<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ρομπολης &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%cf%81%ce%bf%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7%cf%82/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Mon, 19 May 2025 06:51:52 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>ρομπολης &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κέρδη, δημόσια χρέη και ανισότητες στην Παγκόμια Οικονομία</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/05/19/kerdi-dimosia-chrei-kai-anisotites-sti/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 May 2025 06:51:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΘΡΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΠΕΤΣΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1043599</guid>

					<description><![CDATA[Από  τις  αρχές  της  δεκαετίας  του 1990  οι  ΗΠΑ, η Ευρώπη  και  κράτη-μέλη  προέβησαν  γεω-πολιτικά  και  γεω-οικονομικά, μεταξύ άλλων,  σε  επιλογές «ενός  ανεξέλεγκτου  και  αποκλειστικού  προσανατολισμού  μετεγκατάστασης  επιχειρήσεων,  προμηθειών, κ.λ.π. σε  «αναδυόμενες  οικονομίες»  της  Ασίας,  της Αφρικής, της Κεντρικής  και  Ανατολικής  Ευρώπης, συρρικνώνοντας, μεταξύ άλλων,  την  εγχώρια  βιομηχανική  παραγωγή, την  τεχνολογία  και  τις  θέσεις  εργασίας [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Από  τις  αρχές  της  δεκαετίας  του 1990  οι  ΗΠΑ, η Ευρώπη  και  κράτη-μέλη  προέβησαν  γεω-πολιτικά  και  γεω-οικονομικά, μεταξύ άλλων,  σε  επιλογές «ενός  ανεξέλεγκτου  και  αποκλειστικού  προσανατολισμού  μετεγκατάστασης  επιχειρήσεων,  προμηθειών, κ.λ.π. σε  «αναδυόμενες  οικονομίες»  της  Ασίας,  της Αφρικής, της Κεντρικής  και  Ανατολικής  Ευρώπης, συρρικνώνοντας, μεταξύ άλλων,  την  εγχώρια  βιομηχανική  παραγωγή, την  τεχνολογία  και  τις  θέσεις  εργασίας  σε  ΗΠΑ  και  Ευρώπη.  Στις  συνθήκες  αυτές  επιταχύνθηκε  και  αναβαθμίστηκε  στη  παγκόσμια  οικονομία το  καθεστώς  της  παγκοσμιοποίησης  του  εμπορίου  με  κινητήρια  δύναμη  τη  σύζευξη  της  παγκοσμιότητας  της  αγοράς  και  των  νέων  τεχνολογιών, σε  βαθμό  που  από τις  αρχές του  21<sup>ου</sup>  αιώνα,  να  σημειωθούν  σημαντικές  αναδιατάξεις  και  εξαρτήσεις  τόσο  στο  επίπεδο  της  παραγωγικής  εφοδιαστικής  αλυσίδας  από  Ασία  και  ιδιαίτερα  από την Κίνα, όσο  και  σε  επίπεδο  της  ενεργειακής  τροφοδοσίας, ιδιαίτερα  των  χωρών  της  Ε.Ε.-27  από  την  Ρωσία. </h3>



<p><em><strong>Των Σάββα  Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου  Γ. Μπέτση*</strong></em></p>



<p>Παράλληλα   εγκαθιδρύθηκε  το  νέο-αποικιοκρατικό  μοντέλο  της <strong> άνισης  ανταλλαγής  πρώτων  υλών, ενεργειακών  προϊόντων, υπηρεσιών, εργασίας, τεχνολογίας,</strong> κ.λ.π. και  διατυπώθηκε  το  επιχείρημα  αυτών  των  επιλογών  στην  ασκούμενη  από  τη  πλευρά  του μοντέλου  της  διεθνοποίησης  των  οικονομιών (ισότιμες σχέσεις) κριτική  της  επέκτασης των  πολλαπλών  εξαρτήσεων, της  συρρίκνωσης  της  εγχώριας  βιομηχανικής  παραγωγής, της  απώλειας  των  θέσεων  εργασίας, κ.λ.π.  ότι  η  <strong>παγκοσμιοποίηση  </strong>θα  δημιουργήσει  συνθήκες  μίας «άπειρης  ανάπτυξης»  σε  παγκόσμιο  επίπεδο  με  χαμηλό  κόστος  παραγωγής  εμπορευμάτων, υπηρεσιών, ενεργειακών  προϊόντων, κ.λ.π.</p>



<ul class="wp-block-list">
<li> Έτσι οι  χώρες  <strong>εισαγωγής  </strong>θα  έχουν  τη  δυνατότητα  διατήρησης  των  τιμών  των  αντίστοιχων  προϊόντων  και  υπηρεσιών  σε  χαμηλά  επίπεδα  επιτυγχάνοντας  υψηλό  επίπεδο  αγοραστικής  δύναμης  στους  <strong>καταναλωτές </strong>(Ch.Chavagneux, Alternatives Economiques, No 421, 28/2/2022). </li>
</ul>



<p>Όμως  κατά τη  συγκεκριμένη  περίοδο  έντασης της  <strong>παγκοσμιοποίησης</strong>, όπως  προκύπτει  εκ  του  αποτελέσματος,  προκλήθηκαν, μεταξύ  άλλων,  υψηλότερα  μερίδια  κέρδους  στο <strong>ΑΕΠ</strong>, υψηλά  δημόσια  χρέη, υψηλά  εμπορικά  ελλείμματα  και  χαμηλά  επίπεδα  πληθωρισμού  και  επιτοκίων  τα  οποία  από τις  αρχές  της  τρέχουσας  δεκαετίας  αυξανόμενα  σε  ανεπιθύμητα  επίπεδα  για  τα  νοικοκυριά  λόγω  της  παγκόσμιας  κατάρρευσης του  ενεργειακού,<strong> (πολεμικές  συγκρούσεις (2022-2025)  της  Ρωσίας  στην  Ουκρανία),</strong>  του  εφοδιαστικού  και  του  επισιτιστικού  συστήματος  αύξησαν  περαιτέρω  στη  παγκόσμια  οικονομία  τις  εισοδηματικές  και  τις  κοινωνικές  ανισότητες. </p>



<p>Με  άλλα λόγια   «η   νέα  εποχή»  των τελευταίων  τεσσάρων  δεκαετιών  της  νεοφιλελεύθερης  και  υποσχόμενης  ανασυγκρότησης  των  οικονομιών  και  ευημερίας των  πληθυσμών, σε συνθήκες  παγκοσμιοποίησης,  της  ευρωπαϊκής  και  της  παγκόσμιας  οικονομίας,  στέφθηκε, μεταξύ  άλλων,  όπως  προκύπτει  εκ  του  αποτελέσματος, <strong> από το τετράπτυχο  της  υπερκερδοφορίας,  των  δημόσιων  χρεών,  των  ανισοτήτων  και  της  φτωχοποίησης  μεγάλων τμημάτων  του  πληθυσμού. </strong></p>



<p><strong>Δηλαδή της διεθνούς και ευρωπαϊκής αποδιάρθρωσης και  αποσταθεροποίησης  της  πολιτικής,  της  οικονομίας  και της  κοινωνίας</strong>. Έτσι,  ενώ  το  1970  στο  1%  του  πλουσιότερου  τμήματος  του  πληθυσμού  αντιστοιχούσε  το  8%  των εισοδημάτων  στις  ΗΠΑ,  το  17%  στη  Μεγάλη  Βρετανία  και  το  9%  στην Γαλλία, το  2017   τα  αντίστοιχα  ποσοστά  ήταν  22%  στις  ΗΠΑ  13%  στη  Μεγάλη  Βρετανία  και  9% (παρέμεινε  σταθερό)  στη Γαλλία ( C.Garcia-Penalosa, OFCE, 2017). Aντίστοιχα  κατά  την  περίοδο  2009-2023  στην  <strong>Ευρώπη</strong>  το  φτωχότερο  50%  των  ευρωπαίων  πολιτών  κατείχε  κατά  μέσο  όρο  μόνο  το  4,8%  του  συνολικού  πλούτου,  ενώ  το  πλουσιότερο  5%  κατείχε  κατά  μέσο  όρο  το  43,1%  του συνολικού πλούτου. </p>



<p>Ειδικότερα στην ευρωζώνη  όπου  παρατηρούνται  <strong>διαφοροποιήσεις  </strong>στις  ανισότητες  σε  επίπεδο  κρατών-μελών,   στην  <strong>Ολλανδία    </strong>το  πλουσιότερο  5%  κατείχε  το  31,7%  του  πλούτου,  σε  σύγκριση  με  το  53,5%  στην  <strong>Αυστρία</strong>, το  39,8%  στην  <strong>Γαλλία</strong>, με  την <strong> Γερμανία  και  την  Ιταλία</strong>  να είναι  μεταξύ  των  πιο  άνισων  χωρών. Επίσης, όπως  σε  παγκόσμιο  επίπεδο  έτσι  και στην  Ευρώπη  διαπιστώνεται  ότι  το  πλουσιότερο  τμήμα  του πληθυσμού  αυξάνει  τον πλούτο  του  σε  περιόδους  κρίσης.  Έτσι,  στην  κρίση  του  2009  το  πλουσιότερο  5%  του  πληθυσμού  κατείχε  το 41,5%  του  πλούτου  της  ευρωζώνης  και  το 2015,  ενώ η  μεγάλη  πλειοψηφία  των  πολιτών  της  ευρωζώνης  υπέστη  κατά την περίοδο  2009-2015  σημαντικές εισοδηματικές και  κοινωνικές περικοπές, λόγω  των  εκτεταμένων  πολιτικών  λιτότητας,  κατείχε  το  44,4%  του  πλούτου  της  ζώνης  του  ευρώ (Chr. Chevagneux, Alternatives Economiques, 21/3/2024).  </p>



<p>Παράλληλα   στο  <strong>επίπεδο  </strong>των  722  μεγαλύτερων  επιχειρήσεων  του  κόσμου  σημειώθηκαν  κέρδη  της  τάξης  του  1 τρις. δολαρίων (αύξηση  89%  κατά μέσο  όρο  την περίοδο 2021-2023  σε  σύγκριση  με τη προηγούμενη  τετραετία 2017-2020), λόγω  της  αύξησης  των τιμών  ενέργειας  και των  αυξανόμενων  επιτοκίων (Oxfam, Action Aid,2023). Στο  περιβάλλον  αυτό,  σύμφωνα  με την πρόσφατη (2025) έκθεση (Oxfam,Takers Not Makers)  o  <strong>παγκόσμιος  νότος</strong>  εξάγει  πλούτο  προς  το πλούσιο 1%  του  παγκόσμιου  βορρά  με  ρυθμό  30  εκατ.  δολαρίων  την  ώρα, σε βαθμό  που η παγκόσμια  ανισότητα  να  θεωρείται  ότι  είναι  εκτός  ελέγχου. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Στην  Ελλάδα , σύμφωνα  με  σχετικές  έρευνες  του  ICAP  για  τις  500  μεγαλύτερες  επιχειρήσεις  τα  κέρδη  αυξήθηκαν  σταδιακά  από  10,8  δις. ευρώ  τ0  2016  σε  24,4  δις.  ευρώ  το  202</strong>3. </li>
</ul>



<p>Δηλαδή  συνολική  αύξηση  των  κερδών  κατά  125% και  μέση  ετήσια  αύξηση  τους  κατά  25%, ενώ  η  συνολική  μεταβολή  του  πληθωρισμού  στην χώρα  μας  την  περίοδο  2016-2023  ήταν  14,7%  και  η  μέση  ετήσια  μεταβολή  του  ήταν 1,8%. </p>



<p>Παράλληλα,  οι  <strong>Έλληνες  </strong>εργαζόμενοι  ενώ  εργάζονται  τις  περισσότερες  ώρες (2000 ώρες ανά  εργαζόμενο  ετησίως) στην  Ευρώπη (μετά τη Πολωνία, 2019  ώρες  ανά εργαζόμενο  ετησίως)  λαμβάνουν  το  μικρότερο  μερίδιο  από  το  παραγόμενο  προϊόν, μόλις  33% (41% ο  μέσος  όρος  της Ε.Ε.-27), όταν  ακόμη  και  στην Βουλγαρία  οι  εργαζόμενοι  αμείβονται  με  το  35%  του  παραγόμενου  προϊόντος,  με  20%  λιγότερες  ώρες  εργασίας (1.604  ώρες  εργασίας   ετησίως  ο μέσος  όρος της Ε.Ε.-27). (Eurostat Database, 2024). </p>



<p><strong>Στις συνθήκες αυτές το παγκόσμιο χρέος</strong>  (R.Campos, Reuters, 6/5/2025)  αυξήθηκε  κατά  7,5 τρις.  δολάρια  κατά τους  πρώτους  μήνες του  2025, προσεγγίζοντας  το  επίπεδο  των  324  τρις. δολάρια. Στην  αύξηση  αυτή, σύμφωνα  με το Ινστιτούτο  των  Διεθνών  Χρηματοοικονομικών (2025)  συνέβαλαν  περισσότερο  η Κίνα, η Γαλλία  και η  Γερμανία. ΄Ετσι, ο  δείκτης  χρέους  προς  τη  παγκόσμια  παραγωγή μειούμενος  σταδιακά   διαμορφώθηκε  στο  325%, ενώ  αυξανόμενος  στις  αναδυόμενες  αγορές (π.χ. Βραζιλία, Ινδία, Πολωνία)  διαμορφώθηκε  στο  ιστορικά  υψηλό  επίπεδο  του  245%. </p>



<p>Τούτων  δοθέντων,   αναδεικνύεται  με τον πιο  εύληπτο  τρόπο,  ότι  <strong>η  παγκόσμια  και  ευρωπαϊκή  οικονομία,  κατά την τρέχουσα  δεκαετία  του 2020, </strong> βρίσκεται   «ενώπιος  ενωπίω»  με τον  πιο  εμφατικό,   γεω-πολιτικά,  γεω-οικονομικά   και  γεω-κοινωνικά,  τρόπο    με  την  κατάρριψη  του  μύθου  της  οικονομικής  ανασυγκρότησης  των  οικονομιών  και  της  ευημερίας των  πληθυσμών    της  νεοφιλελεύθερης  παγκοσμιοποίησης,   με  τα   υψηλά  κέρδη, τα υψηλά  χρέη  και τα δημόσια  ελλείματα  να  συνυπάρχουν  με  την αποβιομηχάνιση, τις  ανισότητες  και την φτωχοποίηση. </p>



<p>Έτσι, το  <strong>παγκόσμιο  και ευρωπαϊκό  διακύβευμα  στις  μέρες  μας </strong> συνίσταται, σε έναν επανασχεδιασμό του <strong>διεθνούς οικονομικού συστήματος,  </strong>   τόσο με την  αναζήτηση  και  επιλογή, διαπραγματευτικά, ενός πολιτικού σχεδίου   αντιμετώπισης  των   προαναφερόμενων  σοβαρών προβλημάτων, όσο  και  με την  μετάβαση,   την διαμόρφωση και την υλοποίηση ενός δημοκρατικού, τεχνο-αναπτυξιακού και  κοινωνικού  προτύπου ανάπτυξης  και  αναπαραγωγής  της   παγκόσμιας  οικονομίας   και  ευρωπαϊκής  οικονομίας  των  επόμενων   δεκαετιών.</p>



<p><strong><em>*Ομότ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου</em></strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η οικονομία και ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/04/01/arthro-libre-i-oikonomia-kai-o-epanexoplism/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 01 Apr 2025 06:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Eurospot]]></category>
		<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[Θέμα 2]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΘΡΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΠΕΝΑΞΟΠΛΙΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΡΩΠΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΠΕΤΣΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1024450</guid>

					<description><![CDATA[Ο  γεωοικονομικός  και  γεωπολιτικός  παγκόσμιος  μετασχηματισμός   και  οι ανακατατάξεις   που συντελούνται   στην  ευρωπαϊκή  ήπειρο  κατά την   δεύτερη δεκαετία  του 21ου  αιώνα, ουσιαστικά, έχουν  στο υπόβαθρο τους,  μεταξύ  άλλων, την  κυριαρχία  της  μετάβασης   της  ψηφιακής τεχνολογίας, της  τεχνητής  νοημοσύνης  και  των  σπάνιων γαιών  στην παραγωγή, την οικονομία  και την κοινωνία. Ειδικότερα  στην  Ευρωπαϊκή  Ένωση  και τα κράτη-μέλη, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ο  γεωοικονομικός  και  γεωπολιτικός  παγκόσμιος  μετασχηματισμός   και  οι ανακατατάξεις   που συντελούνται   στην  ευρωπαϊκή  ήπειρο  κατά την   δεύτερη δεκαετία  του 21<sup>ου</sup>  αιώνα, ουσιαστικά, έχουν  στο υπόβαθρο τους,  μεταξύ  άλλων, την  κυριαρχία  της  μετάβασης   της  ψηφιακής τεχνολογίας, της  τεχνητής  νοημοσύνης  και  των  σπάνιων γαιών  στην παραγωγή, την οικονομία  και την κοινωνία. Ειδικότερα  στην  Ευρωπαϊκή  Ένωση  και τα κράτη-μέλη, η  πορεία αυτή  σε  συνδυασμό με την αναθεώρηση (δασμοί, εμπόριο, προστατευτισμός, ασφάλεια, άμυνα, κ.λ.π)  του  statous quo  των ευρωατλαντικών  σχέσεων  δημιουργεί  συνθήκες αβεβαιότητας, ανασφάλειας  και  σοβαρούς προβληματισμούς  για  το  πολιτικό, κοινωνικο-οικονομικό  και  αμυντικό  της  μέλλον. </h3>



<p><em><strong>Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου  Γ. Μπέτση*</strong></em></p>



<p>Κι΄αυτό  επειδή  η  <strong>Ευρώπη  </strong>στο  νέο  αυτό  διεθνές  περιβάλλον  που  δημιουργείται,   ανέτοιμη  και κατακερματισμένη  ανησυχεί  για την  επερχόμενη  απειλή  συρρίκνωσης  της  επιρροής  της  σε παγκόσμιο  επίπεδο   γεωπολιτικά,  γεωοικονομικά  και γεωστρατιωτικά. Στην προοπτική  αυτή εκτιμάται  ότι  η  συνθήκη  αυτή  θα  επιδεινωθεί, μεταξύ  άλλων,  μετά  την  απόφαση  απόσυρσης των <strong>ΗΠΑ  </strong>από  την  χρηματοδότηση  της  ευρωπαϊκής  ασφάλειας  και  άμυνας. </p>



<p>Τούτων  δοθέντων, το <strong>Ευρωπαϊκό  Συμβούλιο (19/3/2025)</strong>  μετά  από  πρόταση  της  προέδρου (Ursula  von der <strong>Leyen</strong>) της Ευρωπαϊκής  Επιτροπής ενέκρινε  ένα  ευρωπαϊκό  σχέδιο  επανεξοπλισμού <strong>(ReArm  Europe Plan) 800 δις.  ευρώ.</strong> Η  υλοποίηση  του  σχεδίου  που  εκτιμάται  ότι  θα  συντελεστεί  κατά  την τρέχουσα  και κατά την επόμενη  δεκαετία  προσδοκάται   ότι  θα  εξασφαλίσει  την  αυτονομία  της  <strong>Ευρώπης  </strong>στην ασφάλεια  και την άμυνα. </p>



<p><strong>Ειδικότερα, αναφορικά  με τα  οικονομικά  στοιχεία  του  σχεδίου επανεξοπλισμού,  από  το  συνολικό  ποσό  των  800 δις. ευρώ  τα  150 δις  ευρώ </strong> θα  αποτελούν  ένα νέο  χρηματοδοτικό  εργαλείο  δανεισμού  των  κρατών-μελών  για  κοινές  αμυντικές  δαπάνες  που θα  εγγυάται  ο  ευρωπαϊκός  προϋπολογισμός  για  στρατιωτικές  δαπάνες. Το  υπόλοιπο  και μεγαλύτερο  τμήμα  των  <strong>650  δις  ευρώ </strong> θα  αφορά  τους  κρατικούς  προϋπολογισμούς  των  κρατών-μελών  με  την  ενεργοποίηση  μίας  ρήτρας  παρέκκλισης<strong> (1,5% επιπλέον)</strong>  από  τους  κανόνες (3% του ΑΕΠ)  για το  έλλειμμα  του  <strong>Συμφώνου  Σταθερότητας  και  Ανάπτυξης. </strong></p>



<p>Επιπλέον  προβλέπεται  τόσο η  δυνατότητα  χρηματοδότησης  των κρατών-μελών  από το <strong>Ευρωπαϊκό Ταμείο   Συνοχής </strong> για  την πραγματοποίηση  επενδύσεων  στον  αμυντικό  τομέα,  όσο  και  η χρηματοδότηση  στρατιωτικών έργων  από  την  <strong>Ευρωπαϊκή  Τράπεζα  Επενδύσεων  και  την  Ένωση Αποταμίευσης  και  Επενδύσεων ιδιωτικών  κεφαλαίων. </strong></p>



<ul class="wp-block-list">
<li><em><strong>Όμως  είναι  εφικτή  η  υλοποίηση  του  σχεδίου  επανεξοπλισμού  για  την ευρωπαϊκή  αυτονομία  της  ασφάλειας  και  της  άμυνας, ιδιαίτερα  σε  ένα  διεθνές  περιβάλλον παρενεργειών  του  εμπορικού  πολέμου  στον  πληθωρισμό, την ύφεση, την  ανακοπή της  μείωσης των επιτοκίων, την  αύξηση  του  δημόσιου  χρέους,  την  αποδιάρθρωση  του  κοινωνικού  κράτους και  την  επιδείνωση  του  βιοτικού  επιπέδου;   </strong></em></li>



<li><em>Η  Ευρώπη  ως  συλλογική  πολιτική  οντότητα  έχει προσδιορίσει ενιαία  την  απειλή  και τους  στρατηγικούς  στόχους  του  συγκεκριμένου  σχεδίου επανεξοπλισμού; </em></li>



<li><em>Η  Ευρώπη  έχει  την  ικανότητα,  την εμπειρία  οργάνωσης,  την  διοίκηση  και  τον συντονισμό  ανάπτυξης  του  σχεδίου  επανεξοπλισμού; </em></li>



<li><em>Tέλος, μεταξύ  άλλων,  η  Ευρώπη  θεωρεί  ότι υπάρχει  αποδοχή  του  σχεδίου  επανεξοπλισμού, των  απαιτούμενων  δαπανών  και  των  συνεπειών τους  από τους  ευρωπαίους  πολίτες; (Olivier Schmitt,Alternatives Economiques, 14/3/2025). </em></li>
</ul>



<p>Aπό την άποψη  αυτή  αξίζει  να  σημειωθεί  ότι  η  <strong>ευρωπαϊκή  στρατηγική  της  αυτονομίας   της άμυνας  και της  ασφάλειας  προϋποθέτει, σύμφωνα  με  το  Ινστιτούτο  Bruegel </strong>(Φεβρουάριος  2025), 300.000 επιπλέον  στρατεύματα  και  ετήσια  αύξηση  των   στρατιωτικών  δαπανών  τουλάχιστον  της τάξης των   250  δις. ευρώ  βραχυπρόθεσμα.  Επιπλέον, σύμφωνα  με τον ευρωπαϊκό  οργανισμό άμυνας,  το 2024  τα  κράτη-μέλη  της  Ε.Ε.-27  δαπάνησαν  326  δις. ευρώ (1,9% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ) για την άμυνα  τους. </p>



<p><strong>Αυτό  σημαίνει  ότι  η  αύξηση  που  υπολογίζεται  ότι  πρέπει  να  γίνει  θα  είναι σημαντική.  </strong></p>



<p><strong>Δηλαδή  77%   σε  σύγκριση  με  τον  προϋπολογισμό  των  αμυντικών  δαπανών  του  2024</strong> και  σημαντικά  υψηλότερη  από  την  αύξηση  του  30%  που  σημειώθηκε  κατά  την  περίοδο  2021-2024 (E. Moysan, Alternatives  Economiques, 7/3/2025). Με  άλλα  λόγια η  αύξηση  των  στρατιωτικών δαπανών  κατά 1,5%  τον  χρόνο  εκτιμάται  ότι  θα  ανακόψει  την  ύφεση ή την  αναιμική  ανάκαμψη στην Ε.Ε.-27  κατά  τα  επόμενα  χρόνια. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Αντίθετα  όμως  είναι  ενδιαφέρον  να σημειωθεί  ότι οι στρατιωτικές δαπάνες</strong> ως αντιπαραγωγικό κεφάλαιο με περιορισμένο εύρος  πολλαπλασιαστικών διακλαδικών  διασυνδέσεων  και  επιδράσεων  στην  οικονομία   θα  στερήσει  σημαντικούς  πόρους από  παραγωγικούς τομείς <strong>(υποδομές, οικολογική και ενεργειακή μετάβαση, ψηφιακή  τεχνολογία, τεχνητή  νοημοσύνη.κ.λ.π.)  </strong>  της ευρωπαϊκής  οικονομίας. </li>
</ul>



<p>Η  δεσπόζουσα  θέση  των  <strong>επενδύσεων  </strong>σε παραγωγικούς  τομείς  ως κινητήρια  δύναμη  της  <strong>ανάπτυξης </strong>θα  συμβάλλει καθοριστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας, την διεύρυνση της  απασχόλησης, την αύξηση  των  εισοδημάτων  και της εγχώριας  ζήτησης  καθώς  και της  απομάκρυνσης  της  ευρωπαϊκής οικονομίας από  το υπόδειγμα  εξάρτησης  της  από παραδοσιακούς  κλάδους  χαμηλής  και  μεσαίας  τεχνολογίας, χαμηλού κόστους  εργασίας  και εξαγωγές.  </p>



<p><strong>Κατά  συνέπεια  θα  λειτουργήσει  σε  βάρος  της ευρωπαϊκής  οικονομίας  και  κοινωνίας η  εγκαθίδρυση  ενός  κοινωνικο-οικονομικού  υποδείγματος </strong>που  θα  βασίζεται  στην  στρατηγική επιλογή  της  αντιφατικής  σύζευξης  των  στρατιωτικών δαπανών  και της  ανάπτυξης. Κι’ αυτό επειδή  θα  ελλοχεύει  ο  κίνδυνος  αποδιάρθρωσης  του κοινωνικού  κράτους  και  της  κοινωνικής συνοχής  χωρίς  να  επιτυγχάνεται  η   προσδοκώμενη αυτονομία  της  ευρωπαϊκής  άμυνας  και ασφάλειας.</p>



<p><em><strong>*Ομότ. Καθηγητής  Παντείου  Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου</strong></em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title> Αντιφάσεις που καθιστούν αδιέξοδες τις ευρωπαϊκές πολιτικές</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/11/03/antifaseis-pou-kathistoun-adiexodes/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 03 Nov 2024 04:45:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[libre]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΘΡΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΠΕΤΣΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=961396</guid>

					<description><![CDATA[Στην  πρόσφατη (22/10/2024) Έκθεση  του  Διεθνούς  Νομισματικού  Ταμείου (ΔΝΤ)  για την  Ευρώπη (Regional  Economic Autlook-Europe) που  δημοσιεύτηκε  με  αφορμή  την  ετήσια  σύνοδο  στην Ουάσιγκτον  σημειώνεται, μεταξύ  άλλων, η  δυσανάκαμψη  στην  Ευρώπη, η  πληθωριστική  αβεβαιότητα, οι  γεωπολιτικές  εντάσεις,κ.λ.π. Επίσης  επισημαίνονται  οι  επερχόμενοι  κίνδυνοι  στην  ευρωπαϊκή  οικονομία, όπως  οι  ρυθμοί των  πληθωριστικών  πιέσεων, η  διατήρηση  του  δυσμενούς  γεωπολιτικού  περιβάλλοντος, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην  πρόσφατη (22/10/2024) Έκθεση  του  Διεθνούς  Νομισματικού  Ταμείου (ΔΝΤ)  για την  Ευρώπη (Regional  Economic Autlook-Europe) που  δημοσιεύτηκε  με  αφορμή  την  ετήσια  σύνοδο  στην Ουάσιγκτον  σημειώνεται, μεταξύ  άλλων, η  δυσανάκαμψη  στην  Ευρώπη, η  πληθωριστική  αβεβαιότητα, οι  γεωπολιτικές  εντάσεις,κ.λ.π. Επίσης  επισημαίνονται  οι  επερχόμενοι  κίνδυνοι  στην  ευρωπαϊκή  οικονομία, όπως  οι  ρυθμοί των  πληθωριστικών  πιέσεων, η  διατήρηση  του  δυσμενούς  γεωπολιτικού  περιβάλλοντος, ο συνδυασμός χαμηλού επιπέδου  ανάπτυξης  και  υψηλού  επιπέδου  χρέους  και  δημοσίου  ελλείμματος, η  γήρανση  του  πληθυσμού, το  χαμηλό  επίπεδο  επενδύσεων  και  οι  χαμηλοί  ρυθμοί  βελτίωσης  της  παραγωγικότητας. </h3>



<p><strong><em> Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου  Γ.  Μπέτση</em></strong>*</p>



<p>Παράλληλα  όμως το <strong>ΔΝΤ  </strong>παραλείποντας  να διερευνήσει τόσο  τα  θεωρητικά-επιστημονικά, όσο  και  τα  διαχειριστικά  αίτια  των  δυσμενών  αυτών  κοινωνικο &#8211; οικονομικών  εξελίξεων  στην  Ευρώπη  στο παρόν  και  το  μέλλον, διατυπώνει  τη  πεπατημένη  πρόταση της   πολιτικής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς όπως υποστηρίζει, ο  δημοσιονομικός  χώρος  είναι ο  ακρογωνιαίος  λίθος  της  μακροοικονομικής  και  χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Έτσι, σύμφωνα με το <strong>ΔΝΤ</strong>, μετά από χρόνια  χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής σε πολλές χώρες, είναι η ώρα τώρα να  σταθεροποιηθεί η  δυναμική  του  χρέους  και  να  αποκατασταθούν  τα  αναγκαία  δημοσιονομικά «μαξιλάρια ασφαλείας». </li>
</ul>



<p>Όμως, οι πολιτικές δημοσιονομικής  πειθαρχίας  που  αποτελούν  πλέον  παραδοσιακό  κεκτημένο στην Ευρωπαϊκή  Ένωση  και  οι  δυσμενείς οικονομικές  και  κοινωνικές  εξελίξεις  που  επέφεραν,  έχουν  κατά  βάση,  ως  θεωρητικό-επιστημονικό  υπόβαθρο  τόσο  τον  νεοκλασσικό  κύκλο  του  μακρο-οικονομικού  υποδείγματος  της  μακροχρόνιας  οικονομικής  μεγέθυνσης  του R.Solow (1956), όσο και τον κύκλο του <strong>νεοφιλελεύθερου </strong>υποδείγματος της  δημοσιονομικής  σταθερότητας. </p>



<p>Η  <strong>παρατήρηση  </strong>αυτή  σημαίνει  ότι  οι  <strong>ευρωπαϊκές  οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, </strong>ιδιαίτερα κατά  τις  τελευταίες  τρείς  δεκαετίες, βασιζόμενες στα δύο αυτά θεωρητικά &#8211; επιστημονικά ρεύματα ουσιαστικά  «φυλακίζουν», μεταξύ  άλλων,  τους  πόρους  της  ευρωπαϊκής  οικονομίας  και τη  διαδικασία  παραγωγής  τους  στο  δημόσιο  έλλειμμα  και  το  δημόσιο  χρέος. </p>



<p>Έτσι στερείται  ο  ευρωπαϊκός   οικονομικός   και  κοινωνικός   σχηματισμός   από  πόρους  επενδύσεων, ανάπτυξης, απασχόλησης, κοινωνικού κράτους, κ.λ.π. που θα  μπορούσαν αντικειμενικά να τροφοδοτήσουν τόσο την αποκλιμάκωση του  δημόσιου  ελλείμματος και του  δημόσιου  χρέους, όσο  και  την  αντιμετώπιση των  ανισοτήτων, της  φτωχοποίησης και της διάβρωσης της κοινωνικής  συνοχής. Επιπλέον, <strong>οι  ασκούμενες κοινωνικο &#8211; οικονομικές  ευρωπαϊκές  πολιτικές,</strong> όπως προκύπτει  εκ του αποτελέσματος,  αποτελούν, μεταξύ  άλλων,  την <strong>ατμομηχανή  </strong>των  <strong>αντιφάσεων </strong> και  των  τάσεων  κατακερματισμού,  οικονομικής  και  κοινωνικής  περιθωριοποίησης,  παρά  την  διακηρυγμένη  πολιτική  ενοποίηση  και  οικονομική &#8211; κοινωνική  σύγκλιση   και  ευημερία   της  πλειοψηφίας  του  πληθυσμού. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Κατά συνέπεια  η  <strong>Ευρώπη</strong>, όπως  έλεγε ο  Jacques <strong>Delors</strong>, είναι «αγνώστου  πολιτικής  ταυτότητας»  αλλά  ταυτόχρονα  είναι  γνωστής  και  συγκεκριμένης  οικονομικής και  κοινωνικής  ταυτότητας,  η  οποία  υπονομεύει τις οικονομικές της επιδόσεις και την κοινωνική της  αποτελεσματικότητα. </li>
</ul>



<p>Από  την  άποψη  αυτή  είναι  ενδιαφέρον  να σημειωθεί  ότι  το  νεοκλασσικό  μακρο-οικονομικό  υπόδειγμα  του  R. <strong>Solow  </strong>υπογραμμίζει  τον  ρόλο  παραγόντων, όπως  η  συσσώρευση  κεφαλαίου, η αύξηση του  εργατικού  δυναμικού  και η  τεχνολογική  πρόοδος  στην  εξήγηση  της  μακροχρόνιας  οικονομικής  μεγέθυνσης, τονίζοντας  ιδιαίτερα  τη  σημασία  της  τεχνολογικής  προόδου και της καινοτομίας. <strong>Όμως  η  εφαρμογή  του  συγκεκριμένου  υποδείγματος  δεν  συνάδει  με τη  σημερινή  κοινωνικο &#8211; οικονομική,  κλιματική, δημογραφική, κ.λ.π.  πραγματικότητα της Ευρώπης. </strong></p>



<p>Κι’ αυτό επειδή δεν λαμβάνει υπόψη, για παράδειγμα, τις  επενδύσεις  αντιμετώπισης  της  κλιματικής  κρίσης, καθώς  κι’ αυτές  της  κλιματικής  μετάβασης. Αγνοεί  την  ενέργεια  ως  βασικό  συστατικό  στοιχείο  της  παραγωγής και δεν λαμβάνει  υπόψη  άλλες  σημερινές   και  μελλοντικές  ευρωπαϊκές  επιδιώξεις  και  προκλήσεις,  όπως  για  παράδειγμα, την  επαναβιομηχάνιση ή την  ψηφιοποίηση  ή  την  γήρανση του  πληθυσμού  στην  <strong>Ευρωπαϊκή  Ένωση (Ο. Βodin-A.Grandjean, Alternatives Economiques, 4/10/2024). </strong></p>



<p>Παράλληλα, ο δομικός  διαχωρισμός  πολιτικής  και  οικονομίας<strong> (Max Weber), </strong>επιφέροντας  την  πλήρη  αυτονομία  της  δράσης τους,  τροφοδότησε την  αναγκαιότητα  αναδιάρθρωσης  του νεοκλασσικού  υποδείγματος αναδεικνύοντας το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, σε διεθνές και  ευρωπαϊκό  επίπεδο,  μέσα  από  την  αυτονόμηση  των  χρηματοπιστωτικών  δομών,  των  μηχανισμών  του  ανταγωνισμού, των ιδιωτικοποιήσεων, της  νομισματικής  και  δημοσιονομικής  ηγεμονίας  καθώς  και  της  υποταγής  της  πραγματικής  οικονομίας  στους υπερεθνικούς οργανισμούς και  τις  χρηματοπιστωτικές αγορές.</p>



<p>Στις  συνθήκες  αυτές  η  αξιολογική  προσέγγιση<strong> (στόχοι-μέσα-αποτελέσματα)</strong>  των ασκούμενων  πολιτικών  στην  <strong>Ευρώπη </strong>αναδεικνύει  την  ύπαρξη  της  πλήρους  απόκλισης  μεταξύ των  διακηρυγμένων  στόχων  και μέσων  καθώς  και  με  τα  αποτελέσματα  της  οικονομικής  στασιμότητας, της  υπερ-κερδοφορίας, των  ανισοτήτων, της  συρρίκνωσης  του  κοινωνικού  κράτους, της  φτωχοποίησης, κ.λ.π. Από  την  άποψη  αυτή  είναι  ενδιαφέρον να σημειωθεί  ο σοβαρός  προβληματισμός  και η έντονη ανησυχία   που  αναπτύσσεται  στην  <strong>Ευρωπαϊκή  Ένωση </strong>  για την ικανότητα  της να  επιτύχει  τόσο  τον αναγκαίο μετασχηματισμό του σχεδιασμού, των επενδύσεων  και της  παραγωγής  προϊόντων  και  υπηρεσιών  που  είναι  απαραίτητη  για την κυριαρχία  και την αυτονομία  της (Justin Delepine, Alternatives Economiques, 7/6/2024), όσο και  την  αναβάθμιση  της ως  ισχυρής  οικονομικής  και  κοινωνικής  δύναμης  στον διεθνή  καταμερισμό  εργασίας. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Όμως, η  προώθηση  αυτής  της  στρατηγικής  προϋποθέτει  ως  θεωρητική-επιστημονική αφετηρία  των  ασκούμενων  πολιτικών  <strong>τα  ενδογενή  μοντέλα ανάπτυξης και την συνεπαγόμενη, </strong>μεταξύ  άλλων,  αύξηση των  επενδύσεων, της παραγωγικότητας καθώς και την αναβαθμισμένη πολιτική και δημόσια  παρέμβαση  στην  οικονομία.</li>
</ul>



<p>Διαφορετικά  συνεχίζοντας  η  Ευρωπαϊκή  Ένωση  την  κακοτράχαλη,  για τους  ευρωπαίους  πολίτες,  πεπατημένη   πορεία  θα  συναντήσει  το 2050  την  συμμετοχή  της  στο  παγκόσμιο  ΑΕΠ  από 22%  που είναι σήμερα να  έχει  μειωθεί  σε  15% (P. Artus,2024), με ό,τι  αυτό  αρνητικά συνεπάγεται  για το  βιοτικό  επίπεδο  των  επόμενων  γενεών  στην Ευρώπη.</p>



<p>*<em><strong>Ομότ. Καθηγητή  Παντείου  Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου</strong></em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αγορές, ανισότητες και κοινωνική πολιτική</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/08/01/agores-anisotites-kai-koinoniki-poli/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Aug 2024 08:02:21 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[αρθρο]]></category>
		<category><![CDATA[μπετσης]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=925415</guid>

					<description><![CDATA[Τα  τελευταία  χρόνια  στην  ελληνική  οικονομία η  επικρατούσα  νεοφιλελεύθερη  θεώρηση  στην  ασκούμενη  οικονομική και κοινωνική πολιτική  της  ανταγωνιστικότητας-κόστους,  οδήγησε,  μεταξύ  άλλων, όπως  προκύπτει εκ του  αποτελέσματος,  στη  συρρίκνωση  της  παραγωγικής-τεχνολογικής  βάσης  του  οικονομικού  σχηματισμού, την  ευελιξία  της  αγοράς  εργασίας και  της  απασχόλησης,  την  απελευθέρωση  των  αγορών, την  επιδείνωση  του  βιοτικού  επιπέδου  της  πλειοψηφίας  του πληθυσμού, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Τα  τελευταία  χρόνια  στην  ελληνική  οικονομία η  επικρατούσα  νεοφιλελεύθερη  θεώρηση  στην  ασκούμενη  οικονομική και κοινωνική πολιτική  της  ανταγωνιστικότητας-κόστους,  οδήγησε,  μεταξύ  άλλων, όπως  προκύπτει εκ του  αποτελέσματος,  στη  συρρίκνωση  της  παραγωγικής-τεχνολογικής  βάσης  του  οικονομικού  σχηματισμού, την  ευελιξία  της  αγοράς  εργασίας και  της  απασχόλησης,  την  απελευθέρωση  των  αγορών, την  επιδείνωση  του  βιοτικού  επιπέδου  της  πλειοψηφίας  του πληθυσμού, την  συρρίκνωση  άσκησης  κοινωνικών πολιτικών, τις  ανισότητες, κ.λ.π.    </h3>



<p><strong><em>Των Σάββα  Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου Γ. Μπέτση</em></strong>*</p>



<p>Στο περιβάλλον  αυτό  στο  οποίο  δεσπόζουν  οι  εσωτερικές  αντιφάσεις  στην  οικονομική  και  κοινωνική  πολιτική  και   η  απουσία  δημόσιων  παρεμβάσεων  και  πολιτικών  θα συντελεσθεί η  επιστροφή  στους  δημοσιονομικούς  κανόνες,  με  την  καθοδήγηση  της <strong> Ευρωπαϊκής  Επιτροπής</strong>  της  <strong>ελληνικής  οικονομίας, </strong>μετά το τέλος  της  περιόδου  αναστολής  της  ενισχυμένης  εποπτείας (ρήτρα διαφυγής), σηματοδοτώντας  την  απαίτηση της Επιτροπής για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων  2%  του  ΑΕΠ  για  το 2024. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Πιο  συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις προτάσεις <strong>(Απρίλιος  2023)</strong> της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  οι  τιμές  αναφοράς  3%  και  60%  του  <strong>ΑΕΠ  </strong>για το <strong>έλλειμμα  </strong>και το <strong>χρέος</strong>  θα  παραμείνουν  αμετάβλητες. Μάλιστα από πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (Ιούλιος 2024), επισημαίνεται ότι για να επανέλθει το χρέος στο 60% του ΑΕΠ, όπως  ήταν το 1974, θα χρειαστούν 40 χρόνια. </li>
</ul>



<p>Η προοπτική  αυτή  συνάδει  και  με την  πρόσφατη αναλογιστική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος στην <strong>Ελλάδα  </strong>στην  οποία  εκτιμάται μεταξύ άλλων,  ότι  ο  μέσος   ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ την περίοδο 2023-2070  θα είναι ίσος με μόλις 1,1%. Στις  συνθήκες  αυτές  η  περαιτέρω   κυριαρχία των  αγορών  και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών θα  εντείνουν  τις ανισότητες  και  θα επιταχύνουν  τη  μετατροπή  της κοινωνικής πολιτικής   σε μια επιδοματική πολιτική  που θα καλύπτει το ελάχιστο επίπεδο  του ορίου της φτώχειας.</p>



<p><strong>Έτσι  η  συρρίκνωση  της  κοινωνικής  πολιτικής  παράλληλα  με τη  διεύρυνση   της   επιδοματικής  πολιτικής   μεταφέρουν  τον  κίνδυνο των αγορών και της γήρανσης του πληθυσμού  από την ευθύνη του κράτους στους ίδιους τους συνταξιούχους.  </strong>Στην κατεύθυνση   αυτή  πολιτικές που θα διευρύνουν  περαιτέρω  τις ανισότητες   αποκαλούνται  λανθασμένα  μεταρρυθμίσεις  και προσδοκούν  ματαίως  τη  συμβολή τους, κατά τα επόμενα  χρόνια, στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας μας. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Χαρακτηριστική  περίπτωση  στην <strong>Ελλάδα  </strong>αποτελεί  η δημιουργία (Ν.4826/2021) του  Ταμείου  Επικουρικής  Κεφαλαιοποιητικής  Ασφάλισης (ΤΕΚΑ),  η οποία παρουσιάστηκε ως μεταρρύθμιση που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη  της  ελληνικής  οικονομίας.</li>
</ul>



<p>Όμως στην πραγματικότητα θα  αυξήσει  το χρέος αφού η  ασκούμενη  πολιτική  επέλεξε  ο<strong> κρατικός  προϋπολογισμός  </strong>να αναλάβει το κόστος μετάβασης ύψους 78 δις  ευρώ  και να μην αναλάβει το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού που για την επικουρική ασφάλιση εκτιμάται  συνολικά σε 15 δις ευρώ  την περίοδο 2020 – 2070. Στο διάγραμμα  αποτυπώνεται  η επιβάρυνση   της  αποπληρωμής του δημόσιου χρέους που προκαλείται από το κόστος μετάβασης της κεφαλαιοποίησης της επικουρικής ασφάλισης.</p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full is-resized"><img fetchpriority="high" decoding="async" width="559" height="374" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/08/1.png" alt="1" class="wp-image-925417" style="width:803px;height:auto" title="Αγορές, ανισότητες και κοινωνική πολιτική 1" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/08/1.png 559w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/08/1-300x201.png 300w" sizes="(max-width: 559px) 100vw, 559px" /></figure>
</div>


<p>Επίσης, η   ασκούμενη  πολιτική  επέλεξε  με την δημιουργία του <strong>ΤΕΚΑ </strong>να αναλάβει  πιθανές οικονομικές απώλειες που θα δημιουργηθούν από την αποτυχία των αγορών σε πιθανές μελλοντικές κρίσεις των αγορών, αναφέροντας στον Ν.4826/2021 ίδρυσης του <strong>ΤΕΚΑ </strong>ότι το κράτος θα εξασφαλίσει τουλάχιστον τις εισφορές των ασφαλισμένων αναπροσαρμοσμένες με τον πληθωρισμό. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Δηλαδή, το κράτος  επέλεξε  να αναλάβει το κόστος αποτυχίας των <strong>αγορών</strong>, το οποίο δεν έχει αποτιμηθεί στις  σχετικές  μελέτες,  και όχι το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού. </li>
</ul>



<p>Με άλλα λόγια  η ασκούμενη πολιτική <strong> επέλεξε  την ιδιωτικοποίηση των κερδών και την κοινωνικοποίηση των πιθανών αποτυχιών των αγορών, </strong>αφού από την διαχείριση των εισφορών των ασφαλισμένων  θα ωφεληθούν  οι μεγάλες εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων. Στην ίδια κατεύθυνση   βρίσκονται  και «οι <strong>μεταρρυθμίσεις</strong>»  στην υγεία και την παιδεία με την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων και την ιδιωτικοποίηση της υγείας προκειμένου  να μεταφερθούν  μέρος των υπηρεσιών τους  σε ιδιωτικές  εταιρείες. </p>



<p>Ταυτόχρονα   δημιουργείται μια  σοβαρή  αντίφαση  η  οποία  συνίσταται  στο  γεγονός  από την μια  πλευρά   να παρουσιάζεται η κοινωνική πολιτική ως το εργαλείο για την άμβλυνση των ανισοτήτων και από την άλλη πλευρά  να εφαρμόζονται πολιτικές οι οποίες χαρακτηρίζονται ως <strong>μεταρρυθμίσεις </strong>και  βρίσκονται  στην ακριβώς <strong>αντίθετη κατεύθυνση,</strong> δηλαδή στην διεύρυνση  των ανισοτήτων, δεδομένου  ότι για παράδειγμα  οι  προαναφερόμενες  ιδιωτικοποιήσεις  και η κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης  διευρύνουν  περαιτέρω  τις  ανισότητες  μεταξύ  των πολιτών  και μεταξύ  των συνταξιούχων. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Τούτων  δοθέντων, το ερώτημα που αναδεικνύεται είναι γιατί ενώ το παγκόσμιο χρέος αυξάνεται συνεχώς, σύμφωνα με έκθεση του ΔΝΤ, στις <strong>ΗΠΑ</strong>, την <strong>Κίνα</strong>, την <strong>Γαλλία</strong>, την <strong>Ιταλία </strong>οι ανισότητες παγκοσμίως αυξάνονται. </li>
</ul>



<p>Η  απάντηση  αυτού  του  ερωτήματος  έρχεται  από  το  γεγονός  ότι  ο <strong>καπιταλισμός </strong>και η ελεύθερη αγορά βασίζονται στην συνεχή αύξηση των κερδών και για να υπάρχει συνεχής αύξηση των κερδών  απαιτείται οι αγορές να τροφοδοτούνται συνεχώς με νέα κεφάλαια. Έτσι, το χρέος των χωρών αυξάνεται συνεχώς χωρίς να αυξάνεται και η ευημερία των πολιτών. Με  άλλα  λόγια  διατηρείται  η εύρυθμη λειτουργία των αγορών και η ανισοκατανομή του παραγόμενου πλούτου. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Στην κατεύθυνση αυτή παρατηρείται το τελευταίο καιρό, μια συνεχής προτροπή, από διάφορους παράγοντες  και  θεσμούς  προς τους ασφαλισμένους, αύξησης της  αποταμίευσης  μέσω ιδιωτικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, προτροπή που έχει διατυπωθεί  και  από  τον επικεφαλή της <strong>Blackrock</strong>. </li>
</ul>



<p>Οι <strong>αποταμιεύσεις </strong>των εισφορών των εργαζομένων είναι η μεγαλύτερη πηγή χρηματοδότησης των <strong>αγορών</strong>, το ζήτημα είναι  ότι στην περίπτωση απωλειών οι <strong>αγορές </strong>και οι <strong>διαχειριστές </strong>αποποιούνται κάθε ευθύνης και οι κρατικοί προϋπολογισμοί και οι φορολογούμενοι καλούνται να εισφέρουν επιπλέον χρηματοδότηση για την επαναρύθμιση τους, όπως συνέβη το 2008 με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.</p>



<p><em><strong>*Ομ. Καθηγητή Παντείου  Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου</strong></em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κοινωνική ασφάλιση και οικονομική ανάπτυξη</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/05/20/koinoniki-asfalisi-kai-oikonomiki-an/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 20 May 2024 11:12:07 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=894393</guid>

					<description><![CDATA[Τα  τελευταία πέντε χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται μια συστηματική  αμφισβήτηση  της κοινωνικής ασφάλισης και του διανεμητικού συστήματος της αλληλεγγύης των γενεών. Ιδιαίτερα στις   ημέρες  μας  με αφορμή τη δημογραφική γήρανση  προβάλλεται  ο  ισχυρισμός  ότι  η κοινωνική ασφάλιση και  ο γηραιότερος πληθυσμός (οι συνταξιούχοι), υπονομεύουν την οικονομική ανάπτυξη και το μέλλον των νέων  γενεών αφού [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Τα  τελευταία πέντε χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται μια συστηματική  αμφισβήτηση  της κοινωνικής ασφάλισης και του διανεμητικού συστήματος της αλληλεγγύης των γενεών. Ιδιαίτερα στις   ημέρες  μας  με αφορμή τη δημογραφική γήρανση  προβάλλεται  ο  ισχυρισμός  ότι  η κοινωνική ασφάλιση και  ο γηραιότερος πληθυσμός (οι συνταξιούχοι), υπονομεύουν την οικονομική ανάπτυξη και το μέλλον των νέων  γενεών αφού οι συνταξιούχοι αυξάνονται  ως ποσοστό στον συνολικό πληθυσμό και  δεν συμμετέχουν στη παραγωγική  διαδικασία. </h3>



<p><strong><em>Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου Γ. Μπέτση*</em></strong></p>



<p>Παράλληλα  προβάλλεται  ο  <strong>ισχυρισμός  </strong>ότι η μόνη λύση  για  την  μη  υπονόμευση  της  οικονομικής  ανάπτυξης  είναι η αύξηση της αποταμίευσης, η οποία,  όπως υποστηρίζεται,  θα προκαλέσει <strong>αύξηση </strong>των επενδύσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. </p>



<p>Έτσι  σε αυτό το περιβάλλον, αγνοείται και αποσιωπάται συστηματικά η <strong>θετική επίδραση του διανεμητικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην οικονομική ανάπτυξη μέσω της αμφίδρομης σχέσης που υπάρχει μεταξύ των γενεών </strong>(εργαζόμενοι και συνταξιούχοι) με την άμεση καταβολή των συντάξεων (διανεμητικό σύστημα αλληλεγγύης των γενεών) από τις εισφορές των εργαζομένων και την επιστροφή στην οικονομία των εισφορών των εργαζομένων με την αυξημένη ροπή προς κατανάλωση που παρουσιάζουν οι συνταξιούχοι. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Το 2023 στην  Ελλάδα  από τα 31,5 δις ευρώ συντάξεις η καταναλωτική δαπάνη των συνταξιούχων ήταν 30,8 δις ευρώ, δηλαδή 97,8%.  </strong>Με άλλα λόγια, οι συνταξιούχοι μπορεί να μην παράγουν  αλλά καταναλώνουν σχεδόν το  σύνολο του  εισοδήματος  τους  σε αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από τους νέους, αυξάνοντας το ΑΕΠ και γενικά  το εισόδημα των νέων εργαζομένων. </li>
</ul>



<p><strong>Πράγματι, από τις συνιστώσες που δημιουργούν το ΑΕΠ,</strong> η κατανάλωση (καταναλωτική δαπάνη) συνεισφέρει το μεγαλύτερο ποσοστό στη διαμόρφωσή (60%-70% περίπου) (Maginn, Tuttle, McLeavy &amp; Pinto, 2007, Managing Investment Portfolios, 3rd Edition, CFA Institute, pg 185) στις <strong>ανεπτυγμένες οικονομίες, </strong>ενώ όπως αναφέρουν οι συγγραφείς η συνεισφορά των ιδιωτικών επενδύσεων στη διαμόρφωση του ΑΕΠ είναι ποσοστιαία αρκετά μικρότερη και παρουσιάζει μεγάλη μεταβλητότητα. </p>



<p>Στην <strong>Ελλάδα </strong>η ιδιωτική καταναλωτική δαπάνη αγγίζει το 68% (151 δις ευρώ στα 220 δις ευρώ ΑΕΠ το 2023) και η  επίδραση των επενδύσεων στο 14% (δαπάνη επιχειρήσεων για κεφαλαιουχικά αγαθά, δαπάνη νοικοκυριών για κατοικίες, μεταβολές αποθεμάτων, αποσβέσεις). </p>



<ul class="wp-block-list">
<li><strong>Όμως  αυτό θεωρείται ότι δεν αποτελεί θετικό γεγονός για την ελληνική οικονομία  επειδή  ο μέσος όρος της ιδιωτικής κατανάλωσης στην Ευρώπη το 2023 ήταν  53%, </strong>παραβλέποντας ότι στις ΗΠΑ το ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης  ήταν 69% το 2023 και ο μέσος όρος από το 1947, που καταγράφονται τα αντίστοιχα στοιχεία, μέχρι το 2024 είναι 64%. </li>
</ul>



<p>Ειδικότερα στις  <strong>ΗΠΑ  </strong>εστιάζουν στη διατήρηση της καταναλωτικής δαπάνης και την αποφυγή μείωσης αυτής, σε αντίθεση με την αύξηση της αποταμίευσης η οποία θεωρούν πως μπορεί να προκαλέσει θετικές επιπτώσεις στην διαμόρφωση του ΑΕΠ εφόσον η αύξηση της συνοδεύεται με ταυτόχρονη αύξηση των εισοδημάτων ώστε να μην προκληθεί μείωση της καταναλωτικής δαπάνης η οποία θα οδηγούσε σε μείωση του ΑΕΠ. </p>



<p>Χαρακτηριστικό  παράδειγμα αποτελεί η <strong>Χιλή</strong>, όπου το 1981 που δημιουργήθηκε  το <strong>κεφαλαιοποιητικό σύστημα η εθνική αποταμίευση ήταν  21% και δέκα χρόνια μετά, δηλαδή  το 1991 ήταν  18,8%. </strong> Στην Ελλάδα  οι συνταξιούχοι μέχρι και το 2016, είχαν απωλέσει συνολικά συνταξιοδοτικό εισόδημα ύψους 46 δις ευρώ. Σε αυτό το έτος, το ΑΕΠ της χώρας μας είχε απωλέσει συνολικά το 26,5% σε ονομαστικές τιμές από τα 237 δις του 2009 σε  174,6 δις ευρώ του  έτους  2016 (Διάγραμμα 1).</p>



<p>Διάγραμμα 1</p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full is-resized"><img decoding="async" width="547" height="389" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/1-12.png" alt="1 12" class="wp-image-894396" style="width:565px;height:auto" title="Κοινωνική ασφάλιση και οικονομική ανάπτυξη 2" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/1-12.png 547w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/1-12-300x213.png 300w" sizes="(max-width: 547px) 100vw, 547px" /><figcaption class="wp-element-caption"><strong>Πηγή: Eurostat Database, 2024</strong></figcaption></figure>
</div>


<p><strong>Δηλαδή, στο ίδιο χρονικό διάστημα (2010 – 2016) το ΑΕΠ παρουσίασε απώλεια 63 δις ευρώ.</strong> Κατά  συνέπεια το 72% της απώλειας του ΑΕΠ κατά την υλοποίηση  των  πολιτικών  της εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόστηκε στην χώρα μας μέσω των μνημονίων, προκλήθηκε από την μείωση των συντάξεων. Κι’ αυτό  επειδή  αγνοήθηκε από τα οικονομετρικά μοντέλα του ΔΝΤ η αμφίδρομη επίδραση της μεταβίβασης εισοδημάτων μεταξύ των γενεών που επιφέρει η άμεση πληρωμή των συνταξιοδοτικών παροχών μέσω του διανεμητικού συνταξιοδοτικού συστήματος, αφού οι δανειστές ελάμβαναν υπόψη μόνο το ύψος της συνταξιοδοτικής δαπάνης, αγνοώντας την ροπή προς κατανάλωση των συνταξιούχων που αγγίζει το 100% (97,8%). </p>



<p>Έτσι, <strong>την 7-ετία 2010 – 2016 η μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ ήταν 4,3%, </strong>όταν αντίστοιχα η μέση ετήσια μείωση των συντάξεων ήταν 3,1% κι’ αυτό επειδή  η ιδιωτική κατανάλωση από το 2002 μέχρι το 2023 κυμαίνονταν μεταξύ 64%-70% ως ποσοστό του ΑΕΠ στη χώρα μας (Διάγραμμα 2).</p>



<p><strong>Διάγραμμα 2</strong></p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full is-resized"><img decoding="async" width="570" height="421" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/2-3.png" alt="2 3" class="wp-image-894397" style="width:614px;height:auto" title="Κοινωνική ασφάλιση και οικονομική ανάπτυξη 3" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/2-3.png 570w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/2-3-300x222.png 300w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /><figcaption class="wp-element-caption"><strong>Πηγή: Eurostat Database, 2024</strong></figcaption></figure>
</div>


<p>Έτσι, το 72% της απώλειας του <strong>ΑΕΠ </strong>την περίοδο 2010 – 2016 οφείλονταν στην μείωση του συνταξιοδοτικού εισοδήματος και αυτό λόγω της θετικής επίδρασης που δημιουργεί η αμφίδρομη σχέση της άμεσης πληρωμής των συντάξεων με τις εισφορές των εργαζομένων του διανεμητικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που στηρίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών. </p>



<p><strong>Οπότε, η προτροπή «ώθηση» των εργαζομένων να αυξήσουν την αποταμίευσή τους μέσω  των  κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών παροχών, </strong>είτε  εθελοντικά, είτε υποχρεωτικά  δεν πρόκειται να επιφέρει στην οικονομική ανάπτυξη τα αποτελέσματα που επικοινωνούνται στην Ελλάδα, ειδικά εάν η αύξηση της αποταμίευσης δεν συνοδεύεται από ανάλογη  τουλάχιστον αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, το οποίο είναι αναγκαίο  δεδομένου  ότι  ο μέσος μισθός το 2023 ήταν  κατά 19% χαμηλότερος από το 2010 σε ονομαστικές τιμές και κατά 40% σε πραγματικές τιμές (Διάγραμμα 3).</p>



<p><strong>Διάγραμμα </strong><strong>3</strong></p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full is-resized"><img loading="lazy" decoding="async" width="534" height="362" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/3.png" alt="3" class="wp-image-894398" style="width:600px;height:auto" title="Κοινωνική ασφάλιση και οικονομική ανάπτυξη 4" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/3.png 534w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/05/3-300x203.png 300w" sizes="(max-width: 534px) 100vw, 534px" /><figcaption class="wp-element-caption"><strong>Πηγή: Eurostat Database, 2024</strong></figcaption></figure>
</div>


<p>Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την μελέτη μας,  κάθε μία  ποσοστιαία μονάδα αύξησης της αποταμίευσης χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων δεν θα επιφέρει αύξηση στο <strong>ΑΕΠ</strong>.  Αντίθετα  θα προκαλέσει μείωση του  <strong>ΑΕΠ</strong> κατά περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες. </p>



<p><strong>Επιπλέον, η σύγχρονη  τάση  αποφυγής των επιχειρήσεων </strong>  να τοποθετούν  τα κέρδη τους σε νέες επενδύσεις λόγω της αυξημένης μεταβλητότητας και  αβεβαιότητας της  παγκόσμιας οικονομίας, σε  συνδυασμό  με τη  προσφυγή  των  ασκούμενων  πολιτικών στις συνταξιοδοτικές <strong>αποταμιεύσεις </strong>των <strong>εργαζομένων</strong>, συμβάλλουν   ανησυχητικά  τόσο  στη  συρρίκνωση  της  διανεμητικής  κοινωνικής  ασφάλισης, όσο  και  στην  υπονόμευση  της  οικονομικής  ανάπτυξης, με ό,τι  αυτό  αρνητικά  συνεπάγεται, μεταξύ άλλων,  για τη κοινωνική συνοχή, την  απασχόληση, το εισόδημα  και  το  δημογραφικό  πρόβλημα  στην  χώρα  μας.</p>



<p><strong>*Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ανεργία, πληθωρισμός και επιτόκια</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/04/10/anergia-plithorismos-kai-epitokia/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 10 Apr 2024 03:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ανεργια]]></category>
		<category><![CDATA[επιτοκια]]></category>
		<category><![CDATA[μπετσης]]></category>
		<category><![CDATA[πληθωρισμος]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=877655</guid>

					<description><![CDATA[Οι κεντρικές τράπεζες&#160; σε&#160; διεθνές&#160; και&#160; ευρωπαϊκό&#160; επίπεδο&#160; αποκτούν&#160; ολοένα&#160; και&#160; περισσότερο&#160; μεγαλύτερη&#160; αυτοπεποίθηση&#160; στην&#160; επιλογή&#160; της&#160; σταδιακής&#160; απομάκρυνσης&#160; από την&#160; μέχρι&#160; σήμερα&#160; αυστηρή ( αύξηση&#160; των&#160; επιτοκίων)&#160; στόχευση&#160; της&#160; νομισματικής&#160; πολιτικής&#160; στον&#160; πληθωρισμό. Κι’ αυτό&#160; επειδή&#160; εκτιμούν&#160; ότι&#160; μία&#160; αλλαγή&#160; της&#160; νομισματικής&#160; πολιτικής (σταδιακή&#160;&#160; μείωση&#160; των&#160; επιτοκίων)&#160; των&#160; κεντρικών&#160; τραπεζών&#160; δεν&#160; θα&#160; εμποδίσει&#160; την&#160; [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Οι κεντρικές τράπεζες&nbsp; σε&nbsp; διεθνές&nbsp; και&nbsp; ευρωπαϊκό&nbsp; επίπεδο&nbsp; αποκτούν&nbsp; ολοένα&nbsp; και&nbsp; περισσότερο&nbsp; μεγαλύτερη&nbsp; αυτοπεποίθηση&nbsp; στην&nbsp; επιλογή&nbsp; της&nbsp; σταδιακής&nbsp; απομάκρυνσης&nbsp; από την&nbsp; μέχρι&nbsp; σήμερα&nbsp; αυστηρή ( αύξηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων)&nbsp; στόχευση&nbsp; της&nbsp; νομισματικής&nbsp; πολιτικής&nbsp; στον&nbsp; πληθωρισμό. Κι’ αυτό&nbsp; επειδή&nbsp; εκτιμούν&nbsp; ότι&nbsp; μία&nbsp; αλλαγή&nbsp; της&nbsp; νομισματικής&nbsp; πολιτικής (σταδιακή&nbsp;&nbsp; μείωση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων)&nbsp; των&nbsp; κεντρικών&nbsp; τραπεζών&nbsp; δεν&nbsp; θα&nbsp; εμποδίσει&nbsp; την&nbsp; πτωτική&nbsp; πορεία&nbsp; του&nbsp; πληθωρισμού&nbsp; προς τον&nbsp; στόχο&nbsp; του&nbsp; 2%.</h3>



<p><em><strong>Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου&nbsp; Γ. Μπέτση*</strong></em></p>



<p class="has-text-align-left"> Έτσι,&nbsp; μετά&nbsp; από τρία&nbsp; χρόνια&nbsp; του&nbsp; λανθασμένου&nbsp;&nbsp;από&nbsp; τις&nbsp; κεντρικές&nbsp; τράπεζες&nbsp; χαρακτηρισμού&nbsp; του&nbsp; <strong>πληθωρισμού&nbsp; </strong>ως&nbsp; παροδικού&nbsp; φαινομένου&nbsp; αλλά&nbsp; και της&nbsp; ανεπιτυχούς&nbsp; επιλογής&nbsp; τους&nbsp; ότι&nbsp; με την&nbsp; αύξηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; θα&nbsp; ελεγχθεί&nbsp; σε&nbsp; σύντομο&nbsp; χρονικό&nbsp; διάστημα&nbsp; <strong>η&nbsp; εκρηκτική&nbsp; αύξηση&nbsp; του&nbsp; πληθωρισμού&nbsp; με&nbsp; μείωση&nbsp; της&nbsp; ζήτησης</strong>,&nbsp; κερδίζει&nbsp; έδαφος&nbsp; ο&nbsp; προβληματισμός, για παράδειγμα , στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα&nbsp; (ΕΚΤ)&nbsp; να&nbsp; αρχίσει&nbsp; από τον Ιούνιο του 2024&nbsp; <strong>μία&nbsp; σταθερή&nbsp; και&nbsp; σταδιακή&nbsp; μείωση (4% σήμερα)&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; κατά 0,25&nbsp; μονάδες, ώστε&nbsp; μέχρι το τέλος&nbsp; του&nbsp; 2025&nbsp; να&nbsp; διαμορφωθεί&nbsp; στο επίπεδο του 2,25%. </strong></p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Από την άποψη  αυτή, όπως προκύπτει  εκ  του  αποτελέσματος,  αποδεικνύεται  ότι μετά από τρία χρόνια  επιβράδυνσης  της  διεθνούς  και  της  ευρωπαϊκής  οικονομίας, μείωσης  της  αγοραστικής  δύναμης  των  εισοδημάτων  της  πλειοψηφίας  του  πληθυσμού, αύξησης  της  ανεργίας, κ.λ.π., δεν  επιτεύχθηκαν  τόσο  οι  <strong>προσδοκίες  </strong>των  κεντρικών  τραπεζών, όσο  και  η  αναμενόμενη  δημιουργία των  συνθηκών  ευνοϊκότερης  ισορροπίας  της  συνολικής  προσφοράς.</li>
</ul>



<p>Κι΄αυτό  επειδή  ο  <strong>πληθωρισμός  </strong>της  τριετίας  2021-2024  δεν  είναι  <strong>πληθωρισμός  </strong>νομισματικής  προέλευσης  αλλά  πληθωρισμός  της  προσφοράς ( ενεργειακά προϊόντα, εφοδιαστική  αλυσίδα, τρόφιμα, κ.λ.π.)  καθώς  και  πληθωρισμός  των  κερδών. Αξίζει  να  σημειωθεί  ότι το<strong> Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)  </strong>σε  σχετική  του  μελέτη  αναφέρει  ότι ο πληθωρισμός  στην <strong>Ευρώπη  </strong>οφείλεται, μεταξύ άλλων,  στο  γεγονός  ότι  οι  επιχειρήσεις   διατήρησαν  και  αυξάνουν τα  κέρδη  τους  σε  σχέση  με την αύξηση  του  κόστους  παραγωγής. </p>



<p>Αυτό  σημαίνει  ότι  οι  <strong>επιχειρήσεις  </strong>επέλεξαν  και  επιλέγουν  την  επίτευξη   υψηλών  περιθωρίων  κέρδους  με την  αύξηση  των  τιμών ( ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές, κ.λ.π.), τις  χαμηλές   αυξήσεις  των  μισθών  και  τις  κρατικές  ενισχύσεις. Στις  συνθήκες  αυτές  είναι  ενδιαφέρον  να  σημειωθεί  ότι  <strong>οι  κεντρικές  τράπεζες  σε ΗΠΑ (FED)  και  σε  Ευρώπη (ΕΚΤ) </strong> εξετάζουν  στατιστικά  δεδομένα  και  στοιχεία  της  αγοράς  εργασίας ( ανεργία, απασχόληση, μισθοί)  προκειμένου  να  αποφασίσουν την έναρξη  της  σταδιακής  μείωσης  των  επιτοκίων. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Έτσι  σε  περιβάλλον  χαμηλών  μισθολογικών  αυξήσεων  σε  <strong>ΗΠΑ  </strong>και <strong>Ευρώπη  </strong>και διατήρησης, με  διαφοροποιήσεις  στα κράτη-μέλη, υψηλών  επιπέδων ανεργίας στην  Ε.Ε.-27 (6%)  και στην ευρωζώνη (6,5%)  οι  κεντρικές  τράπεζες  σε  διεθνές  και  ευρωπαϊκό επίπεδο  θεωρούν   ως  σημαντικό  ζήτημα  τον  ακριβή  προσδιορισμό  των    στατιστικών  στοιχείων  και  δεδομένων  της  απασχόλησης  και της  ανεργίας  προκειμένου  να  αποφασίσουν  την  μείωση  των  επιτοκίων.  </li>
</ul>



<p>Κι’ αυτό  επειδή   η  <strong>έναρξη  της  μείωσης  των  επιτοκίων</strong>  θα  επηρεάσει,  κατά την  θεώρηση  τους,  τις  εξελίξεις  στην  αγορά  εργασίας,  με  την  έννοια  της  αύξησης  της  απασχόλησης, μείωσης  της  ανεργίας, ενίσχυσης  της διαπραγματευτικής  θέσης  των  εργαζομένων  και  διεκδίκησης  αύξησης  των  μισθών  τους  και  ως  εκ  τούτου  αύξησης  της  ζήτησης  και  του  πληθωρισμού. </p>



<p>Βέβαια  στον  συλλογισμό  αυτόν  παραβλέπεται  ότι η  αύξηση  της  απασχόλησης  προϋποθέτει  αύξηση  των  επενδύσεων  λόγω της  μείωσης  του κόστους  του χρήματος, αύξηση  της  παραγωγικότητας  και  της  προσφοράς, εγκαθιδρύοντας  ευνοϊκότερες  συνθήκες  ισορροπίας  σε  όφελος   της  μείωσης  του  πληθωρισμού  και  της βελτίωσης  της  αγοραστικής  δύναμης  των  μισθών.  </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Παράλληλα  κινητοποιούνται  πολλαπλασιαστικά   οι  παραγωγικές, οι  αναπτυξιακές  και  οι  κοινωνικές  δυνάμεις  των  οικονομικών  σχηματισμών,  με την  έννοια  της  μεγαλύτερης  συμμετοχής, μεταξύ  άλλων,  της  νέας  τεχνολογίας  και  του  εργατικού  δυναμικού  στην  προσφορά, στην βελτίωση των  υποδομών, σε  βαθμό  που  να  ανασυντάσσονται  και  να  αναπροσανατολίζονται  ποσοτικά,  ποιοτικά  και  ολιστικά  οι  κινητήριες  δυνάμεις  της  ανάπτυξης. </li>
</ul>



<p>Κατά  συνέπεια,  από την άποψη, στις<strong>  παρούσες  συνθήκες,  μίας  μακρο-οικονομικής  προσέγγισης  της  αλλαγής  της  οικονομικής  πολιτικής</strong>  η  σημασία  των  ακριβών  στατιστικών  στοιχείων και  δεδομένων  της  αγοράς  εργασίας  και  των  συνεχών  αναθεωρήσεων  τους  σε  διεθνές  και  ευρωπαϊκό  επίπεδο,  συνίσταται  περισσότερο  στην  επιστημονική  διερεύνηση     έγκυρων  μεθόδων  αξιοπιστίας   των  σχετικών  στοιχείων  και  λιγότερο  στην  δυσκαμψία  και  την  καθυστέρηση  λήψης  των  αποφάσεων  από  τις  κεντρικές  τράπεζες   για την  μείωση  των  επιτοκίων. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Στο  πλαίσιο  αυτό  η  <strong>ΕΚΤ  </strong>εκτιμά  ότι  στην  <strong>Ε.Ε.-27,</strong> κατά τους  επόμενους  δώδεκα  μήνες, οι  <strong>τιμές  </strong>θα  αυξηθούν  κατά 3,1% ( χαμηλότερο  επίπεδο  αύξησης  από την  έναρξη  του  πολέμου  στην  <strong>Ουκρανία </strong>τον Φεβρουάριο του 2022)  από  3,3%  τον  Ιανουάριο  του  2024  και  κατά τα  επόμενα  τρία  χρόνια  εκτιμάται  ότι η αύξηση των τιμών  θα  είναι  2,5%.  </li>
</ul>



<p>Με  άλλα   λόγια   η  μείωση   του  <strong>πληθωρισμού   </strong>και   των  <strong>επιτοκίων  </strong>στην   Ε.Ε.-27  συναντώντας   το  2025  και  μετά   την   επιστροφή      στους  περιοριστικούς  δημοσιονομικούς  κανόνες  του  <strong>Συμφώνου  Ανάπτυξης  και  Σταθερότητας,</strong>  θα  συμβάλλει, στον  βαθμό που  την  αφορά, στην   αποτροπή  της  ύφεσης  με την  δημιουργία  συνθηκών μετάβασης   από    τους  ρυθμούς  της  υποτονικής  ανάκαμψης  σε     αυξητικούς    δείκτες  ανάπτυξης,  παραγωγικότητας, απασχόλησης  και  κοινωνικής  συνοχής  στην  Ευρώπη.</p>



<p><strong>*Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου&nbsp; Γ. Μπέτση</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ανάλυση: Προβληματισμοί για την προοπτική των μισθών του χρέους και του πληθωρισμού στην Ελλάδα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/02/08/analysi-provlimatismoi-gia-tin-prooptiki-ton-misthon-tou-chreous-kai-tou-plithorismou-stin-ellada/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 08 Feb 2024 06:22:25 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ελλαδα]]></category>
		<category><![CDATA[πληθωρισμος]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<category><![CDATA[χρεος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=851732</guid>

					<description><![CDATA[Σοβαρό προβληματισμό θα πρέπει  να προκαλεί   η  πρόσφατη έκθεση της Bank of America η  οποία  προβλέπει για την χώρα μας ότι η ανάπτυξη θα είναι 1,1% για το 2024 και 1,7% για το 2025, ακόμα και  εάν παρουσιάζεται να είναι σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης (0,4%). Κι΄αυτό  επειδή  η πρόβλεψη [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σοβαρό προβληματισμό θα πρέπει  να προκαλεί   η  πρόσφατη έκθεση της Bank of America η  οποία  προβλέπει για την χώρα μας ότι η ανάπτυξη θα είναι 1,1% για το 2024 και 1,7% για το 2025, ακόμα και  εάν παρουσιάζεται να είναι σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης (0,4%). Κι΄αυτό  επειδή  η πρόβλεψη της Bank of America, είναι σχεδόν στο ήμισυ από τις αντίστοιχες προβλέψεις του ΔΝΤ (2,1%) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2,3%) για την χώρα μας το έτος 2024. </h3>



<p><strong><em>Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου  Γ. Μπέτση</em>*</strong></p>



<p>Το  ίδιο, η πρόβλεψη  της  <strong>Bank of America</strong>  για την  ανάπτυξη  στην  χώρα  μας   είναι πολύ μικρότερη   από  αυτή  που εκτιμάται από εγχώριες   εκτιμήσεις, όπως της ΤτΕ (2,5%) και του ΙΟΒΕ (2,4%) (Πίνακας).</p>


<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter size-full"><img loading="lazy" decoding="async" width="593" height="304" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/2-2.png" alt="2 2" class="wp-image-851733" title="Ανάλυση: Προβληματισμοί για την προοπτική των μισθών του χρέους και του πληθωρισμού στην Ελλάδα 5" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/2-2.png 593w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/02/2-2-300x154.png 300w" sizes="(max-width: 593px) 100vw, 593px" /></figure>
</div>


<p>Επιπλέον, σύμφωνα  με τον <strong>Πίνακα</strong>,  οι προβλέψεις  αυτές  είναι αρκετά χαμηλότερες  τόσο  από  αυτές  των  διεθνών  οργανισμών ( ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή  Επιτροπή), όσο  και  από  τις  προβλέψεις  που είχε καταθέσει η χώρα μας στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σταθερότητας  τον Απρίλιο του 2023  όπου προέβλεπε για το 2024 ανάπτυξη ίση με 3%, για το 2025 3%  και για το 2026   2,1%  σε πραγματικές τιμές. Αντίστοιχα, προέβλεπε πληθωρισμό ίσο με 2,4% το 2024, 2% το 2025 και 2% το 2026. </p>



<p>Από την  άποψη  αυτή  αξίζει  να  σημειωθεί  ότι  εάν  επαληθευτούν οι  δυσμενείς προβλέψεις  της <strong>Bank of America</strong> θα καταστήσουν σχεδόν αδύνατο τον στόχο της <strong>κυβέρνησης </strong>για αύξηση του <strong>κατώτατου μισθού</strong> στα 950 ευρώ (μεικτά) μέχρι το 2027 και του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ (<strong>μεικτά</strong>), δεδομένου  ότι  για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι απαιτείται μια ετήσια αύξηση κατά 5%  για τα επόμενα 4 έτη (2024, 2025, 2026 και 2027). </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Η <strong>κυβέρνηση </strong>στηριζόμενη στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα έθεσε αυτούς τους στόχους λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι 3%  κάθε  χρόνο  και  ο πληθωρισμός  θα είναι  2% κάθε  χρόνο. </li>
</ul>



<p><strong>Στις  συνθήκες  αυτές  η  κυβέρνηση  εκτιμά  ότι  ο  κατώτατος μισθός θα αυξηθεί στο  επίπεδο  των  950 ευρώ (μεικτά) όχι σε πραγματικές τιμές αλλά σε ονομαστικές τιμές (3% ανάπτυξη και 2% πληθωρισμός ετησίως)</strong>.  ‘Ομως,  με τις δυσμενέστερες  προβλέψεις για το <strong> επίπεδο ανάπτυξης της  ελληνικής  οικονομίας </strong>  ο στόχος αυτός θα είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί ακόμα και σε ονομαστικές τιμές,  δεδομένου  ότι  τόσο  οι  δημόσιοι  φορείς  άσκησης  της  οικονομικής  πολιτικής, όσο  και οι  επιχειρηματικοί   και  οι  ευρωπαϊκοί  φορείς  θα επικαλεσθούν ότι μία τέτοια αύξηση θα υπερβαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας. </p>



<p>Οπότε, σε αυτή την περίπτωση η μόνη  <strong>προσδοκία  </strong>για  την επίτευξη του στόχου της  ονομαστικής  αύξησης του κατώτατου μισθού στο  επίπεδο <strong> των 950 ευρώ (μεικτά) και του μέσου μισθού στο  επίπεδο  των 1.500 ευρώ (μεικτά</strong>)  θα ήταν ο <strong>πληθωρισμός  </strong>να είναι υψηλότερος από το 2% και να κυμαίνεται  στο  επίπεδο  του <strong>3% &#8211; 3,5%. </strong></p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Με  άλλα  λόγια  από την  ανάλυση  των  δυνατοτήτων  επίτευξης του στόχου της αύξησης του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ (μεικτά) και του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ (μεικτά) μέχρι το 2027 σε πραγματικές τιμές  προκύπτει  ότι  είναι σχεδόν αδύνατη. </li>
</ul>



<p><strong>Ενδεχομένως   να επιτευχθεί σε ονομαστικές τιμές με την βοήθεια του πληθωρισμού, εάν το  επίπεδο  του  θα   είναι αρκετά υψηλότερο από τις προβλέψεις  των  εγχώριων  και  των διεθνών  οργανισμών</strong>. </p>



<p>Επίσης, οι  προβλέψεις  της Bank of America  αναφέρονται   και   στο δημόσιο χρέος   το  οποίο  εκτιμά  ότι  θα μειωθεί στο  επίπεδο  του 155%   του ΑΕΠ  το 2024 και στο  επίπεδο  του 152%  του ΑΕΠ  το <strong>2025</strong>, σε  αντίθεση με τις  προβλέψεις  της κυβέρνησης στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σταθερότητας στο οποίο προβλέπεται  ότι το δημόσιο χρέος θα μειωθεί  στο  επίπεδο  του 150,8%  του ΑΕΠ, το 2024   και  στο 142,6% του ΑΕΠ το 2025. </p>



<p>Δηλαδή, η <strong>Bank of America </strong>προβλέπει ότι το 2025  το<strong> δημόσιο χρέος </strong>ως ποσοστό του <strong>ΑΕΠ </strong>θα είναι 10% υψηλότερο σε σχέση με τις προβλέψεις του προγράμματος σταθερότητας που είχε καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η κυβέρνηση τον Απρίλιο του 2023. </p>



<p>Αν υποθέσουμε ότι οι προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος σταθερότητας επαληθευτούν τότε πιθανώς να επιτευχθεί ο στόχος των 950 ευρώ κατώτατου μισθού. Στην περίπτωση  όμως  που  δεν επαληθευτούν και έχουμε ένα απαισιόδοξο σενάριο στο επίπεδο των προβλέψεων της <strong>Bank of America, δ</strong>ηλαδή ένα μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,4% και πληθωρισμό 2%, τότε  ο  κατώτατος μισθός θα προσεγγίσει τα 905 ευρώ και ο μέσος γενικός μισθός  θα  προσεγγίσει τα 1.430 ευρώ. </p>



<p>Ενώ, στο <strong>σενάριο</strong> που θα  επαληθευτεί ένας μέσος ετήσιος ρυθμός της τάξης του 2,2%, δηλαδή κοντά στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής  Επιτροπής, του ΔΝΤ και των εγχώριων Οργανισμών, <strong>τότε ο κατώτατος μισθός μπορεί να προσεγγίσει τα 925 ευρώ (μεικτά) και ο μέσος μισθός  να  προσεγγίσει  τα 1.465 ευρώ (μεικτά). </strong>Στις  συνθήκες  αυτές  οι  προβληματισμοί  για το μέλλον  της  ελληνικής  οικονομίας  και  κοινωνίας  διευρύνονται  δεδομένου  ότι  η  προοπτική  των  προβλέψεων, σύμφωνα  με  τους  εγχώριους  και τους  διεθνείς  οργανισμούς,  του  επιπέδου  των  μισθών,  του χρέους  και του  πληθωρισμού  στην  Ελλάδα  εκτιμάται  ότι  θα  συνοδευτεί, μεταξύ  άλλων,  από την μη  εισοδηματική  ικανοποίηση  των  πολιτών  στην  Ελλάδα, σε  βαθμό  που  η  πρώτη  θέση  των  οικονομικά  ευάλωτων  πολιτών  στην  Ε.Ε.-27 που  κατέχει  σήμερα η χώρα μας, με ποσοστό  87%,  να  αυξηθεί  κατά τα  επόμενα  χρόνια. </p>



<p>Το  ίδιο  ο  μέσος  <strong>σταθμισμένος  </strong>μισθός  στην  χώρα  μας  από την  θέση  των  τεσσάρων  χαμηλότερων  στην  Ε.Ε.-27 σήμερα  εκτιμάται  ότι  θα  υποστεί, σε  πραγματικούς  όρους,  περαιτέρω  επιδείνωση.</p>



<p><strong>*Ομότ. Καθηγητή  Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης: Από την ύφεση στη δημοσιονομική λιτότητα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/11/21/symfono-statherotitas-kai-anaptyxis-a/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 21 Nov 2022 08:49:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=698166</guid>

					<description><![CDATA[Τα  τελευταία  δώδεκα  χρόνια (2010-2022)  σε  διεθνές  και  σε  ευρωπαϊκό  επίπεδο, οι  διαδοχικές  κρίσεις (χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή, επισιτιστική)  και  οι  γεωπολιτικές  και   γεωοικονομικές  εντάσεις  που  συντελούνται,  παρά τις διαφοροποιήσεις  των  επιπτώσεων  τους  και  των  ασκούμενων  πολιτικών  αντιμετώπισης  τους, η  αύξηση  των  δημόσιων  δαπανών,  μεταξύ  των  άλλων, της  ανεργίας  και του  δημόσιου  χρέους,  η  επιδείνωση  του  [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Τα  τελευταία  δώδεκα  χρόνια (2010-2022)  σε  διεθνές  και  σε  ευρωπαϊκό  επίπεδο, οι  διαδοχικές  κρίσεις (χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή, επισιτιστική)  και  οι  γεωπολιτικές  και   γεωοικονομικές  εντάσεις  που  συντελούνται,  παρά τις διαφοροποιήσεις  των  επιπτώσεων  τους  και  των  ασκούμενων  πολιτικών  αντιμετώπισης  τους, η  αύξηση  των  δημόσιων  δαπανών,  μεταξύ  των  άλλων, της  ανεργίας  και του  δημόσιου  χρέους,  η  επιδείνωση  του  βιοτικού  επιπέδου και  των  εισοδημάτων,  η  διεύρυνση  των   ανισοτήτων   και  της  φτωχοποίησης  της  πλειοψηφίας  του παγκόσμιου  πληθυσμού  αποτελούν αναμφίβολα  κοινά  χαρακτηριστικά  τους. </h3>



<p><strong>Των Σάββα  Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου Γ. Μπέτση*</strong></p>



<p>Πράγματι, σύμφωνα  με την  έρευνα  πεδίου  της  γαλλικής <strong>ΜΚΟ  Secours  Populaire </strong> το  25%  των  ευρωπαίων  πολιτών  βρίσκεται  στο  όριο  της  φτώχειας <strong>(30%  του  πληθυσμού  στην  Ελλάδα, ΕΛΣΤΑΤ 2022) </strong> και  η  πλειοψηφία  των  πολιτών  στην  <strong>Ευρώπη  </strong>δηλώνει  ότι  αντιμετωπίζει  σοβαρές  οικονομικές  δυσκολίες. Επιπλέον, σύμφωνα  με  την  <strong>Ευρωπαϊκή  Επιτροπή </strong>(11/11/2022), η  Ε.Ε.-27  και  τα  κράτη-μέλη εκτιμάται  ότι  θα  συναντηθούν  κατά  το  επόμενο  χρονικό  διάστημα   τόσο  με  ένα  στασιμοπληθωριστικό  και υφεσιακό  πλαίσιο (αύξηση  ΑΕΠ  0,3%  το  2023   και  1,6%  το  2024  και  επίπεδο  πληθωρισμού 7%  το  2023  και  3%  το  2024),  όσο  και  με  την  ενεργειακή  φτώχεια  και  την  επισιτιστική  ανασφάλεια.  </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Στις  συνθήκες  αυτές, η  <strong>Ευρωπαϊκή  Επιτροπή</strong>  ανακοίνωσε πρόσφατα (9/11/2022) το περίγραμμα και το περιεχόμενο του νέου  δημοσιονομικού  πλαισίου  το  οποίο  θα  αρχίσει  να  εφαρμόζεται  από 1/1/2024  και  διακατέχεται από την  δυνατότητα  προς  τα  κράτη-μέλη  μίας  διαχειριστικής   απλούστευσης  και  ευελιξίας αλλά  στο  πλαίσιο  των  κριτηρίων  της  Συνθήκης  του  Μάαστριχτ. </li>
</ul>



<p>Με  άλλα  λόγια,   η  <strong>Ευρωπαϊκή  Επιτροπή</strong>  στις  συγκεκριμένες  προτάσεις  της  επικεντρώνεται, κατά  βάση,  στις  επιπτώσεις  των  προαναφερόμενων  κρίσεων  στην  αύξηση  των  δημόσιων  δαπανών και  του  δημόσιου  χρέους,  περιθωριοποιώντας  την  σημασία  των   εισοδηματικών   και  κοινωνικών   επιπτώσεων  σε  μεγάλα  τμήματα  του   πληθυσμού. </p>



<p>Έτσι,  η <strong> Ευρωπαϊκή  Επιτροπή </strong> αναβιώνει την  αναγκαιότητα   της   δημοσιονομικής  φερεγγυότητας  των  κρατών-μελών,  σηματοδοτώντας  ότι  οι  συντελούμενες  παρεκκλίσεις  κατά  τη  διάρκεια  της  πανδημίας,  της  ενεργειακής  και  επισιτιστικής  κρίσης  λόγω  των  πολεμικών  συγκρούσεων  της  Ρωσίας  στην  Ουκρανία,  θα  τελειώσουν  στο  τέλος  του  2023.  </p>



<p>Κατά  συνέπεια,  η  <strong>Ευρωπαϊκή  Επιτροπή </strong> οριοθετεί  με  τις  συγκεκριμένες  προτάσεις  της  ότι  από  1/1/2024    θα τεθεί το ζήτημα της επιστροφής στη δημοσιονομική πειθαρχία (Jerome  Creel, <strong>Alternatives  Economiques,</strong> 10/11/2022). </p>



<p><strong>Όμως,  στην  πορεία  αυτή  της  Ευρωπαϊκής  Επιτροπής  τίθενται  σοβαρά  και  σημαντικά  ερωτήματα  της  συγκεκριμένης  επιλογής, όπως:</strong></p>



<ul class="wp-block-list">
<li>η  φερεγγυότητα  ενός κράτους-μέλους  της  Ε.Ε.-27, ιδιαίτερα  στις  δυσμενείς  συνθήκες  της  τρέχουσας  δεκαετίας,   εξασφαλίζεται  με  την  δημοσιονομική  πειθαρχία  στις  δημόσιες  δαπάνες  και  το  δημόσιο  χρέος,   περιθωριοποιώντας  τις  εισοδηματικές  και  κοινωνικές  διαστάσεις  της  ευρωπαϊκής  οικονομίας  και  των  κρατών-μελών;  και  </li>



<li>η  επιστροφή, υπό  όρους,  στην  δημοσιονομική  πειθαρχία  που  επικαλείται  η  Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπονοεί την προσήλωση των δημοσιονομικών κανόνων που  εφαρμόζονταν μέχρι το 2020 ή προκαταλαμβάνει  τον αποκλεισμό από τις  διαπραγματεύσεις  που  θα  πραγματοποιηθούν  εντός  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης  μεταξύ  των  κρατών-μελών,  της  θέσπισης  νέων  κανόνων  κοινωνικού  χαρακτήρα, όπως  το  επίπεδο  της  ανεργίας, της  φτωχοποίησης, της  υγείας, κ.λ.π;  </li>
</ul>



<p>Με  άλλα  λόγια  αυτό  σημαίνει  ότι  σ΄ένα  κράτος-μέλος  της  <strong>Ε.Ε.-27</strong>, η  μείωση  του  δημόσιου  χρέους   στο  μέλλον  θα  αξιολογείται  με  βάση  μόνο  τον  κανόνα  ότι  από τις  δημόσιες  δαπάνες  θα  εξαιρούνται  οι   τόκοι  εξυπηρέτησης  του  δημόσιου  χρέους  ή  θα  εξαιρούνται  επιπλέον  και  οι  δαπάνες  καταπολέμησης  ή  επιδότησης  της  ανεργίας,  ανασυγκρότησης  των  συστημάτων  υγείας, κ.λ.π., προκειμένου  να  ανασυσταθεί  η  κοινωνική  συνοχή,   η <strong> κοινωνική  φερεγγυότητα, </strong> το  κοινωνικό  κράτος  και  γενικότερα  το  βιοτικό  επίπεδο  του  πληθυσμού  στην  Ευρώπη;  </p>



<p>Επομένως, εάν  κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων  εντός  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης,  δεν  διαφοροποιηθούν  οι  προτάσεις  της  Ευρωπαϊκής  Επιτροπής  προς  την  προαναφερόμενη  διαρθρωτική  και  κοινωνικο-αναπτυξιακή  κατεύθυνση, τότε η  συγκεκριμένη  πρωτοβουλία  της  <strong>Ευρωπαϊκής  Επιτροπής </strong> επί  του  <strong>Συμφώνου  Σταθερότητας  και  Ανάπτυξης, </strong>θα  περιοριστεί  στην  εκτός  τόπου  και χρόνου  για  τις  κοινωνικο-οικονομικές  και  πολιτικές  προκλήσεις  της  Ευρώπης,   γραφειοκρατική,  διαδικαστική  και  διαχειριστική  κατεύθυνση. </p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Έτσι,  παρέχεται  μόνο  η  δυνατότητα  βραδύτερης  μείωσης  του  χρέους,  <strong>διατήρησης  των  δαπανών-επιδομάτων  ανεργίας και εξέτασης του χαρακτήρα των επενδύσεων (Jerome Creel, 10/11/22),  </strong>διατηρώντας  παράλληλα  ενεργή  τη  δυνατότητα  επιλογής  της  δημοσιονομικής  λιτότητας. </li>
</ul>



<p>Όμως,  μία  τέτοια  επιλογή  εκτιμάται  ότι δεν  θα  μπορέσει  να  ανταποκριθεί  τόσο  στις  σημερινές  δυσμενείς  συνθήκες,  όσο  και  στις  μελλοντικές  νέες  προκλήσεις,  με  ό,τι  αυτό  αρνητικά  συνεπάγεται για την πορεία της Ευρωπαϊκής  Ένωσης  και  των  κρατών-μελών,  ιδιαίτερα  αυτών (π.χ. Ελλάδα, Ιταλία, κ.λ.π.)  με  υψηλό  δημόσιο  χρέος.  </p>



<p><strong>*Ομότ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου  </strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η Ευρώπη στην τροχιά του πληθωρισμού και της ύφεσης;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/09/16/i-eyropi-stin-trochia-toy-plithorismoy-k/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Sep 2022 04:10:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[Θέμα 2]]></category>
		<category><![CDATA[libre]]></category>
		<category><![CDATA[αρθρο]]></category>
		<category><![CDATA[ευρωπη]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<category><![CDATA[υφεση]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=676258</guid>

					<description><![CDATA[Οι&#160; πολεμικές&#160; συγκρούσεις&#160; της&#160; Ρωσίας&#160; στην&#160; Ουκρανία&#160; εκτίναξαν, σε&#160; σύντομο&#160; χρονικό&#160; διάστημα, τον&#160; πληθωρισμό&#160;στην&#160; ευρωζώνη&#160; από&#160; 4,9%&#160; τον&#160; Νοέμβριο&#160; του&#160; 2021&#160; σε&#160; 9,1%&#160; τον&#160; Αύγουστο&#160; του&#160; 2022. Στην&#160; Ελλάδα &#160;&#160;ο&#160; πληθωρισμός ,&#160; κατά το&#160; ίδιο&#160; χρονικό&#160; διάστημα, εκτινάχθηκε&#160; από&#160; 4,2%&#160; τον&#160; Νοέμβριο&#160; του&#160; 2021&#160; σε&#160; 11,1%&#160; τον&#160; Αύγουστο&#160; του&#160; 2022. Έτσι,&#160;&#160; κατά&#160; το&#160; συγκεκριμένο&#160; χρονικό&#160; [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="has-text-align-left wp-block-heading">Οι&nbsp; πολεμικές&nbsp; συγκρούσεις&nbsp; της&nbsp; Ρωσίας&nbsp; στην&nbsp; Ουκρανία&nbsp; εκτίναξαν, σε&nbsp; σύντομο&nbsp; χρονικό&nbsp; διάστημα, τον&nbsp; πληθωρισμό&nbsp;στην&nbsp; ευρωζώνη&nbsp; από&nbsp; 4,9%&nbsp; τον&nbsp; Νοέμβριο&nbsp; του&nbsp; 2021&nbsp; σε&nbsp; 9,1%&nbsp; τον&nbsp; Αύγουστο&nbsp; του&nbsp; 2022. Στην&nbsp; Ελλάδα &nbsp;&nbsp;ο&nbsp; πληθωρισμός ,&nbsp; κατά το&nbsp; ίδιο&nbsp; χρονικό&nbsp; διάστημα, εκτινάχθηκε&nbsp; από&nbsp; 4,2%&nbsp; τον&nbsp; Νοέμβριο&nbsp; του&nbsp; 2021&nbsp; σε&nbsp; 11,1%&nbsp; τον&nbsp; Αύγουστο&nbsp; του&nbsp; 2022. Έτσι,&nbsp;&nbsp; κατά&nbsp; το&nbsp; συγκεκριμένο&nbsp; χρονικό&nbsp; διάστημα&nbsp;&nbsp; ο&nbsp; πληθωρισμός&nbsp; στην&nbsp; Ελλάδα&nbsp; αυξήθηκε&nbsp; κατά&nbsp;&nbsp; 131,3%,&nbsp; ενώ&nbsp; στην &nbsp;&nbsp;ευρωζώνη&nbsp; αυξήθηκε&nbsp; κατά&nbsp; 78,4%.&nbsp; </h3>



<p><strong>Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου&nbsp; Γ. Μπέτση</strong></p>



<p>Στις&nbsp; συνθήκες&nbsp; αυτές&nbsp; αποδεικνύεται&nbsp; ότι&nbsp; το&nbsp; <strong>εισόδημα&nbsp; </strong>και&nbsp; η&nbsp; αγοραστική&nbsp; δύναμη&nbsp; των&nbsp; μισθών&nbsp; στη&nbsp; χώρα&nbsp; μας&nbsp; δέχθηκαν&nbsp; και&nbsp; συνεχίζουν&nbsp; να&nbsp; δέχονται&nbsp; ένα&nbsp; σημαντικό&nbsp; πλήγμα&nbsp; σε&nbsp; σύγκριση με&nbsp; τις&nbsp; άλλες&nbsp; χώρες&nbsp; της&nbsp; ευρωζώνης.&nbsp; </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Και&nbsp;&nbsp; αυτό&nbsp; γιατί&nbsp; ο <strong>μέσος&nbsp; κατώτατος&nbsp; μισθός&nbsp; </strong>στην&nbsp; ευρωζώνη&nbsp; είναι&nbsp; 40%&nbsp; υψηλότερος&nbsp; από&nbsp; τον&nbsp; μέσο&nbsp; κατώτατο&nbsp; μισθό&nbsp; στην&nbsp; <strong>Ελλάδα</strong>, η&nbsp; οποία&nbsp;&nbsp; έχει&nbsp; επίπεδο&nbsp; πληθωρισμού&nbsp; κατά&nbsp;&nbsp;&nbsp; 22%&nbsp;&nbsp;&nbsp; υψηλότερο&nbsp; από&nbsp; την&nbsp; ευρωζώνη. </p></blockquote>



<ul class="wp-block-list"><li>Επιπλέον,&nbsp; λαμβάνοντας&nbsp; υπόψη&nbsp; ότι&nbsp; ο&nbsp; μέσος&nbsp; όρος&nbsp; του&nbsp; <strong>πληθωρισμού&nbsp; </strong>κατά το&nbsp; τρέχον&nbsp; οκτάμηνο (Ιανουάριος-Αύγουστος&nbsp;&nbsp;&nbsp; 2022)&nbsp; στην&nbsp; <strong>Ελλάδα&nbsp; </strong>είναι&nbsp;<strong> 9,4%</strong>, αναδεικνύεται&nbsp; επισφαλής&nbsp; η&nbsp; πρόβλεψη&nbsp; του&nbsp;<strong> 8,6%&nbsp; ως&nbsp; μέσου&nbsp; ετήσιου (2022)</strong>&nbsp; επιπέδου&nbsp; πληθωρισμού&nbsp; στην&nbsp; χώρα&nbsp; μας,&nbsp; δεδομένου&nbsp; ότι&nbsp; κάτι&nbsp; τέτοιο&nbsp; προϋποθέτει&nbsp; ότι&nbsp; ο μέσος&nbsp; όρος&nbsp; πληθωρισμού&nbsp; του&nbsp; επόμενου&nbsp; 4-μηνου&nbsp; θα&nbsp; πρέπει να&nbsp; είναι&nbsp; 7%. </li></ul>



<p>Στις&nbsp; συνθήκες&nbsp; αυτές&nbsp; της&nbsp; εκρηκτικής&nbsp; αύξησης,&nbsp; σε&nbsp; σύντομο&nbsp; χρονικό&nbsp; διάστημα,&nbsp; ενός&nbsp; πληθωρισμού&nbsp; της&nbsp; προσφοράς (ανατιμήσεις&nbsp; ενεργειακών&nbsp; προϊόντων&nbsp; καθώς&nbsp; και&nbsp; των&nbsp; άλλων&nbsp; ενδιάμεσων&nbsp; και&nbsp; τελικών&nbsp; προϊόντων&nbsp; και&nbsp; υπηρεσιών) &nbsp;&nbsp;που&nbsp; δεν&nbsp; είναι&nbsp; νομισματικής&nbsp; προέλευσης,&nbsp; με&nbsp; παρενέργειες&nbsp; στην&nbsp; μείωση&nbsp; της&nbsp; ζήτησης&nbsp; και&nbsp; της&nbsp; οικονομικής&nbsp; δραστηριότητας&nbsp; στην&nbsp; ευρωζώνη&nbsp; και&nbsp; στα&nbsp; κράτη-μέλη, οι&nbsp; κεντρικές&nbsp; τράπεζες&nbsp; στην&nbsp; <strong>Ευρώπη&nbsp; </strong>και τις <strong>ΗΠΑ&nbsp; </strong>επέλεξαν&nbsp; και&nbsp;&nbsp; συνεχίζουν&nbsp; να&nbsp; επιλέγουν την&nbsp; καταπολέμηση&nbsp; του&nbsp; με&nbsp; την&nbsp; σύσφιξη (αύξηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων)&nbsp; της&nbsp; νομισματικής&nbsp; πολιτικής. </p>



<p>Πιο&nbsp; συγκεκριμένα,&nbsp; στην&nbsp; <strong>Ευρώπη&nbsp; </strong>η&nbsp; <strong>Ευρωπαϊκή&nbsp; Κεντρική&nbsp; Τράπεζα (ΕΚΤ)&nbsp; </strong>αποφάσισε (8/9/22) την&nbsp; αύξηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; κατά 0,75%,&nbsp; με&nbsp; προοπτική&nbsp; το&nbsp; σημερινό&nbsp; επίπεδο (1,25%)&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; να&nbsp; διαμορφωθεί&nbsp; στο&nbsp; τέλος&nbsp; του&nbsp; 2022&nbsp; στο&nbsp; επίπεδο&nbsp; του&nbsp; 2%, αναμένοντας&nbsp; μία&nbsp; ανάσχεση&nbsp; του&nbsp; <strong>πληθωριστικού&nbsp; φαινομένου&nbsp; </strong>και&nbsp; ένα&nbsp; περιορισμό&nbsp; της&nbsp; ροής&nbsp; της&nbsp; <strong>ρευστότητας </strong>η&nbsp; οποία&nbsp; κατά την&nbsp; εκτίμηση&nbsp; της&nbsp; <strong>ΕΚΤ </strong>θα&nbsp; οδηγήσει&nbsp; σε&nbsp; επιβράδυνση (0,9%&nbsp; το&nbsp; 2023&nbsp; και 1,9%&nbsp; το&nbsp; 2024) της&nbsp; οικονομίας&nbsp; της&nbsp; ευρωζώνης, ενώ&nbsp; κατά την&nbsp; εκτίμηση (Citibank,2022) θα&nbsp; οδηγήσει&nbsp;&nbsp; το&nbsp; 2023&nbsp; σε&nbsp; ύφεση -0,9%. </p>



<ul class="wp-block-list"><li>Mε&nbsp; άλλα&nbsp; λόγια&nbsp; η&nbsp; <strong>ΕΚΤ&nbsp; </strong>κατά&nbsp; τη&nbsp; πρόσφατη (8/9/22)&nbsp; απόφαση&nbsp; της&nbsp; περαιτέρω&nbsp; αύξησης&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; κατά 0,75%, &nbsp;υποστηρίζει &nbsp;&nbsp;ότι&nbsp; για την αντιμετώπιση&nbsp; των&nbsp; σημερινών&nbsp; πληθωριστικών&nbsp; πιέσεων&nbsp; της&nbsp; προσφοράς&nbsp;&nbsp; δεν&nbsp; υπάρχει&nbsp;&nbsp; διαφορετική&nbsp; πολιτική&nbsp; εκτός&nbsp; από&nbsp; την&nbsp; πολιτική&nbsp; αυστηροποίησης&nbsp; της&nbsp; νομισματικής&nbsp; πολιτικής. </li></ul>



<p><strong>Επιπλέον&nbsp; η&nbsp; ΕΚΤ&nbsp; επιλέγει&nbsp; να&nbsp; αναφέρεται&nbsp; στην&nbsp; αύξηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; προκειμένου&nbsp; να&nbsp; διατηρηθεί&nbsp; η&nbsp; ισχύς&nbsp; του&nbsp; ευρωπαϊκού&nbsp; νομίσματος.</strong></p>



<p>Όμως, η <strong>ΕΚΤ&nbsp; </strong>δεν&nbsp; αναφέρεται&nbsp; στο&nbsp; γεγονός&nbsp; ότι&nbsp; όταν «ο&nbsp; πληθωρισμός&nbsp; συνδέεται&nbsp; με&nbsp; πιέσεις&nbsp; από&nbsp; την&nbsp; πλευρά&nbsp; της&nbsp; προσφοράς&nbsp; η&nbsp; υπερβολική&nbsp; αυστηροποίηση&nbsp; της&nbsp; νομισματικής&nbsp; πολιτικής&nbsp; θα&nbsp; επιδεινώσει&nbsp; τις αρνητικές&nbsp; επιπτώσεις&nbsp; στην&nbsp; παραγωγή» (M.Orange, Mediapart, 8/9/2022), δημιουργώντας&nbsp; <strong>συνθήκες&nbsp; ύφεσης&nbsp; και&nbsp; υπονόμευσης&nbsp; των&nbsp; προσδοκιών&nbsp; των&nbsp; νοικοκυριών </strong>(πραγματική μείωση&nbsp; εισοδημάτων, μείωση&nbsp; της&nbsp; ζήτησης)&nbsp; και&nbsp; των&nbsp; επιχειρήσεων (αύξηση&nbsp; κόστους παραγωγής, αύξηση τιμών, μείωση παραγωγής) στην&nbsp; Ευρώπη&nbsp; και&nbsp; στην&nbsp; οικονομία&nbsp; της&nbsp; ευρωζώνης. </p>



<p>Στην&nbsp; κατεύθυνση&nbsp; αυτή, αναδεικνύεται &nbsp;η&nbsp; παρατήρηση&nbsp; &nbsp;ότι&nbsp; «οι&nbsp; κεντρικές&nbsp; τράπεζες&nbsp; υποθέτουν&nbsp; ότι&nbsp; η&nbsp; ύφεση&nbsp; είναι&nbsp; το&nbsp; τίμημα&nbsp; για&nbsp; τη&nbsp; μείωση του&nbsp; πληθωρισμού»(Chr.Chavagneux, Alternatives Economiques, 13/9/2022). </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Κι’ αυτό&nbsp; εξηγείται&nbsp; από&nbsp; το&nbsp; γεγονός&nbsp; ότι&nbsp; οι&nbsp;<strong> κεντρικές&nbsp; τράπεζες</strong>&nbsp; αυξάνοντας&nbsp; το&nbsp; κόστος&nbsp; δανεισμού&nbsp; με την&nbsp; αύξηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp;&nbsp; προκειμένου&nbsp; να&nbsp; αντιμετωπίσουν&nbsp; τον&nbsp; πληθωρισμό,&nbsp;&nbsp; οδηγούνται&nbsp; τελικά&nbsp; εκτός&nbsp; από&nbsp; την&nbsp; ύφεση&nbsp; (μείωση&nbsp; των&nbsp; επενδύσεων)&nbsp; και&nbsp; σε&nbsp;&nbsp; μεγαλύτερη&nbsp; αύξηση&nbsp; των&nbsp; τιμών (π.χ. αύξηση&nbsp; των&nbsp; ενοικίων&nbsp; λόγω&nbsp; της&nbsp; αύξησης&nbsp; του&nbsp; κόστους&nbsp; των&nbsp; τόκων). </p></blockquote>



<p>Αντίθετα,&nbsp; οι&nbsp; <strong>κεντρικές&nbsp; τράπεζες,</strong>&nbsp; από&nbsp; την&nbsp; στιγμή&nbsp; που&nbsp; ο&nbsp; σημερινός&nbsp; πληθωρισμός&nbsp; δεν&nbsp; είναι&nbsp; νομισματικής&nbsp; προέλευσης&nbsp; και&nbsp; επομένως&nbsp; η&nbsp; αντιμετώπιση&nbsp; του&nbsp; δεν&nbsp; θα&nbsp; έλθει&nbsp; από&nbsp; νομισματική&nbsp; λύση, &nbsp;&nbsp;θα&nbsp; έπρεπε&nbsp; να&nbsp; αποφασίσουν&nbsp; την διατήρηση&nbsp; των&nbsp; επιτοκίων&nbsp; σε&nbsp; <strong>χαμηλά&nbsp; επίπεδα,&nbsp; </strong>προκειμένου &nbsp;<strong>οι&nbsp; δημόσιοι&nbsp; φορείς&nbsp; να&nbsp; δαπανήσουν&nbsp; περισσότερους&nbsp; πόρους &nbsp;&nbsp;σε&nbsp; ενεργειακές&nbsp; υποδομές&nbsp; και&nbsp; &nbsp;μετασχηματισμού&nbsp; της&nbsp; προσφοράς&nbsp; ενέργειας&nbsp; και&nbsp;&nbsp;&nbsp; μείωσης&nbsp; των&nbsp; τιμών&nbsp; των&nbsp; ενεργειακών&nbsp; προϊόντων&nbsp; και&nbsp; οι&nbsp; επιχειρήσεις&nbsp; να&nbsp; πραγματοποιήσουν&nbsp; επενδύσεις τεχνολογικού&nbsp; εκσυγχρονισμού σε&nbsp; κλάδους&nbsp;&nbsp;&nbsp; οικονομικής&nbsp; δραστηριότητας&nbsp;</strong> που&nbsp; η παραγωγή&nbsp; τους (προσφορά) &nbsp;παρουσιάζει&nbsp; δυσχέρειες. </p>



<ul class="wp-block-list"><li>Παράλληλα για την ενδυνάμωση των προσδοκιών αξιοπρεπούς&nbsp; διαβίωσης&nbsp; των&nbsp; νοικοκυριών&nbsp; και&nbsp; οικονομικής&nbsp; βιωσιμότητας&nbsp; των&nbsp; επιχειρήσεων,&nbsp; απαιτούνται&nbsp;&nbsp; άμεσα&nbsp; και&nbsp; βραχυ-μεσοπρόθεσμα&nbsp; μέτρα&nbsp; χρηματοδοτικής&nbsp; υποστήριξης&nbsp; της&nbsp; αγοραστικής&nbsp; δύναμης&nbsp; των&nbsp; νοικοκυριών,&nbsp; των&nbsp; επιχειρήσεων&nbsp; και&nbsp; μείωσης&nbsp; των&nbsp; τιμών&nbsp; των&nbsp; ενεργειακών&nbsp; προϊόντων&nbsp; &nbsp;καθώς&nbsp; και&nbsp; των&nbsp; τιμών&nbsp; της&nbsp; εφοδιαστικής&nbsp; αλυσίδας. </li></ul>



<p>Σε&nbsp; διαφορετική&nbsp; περίπτωση&nbsp; στην&nbsp; <strong>Ευρώπη</strong>, την&nbsp; <strong>ευρωζώνη </strong>και τα κράτη-μέλη&nbsp; η&nbsp; αυστηροποίηση&nbsp; της&nbsp; νομισματικής&nbsp; πολιτικής&nbsp; θα&nbsp; συμβάλλει&nbsp; στην&nbsp; αύξηση&nbsp; του&nbsp; κινδύνου&nbsp; μετεξέλιξης&nbsp; του&nbsp; πληθωριστικού&nbsp; φαινομένου&nbsp; σε&nbsp; στασιμοπληθωρισμό (πληθωρισμό&nbsp; και ύφεση).</p>



<p><strong>*Ομότ. Καθηγητή&nbsp; Παντείου&nbsp; Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου&nbsp; Πανεπιστημίου</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έντονος και παρατεταμένος ο ήχος του ελλείμματος δημογραφικής πολιτικής στην Ελλάδα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/07/21/entonos-kai-paratetamenos-o-ichos-toy-e/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 21 Jul 2022 04:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[απογραφη]]></category>
		<category><![CDATA[μπετσης]]></category>
		<category><![CDATA[ρομπολης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=661174</guid>

					<description><![CDATA[Στις 19/07/2022 η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του πληθυσμού (10.432.841 μόνιμοι  κάτοικοι) της χώρας μας, σύμφωνα  με  την  απογραφή πληθυσμού  του  2021. Έτσι, ο πληθυσμός το 2021  είναι κατά 3,5% μειωμένος σε σχέση με τον πληθυσμό της  απογραφής του 2011 ο οποίος ήταν 11.123.392 μόνιμοι  κάτοικοι και  αποτελούσε  το μέγιστο σημείο του,  δεδομένου  ότι  μέχρι [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στις 19/07/2022 η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του πληθυσμού (10.432.841 μόνιμοι  κάτοικοι) της χώρας μας, σύμφωνα  με  την  απογραφή πληθυσμού  του  2021. Έτσι, ο πληθυσμός το 2021  είναι κατά 3,5% μειωμένος σε σχέση με τον πληθυσμό της  απογραφής του 2011 ο οποίος ήταν 11.123.392 μόνιμοι  κάτοικοι και  αποτελούσε  το μέγιστο σημείο του,  δεδομένου  ότι  μέχρι και εκείνο το έτος ο πληθυσμός στην Ελλάδα συνεχώς αυξανόταν.  Δηλαδή, σε 11 χρόνια ο πληθυσμός  στην Ελλάδα  μειώθηκε  κατά  690.911 κατοίκους. Το 2012 ο πληθυσμός της χώρας μας ήταν 11.086.406 κάτοικοι και το 2013 την χρονιά της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης και ύφεσης  ήταν  11.003.615 κάτοικοι. </h3>



<p><strong>Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου  Γ. Μπέτση</strong>*</p>



<p>Με άλλα λόγια μέσα στα δύο χρόνια  ψήφισης  και  εφαρμογής  των δύο πρώτων <strong>Μνημονίων </strong>η Ελλάδα  απώλεσε  <strong>120.000  άτομα</strong>  από τον  πληθυσμό της, κατά βάση, λόγω της εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας  και της μετανάστευσης, ιδιαίτερα, νέων και  εξειδικευμένων, στο εξωτερικό. </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Το 2014 ο πληθυσμός της χώρας μας μειώθηκε κάτω από τα 11.000.000 άτομα (10.926.807 κατοίκους). </p></blockquote>



<p>Στις  συνθήκες  αυτές των  πληθυσμιακών, μεταξύ των άλλων, συνεπειών  των  <strong>Μνημονίων</strong>, τα αποτελέσματα  της απογραφής  πληθυσμού του  2021  δεν θα πρέπει να μας εκπλήττουν, δεδομένου  ότι  ο κώδωνας του κινδύνου,  παρά το  γεγονός  ότι  είχε χτυπήσει από το 2013,  δεν  κατόρθωσε  να  αφυπνήσει  το  ενδιαφέρον  σχεδιασμού  και  άσκησης  μίας  συγκροτημένης  και  βραχυ-μεσομακροπρόθεσμης  δημογραφικής  πολιτικής  της  <strong>ελληνικής  Πολιτείας. </strong></p>



<ul class="wp-block-list"><li>Συγκεκριμένα στις δημογραφικές προβολές που είχε εκπονήσει η <strong>Eurostat </strong>το 2013 (Europop 2013) είχε υπολογίσει τότε ότι ο πληθυσμός της χώρας μας το  2022 θα είναι 10.580.000 άτομα, δηλαδή η εκτίμησή της ήταν ορθή κατά 98,6% και μάλιστα με μεγαλύτερο πληθυσμό από ότι τελικά παρατηρήθηκε. </li></ul>



<p>Στις ίδιες δημογραφικές προβολές εκτιμούσε ότι ο πληθυσμός της  <strong>Ελλάδας  </strong>το έτος 2025 θα  είναι  10.400.000 άτομα  και  το  2060  θα  είναι 8,6 εκατομ. άτομα. Μετά από   τις  δύο  αυτές  προαναφερόμενες  εκτιμήσεις, το 2015, και αφού ο πληθυσμός της χώρα μας είχε μειωθεί στους 10.858.018 κατοίκους, η <strong>Eurostat </strong>εκπόνησε νέες δημογραφικές προβολές (Eurostat based projections 2015) στις οποίες εκτιμούσε ότι το 2022 ο πληθυσμός της χώρας μας θα είναι 10.437.045 άτομα  (εκτίμηση  κατά  99,9%  ορθή, δεδομένου  ότι  προσεγγίζει  κατά πολύ  τα  αποτελέσματα  της   πρόσφατης απογραφής του 2021).  </p>



<ul class="wp-block-list"><li>Με  άλλα  λόγια, η <strong>Eurostat  </strong>εκτίμησε  το μέγεθος της   πρόσφατης  απογραφής  επτά  χρόνια νωρίτερα. Στις ίδιες δημογραφικές προβολές του 2015 η <strong>Eurostat </strong>εκτίμησε  ότι ο πληθυσμός της χώρας μας το 2030 (σε 8 έτη από σήμερα) θα είναι κάτω από τα 10 εκατομ. άτομα (9.944.000 κάτοικοι), ενώ στις πιο πρόσφατες δημογραφικές προβολές του 2018, εκτίμησε ότι ο πληθυσμός  στην Ελλάδα  το 2030 θα είναι  10.100.000 κάτοικοι. </li></ul>



<p>Αξίζει  να  σημειωθεί  ότι  από τις εκτιμήσεις των  δημογραφικών  προβολών  της <strong>Eurostat</strong>,   οι  οποίες  εκπονούνται κάθε τρία χρόνια,  η παρατηρούμενη  πτωτική  τάση του πληθυσμού της χώρας μας θα συνεχιστεί με όλες τις αρνητικές κοινωνικό-οικονομικές  συνέπειες. </p>



<p><strong>Επιπλέον, αξίζει  να  σημειωθεί  ότι  από την στιγμή που η χώρα μας πια γνωρίζει με αρκετά μεγάλη ακρίβεια ποια θα είναι η μελλοντική πορεία του πληθυσμού της,  θα πρέπει αυτή τη φορά να σχεδιάσει  και να υλοποιήσει  μία συγκροτημένη εθνική  στρατηγική δημογραφικής πολιτικής η οποία: </strong></p>



<ul class="wp-block-list"><li>α) ως βραχυ-μεσοπρόθεσμο στόχο θα έχει την  επιβράδυνση  του ρυθμού μείωσης του πληθυσμού και </li><li>β)  ως  μακροπρόθεσμο στόχο  θα  έχει  την διατήρηση  του  πληθυσμού  στο  επίπεδο  9,5 εκατομ.  κατοίκων  μέχρι το 2070, όταν οι πρόσφατες προβολές της Eurostat εκτιμούν ότι η χώρα μας  το 2070  θα  έχει  πληθυσμό  8,6 εκατομ.  κατοίκoους. </li></ul>



<p>Εκτιμάται  ότι  η   μείωση του πληθυσμού  θα  είναι   αναπόφευκτη, δεδομένου  ότι  η ηλικιακή δομή του πληθυσμού και οι γυναίκες που είναι σε ηλικία γονιμότητας ακόμα κι αν αυξάνονταν ο δείκτης γονιμότητας στο 1,7 από 1,3 παιδιά που είναι σήμερα, δεν θα αποτρέπονταν η μείωση του πληθυσμού. Όμως, μπορεί με  μία  συγκροτημένη  και  διαχρονικά  συνεπή  βραχυ-μεσομακροπρόθεσμη  δημογραφική  πολιτική  να ανακοπεί ο ετήσιος ρυθμός μείωσης του πληθυσμού  ώστε  να μην μειωθεί ο πληθυσμός κάτω από τα 9,5 εκατομ. άτομα.  </p>



<p>Κι’ αυτό  γιατί  μία δημογραφική πολιτική που θα αυξήσει τον δείκτη γονιμότητας στο 1,7 παιδιά ανά γυναίκα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός της χώρας μας  το 2070  να  είναι 9,5 εκατομ. και όχι 8,6 εκατομ. άτομα (εκτίμηση εάν συνεχιστεί ο ρυθμός μείωσης του πληθυσμού που παρατηρείται την τελευταία 10-ετία στην Ελλάδα).</p>



<p><strong>*Ομότ. Καθηγητή  Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
