επιλογή του κόμματος, διότι –όπως ισχύει σε κάποιες δημοκρατικά προηγμένες χώρες– άλλος να&nbsp; είναι ο αρχηγός του κόμματος και άλλος ο υποψήφιος πρωθυπουργός…). Από εκεί και πέρα, όμως, όταν δεν υπάρχει αυτοδυναμία, δρομολογούνται διαδικασίες διαπραγμάτευσης μεταξύ των κομμάτων. Σε αυτές δε όλα είναι ανοιχτά, καθώς &nbsp;προβλέπονται διερευνητικές εντολές όχι μόνο για το πρώτο αλλά και για τα δύο επόμενα κόμματα (ενδεχομένως δε και για το τέταρτο, σε περίπτωση ισοδυναμίας με το τρίτο). Αν το Σύνταγμά μας ήθελε να αποκλείσει την περίπτωση κυβέρνησης χωρίς το πρώτο κόμμα, είναι αυτονόητο ότι θα προέβλεπε διερευνητική εντολή μόνο για το πρώτο κόμμα. Με βάση όμως τα ισχύοντα (άρθρο 37 Σ), τόσο κατά την διάρκεια των διερευνητικών εντολών όσο και στην τελική φάση της διαβούλευσης του/της Προέδρου της Δημοκρατίας με τα ως άνω κόμματα η μόνη προϋπόθεση για να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης είναι να πεισθεί ο/η Πρόεδρος ότι αυτή θα μπορέσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Αυτό έγινε, για παράδειγμα (για να μην επεκταθούμε στο απώτερο μεταπολεμικό παρελθόν) στην Πορτογαλία το 2015, με την κυβέρνηση που σχημάτισε ο σημερινός σοσιαλιστής πρωθυπουργός Κόστα, στην οποία δεν συμμετείχε το συντηρητικό κόμμα, παρότι είχε εκλεγεί πρώτο με 38%&#8230; Η κυβέρνηση δε αυτή, η οποία μάλιστα παραμένει στον βασικό κορμό της στην εξουσία οκτώ χρόνια μετά, είναι η καλύτερη απάντηση στον μπαμπούλα της&nbsp; «τερατογένεσης», τον οποίο με τόση ευκολία επιστρατεύει ο πρωθυπουργός (χωρίς να συνειδητοποιεί ότι οι συνειρμοί μοιραία παραπέμπουν σε μία άλλη, πραγματική αυτήν την φορά, τερατογένεση, για την οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνος: αυτήν των υποκλοπών…). Αυτό ισχύει όμως και για την –παράδοξη– απόρριψη μιας «κυβέρνησης των ηττημένων» από τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ (λες και οι εκλογές είναι καλλιστεία για την ανάδειξη ενός «νικητή»…), πολλώ μάλλον όταν αναφερόμαστε σε σύστημα απλής αναλογικής που θέσπισε η κυβέρνησή του…</p>



<p><strong>β.</strong> Ανοιχτό όμως είναι και το ενδεχόμενο οι αρχηγοί των διαπραγματευόμενων κομμάτων να κάνουν ένα βήμα πίσω, &nbsp;αποδεχόμενοι και τον αρχηγό ενός μικρότερου κόμματος ή ένα τρίτο πρόσωπο, κοινοβουλευτικό ή μη, για την θέση του πρωθυπουργού, αν αυτό βοηθά στον σχηματισμό μιας κοινοβουλευτικά βιώσιμης κυβέρνησης. Έτσι έγινε για παράδειγμα πρόσφατα στην Σουηδία (όπου πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο αρχηγός του τρίτου κόμματος) και στο Βέλγιο (όπου έγινε πρωθυπουργός ένας βουλευτής του πέμπτου κόμματος) ενώ αυτό ήταν ο κανόνας, παλαιότερα, και στην χώρα που είχε τις περισσότερες κυβερνήσεις συνεργασίας, δηλαδή στην Ιταλία, όπου με το σύστημα της απλής αναλογικής ο πρωθυπουργός συχνά προερχόταν από μικρό κόμμα και όχι από το πρώτο και κατά πολύ μεγαλύτερο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα…</p>



<p>Όλα αυτά <em>αποδεικνύουν πόσο έωλα ή/και υποβολιμαία είναι τα επιχειρήματα για υποχρεωτική ταύτιση του προσώπου του αρχηγού του πρώτου κόμματος με το πρόσωπο του πρωθυπουργού.</em> Πολύ δε περισσότερο όταν τα επιχειρήματα αυτά ενδύονται έναν δημοκρατικοφανή μανδύα και συνοδεύονται άκριτα από βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς όπως «δοτός» ή &nbsp;«ανομιμοποίητος» πρωθυπουργός.</p>



<p><strong>Δ.</strong> Είναι προφανές βέβαια ότι τέτοια επιχειρήματα μόνο θυμηδία προκαλούν όταν προβάλλονται από καθεστωτικά μέσα και από δοκησίσοφους μεγαλοδημοσιογράφους και εξουσιολάγνους πρώην πολιτικούς, που υποτίθεται ότι κόπτονται για την δημοκρατία ενώ είναι γνωστό τοις πάσι ότι το μόνο τους μέλημα είναι να εξαργυρώσουν, με κάθε τρόπο, την υποταγή τους στους πιο επικίνδυνους ίσως εχθρούς της δημοκρατίας, δηλαδή στους –πολιτικούς και οικονομικούς– εκπροσώπους &nbsp;της διαπλοκής. Ως εκ τούτου, στις κραυγές και τις επιθέσεις αυτής της κατηγορίας δεν αξίζει καμία απάντηση, δεδομένης βέβαια και της πολιτικής &nbsp;ελαφρότητας που τους χαρακτηρίζει, ως προς την αντιμετώπιση των θεσμών, αλλά και της παχυλής άγνοιάς τους ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.</p>



<p>Για κάποιους άλλους όμως, που είναι ανιδιοτελείς αλλά παρασύρονται ενίοτε από μία «δημοκρατικιστική» λογική, ως προς το πρόσωπο και τον ρόλο του πρωθυπουργού, θα ήθελα να κλείσω με κάποιες τελευταίες επισημάνσεις:</p>



<p><strong><em>Πρώτον</em></strong><strong>,</strong> ότι μία κυβέρνηση που διαθέτει ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία –η οποία με την σειρά της αντιστοιχεί σε μία πραγματική λαϊκή πλειοψηφία– είναι πολύ πιο δημοκρατικά νομιμοποιημένη από μία ισχνή και κατασκευασμένη –ελέω εκλογικού συστήματος– αυτοδυναμία, που αντιστοιχεί σε κάτι παραπάνω από το 1/3 του εκλογικού σώματος…</p>



<p><strong><em>Δεύτερον</em></strong><strong>,</strong> ότι ο «πρωθυπουργοκεντρισμός», με τον οποίο σχετίζεται υποτίθεται ο προβληματισμός για «δημοκρατική νομιμοποίηση», δεν είναι εγγενές χαρακτηριστικό του κοινοβουλευτισμού αλλά παθογένεια των μονοκομματικών κυβερνήσεων και στρέβλωση της πεμπτουσίας του κοινοβουλευτικού συστήματος, που είναι –σε αντίθεση με το προεδρικό– η αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων. Όταν δε αυτές επιτυγχάνονται, όπως συμβαίνει πλέον σχεδόν&nbsp; παντού στην Ευρώπη, μέσω κυβερνήσεων συνεργασίας, ο πρωθυπουργός προσγειώνεται στον πραγματικό συνταγματικό του ρόλο: να συντονίζει την λειτουργία (και όχι να νοσφίζεται την εξουσία) του κεντρικού συλλογικού οργάνου της εκτελεστικής εξουσίας, που είναι η κυβέρνηση…</p>



<p><strong><em>Τρίτον</em></strong><strong>,</strong> ότι οι αρχηγοί των κομμάτων δεν χάνουν την σημασία τους αν δεν γίνουν πρωθυπουργοί. Αυτοί είναι που θα αποφασίσουν το πρόσωπο που είναι πολιτικά κατάλληλο για να ηγηθεί σε μία κυβέρνηση συνεργασίας, αυτοί θα προτείνουν υπουργούς, &nbsp;αυτοί θα διαπραγματευθούν –μετά από αντίστοιχες εσωκομματικές διεργασίες– τα βασικά σημεία και τις «κόκκινες γραμμές» στις προγραμματικές θέσεις και αυτοί θα επιβλέπουν την εφαρμογή των προγραμματικών συμφωνιών. Εξάλλου, είναι άκρως υποτιμητικό για έναν αρχηγό κόμματος να θεωρείται ο μόνος κατάλληλος για πρωθυπουργός και ταυτόχρονα να καταγγέλλεται σαν έτοιμος να υποκύψει στις όποιες έξωθεν πιέσεις για την ανάδειξη ενός άλλου –«δοτού»– πρωθυπουργού… διότι τότε, απλούστατα, δεν είναι κατάλληλος για πρωθυπουργός…</p>



<p><strong><em>Τέταρτον</em></strong><strong>,</strong> ότι τα όρια της «δημοκρατικιστικής» λογικής δοκιμάζονται ιδιαίτερα στην εποχή μας, λόγω της ανόδου ακροδεξιών κομμάτων με φασίζοντα χαρακτηριστικά. Αν δεχόμασταν, για παράδειγμα, ότι η ανάδειξη του πρώτου κόμματος στην κυβέρνηση και του αρχηγού του στην πρωθυπουργία είναι δημοκρατική επιταγή, τι θα έπρεπε να κάνουν τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου αν στις εκλογές επικρατούσε, με σχετική πλειοψηφία, ένα τέτοιο κόμμα; Θα επέμεναν οι σημερινοί απολογητές της κυβέρνησης ότι θα έπρεπε να υπάρξει σύμπραξη με ένα τέτοιο κόμμα –επειδή θα είναι πρώτο– και συμμετοχή σε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον αρχηγό του; Ή θα αποδέχονταν το αυτονόητο –ότι δηλαδή θα έπρεπε να σχηματισθεί μία κυβέρνηση από τα υπόλοιπα, με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής– προκειμένου να απομονωθεί ένα τέτοιο κόμμα και να προστατευθεί η Δημοκρατία;</p>



<p><strong><em>Συμπερασματικά</em></strong>, με βάση τα όσα λέχθηκαν προηγουμένως –τα οποία συνοψίζουν και πολλές παλαιότερες παρεμβάσεις μου–&nbsp; ούτε τα πρώτα κόμματα ούτε τα πρόσωπα των αρχηγών είναι οι κρίσιμες παράμετροι για τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας. Αυτό ισχύει μόνο υπό το πρίσμα μιας παρεκτροπής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, το οποίο προσωποποιεί ο σημερινός πρωθυπουργός, με τον πλήρη παραγκωνισμό της κυβέρνησης και με την υποκατάσταση των βασικών λειτουργιών της μέσω ενός υπερπρωθυπουργείου, που ονομάσθηκε ψευδεπίγραφα «επιτελικό κράτος» και που οδήγησε σχεδόν νομοτελειακά στο επιτελικό παρακράτος…&nbsp;</p>



<p>Το πραγματικό ζητούμενο για τις κυβερνήσεις συνεργασίας είναι να μην αποτελέσουν συγκυριακά και αλλοπρόσαλλα κατασκευάσματα –όπως στο πρόσφατο παρελθόν…– αλλά να προκύψουν μετά από έναν ευρύ προγραμματικό διάλογο και από συμφωνίες για τα πρόσωπα που θα τις συγκροτήσουν (συμπεριλαμβανομένου βεβαίως –αν υπάρχουν αντιρρήσεις για τους αρχηγούς– και του προσώπου του πρωθυπουργού).</p>



<p>Ευχής έργο θα ήταν, βέβαια, οι προγραμματικές συγκλίσεις να γίνουν μεταξύ όμορων πολιτικά χώρων, ώστε οι όποιες προγραμματικές συγκλίσεις να είναι απόρροια ουσιαστικών ιδεολογικοπολιτικών συγκλίσεων. Ωστόσο, τίποτε δεν αποκλείει –αν οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν αφήνουν άλλα περιθώρια– και ευρύτερες πολιτικές συγκλίσεις, προκειμένου να σχηματισθεί μία κυβέρνηση ευρύτατης πλειοψηφίας, με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής. Γνωρίζω βέβαια και εν πολλοίς κατανοώ τους έντονους προβληματισμούς και τις ποικίλες ενστάσεις, για μία τέτοια προοπτική. Ωστόσο, ίσως αυτή αποδειχθεί εκ των πραγμάτων η μόνη εφικτή, για ένα μεταβατικό διάστημα, προκειμένου να δρομολογηθούν ως τάχιστα –και χωρίς τον παραλυτικό φόβο του πολιτικού κόστους– οι πρόσφορες απαντήσεις στις πλέον επιτακτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επίθεση Σωτηρέλη σε Ντογιάκο: &#8220;Δεν δικαιούται να παρεμβαίνει με απειλές&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/12/20/epithesi-sotireli-se-ntogiako-den-dika/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 20 Dec 2022 18:16:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΤΟΓΙΑΚΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[υποκλοπές]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=708984</guid>

					<description><![CDATA[Επίθεση κατά του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών εξαπέλυσε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Σωτηρέλης, μιλώντας στο Κontra Channel και την Αναστασία Γιάμαλη τη Δευτέρα. «Δεν δικαιούται ο κύριος Ντογιάκος από την στιγμή που δεν υπάρχουν αδικήματα, να προβαίνει σε λογική προληπτικού ελέγχου τόσο στην περίπτωση του Τύπου όσο και στην [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Επίθεση κατά του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών εξαπέλυσε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Σωτηρέλης, μιλώντας στο Κontra Channel και την Αναστασία Γιάμαλη τη Δευτέρα.</h3>



<p><strong>«Δεν δικαιούται ο κύριος Ντογιάκος από την στιγμή που δεν υπάρχουν αδικήματα, να προβαίνει σε λογική προληπτικού ελέγχου τόσο στην περίπτωση του Τύπου όσο και στην περίπτωση της ΑΔΑΕ</strong> που δεν την αγγίζει ο νέος κυβερνητικός νόμος», σχολίασε μεταξύ άλλων ο <strong>Γιώργος Σωτηρέλης</strong>.</p>



<p><strong>«Τον κ. Ντογιάκο μόνο αυτές οι εφημερίδες τον ενοχλούν;»</strong>, αναρωτήθηκε ο κ. Σωτηρέλης αναφερόμενος στις απειλές του κ. Ντογιάκου για εκτεταμένους φορολογικούς ελέγχους κατά συγκεκριμένων ΜΜΕ, εξαπολύοντας πρωτοφανή επίθεση κατά δημοσιογράφων και ΜΜΕ που του ασκούν κριτική<strong>.</strong> <strong>«Εδώ υπάρχει μιντιακό σύστημα που καθορίζεται από τη διαπλοκή</strong>, ελέγχεται σχεδόν πλήρως. <strong>Έχει επιβληθεί πλήρης μονοφωνία στη ραδιοτηλεόραση</strong>, με ελάχιστες εξαιρέσεις» συμπλήρωσε ο ίδιος και πρόσθεσε: «<strong>Στο ζήτημα των υποκλοπών, επιβλήθηκε ο νόμος της σιωπής.</strong>».</p>



<p><strong>«Υπάρχει πρόβλημα ενημέρωσης στην Ελλάδα</strong> και το πρόβλημα ενημέρωσης είναι πρόβλημα Δημοκρατίας. <strong>Η ερευνητική δημοσιογραφία έσωσε την τιμή του Τύπου, κυριολεκτικά»</strong> τόνισε ο κ. Σωτηρέλης και κατέληξε λέγοντας: <strong>«Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν δικαιούται να παρεμβαίνει με αυτόν τον τρόπο</strong>, κατά την άποψή μου. Δεν είναι αυτός ο ρόλος του. <strong>Ο ρόλος της Δικαιοσύνης είναι ρόλος κατασταλτικού ελέγχου.</strong> Αυτό ισχύει και για τον Τύπο και για την ΑΔΑΕ. Δικαιούται η Δικαιοσύνη να ελέγχει, αλλά εκ των υστέρων. Όταν υπάρχουν αδικήματα. <strong>Δεν μπορεί να ελέγξει ούτε τον Τύπο με αυτό τον απειλητικό τρόπο, του “προληπτικού ελέγχου”. Απευθύνεται με τέτοιο τρόπο που προκαλεί έντονο προβληματισμό για το πώς λειτουργεί σήμερα η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα. Και ιδίως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου».</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σωτηρέλης στο libre: Η κυβερνητική σταθερότητα δεν υπηρετείται με μεθοδευμένες ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/10/26/sotirelis-sto-libre-i-kyvernitiki-stather/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 26 Oct 2022 03:45:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[libre]]></category>
		<category><![CDATA[συνέντευξη]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=689148</guid>

					<description><![CDATA[«Η εμμονή τόσο στα πρώτα κόμματα όσο και στα πρόσωπα των αρχηγών όχι μόνον δεν υπηρετεί αλλά αντιθέτως αντιστρατεύεται την έμμεση Συνταγματική προτροπή για κυβερνητική σταθερότητα». Αυτό υποστηρίζει στη συνέντευξή του στο libre ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γιώργος Χ. Σωτηρέλης. Όσο για την κυβερνητική σταθερότητα, είναι κάτι που «επ’ ουδενί δεν πρέπει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">«Η εμμονή τόσο στα πρώτα κόμματα όσο και στα πρόσωπα των αρχηγών όχι μόνον δεν υπηρετεί αλλά αντιθέτως αντιστρατεύεται την έμμεση Συνταγματική προτροπή για κυβερνητική σταθερότητα». </h3>



<h3 class="wp-block-heading">Αυτό υποστηρίζει στη συνέντευξή του στο <a href="https://www.libre.gr/">libre </a>ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γιώργος Χ. Σωτηρέλης. </h3>



<p>Όσο για την κυβερνητική σταθερότητα, είναι κάτι που «επ’ ουδενί δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αυτοδυναμία μιας κυβέρνησης».</p>



<p><a href="https://www.libre.gr/2022/10/15/fakelos-libre-eisagogi-ta-dilimmata-ton-ko/"><strong>Φάκελος libre/Εισαγωγή: Τα διλήμματα των κομμάτων και οι επιλογές των ψηφοφόρων</strong>&nbsp;–&nbsp;<strong>Αυτοδύναμες κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις συνεργασίες</strong></a>;</p>



<p><strong>Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο</strong></p>



<p>&#8211;<strong><em>Το τελευταίο διάστημα και με αφορμή τους κλυδωνισμούς που προκάλεσε η υπόθεση των υποκλοπών βλέπουμε να γίνονται συνεχείς αναφορές στην ανάγκη της κυβερνητικής σταθερότητας, η οποία μάλιστα συχνά αναγορεύεται σε υπέρτατο συνταγματικό αγαθό, έναντι του οποίου πρέπει να υποχωρήσει κάθε άλλη συζήτηση για αναζήτηση πολιτικών και ποινικών ευθυνών των εμπλεκομένων. Ποια είναι η άποψη σας;</em></strong></p>



<figure class="wp-block-image size-large"><img loading="lazy" decoding="async" width="1024" height="876" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/10/Φωτογραφία-για-Τύπο-1-2-1024x876.jpg" alt="Φωτογραφία για Τύπο 1 2" class="wp-image-689149" title="Σωτηρέλης στο libre: Η κυβερνητική σταθερότητα δεν υπηρετείται με μεθοδευμένες ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος 6" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/10/Φωτογραφία-για-Τύπο-1-2-1024x876.jpg 1024w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/10/Φωτογραφία-για-Τύπο-1-2-300x257.jpg 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/10/Φωτογραφία-για-Τύπο-1-2-768x657.jpg 768w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/10/Φωτογραφία-για-Τύπο-1-2.jpg 1144w" sizes="(max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /><figcaption class="wp-element-caption"><strong>Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</strong></figcaption></figure>



<p>Εν πρώτοις, η <strong>κυβερνητική σταθερότητα</strong> δεν είναι ούτε ύψιστο συνταγματικό αγαθό ούτε υπέρτατη αρχή, όπως προσπαθεί να την εμφανίσει η κυβερνητική πλευρά και οι υποστηρικτές της, προκειμένου να μας πείσουν για το «υποκλοπές τέλος», που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβάλουν. </p>



<p>Είναι απλώς μια έμμεση συνταγματική προτροπή, μια οιονεί συνταγματική αρχή θα λέγαμε, η οποία ναι μεν αποβλέπει στην διασφάλιση της κυβερνησιμότητας, πλην όμως μετά από στάθμιση με πραγματικές και κρίσιμες συνταγματικές αρχές, που δεν πρέπει ούτε να παραγνωρίζονται ούτε να υποτιμώνται. <strong>Αναφέρομαι εν πρώτοις στην αρχή της πολιτικής ισότητας, από την οποία απορρέουν τόσο η αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου όσο και η αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτικών κομμάτων. </strong>Αναφέρομαι όμως, σε τελευταία ανάλυση, και στην ίδια την κοινοβουλευτική αρχή, σύμφωνα με την οποία μοναδική προϋπόθεση για την συγκρότηση μιας κυβέρνησης είναι η εμπιστοσύνη της Βουλής.</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow">
<p><strong>Με βάση αυτά τα δεδομένα, η κυβερνητική σταθερότητα επ’ουδενί δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αυτοδυναμία μιας κυβέρνησης, πολλώ δε μάλλον της σημερινής κυβέρνησης, η οποία είναι πολλαπλά έκθετη και προδήλως απονομιμοποιημένη λόγω του σκανδάλου των υποκλοπών</strong>.</p>
</blockquote>



<p>Κατά συνέπειαν, <strong>όλες οι προσπάθειες που γίνονται, με επίκληση της κυβερνητικής σταθερότητας, είτε για να δαιμονοποιηθεί κάθε αίτημα ανατροπής της </strong>είτε για να δικαιολογηθεί κάθε καλπονοθευτική μεθόδευση&nbsp;&nbsp;για μελλοντική εκ νέου επικράτησή της είτε για να αποτραπεί μια διαφορετική κυβερνητική προοπτική είναι όχι μόνο συνταγματικά έωλες αλλά και υπηρετούν συγκεκριμένες&nbsp;&nbsp;πολιτικές σκοπιμότητες.</p>



<p>&#8211;<strong><em>Δηλαδή υπονοείτε ότι εν τέλει η επίκληση της κυβερνητικής σταθερότητας είναι προσχηματική ή και υποβολιμαία;</em></strong></p>



<p><strong>Δεν το υπονοώ, το λέω ευθέως. </strong>Κατ’ αρχάς, η κυβερνητική σταθερότητα δεν υπηρετείται με μεθοδευμένες ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος που αποβλέπουν σε φαλκίδευση της βούλησης των πολιτών. </p>



<p><strong>Αναφέρομαι, ιδίως, σε τρεις άκρως προβληματικές επιλογές, που χαρακτηρίζουν όλα τα εκλογικά συστήματα που ψήφισε η ΝΔ μετά την μεταπολίτευση: </strong></p>



<ul class="wp-block-list">
<li>πρώτον στην δυνατότητα να επιτευχθεί αυτοδυναμία στην Βουλή με ποσοστά που κινούνται κοντά στο 1/3 του εκλογικού σώματος (35-38%), </li>



<li>δεύτερον στην άκριτη πριμοδότηση του πρώτου κόμματος </li>



<li>και τρίτον στον ουσιαστικό αποκλεισμό των συνασπισμών από την πριμοδότηση, προς όφελος των μεμονωμένων κομμάτων. </li>
</ul>



<p>Όλες αυτές οι επιλογές δεν είναι μόνο <strong>αντιδημοκρατικές και εν πολλοίς αντισυνταγματικές</strong> αλλά και υπονομεύουν στην ουσία την κυβερνητική σταθερότητα. </p>



<p>Και τούτο διότι αποτρέπουν κάθε είδους πολιτικούς συνασπισμούς, είτε προεκλογικά –που είναι και το πολιτικά ορθότερο, για να υπάρχουν γνωστές εκ των προτέρων προγραμματικές συμφωνίες– είτε και εκ των υστέρων, αφού η πριμοδότηση του πρώτου κόμματος δεν επιτρέπει στα άλλα κόμματα να σχηματίσουν βιώσιμη κοινοβουλευτικά κυβέρνηση, ακόμη και αν συγκεντρώνουν αθροιστικά το 51% του εκλογικού σώματος και ταυτόχρονα μπορούν να βρουν προγραμματικές συγκλίσεις. </p>



<p>Για παράδειγμα, <strong>αν γίνουν τελικά δεύτερες εκλογές, με το εκλογικό σύστημα που ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία, και λάβουν η ΝΔ&nbsp;&nbsp;36%, ο ΣΥΡΙΖΑ 34% και το ΠΑΣΟΚ 17%, δεν θα είναι δυνατόν να σχηματισθεί κυβέρνηση συνεργασίας από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ,</strong> που είναι περισσότερο συγγενή κόμματα, παρότι θα έχουν από κοινού την απόλυτη πλειοψηφία (51%). Αν αυτό δεν είναι υπονόμευση της κυβερνησιμότητας, με κριτήριο το κομματικό όφελος της ΝΔ, τι είναι;</p>



<p>&#8211;<strong><em>Μιας και αναφερθήκατε σε προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης του δεύτερου κόμματος σε συνεργασία με άλλα μικρότερα, πως απαντάτε στον χαρακτηρισμό «τερατογένεση» που χρησιμοποίησε πρόσφατα ο πρωθυπουργός για μια τέτοια προοπτική;</em></strong></p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full"><img loading="lazy" decoding="async" width="800" height="547" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/07/εκλογες.jpg" alt="εκλογες" class="wp-image-656371" title="Σωτηρέλης στο libre: Η κυβερνητική σταθερότητα δεν υπηρετείται με μεθοδευμένες ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος 7" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/07/εκλογες.jpg 800w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/07/εκλογες-300x205.jpg 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/07/εκλογες-768x525.jpg 768w" sizes="(max-width: 800px) 100vw, 800px" /></figure>
</div>


<p>Αν ήταν απλώς μια <strong>πολιτική θέση</strong> θα ήταν θεμιτή, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς. Στον βαθμό όμως που εμπεριέχει, έστω και έμμεσα, αρνητική αξιολόγηση και από συνταγματική σκοπιά, προδήλως δεν ευσταθεί. </p>



<p>Μια <strong>κυβέρνηση </strong>χωρίς το πρώτο κόμμα –αν φυσικά αυτό δεν έχει αυτοδυναμία– όχι μόνον είναι απολύτως σύμφωνη με το Σύνταγμα αλλά και παρέχει μια ακόμη δυνατότητα, διόλου αμελητέα, για την επίτευξη κυβερνητικής σταθερότητας.</p>



<p> Άλλωστε, στο σημείο αυτό αρκεί να θυμίσω, αντί άλλης επιχειρηματολογίας, ότι το Σύνταγμα δεν προβλέπει διερευνητική εντολή (δηλαδή εντολή για την διερεύνηση των δυνατοτήτων σχηματισμού κυβέρνησης που θα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής) μόνο για τον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Τέτοια εντολή δίδεται από τον/την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στους αρχηγούς του δεύτερου και του τρίτου κόμματος (ενδέχεται δε και του τέταρτου σε περίπτωση ισοψηφίας) με την ίδια αυτονοήτως στόχευση. Άρα δεν υπάρχει κανένα πρόκριμα, από το Σύνταγμα, στον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Αν αποτύχει, η σκυτάλη περνάει στους υπόλοιπους αρχηγούς και ο καθένας από αυτούς οφείλει να επιδιώξει, με συζητήσεις και προγραμματικές συμφωνίες, τον σχηματισμό κοινοβουλευτικής κυβέρνησης. Είτε με τον ίδιον είτε με άλλο πρόσωπο ως πρωθυπουργό.</p>



<p>Την καλύτερη δε απάντηση στα περί «τερατογένεσης», που παπαγαλίζει έκτοτε ολόκληρη η κυβερνητική παράταξη, αποτελεί το παράδειγμα της Πορτογαλίας το 2015. Κυβέρνηση σχημάτισε όχι το πρώτο κόμμα, που είχε 38%, αλλά το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο. Έκτοτε έγιναν δύο φορές εκλογές και η κυβερνητική αυτή συμμαχία επικράτησε πλήρως και στις δύο, με το δεύτερο κόμμα να γίνεται πρώτο (την τελευταία μάλιστα φορά με αυτοδυναμία). Άρα το εκλογικό σώμα της Πορτογαλίας έδωσε την καλύτερη απάντηση, επί της αρχής.</p>



<p>Στο σημείο αυτό, μάλιστα, πρέπει να σας πω ότι μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση και η πρόσφατη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ότι δεν αποβλέπει σε μια «κυβέρνηση των ηττημένων» μετά τις εκλογές. Σε ένα σύστημα απλής αναλογικής, το οποίο μάλιστα ψηφίσθηκε με πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Πρώτον διότι το κάθε κόμμα αξιολογεί το τι είναι νίκη ή ήττα με βάση τις επιδιώξεις του (αν η ΝΔ για παράδειγμα, είναι πρώτη αλλά με 30% και το ΠΑΣΟΚ είναι τρίτο με 20%, ποιος θα είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος;). Πέρα από αυτό όμως και ασχέτως του εκλογικού ποσοστού των κομμάτων, το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι η πρωτιά –παρότι συμβολικά έχει σημασία η διεκδίκηση της– αλλά το ποια κόμματα μπορούν να συμφωνήσουν για τον σχηματισμό μιας βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης συνεργασίας (όπως απέδειξε, σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρόσφατο παράδειγμα της Πορτογαλίας). Κάθε άλλη άποψη, ακόμη και αν δικαιολογείται από την σκοπιά της εκλογικής στρατηγικής, υπονομεύει και αυτή, εν τέλει, την κυβερνησιμότητα…</p>



<p>&#8211;<strong><em>Αφήσατε προηγουμένως να εννοηθεί ότι πρωθυπουργός μπορεί να γίνει και ο αρχηγός του τρίτου κόμματος ή και κάποιος τρίτος, που δεν είναι αρχηγός κόμματος. Είναι αυτό σύμφωνο με το Σύνταγμα;</em></strong></p>



<p>Φυσικά και είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα. <strong>Κατά το άρθρο 37</strong>, μόνο αν το πρώτο κόμμα έχει επιτύχει αυτοδυναμία ο αρχηγός του διορίζεται υποχρεωτικά πρωθυπουργός, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης. </p>



<p>Αν όμως αυτό δεν ισχύει, τόσο το ποια θα είναι η <strong>κυβέρνηση </strong>όσο και το ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός συνδέεται με την <strong>ευρύτερη λογική του κοινοβουλευτικού συστήματος, </strong>το οποίο στηρίζεται σε πολιτικές συναινέσεις και συγκλίσεις και κατά τούτο διαφοροποιείται σαφώς από το προεδρικό, που είναι προσωποκεντρικό. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Με άλλα λόγια, ενώ στο προεδρικό σύστημα στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας ανέρχεται όποιος υποψήφιος επικρατήσει, με βάση την προβλεπόμενη εκλογική διαδικασία, στο κοινοβουλευτικό σύστημα ο λαός δεν εκλέγει κατ’αρχήν πρόσωπα αλλά κόμματα. Μέσω αυτών δε&nbsp;&nbsp;αναδεικνύεται εν τέλει –με πολιτικές συναινέσεις και προγραμματικές συγκλίσεις αν δεν υπάρχει πραγματική ή εκβιασμένη αυτοδυναμία– ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας.</li>
</ul>



<p>Σε περίπτωση λοιπόν που θα υπάρξει <strong>συμφωνία συνεργασίας κομμάτων,</strong> ναι μεν το πιθανότερο είναι ο αρχηγός του πρώτου κόμματος –ή του μεγαλύτερου αν δεν μετέχει το πρώτο– να γίνει πρωθυπουργός αλλά αυτό δεν είναι διόλου αυτονόητο. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Αν υπάρχουν ισχυρές αντιρρήσεις για το πρόσωπό του, τίποτε δεν αποκλείει να αναζητηθούν λύσεις είτε στον αρχηγό ενός μικρότερου κόμματος –όπως συνέβη επανειλημμένα, παλαιότερα, στην Ιταλία αλλά και πολύ πρόσφατα στην <strong>Σουηδία</strong>…– είτε σε ένα τρίτο πρόσωπο, όπως συνέβη επανειλημμένα τόσο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσο και στη δική μας (αρχής γενομένης το 1877, με την πρώτη «οικουμενική κυβέρνηση», του Κωνσταντίνου Κανάρη). </li>
</ul>



<p>Εξ άλλου, μια τέτοια λύση προβλεπόταν και ρητά στο <strong>Σύνταγμα του 1975,</strong> πριν από την αναθεώρηση του 1986, καθώς σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας διερευνητική εντολή ήταν δυνατόν να δοθεί, σε περίπτωση αποτυχίας του αρχηγού του πρώτου κόμματος, σε «μέλος ή μη της Βουλής».</p>



<p>&#8211;<strong><em>Ακούμε όμως συχνά απόψεις, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση, ότι σε μια κυβέρνηση συνεργασίας πρωθυπουργός πρέπει να είναι οπωσδήποτε ο αρχηγός του πρώτου κόμματος, διότι διαφορετικά υπονομεύεται ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος.</em></strong></p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full"><img loading="lazy" decoding="async" width="800" height="547" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/06/εκλογες.jpg" alt="εκλογες" class="wp-image-649534" title="Σωτηρέλης στο libre: Η κυβερνητική σταθερότητα δεν υπηρετείται με μεθοδευμένες ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος 8" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/06/εκλογες.jpg 800w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/06/εκλογες-300x205.jpg 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/06/εκλογες-768x525.jpg 768w" sizes="(max-width: 800px) 100vw, 800px" /></figure>
</div>


<p>Η απάντηση είναι απλή: Ναι μεν τον πρώτο λόγο έχουν, ευλόγως, οι αρχηγοί των κομμάτων πλην όμως το καθοριστικό κριτήριο, τελικά, είναι αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος: το ποιος δηλαδή μπορεί να λάβει την εμπιστοσύνη της Βουλής ώστε να διασφαλίσει την κυβερνησιμότητα. <strong>Ως εκ τούτου, αυτά που έχουν ακουσθεί και εξακολουθούν δυστυχώς να ακούγονται, περί «δοτών πρωθυπουργών», που «στερούνται δημοκρατικής νομιμοποίησης», δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. </strong>Κατ’ αρχάς, αν τα κόμματα καταλήξουν σε απόφαση για τρίτο πρόσωπο, αυτό θα το επιλέξουν τα ίδια με απόφαση (και) των αρχηγών τους. Αυτοί, δε, ναι μεν θα παραμερίσουν, προκειμένου να κυβερνηθεί η χώρα, αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν σοβαρό λόγο τόσο για την συγκρότηση όσο και για την πορεία της κυβέρνησης. </p>



<p><strong>Αλλά και πέρα από αυτό, ας αναρωτηθούμε: πως ένας αρχηγός μπορεί όντως να είναι κατάλληλος για κρίσιμες αποφάσεις, ως πρωθυπουργός, όταν είναι δυνατόν να του επιβληθούν ευχερώς έξωθεν λύσεις για άλλο πρόσωπο, όπως υπονοεί ο όρος «δοτός»;</strong> Και επιπλέον, επί της ουσίας πλέον: Ποιος πρωθυπουργός έχει μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα; Κάποιος που αναδείχθηκε πρωθυπουργός ελέω του εκλογικού συστήματος (δηλαδή με ένα ποσοστό ίσως και 37-38%) ή κάποιος που μπορεί πχ να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του την εμπιστοσύνη τριών κομμάτων και άνω των διακοσίων βουλευτών;</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow">
<p><strong>Συμπερασματικά, λοιπόν, η εμμονή τόσο στα πρώτα κόμματα όσο και στα πρόσωπα των αρχηγών όχι μόνον δεν υπηρετεί αλλά αντιθέτως αντιστρατεύεται την έμμεση συνταγματική προτροπή για κυβερνητική σταθερότητα. </strong></p>
</blockquote>



<p>Στην πραγματικότητα δε η εμμονή αυτή αναδίδει μια έντονα αρχηγοκεντρική λογική, που είναι ο προάγγελος του πρωθυπουργοκεντρισμού (μια από τις χειρότερες εκδοχές του οποίου βιώνουμε σήμερα στη χώρα μας). Ί<strong>σως λοιπόν, εν όψει των τεράστιων και οξυμμένων προβλημάτων της χώρας, πρέπει να προβληματισθούμε σοβαρά για αλλαγή παραδείγματος, με&nbsp;&nbsp;την αναζήτηση λύσεων που θα είναι εγγύτερα στις νοοτροπίες και τις πρακτικές ενός γνήσιου κοινοβουλευτισμού (δηλαδή ενός κοινοβουλευτισμού που θα μετατοπίσει πλέον το κέντρο βάρους της δημοκρατικής νομιμοποίησης σε ευρείες διακομματικές συναινέσεις και προγραμματικές συγκλίσεις).</strong> Γνωρίζω ότι είναι δύσκολο, μέσα στο κλίμα πόλωσης και διχασμού που επικρατεί. Έχω όμως από καιρό πεισθεί, ότι επιβάλλεται τουλάχιστον να το προσπαθήσουμε…</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Νέα παρέμβαση Σωτηρέλη για υποκλοπές:  &#8220;Ο κ. Μητσοτάκης γνώριζε για την παρακολούθηση Ανδρουλάκη, επιβάλλεται να παραιτηθεί&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/08/29/sotirelis-kata-mitsotaki-ixere-gia-ti/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 29 Aug 2022 12:51:24 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Θέμα 1]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Μητσοτάκης]]></category>
		<category><![CDATA[παρακολουθήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=670874</guid>

					<description><![CDATA[Ως νομιμοφανή και όχι νόμιμη, όπως η κυβέρνηση διατείνεται, χαρακτήρισε ο&#160;Γιώργος Σωτηρέλης&#160;την παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου του&#160;Νίκου Ανδρουλάκη&#160;από την&#160;ΕΥΠ. Μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου είπε ότι η θέση του πρωθυπουργού «εγώ δεν ήξερα» στην πραγματικότητα σημαίνει ότι «δεν ελέγχει το&#160;ψευδεπίγραφο επιτελικό κράτος που έφτιαξε,&#160;το οποίο ουσιαστικά είναι ένα υπερπρωθυπουργείο» και πως η [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ως νομιμοφανή και όχι νόμιμη, όπως η κυβέρνηση διατείνεται, χαρακτήρισε ο&nbsp;Γιώργος Σωτηρέλης&nbsp;την παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου του&nbsp;<strong>Νίκου Ανδρουλάκη</strong>&nbsp;από την&nbsp;<strong>ΕΥΠ.</strong> Μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου είπε ότι η θέση του πρωθυπουργού «εγώ δεν ήξερα» στην πραγματικότητα σημαίνει ότι «δεν ελέγχει το&nbsp;<strong>ψευδεπίγραφο επιτελικό κράτος που έφτιαξε,</strong>&nbsp;το οποίο ουσιαστικά είναι ένα υπερπρωθυπουργείο» και πως η πολιτική ευθύνη είναι μία. Η παραίτηση.</h3>



<p>Ο κ. <strong>Σωτηρέλης</strong> εξήγησε ότι αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα παραίτηση της κυβέρνησης ή κατ’ ανάγκη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, καθώς&nbsp;<strong>«τίθεται θέμα μόνο για τον ίδιο τον πρωθυπουργό».</strong></p>



<p><strong>«Η ανάληψη της ευθύνης σημαίνει παραίτηση. Δεν υπάρχει άλλη εκδοχή»,</strong>&nbsp;σημείωσε χαρακτηριστικά.</p>



<p>«Κανείς δεν περίμενε ότι τον 21<sup>ο</sup>&nbsp;αιώνα θα αντιμετωπίζαμε ξανά ζητήματα που είχαν παρέλθει από τον ελληνικό πολιτικό βίο. Η εξέλιξη είναι πολύ αρνητική και για τη Δημοκρατία και για τα δικαιώματα. Δεν πρέπει να αφήσουμε να υπάρξουν εξελίξεις στη χώρα μας που θα νομιμοποιούσουν μια τέτοια πρακτική και που θα την παγιώσουν στην αντίληψη της κοινωνίας ότι είναι κάτι που συμβαίνει συχνά», είπε αρχικά ο κ. Σωτηρέλης και πρόσθεσε: «Γιατί έτσι θα μπούμε στη λογική του «μεγάλου αδελφού», στη λογική ότι δεν υπάρχει προστασία της ιδιωτικής μας ζωής, ότι&nbsp;<strong>δεν έχουμε ατομικά δικαιώματα και ότι όλα είναι υπό την αίρεση της κρατικής εξουσίας και των παρακρατικών μηχανισμών ενδεχομένως».</strong></p>



<p>Σε ερώτηση που δέχθηκε για το επιμένει στην άποψη ότι ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να παραιτηθεί, τόνισε: «Ακόμα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει πολιτική ευθύνη όταν έχουμε εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος. Πόσω μάλλον ο πρωθυπουργός που έχει την πολιτική ευθύνη για οτιδήποτε είναι στις αρμοδιότητες;&nbsp;<strong>Δεν γίνεται να μην έχει πολιτική ευθύνη ο προϊστάμενος της ΕΥΠ.</strong>&nbsp;Δεν μπορώ να το διανοηθώ ότι μπορεί να λέει κανείς «εγώ δεν ήξερα, παραιτήθηκε ο μετακλητός υπάλληλος κι άρα τελειώσαμε». </p>



<p>Η πλήρης ανάληψης της πολιτικής ευθύνης σημαίνει παραίτηση του πρωθυπουργού. Εγώ δεν μιλώ για παραίτηση της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός πήρε την ΕΥΠ στην αρμοδιότητά του, διόρισε κάποιον επικεφαλής που δεν είχε τα προσόντα, αλλάζοντας τον νόμο, έβαλε μια εισαγγελέα που εκφράστηκαν έντονες διαφωνίες και στο δικαστικό συμβούλιο με 6-5. Στη μειοψηφία ήταν και ο πρόεδρος του&nbsp;<strong>Αρείου Πάγου</strong>&nbsp;και ο&nbsp;<strong>Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.</strong>&nbsp;Άλλαξε, επίσης, τον νόμο για την ενημέρωση όσων παρακολουθούνται.</p>



<p>Μετά απ’ όλα αυτά λέει ότι «εγώ δεν ήξερα» δηλαδή ότι δεν ελέγχω το&nbsp;<strong>ψευδεπίγραφο επιτελικό κράτος</strong>&nbsp;το οποίο έφτιαξε και το οποίο ουσιαστικά είναι&nbsp;<strong>υπερπρωθυπουργείο.</strong>&nbsp;Η πολιτική ευθύνη είναι απλή και μη μεταβιβάσιμη. Αυτό που έκανε ο Νίξον στην Αμερική. Αυτό που έκαναν οι βουλευτές στη Βρετανία για τον Τζόνσον».</p>



<p>Στη συνέχεια εξήγησε: «Η παραίτηση του πρωθυπουργού δεν σημαίνει παραίτηση κυβέρνηση ή κατ’ ανάγκη εκλογές. Η ΝΔ μπορεί να συνεχίσει να κυβερνά με άλλον πρωθυπουργό. Τίθεται θέμα για τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Η ανάληψη της ευθύνης σημαίνει παραίτηση. Δεν υπάρχει άλλη εκδοχή. Χαίρομαι και οι συνάδελφοί μου που προσχωρούν σε αυτή την άποψη».</p>



<p>Στη συνέχεια ο κ. Σωτηρέλης ρωτήθηκε για το αν πρέπει να κληθεί από την Εξεταστική Επιτροπή ο&nbsp;<strong>Θεμιστοκλής Δεμίρης,</strong>&nbsp;ο οποίος είπε, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι «κανείς δεν εξαιρείται από τις παρακολουθήσεις».</p>



<p>«Ως φράση στέκει. Εξ ορισμού κανείς δεν αποκλείεται.&nbsp;<strong>Προβλέπεται από το Σύνταγμα η άρση του απορρήτου»,</strong>&nbsp;είπε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και συνέχισε: «Όμως πρέπει να οριοθετήσουμε τι σημαίνει εθνική ασφάλεια. Το να παρακολουθηθεί κανείς επειδή το ζήτησε ξένη πρεσβεία είναι αδιανόητο.</p>



<p>Θα μπορούσε κανείς να κατηγορηθεί για κατασκοπεία. Το ζήτημα είναι με πιο κριτήριο θα γίνει αυτή η παρακολούθηση. Να είναι εθνικό, για πάρα πολύ σοβαρό θέμα κι αν είναι τέτοιο και τότε θα ήταν πράγματι νόμιμη και συνταγματική, τότε δεν έπρεπε να παραιτηθεί κανείς. Ή ήταν πραγματικά νόμιμη η παρακολούθηση, οπότε δεν έπρεπε να παραιτηθεί κανείς ή δεν ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα και τότε δεν έπρεπε να παραιτηθούν μόνο οι δύο (σ.σ.: Δημητριάδης και Κοντολέων), αλλά και ο ίδιος πρωθυπουργός. Προσωπικά πιστεύω ότι το ήξερε. Ακόμα κι αν δεν το ήξερε, όμως, πρέπει να παραιτηθεί.&nbsp;<strong>Είναι μια νομιμοφανής παρακολούθηση και όχι νόμιμη και θα αποδειχθεί αυτό το πράγμα.</strong>&nbsp;Θα το πιει αυτό το πικρό ποτήρι η κυβέρνηση. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να ξέρουν γιατί παρακολουθήθηκε ο κ. Ανδρουλάκης. Η συγκεκριμένη παρακολούθηση δείχνει ότι είναι εκτός συνταγματικό πλαισίου».</p>



<p>Για το αν Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οφείλει να διερευνήσει γιατί παρακολουθούνται οι πολίτες, απάντησε: «Κανονικά αυτό έπρεπε να το ξέρει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων και θα έπρεπε να το ξέρουν οι πολίτες – ακόμα και για λόγους εθνικής ασφάλειας &#8211; όταν λήγει η παρακολούθηση.&nbsp;<strong>Θα ήθελα να ξέρω ότι με παρακολουθούσαν.</strong>&nbsp;Υπάρχει ποινική ευθύνη γι’ αυτό. Όταν δηλαδή δεν γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας. Πολλές περισσότερο έχουν όσοι εμπλέκονται σε παρακολούθηση μέσω του Predator, εκεί έχουμε παρακρατικούς μεθόδους.</p>



<p>Δεν έχουμε όμως μόνο πολιτικό, έχουμε και δημοσιογράφο. Αυτό που προέχει τώρα είναι η πολιτική ευθύνη.&nbsp;<strong>Η πολιτική ευθύνη βαραίνει τον πρωθυπουργό και πρέπει να παραιτηθεί.</strong>&nbsp;Σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα ο πρωθυπουργός θα είχε παραιτηθεί».</p>



<p>Στη συνέχεια μίλησε και για την «πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου, η οποία μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει 1.000 υπογραφές.</p>



<p>«Οι υπογραφές είναι πλέον πάνω από&nbsp;<strong>1.000.</strong>&nbsp;Η Πρωτοβουλία αυτή αφορά την προστασία του πολιτεύματος, των ανθρώπων από τέτοιες πρακτικές οι οποίες ακυρώνουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Είμαστε από διάφορους χώρους. Είναι μια αυθόρμητη έκφραση ανησυχίας. Η στόχευση είναι ότι δεν δεχόμαστε τέτοιες πρακτικές», τόνισε:</p>



<p>Τέλος για το τι περιμένει ο ίδιος από την Εξεταστική Επιτροπή, δήλωσε: «Στη συζήτηση πρέπει να γίνει η αποκάλυψη του λόγου της παρακολούθησης. Δεν ξέρω σε ποιο χρονικό βάθος θα πάει, θα έπρεπε να εξετάσει μόνο αυτό που διανύουμε τώρα. Το πρόβλημα με τις εξεταστικές επιτροπές είναι ότι&nbsp;<strong>η σύνθεση είναι όπως και στη Βουλή.</strong>&nbsp;Την πλειοψηφία την έχει το κυβερνών κόμμα. Κάθε κόμμα βγάζει το δικό του πόρισμα. Θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος όπου προσωπικότητες κύρους θα κάνουν το προκαταρτικό σχέδιο του πορίσματος. Αυτό έγινε στην Ισλανδία».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σωτηρέλης στο libre για τις υποκλοπές: Γιατί η μόνη διέξοδος που απομένει για τον πρωθυπουργό είναι οι εκλογές</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/08/12/sotirelis-sto-libre-gia-tis-ypoklopes-giat/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 12 Aug 2022 04:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Spotlight]]></category>
		<category><![CDATA[Θέμα 1]]></category>
		<category><![CDATA[libre]]></category>
		<category><![CDATA[συνεντευξη]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=666688</guid>

					<description><![CDATA[«Ένας απονομιμοποιημένος πρωθυπουργός, ταυτισμένος εκ των πραγμάτων με αντιδημοκρατικές πρακτικές, είναι αδύνατον πλέον να συνεχίσει τη διαχείριση των κρισιμότατων προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας», τονίζει στο&#160;libre&#160;ο&#160;καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών&#160;Γιώργος Σωτηρέλης. Eξηγεί επίσης ότι η κυβέρνηση οφείλει τουλάχιστον να δείξει την μεταμέλειά της για «το λάθος» που ομολόγησε ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">«Ένας απονομιμοποιημένος πρωθυπουργός, ταυτισμένος εκ των πραγμάτων με αντιδημοκρατικές πρακτικές, είναι αδύνατον πλέον να συνεχίσει τη διαχείριση των κρισιμότατων προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας», τονίζει στο&nbsp;libre&nbsp;ο&nbsp;καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών&nbsp;Γιώργος Σωτηρέλης. </h3>



<p>Eξηγεί επίσης ότι η κυβέρνηση οφείλει τουλάχιστον να δείξει την μεταμέλειά της για «το <strong>λάθος</strong>» που ομολόγησε ο πρωθυπουργός Κ. <strong>Μητσοτάκης</strong>, «ενημερώνοντας ευθαρσώς τον Νίκο Ανδρουλάκη», για τους λόγους που τον παρακολουθούσε.</p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="alignright size-full is-resized"><img loading="lazy" decoding="async" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/08/image-15.jpg" alt="image 15" class="wp-image-666720" width="265" height="163" title="Σωτηρέλης στο libre για τις υποκλοπές: Γιατί η μόνη διέξοδος που απομένει για τον πρωθυπουργό είναι οι εκλογές 9" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/08/image-15.jpg 800w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/08/image-15-300x184.jpg 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2022/08/image-15-768x471.jpg 768w" sizes="(max-width: 265px) 100vw, 265px" /><figcaption>Γ. Σωτηρέλης</figcaption></figure>
</div>


<p><strong>Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο</strong></p>



<p>&#8211;<strong><em>Κύριε Σωτηρέλη, οφείλει η Δικαιοσύνη να διερευνήσει το θέμα των συνθηκών παρακολούθησης του κ. Ανδρουλάκη;</em></strong></p>



<p>Φυσικά και οφείλει, διότι όλα δείχνουν ότι πίσω από τον μανδύα της δήθεν νομιμότητας κρύβεται μια σειρά αντισυνταγματικών υποκλοπών (και όχι «επισυνδέσεων»…) που θέτουν μείζον πρόβλημα <strong>δημοκρατίας</strong> για την χώρα μας. </p>



<p>Η δικαστική αυτή διερεύνηση πρέπει να προχωρήσει ως τάχιστα και σε βάθος, πρώτον&nbsp;&nbsp;ως προς την –αποκαλυφθείσα από την <strong>ΑΔΑΕ</strong>– παρακολούθηση της&nbsp;&nbsp;ΕΥΠ και δεύτερον ως προς την ενδεχόμενη διασύνδεσή της με την –αποκαλυφθείσα από το <strong>Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο</strong>– απόπειρα παρακολούθησης μέσω του κακόβουλου λογαριασμού&nbsp;<strong>predator</strong>. </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Ο στόχος δε αυτής της διερεύνησης πρέπει να είναι η απόδοση ποινικών ευθυνών σε όλους όσοι εμπλέκονται στο εν εξελίξει σκάνδαλο των υποκλοπών. </p></blockquote>



<p>Οι ευθύνες αυτές, μάλιστα, πρέπει να θεωρηθούν κατ’ αρχήν δεδομένες, αν η αιτιολόγηση της παρακολούθησης ενός προβεβλημένου πολιτικού προσώπου και υποψήφιου –τότε– αρχηγού κόμματος (που αναμένεται μάλιστα να διαδραματίσει κρίσιμο λόγο στον σχηματισμό της επόμενης <strong>κυβέρνησης</strong>…) στηριχθεί στις γελοιότητες που διέρρευσαν έως τώρα για τους λόγους άρσης του απορρήτου του Ν. <strong>Ανδρουλάκη</strong>, είτε σχετικά με την <strong>«διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων»</strong> είτε σχετικά με τους λόγους <strong>«εθνικής ασφάλειας»</strong>. </p>



<ul class="wp-block-list"><li>Η μόνη περίπτωση να μην ανακύψουν ποινικές ευθύνες είναι να προβληθεί ένας λόγος παρακολούθησης που να πληροί πράγματι τους όρους του άρθρου 19 του <strong>Συντάγματος</strong> –αλλά και την αρχή της αναλογικότητας–συνυπολογίζοντας, βέβαια και το ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας ενός ευρωβουλευτή (που δεν αφορά πάντως το πρόσωπό του αλλά την άσκηση των καθηκόντων του). </li></ul>



<p>Αν όμως ισχύει κάτι τέτοιο –οπότε πράγματι η παρακολούθηση μπορούν να χαρακτηρισθεί «νόμιμη» – τότε ο <strong>πρωθυπουργός </strong>θα είναι έκθετος όχι πλέον για την παρακολούθηση αλλά για την καρατόμηση των υφισταμένων του. </p>



<p><strong>Διότι δυοίν θάττερον: </strong>είτε οι υποκλοπές ήταν καθόλα σύμφωνες με τις (αυστηρότατες) προϋποθέσεις που θέτει το <strong>Σύνταγμα </strong>για την άρση του απορρήτου, οπότε καλώς έγιναν, είτε δεν πληρούσαν αυτές τις προϋποθέσεις (που είναι σχεδόν βέβαιο) οπότε οι ποινικές ευθύνες (πέρα από τις πολιτικές) πρέπει να αναζητηθούν προς κάθε κατεύθυνση… </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Αν μάλιστα αποκαλυφθεί ότι υπήρξε εμπλοκή των βασικών υπευθύνων και στην&nbsp;&nbsp;απόπειρα παρακολούθησης με το&nbsp;<strong>predator</strong>,&nbsp;&nbsp;τότε οι ποινικές ευθύνες θα είναι βαρύτατες… </p></blockquote>



<p>Και αυτό βέβαια ισχύει και αν αποδειχθεί ότι το κακόβουλο αυτό λογισμικό ή άλλο παρεμφερές είχαν χρησιμοποιηθεί και από προηγούμενες κυβερνήσεις…</p>



<p><strong><em>-Οφείλει η κυβέρνηση να ενημερώσει δημόσια, για τον λόγο&nbsp;&nbsp;που παρακολουθούνταν το τηλέφωνο του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, όπως ο ίδιος ζήτησε;</em></strong></p>



<p>Αν ο λόγος αφορά την «διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος», αυτό μπορεί να το κάνει εκ του νόμου&nbsp;–και οφείλει φυσικά να το κάνει μόλις έχει τα στοιχεία–&nbsp;η<strong> Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Ανταποκρίσεων. </strong></p>



<p>Αν όμως πρόκειται για «<strong>λόγο εθνικής ασφάλειας</strong>» η κυβέρνηση έχει καταργήσει, ως γνωστόν, την εν λόγω δυνατότητα και επιμένει σε αυτήν την&nbsp;–αντισυνταγματική–επιλογή της ακόμη και με την <strong>Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου </strong>την οποία ελαφρά τη καρδία και για λόγους εντυπωσιασμού προώθησε (με εμφανή μικροκομματική σκοπιμότητα και χωρίς προδήλως να συντρέχουν «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης», όπως απαιτεί το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος). </p>



<p>Ως εκ τούτου, και με δεδομένο ότι ο <strong>πρωθυπουργός </strong>μίλησε απλώς για «<strong>πολιτικό λάθος</strong>», η κυβέρνηση οφείλει τουλάχιστον να δείξει την μεταμέλειά της γι’ αυτό το λάθος, ενημερώνοντας ευθαρσώς τον Νίκο <strong>Ανδρουλάκη</strong>, σε όποιο δημόσιο βήμα αυτή επιλέξει.&nbsp;&nbsp;</p>



<p>Το οφείλει όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στους <strong>πολίτες</strong>, οι οποίοι, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, δικαιούνται πλέον πλήρη ενημέρωση για το αν ο αρχηγός του τρίτου μεγαλύτερου κόμματος ήταν ύποπτος για αντεθνική δράση…</p>



<p>&#8211;<strong><em>Μπορεί κατά την άποψή σας ο σημερινός πρωθυπουργός να παραμείνει στην εξουσία μετά από όσα έγιναν στην υπόθεση των παρακολουθήσεων;</em></strong></p>



<p>Θα μιλήσω χωρίς υπεκφυγές. Η μόνη θεσμικά αξιοπρεπής αλλά και επωφελής για την χώρα λύση είναι η (ατομική) παραίτησή του.</p>



<p>Ο σημερινός <strong>πρωθυπουργός </strong>είχε επιβάλει το προηγούμενο διάστημα ένα <strong>καθαρά προσωποπαγές σύστημα διακυβέρνησης (που ονόμασε κατ’ευφημισμόν «επιτελικό κράτος»)</strong>,&nbsp;&nbsp;εκμεταλλευόμενος την αφωνία της εσωκομματικής του αντιπολίτευσης και την σχετικά υψηλή πολιτική του αποδοχή (στην οποία βέβαια συνέβαλε τα μέγιστα η καταθλιπτική προπαγανδιστική υπεροπλία των <strong>ΜΜΕ </strong>της διαπλοκής). </p>



<p>Μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι πλέον ένας πλήρως απονομιμοποιημένος <strong>πρωθυπουργός</strong>, όχι μόνον διότι είναι αδύνατον να πείσει ότι σε ένα τέτοιο «<strong>υπερπρωθυπουργικό</strong>» σύστημα δεν είχε κανένα έλεγχο στην υπαχθείσα σε αυτόν <strong>ΕΥΠ </strong>(που ο ίδιος οργάνωσε και στελέχωσε, με λίαν αμφιλεγόμενο τρόπο…) αλλά και διότι υπέπεσε σε σειρά πολιτικών λαθών, που εξέπεμψαν αυταρχισμό, θεσμική αλαζονεία και «ιδιοκτησιακή» νοοτροπία για το κράτος.&nbsp;</p>



<p>Ένας τέτοιος <strong>πρωθυπουργός</strong>, ταυτισμένος εκ των πραγμάτων με αντιδημοκρατικές πρακτικές, είναι αδύνατον πλέον να συνεχίσει την διαχείριση των κρισιμότατων προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας, όσες προσπάθειες στήριξης και αν γίνουν από τα&nbsp;–ήδη αποστασιοποιούμενα, σε κάποιον βαθμό…–&nbsp;«καθεστωτικά» <strong>ΜΜΕ</strong>. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, με δεδομένο το ότι η εικόνα του έχει πληγεί καίρια και στην <strong>Ευρωπαϊκή Ένωση,</strong> που είναι φανερό ότι τον αντιμετωπίζει πλέον με ιδιαίτερα επιφυλακτική ή/και επικριτική διάθεση…</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Ωστόσο, με δεδομένη την ως άνω νοοτροπία του, δεν είμαι διόλου βέβαιος ότι ο πρωθυπουργός θα επιλέξει την μόνη θεσμικά ενδεδειγμένη λύση.</p></blockquote>



<p>Από την άλλη, ούτε στην κοινοβουλευτική ομάδα της <strong>ΝΔ</strong> βλέπω διάθεση να θέσουν τέτοιο ζήτημα, όπως για παράδειγμα συνέβη πρόσφατα στην <strong>Αγγλία</strong>. </p>



<p>Ως εκ τούτου η περίπτωση να παραμείνει στην κυβέρνηση η ΝΔ αλλά με άλλον <strong>πρωθυπουργό</strong>&nbsp;–που είναι συνταγματικά εφικτή–&nbsp;δεν φαίνεται να έχει πολλές πιθανότητες. <strong>Η μόνη λοιπόν διέξοδος που απομένει για τον πρωθυπουργό είναι οι εκλογές. </strong></p>



<ul class="wp-block-list"><li>Ελπίζω απλώς οι εκλογές αυτές να προκληθούν μετά από παραίτηση της <strong>κυβέρνησης&nbsp;</strong>–που θα δείξει έστω και έμμεσα ανάληψη <strong>πολιτικής ευθύνης</strong>…–&nbsp;και όχι με μια άκρως προσχηματική, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, επίκληση «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας». </li></ul>



<p>Διότι οι <strong>υποκλοπές </strong>δεν είναι, φυσικά, εθνικό αλλά «αντεθνικό» θέμα. Είναι παραβίαση του Συντάγματος…</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άρθρο-παρέμβαση Σωτηρέλη για τα πανεπιστήμια- Ποια λύση προτείνει</title>
		<link>https://www.libre.gr/2021/02/06/arthro-paremvasi-sotireli-gia-ta-panep/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Σεραφείμ Κοτρώτσος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 06 Feb 2021 05:14:38 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[Θέμα 2]]></category>
		<category><![CDATA[αστυνομια]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΥΛΑΞΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=489986</guid>

					<description><![CDATA[ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΕ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: Τέσσερα είναι κατά την άποψή μου τα κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να αναδειχθούν στον διάλογο για την νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης ως προς την ασφάλεια στον χώρο των Πανεπιστημίων. Του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη* Το πρώτο είναι ότι υφίσταται πράγματι σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας, το οποίο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΕ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: Τέσσερα είναι κατά την άποψή μου τα κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να αναδειχθούν στον διάλογο για την νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης ως προς την ασφάλεια στον χώρο των Πανεπιστημίων.</h3>



<h4 class="wp-block-heading">Του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη*<br></h4>



<p><strong>Το πρώτο </strong>είναι ότι υφίσταται πράγματι σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας, το οποίο δεν πρέπει ούτε να το παραβλέπουμε ούτε να το υποτιμούμε. Δεν είναι μόνον η πρόσφατη απαράδεκτη και φασίζουσα συμπεριφορά κατά του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. <strong>Αυτό είναι η κορυφή του παγόβουνου.</strong> Έχουν προηγηθεί ποικίλες ανάλογες αθλιότητες, όπως κτισίματα γραφείων, ξυλοδαρμοί, και προπηλακισμοί γνωστών συναδέλφων αλλά και φοιτητών, των οποίων οι απόψεις δεν είναι αρεστές στους γνωστούς «μπαχαλάκηδες» που θέλουν να διαφεντεύουν το Πανεπιστήμιο. Αν σε αυτά προσθέσουμε και ορισμένα αδικήματα, όπως η καταστροφή πολύτιμου επιστημονικού υλικού και η διακίνηση ναρκωτικών, που όντως ασκούνται συχνά στα Πανεπιστήμια (αν και όχι στην έκταση που τα παρουσιάζουν τα ελεγχόμενα σχεδόν πλήρως από την κυβέρνηση ΜΜΕ), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι την άρνηση της πραγματικότητας επιλέγουν μόνον όσοι ακολουθούν την τακτική της στρουθοκαμήλου ή πάσχουν από αθεράπευτες ιδεολογικές εμμονές.</p>



<div class="wp-block-image"><figure class="alignright is-resized"><img loading="lazy" decoding="async" src="https://www.ieidiseis.gr/media/k2/items/cache/b6702be46bdb7c4029ba9758d0ead299_XL.jpg" alt="Αποτέλεσμα εικόνας για Γιώργος Σωτηρέλης" width="203" height="174" title="Άρθρο-παρέμβαση Σωτηρέλη για τα πανεπιστήμια- Ποια λύση προτείνει 10"><figcaption><em>Γ. Σωτηρέλης</em></figcaption></figure></div>



<p><strong>Το δεύτερο</strong> κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση επικαλείται εν πολλοίς προσχηματικά τα παραπάνω –υπαρκτά– προβλήματα, καθώς <strong>η όλη αντιμετώπιση του θέματος εντάσσεται προεχόντως σε μια ευρύτερη λογική, ως προς τα συνταγματικά δικαιώματα, που συνδυάζει, σε διαφορετικές κάθε φορά δόσεις, τις μικροκομματικές σκοπιμότητες, την δυσανεξία απέναντι σε κρίσιμες πτυχές τους και τον αυταρχικό πατερναλισμό. </strong></p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια κυβέρνηση μειωμένης θεσμικής αξιοπιστίας και επικίνδυνων επιλογών, ως προς τα συνταγματικά δικαιώματα, την οποία είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευθεί, ως προς τις προθέσεις της, η ακαδημαϊκή κοινότητα.</p></blockquote>



<p><br>Στην συγκεκριμένη μάλιστα πολιτική απέναντι στα Πανεπιστήμια αυτό είναι τόσο ευκρινές, ώστε ακόμη και απροκατάληπτοι πρώην υπουργοί και βουλευτές της ΝΔ, που έχουν γνώση της ακαδημαϊκής πραγματικότητας, έχουν καταλάβει ότι η απόφαση να επιβληθεί άκριτα και ελαφρά τη καρδία μια μορφή αστυνομοκρατίας στα Πανεπιστήμια, με επικεφαλής, σε ρόλο σερίφη, τον υπουργό «Προστασίας του Πολίτη», έχει στο στόχαστρο όχι τα ίδια τα προβλήματα αλλά τα δικαιώματα που είναι συνυφασμένα με αυτόν τον χώρο (δηλαδή τα δικαιώματα επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας, που συνθέτουν την ακαδημαϊκή ελευθερία).</p>



<p><strong>Το τρίτο </strong>που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι, σε αντίθεση με αυτά που επαγγέλλεται η κυβέρνηση, κανένα μέτρο για την προστασία της ακαδημαϊκής κοινότητας δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται στην συστηματική αγνόηση ή/και την διαστρέβλωση των βασικών συνταγματικών εγγυήσεων της ακαδημαϊκής ελευθερίας, την βιόσφαιρα της οποίας αποτελεί το Πανεπιστήμιο. Ειδικότερα:<br><strong>Βασική προϋπόθεση, εν πρώτοις, για μια επιτυχή πολιτική ασφάλειας στον χώρο των Πανεπιστημίων –όσο κι αν αυτό ξενίζει όσους έχουν επηρεασθεί από την κυβερνητική προπαγάνδα– είναι η εφαρμογή του πανεπιστημιακού ασύλου</strong>. Του θεσμού δηλαδή που είναι εθιμικά κατοχυρωμένος σε όλα τα Συντάγματα των δημοκρατικά προηγμένων χωρών και συναποτελεί, μαζί με το συνδεόμενο άρρηκτα αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου, μείζονα συνταγματική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (η οποία βέβαια, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καταργηθεί νομοθετικά, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα…).<br>Επί της ουσίας, πρόκειται για μια συνταγματική εγγύηση ανάλογη με το άσυλο κατοικίας, η οποία εν προκειμένω καλύπτει μόνο τα κτίρια και τον περίκλειστο χώρο γύρω από αυτά –που μπορεί να είναι από μια μικρή αυλή μέχρι ένα περιφραγμένο campus– όχι όμως και τους δρόμους που περνούν μπροστά από τα Πανεπιστήμια ούτε και τις ανοιχτές εκτάσεις γύρω από αυτά. Σημαίνει δε ότι ουδείς μπορεί να εισέρχεται σε αυτόν χωρίς την άδεια των αυτοδιοικητικών του αρχών. Άρα <strong>το άσυλο δεν καλύπτει κανέναν εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας, εκτός εάν είναι προσκεκλημένος από πανεπιστημιακό φορέα, ο οποίος θα λάβει την σχετική άδεια των αυτοδιοικητικών αρχών.</strong><br>Αυτό λοιπόν το άσυλο, που έχει ταχθεί για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας –και όχι της εν γένει ελευθερίας της γνώμης όπως υπονοεί η εντελώς άστοχη έκφραση «άσυλο ιδεών»– σε συνδυασμό με την δεύτερη σημαντική εγγύηση αυτής της ελευθερίας, δηλαδή την πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, <strong>επιβάλλει, ως μόνη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα επιλογή για την προστασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, την δημιουργία ειδικού άοπλου σώματος δημόσιων λειτουργών, που θα υπάγεται στην αρμοδιότητα των αυτοδιοικητικών αρχών του Πανεπιστημίου (όπως ακριβώς η δημοτική αστυνομία υπάγεται στην αρμοδιότητα των αρχών της Τοπικής αυτοδιοίκησης Α΄ βαθμού, αποτελώντας διακριτή υπηρεσία των ΟΤΑ και όχι παράρτημα της αστυνομικής αρχής)</strong>. </p>



<p>Το σώμα αυτό, που θα χρηματοδοτείται από το κράτος και θα είναι κατάλληλα εκπαιδευμένο (ενδεχομένως και από την αστυνομία, εν μέρει), θα ξεπερνά κατά πολύ αριθμητικά τα σημερινά securities, τα οποία θα καταργηθούν, χωρίς όμως να χρειάζεται να φθάσει ούτε καν στο μισό των χιλίων αστυνομικών που με τόση ευκολία έχουν εξαγγελθεί, με πελατειακά προφανώς κριτήρια. <strong>Θα τελεί δε υπό την αποκλειστική εποπτεία του Πρύτανη και θα είναι, κατ’αρχήν, το μόνο αρμόδιο για την προστασία των Πανεπιστημίων. </strong>Μόνον δε αν ανακύπτουν εξαιρετικά ζητήματα θα συνεργάζεται με τις αστυνομικές αρχές, εφ’όσον βέβαια προβλέπεται από τον νόμο η εμπλοκή τους και μόνον μετά από σχετική εντολή του Πρύτανη (πλην της περίπτωσης των αυτόφωρων κακουργημάτων, για τα οποία προβλέπεται, ήδη από το 1975, η δυνατότητα αυτεπάγγελτης παρέμβασης της αστυνομίας, με εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα).<br></p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Κάθε άλλη επιλογή, στο επίκεντρο της οποίας θα βρισκόταν η συνεχής παρουσία της αστυνομίας στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, όχι μόνον θα παραβίαζε κατάφωρα τις συνταγματικές εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας αλλά και θα αποτελούσε συνεχή εστία αναταραχής στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου, επιτείνοντας τα προβλήματα και προκαλώντας απροσμέτρητες συνέπειες, που θα μπορούσαν να δυναμιτίσουν το μέλλον της Ανώτατης Εκπαίδευσης…<br></p></blockquote>



<p>Και επειδή εκφράζονται συχνά αμφισβητήσεις ως προς την προθυμία των πρυτανικών αρχών του Πανεπιστημίου να αναλάβουν σχετικές πρωτοβουλίες, επιβάλλεται νομίζω να ληφθούν μέτρα και προς αυτήν την κατεύθυνση, με την πρόβλεψη αστικής, ποινικής και πειθαρχικής ευθύνης για κάθε ζημία που θα οφείλεται σε παράβαση καθήκοντος από μέρους τους.</p>



<p><strong>Το τέταρτο </strong>κρίσιμο ζήτημα, αφορά την πρόταση για την <strong>καθιέρωση κάρτας εισόδου των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας (διδασκόντων και διδασκόμενων) καθώς και των προσκεκλημένων τους.</strong> Σε αντίθεση με την προηγούμενη, η πρόταση αυτή μπορεί να θεωρηθεί κατ’αρχήν συμβατή με την συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας (και συνακόλουθα με τις βασικές εγγυήσεις της), υπό την προϋπόθεση όμως η σχετική διαχείριση του συστήματος να ανατεθεί στο προαναφερθέν ειδικό σώμα προστασίας της ακαδημαϊκής κοινότητας και όχι στην αστυνομία ή σε συμβεβλημένους ιδιώτες, που δεν παρέχουν καμία εγγύηση σύμφωνης με το Σύνταγμα εφαρμογής. Θα ήταν λοιπόν προτιμότερο, πριν ισχύσει αυτό το σύστημα, να έχει προηγηθεί η σύσταση της ειδικής πανεπιστημιακής δύναμης και ο πλήρης εγκλιματισμός της στις ιδιαιτερότητες και τις ευαισθησίες του πανεπιστημιακού χώρου, ώστε να μην αντιμετωπίζεται σαν ξένο σώμα από τους φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας. <strong>Υπό αυτούς τους όρους, μπορεί νομίζω αρχικά να επιχειρηθεί μια πιλοτική εφαρμογή, εκεί όπου εμφανίζονται τα περισσότερα προβλήματα</strong>, ώστε να επιτευχθεί ένας προσεκτικός, σταδιακός και λελογισμένος συνδυασμός της κάρτας εισόδου με το ειδικό πανεπιστημιακό σώμα.<br>Αυτός ο συνδυασμός, και όχι η άκαμπτη εμμονή στην αστυνομοκρατία, μπορεί να δώσει, συμβολικά και ουσιαστικά, το μήνυμα ότι στην χώρα μας μπορεί όντως να υπάρξει ένα ασφαλές Πανεπιστήμιο, το οποίο αφ’ενός μεν θα αποκλείει την βία και την αυθαιρεσία αφ’ετέρου όμως θα πληροί, ταυτόχρονα, και τις απαρέγκλιτες προϋποθέσεις μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας…</p>



<h4 class="wp-block-heading">*<em>καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου<br>στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</em></h4>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
