<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Προκόπης Παυλόπουλος &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Fri, 23 May 2025 15:56:21 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>Προκόπης Παυλόπουλος &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Προκόπης Παυλόπουλος: &#8220;Η Συνθήκη της Λωζάνης και το ζήτημα των μειονοτήτων&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/05/23/prokopis-pavlopoulos-i-synthiki-tis-lo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρούλα Μαντή]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 23 May 2025 15:56:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1045938</guid>

					<description><![CDATA[Σε ομιλία του στην Αλεξανδρούπολη, με θέμα «Η Συνθήκη της Λωζάνης και το ζήτημα των Μειονοτήτων», στο πλαίσιο του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «ΤΡΑΥΜΑ – Το Συλλογικό Τραύμα και οι Ψυχοκοινωνικοί Παράγοντες» που συνδιοργάνωσαν η Ένωση Πολιτιστικών Φορέων Έβρου (Ε.ΠΟ.Φ.Ε.) και το «Διεθνές Κοινωνικο-Παιδαγωγικό Forum Αλεξανδρούπολης», ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σε ομιλία του στην Αλεξανδρούπολη, με θέμα «Η Συνθήκη της Λωζάνης και το ζήτημα των Μειονοτήτων», στο πλαίσιο του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «ΤΡΑΥΜΑ – Το Συλλογικό Τραύμα και οι Ψυχοκοινωνικοί Παράγοντες» που συνδιοργάνωσαν η Ένωση Πολιτιστικών Φορέων Έβρου (Ε.ΠΟ.Φ.Ε.) και το «Διεθνές Κοινωνικο-Παιδαγωγικό Forum Αλεξανδρούπολης», ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<p></p>



<p>Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με το κορυφαίο πολιτικό του ήθος και το εμβληματικό διεθνές κύρος του διαδραμάτισε καταλυτικό, κυριολεκτικώς, ρόλο ως προς την διατύπωση και την τελική σύναψη της Συνθήκης της Λωζάνης, συμμετέχοντας στην Συνδιάσκεψη της Λωζάνης μεταξύ 1922 και 1923. Επισημαίνεται -για πολλοστή φορά λόγω της απαράδεκτης διαχρονικής «αναθεωρητικής» τουρκικής τακτικής- πως η Συνθήκη της Λωζάνης ισχύει και θα ισχύει στο ακέραιο, δοθέντος ότι από την ίδια της την θεσμική φύση και υπόσταση δεν είναι δυνατό νομικώς να αναθεωρηθεί.<br></p>



<p>Α. Με «χαίνουσες» ακόμη τις Εθνικές μας πληγές από την Μικρασιατική Καταστροφή και την φρικτή Γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, η τριμελής ηγεσία της Επαναστατικής Επιτροπής -η οποία, στο μεταξύ, είχε αναλάβει τις τύχες του Τόπου υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης- που αποτελούσαν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς και ο υποπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, απευθύνθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Βάζοντας, ως αυθεντικός πολιτικός Ταγός και πραγματικός Πατριώτης που «επιστρατεύεται» κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες συνθήκες, στο περιθώριο την πικρή εμπειρία του εντελώς πρόσφατου παρελθόντος, ο θριαμβευτής της Συνθήκης των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920 και ουσιαστικός διαμορφωτής της, σύμφωνα με αυτήν, «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε Θαλασσών» δέχθηκε, ανεπιφυλάκτως, να εκπληρώσει εκ νέου το Εθνικό Χρέος του για την «ανασύνταξη» της υπό κατάρρευση Πατρίδας. Δίχως ψευδαισθήσεις, αλλά με τον υπερήφανο και ανεπιτήδευτο ρεαλισμό μεγάλου ηγέτη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσήλθε επικεφαλής της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στην Συνδιάσκεψη της Λωζάνης για να περισώσει ό,τι ήταν δυνατό από το υπό διάλυση, άλλοτε λαμπρό, «οικοδόμημα» της Συνθήκης των Σεβρών.<br></p>



<p>Β. Καθ’ όλη την διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, από την 1η Νοεμβρίου 1922 έως την 24η Ιουλίου 1923, ο Ελευθέριος Βενιζέλος «ξεδίπλωσε», με μεγάλη διεθνή απήχηση, το κύρος του, τις γνώσεις του και ιδίως τις εμπειρίες του για όλα τ’ «ανοικτά μέτωπα» της Ελλάδας. Μ’ έμφαση στα ζητήματα των συνόρων μας, των Νησιών του Αιγαίου, της αποτελεσματικής προστασίας του Πατριαρχείου, της αντίκρουσης των περί πολεμικών αποζημιώσεων εξωπραγματικών τουρκικών αξιώσεων και του ολοκληρωμένου καθορισμού του νομικού καθεστώτος των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία αντιστοίχως. Καίτοι η επιτυχία του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν, υπό τις τραγικές περιστάσεις της εποχής, οφθαλμοφανής, ο ίδιος απέφυγε κάθε θριαμβολογία, με πλήρη επίγνωση ότι ο «γολγοθάς» δεν είχε τελειώσει για την Πατρίδα. Ενδεικτικό είναι ότι αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, την 24η Ιουλίου 1923, μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και των Συμμάχων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τηλεγράφησε στους Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά: </p>



<p>«Ευχαρίστως αγγέλω υμίν ότι σήμερον, μεταμεσημβρίαν, εις την μεγάλην αίθουσαν του Πανεπιστημίου Λωζάννης, υπεγράφη η Συνθήκη της Ειρήνης μετά πασών των σχετικών συμβάσεων, δηλώσεων και πρωτοκόλλων. Η Συνθήκη αύτη, συναφθείσα μετά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν, δεν σημαίνει, ατυχώς, Ελληνικόν θρίαμβον. Αλλά η Επανάστασις δύναται να είναι υπερήφανος ότι αναδιοργανώσασα Εθνικόν Στρατόν έδωκε τα μέσα εις την Αντιπροσωπείαν της να επιτύχη την συνομολόγησιν εντίμου ειρήνης, ήτις επιτρέπει εις την Ελλάδα να επιστρέψη εις τα έργα ειρήνης και να αφοσιωθή εις το έργον της εσωτερικής περισυλλογής.»<br>Ι. Οι περί των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία ρυθμίσεις των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης<br>Η περαιτέρω ανάλυση θα επικεντρωθεί, πρωτίστως, στο ζήτημα Μειονοτήτων εντός των ορίων της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης. Και στο σημείο αυτό διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι το σημαντικότερο επίτευγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν εκείνες οι ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες καθορίζουν ότι η μεν Μειονότητα στην Ελλάδα είναι Θρησκευτική, ήτοι Μουσουλμανική, ενώ η Μειονότητα στην Τουρκία είναι Εθνική, ήτοι Ελληνική. Και με δεδομένο ότι, όπως η Ελλάδα -και όχι μόνο- έχει καταστήσει urbi et orbi σαφές, από την ίδια την νομική φύση της η Συνθήκη της Λωζάνης δεν καταργείται ούτε αναθεωρείται, περαιτέρω συνάγεται, με σαφήνεια, πως οι διατάξεις της ισχύουν και θα ισχύουν, στο ακέραιο, μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, άρα και έναντι της Τουρκίας. Αυτή δε η διαρκής και αδιάλειπτη ισχύς της Συνθήκης της Λωζάνης επιτρέπει, ανά πάσα στιγμή, να κριθούν αλλά και να συγκριθούν, αντιστοίχως, η στάση της Ελλάδας καθώς και η στάση της Τουρκίας ως προς την εφαρμογή της, από την έναρξη της ισχύος της έως σήμερα.<br></p>



<p>Α. Η Σύμβαση της 30ής Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών και οι έννομες συνέπειές της ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων<br>Της Συνθήκης της Λωζάνης προηγήθηκε, πάντοτε στο πλαίσιο της κατά τ’ ανωτέρω Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, η Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών -μετά του σχετικού Πρωτοκόλλου- η οποία υπογράφηκε, μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, την 30ή Ιανουαρίου 1923.<br>Κρίσιμες, ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία, είναι οι διατάξεις της ως άνω Σύμβασης που εμπεριέχονται στα άρθρα:<br>α) 2, σύμφωνα με τις οποίες: «Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν: α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912. Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.<br>β) 3, σύμφωνα με τις οποίες: «Οι Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι, οι εγκαταλείψαντες ήδη από της 18ης Οκτωβρίου 1912 τα εδάφη, ων οι Έλληνες και Τούρκοι κάτοικοι θέλουσιν αμοιβαίως ανταλλαγή, θα θεωρηθώσι περιλαμβανόμενοι εν τη ανταλλαγή τη προβλεπομένη εν τω 1 άρθρω.<br>γ) 5, σύμφωνα με τις οποίες: «Υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 της παρούσης Συμβάσεως, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και αι απαιτήσεις των εν Τουρκία Ελλήνων ή των εν Ελλάδι Μουσουλμάνων, ουδόλως θέλουσι θιγή συνεπεία της γενησομένης δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως ανταλλαγής.</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li>Οι προμνημονευόμενες διατάξεις της Σύμβασης περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών αποτελούν, έκτοτε, αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις:<br>α) Του άρθρου 19 της Σύμβασης αυτής, σύμφωνα με τις οποίες: «Η παρούσα Σύμβασις θα έχη το αυτό κύρος και την αυτήν ισχύν έναντι των ώδε Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, ωσεί περιελαμβάνετο αύτη εν τη Συνθήκη Ειρήνης, ήτις θέλει συναφθή μετά της Τουρκίας. Η ισχύς ταύτης άρξεται αμέσως μετά την επικύρωσιν της ειρημένης Συνθήκης παρά των δυο υψηλών Συμβαλλομένων Μερών».<br>β) Του άρθρου 142 της Συνθήκης της Λωζάνης, σύμφωνα με τις οποίες: «Η συνομολογηθείσα την 30ην Ιανουαρίου 1923 μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας ειδική Σύμβασις περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών θα έχη μεταξύ των δύο τούτων Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών την αυτήν ισχύν και κύρος, ως εάν περιελαμβάνετο εν τη παρούση Συνθήκη».<br>Β. Η γραμματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης της 30ής Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών και της Συνθήκης της Λωζάνης, ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων<br>Από την γραμματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 142 της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της και τις ρυθμίσεις των διατάξεων των προμνημονευόμενων άρθρων 2,3 και 5 της Σύμβασης περί ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών της 30ής Ιανουαρίου 1923, συνάγεται, και μάλιστα ανενδοιάστως, ότι:<br>Οι διατάξεις αυτές προέβλεψαν, μεταξύ άλλων, και την ανταλλαγή των Μειονοτήτων.<br>α) Με την έννοια της αμοιβαίας μετεγκατάστασης Τούρκων υπηκόων, Ελληνικού Ορθόδοξου Θρησκεύματος, στην Ελλάδα και Ελλήνων υπηκόων, Μουσουλμανικού Θρησκεύματος, στην Τουρκία.<br>β) Όμως, η Συνθήκη της Λωζάνης εξαίρεσε, ρητώς, από την ρύθμιση αυτή τόσο τους Μουσουλμάνους μόνιμους κατοίκους της Δυτικής Θράκης, όσο και, τους Έλληνες μόνιμους κατοίκους της Περιφέρειας της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, εγκατεστημένων στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918.</li>



<li>Εκ τούτων συνάγεται, επίσης ανενδοιάστως, και ότι:<br>α) Οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης συνιστούν αμιγώς «Θρησκευτική Μειονότητα» και είναι, κατά πάντα, Έλληνες ως προς την ιθαγένειά τους. Επέκεινα:<br>α1) Αφενός μπορούν να διεκδικήσουν, με κάθε νόμιμο μέσο, την ακώλυτη άσκηση και όλων, ανεξαιρέτως, των δικαιωμάτων που, κατά το Σύνταγμά μας, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο, αναγνωρίζονται στα μέλη Θρησκευτικών Μειονοτήτων. Κυρίως δε τα δικαιώματα, τα οποία σχετίζονται με την Θρησκευτική Ελευθερία και την συνακόλουθη απόρριψη κάθε μορφής αντίθετων προς αυτή διακρίσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, αμέσως ή εμμέσως, ιδίως σε παραβίαση της αρχής της Ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) και των γενικών ρητρών του σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).<br>α2) Αφετέρου, όμως, δεν μπορούν να διεκδικήσουν την υπεράσπιση δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων η οποία, αμέσως ή εμμέσως, θα έθετε εν αμφιβόλω την Ελληνική ιθαγένειά τους. Πολλώ δε μάλλον δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων που θα ήταν σε θέση, και πάλι αμέσως ή εμμέσως, ν’ αλλοιώσουν την φύση της ως αμιγώς Θρησκευτικής Μειονότητας, προσδίδοντάς της χαρακτηριστικά Εθνικής Μειονότητας, π.χ. Τουρκικής Μειονότητας.<br>β) Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, είναι μέλη αμιγώς Εθνικής Μειονότητας. Επέκεινα, το Κράτος της Τουρκίας:<br>β1) Δεν νομιμοποιείται, κατ’ ουδένα τρόπο, να τους απαγορεύει, αμέσως ή εμμέσως, την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επίκληση της Ελληνικής τους καταγωγής και την υπεράσπιση των κάθε είδους δικαιωμάτων ή και έννομων συμφερόντων, τα οποία συνδέονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με την ως άνω επίκληση.<br>β2) Επίσης δεν νομιμοποιείται, και πάλι κατ’ ουδένα τρόπο, να προβαίνει, με απώτερο σκοπό την «στόχευση» της Ελληνικής τους καταγωγής, σε διακρίσεις ή, a fortiori, σε διώξεις εις βάρος τους κατά την άσκηση των κάθε είδους δικαιωμάτων, τα οποία τους αναγνωρίζει το Σύνταγμα της Τουρκίας και, κυρίως, το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, καθ’ ό μέτρο τούτο επηρεάζει εν προκειμένω και την Έννομη Τάξη της Τουρκίας, λόγω των Ευρωπαϊκών της δεσμεύσεων κατά την, όποια έως σήμερα, ενταξιακή της πορεία και προοπτική.<br>ΙΙ. Η διαχρονική πορεία εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάνης, αναφορικά με τις περί Μειονοτήτων διατάξεις της, από την Ελλάδα<br>Η ανάλυση του όλου κανονιστικού πλαισίου των περί Μειονοτήτων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία προηγήθηκε, επιτρέπει, με μεγάλη θεσμική αλλά και πολιτική ευχέρεια και ακρίβεια, την ως σήμερα αποτίμηση του κατά πόσον η Ελλάδα και η Τουρκία σεβάσθηκαν η μεν πρώτη τις υποχρεώσεις της έναντι της Θρησκευτικής Μειονότητας των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, η δε δεύτερη τις υποχρεώσεις της έναντι της Εθνικής Μειονότητας των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης -η οποία, ας σημειωθεί, περιλαμβάνει και Πομάκους, καθώς και Ρομά- η Ελλάδα έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο πλήρως σύμφωνο με την Συνθήκη της Λωζάνης αλλά και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το εν γένει Διεθνές Δίκαιο, ως προς τα κάθε είδους Δικαιώματα των Μειονοτήτων, θρησκευτικά ή μη. Τα όσα δε ισχυρίζεται περί του αντιθέτου η Τουρκία, όσον αφορά τα ζητήματα αφενός των Μουφτήδων και, αφετέρου, του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, είναι παντελώς έωλα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τα εξής:<br>Α. Το καθεστώς του Μουφτή<br>Το νομικό καθεστώς του Μουφτή διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 137 επ. του ν. 4964/2022 (ΦΕΚ, Α΄, 30.7.2022), με τις οποίες επήλθε ουσιώδης εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας των Μουφτειών Θράκης. Όπως συνέβαινε και κατά την προϊσχύσασα νομοθεσία, έτσι και κατά τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 3 του ως άνω νόμου ο Μουφτής είναι δημόσιος υπάλληλος. Και μάλιστα δημόσιος υπάλληλος που κατέχει θέση προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης.</li>



<li>Ειδικότερα, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4964/2022, ο Μουφτής διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 156).<br>α) Του διορισμού αυτού προηγείται δημόσια προκήρυξη (άρθρο 151), σύνταξη καταλόγου υποψηφίων (άρθρο 152) και διατύπωση απλής αιτιολογημένης γνώμης –χωρίς συγκριτική αξιολόγηση– για τα προσόντα, κωλύματα, ασυμβίβαστα και την επάρκεια των υποψηφίων, από Συμβουλευτική Επιτροπή εκ 33 μελών, Ελλήνων πολιτών της Μουσουλμανικής Μειονότητας Θράκης (άρθρα 153-155). Ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επιλέγει, κατά διακριτική ευχέρεια, εφόσον όμως αυτός έχει τα κατά νόμο προσόντα, τον Μουφτή μεταξύ των υποψηφίων, ως προς τους οποίους γνωμοδότησε η αρμόδια Συμβουλευτική Επιτροπή.<br>β) Ο Μουφτής δεν είναι μόνο θρησκευτικός λειτουργός. Είναι και δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά τις διατάξεις του άρθρου 146 παρ. 8 έχει συγκεκριμένη δικαιοδοσία επί διαφορών που εισάγονται ενώπιόν του, εφόσον το ζητήσουν τα διάδικα μέρη αποδεχόμενα και την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου για την επίλυσή τους. Πρόκειται, κυρίως, για διαφορές οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, ειδικότερα δε για διαφορές επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, εποπτειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και εξ αδιαθέτου διαδοχής. Οι δικαιοδοτικής φύσης αποφάσεις του Μουφτή πρέπει, για να παράγουν δεδικασμένο και εκτελεστότητα, να κηρυχθούν προηγουμένως εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου εδρεύει ο Μουφτής.</li>



<li>Από το γράμμα και το πνεύμα των προμνημονευόμενων διατάξεων προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων του &#8211; κατά βάση θρησκευτικής φύσης- ο Μουφτής εξακολουθεί ν’ ασκεί, εντός της Ελληνικής Έννομης Τάξης, και δημόσιου δικαίου καθήκοντα. Και για την ακρίβεια καθήκοντα δικαιοδοτικής υφής &#8211; καθήκοντα «ιεροδίκη»- ανάλογα μ’ εκείνα των τακτικών δικαστηρίων. Άρα, ως προς αυτά τα καθήκοντα ο Μουφτής είναι όργανο του Ελληνικού Κράτους, το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία.<br>α) Κατά τούτο ορθώς ο Μουφτής διορίζεται, επί θητεία (πενταετή), υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 143 επ. του ν. 4964/2022, κατά τ’ ανωτέρω. Αυτό δε είναι απολύτως σύμφωνο με το Σύνταγμά μας, με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αλλά και με το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο έχει καταστεί μέρος της Έννομης Τάξης μας. Πραγματικά, στην θεωρία αλλά και στην πράξη του Δημόσιου Δικαίου γίνεται καθολικώς δεκτό ότι τα όργανα του Κράτους, τα οποία ασκούν οιασδήποτε μορφής δημόσια εξουσία, διορίζονται από τις κατά νόμο οριζόμενες αρχές. Μόνο δε μέσω της πράξης διορισμού τούς εκχωρείται νομίμως το μέρος δημόσιας εξουσίας, το οποίο μπορούν ν’ ασκήσουν. Συνακόλουθα, η πράξη διορισμού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αφενός οριοθετεί επακριβώς την έκταση της παραχωρούμενης στα όργανα αυτά δημόσιας εξουσίας και, αφετέρου, τα νομιμοποιεί ως προς την κατά το Σύνταγμα άσκησή της. Εκλογή οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Δικαστικής Εξουσίας είναι κατά το Σύνταγμά μας νοητή και επιτρεπτή, εκτός των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου που η αυτοδιοίκησή τους κατοχυρώνεται συνταγματικώς (π.χ. ΟΤΑ, ΑΕΙ), μόνο στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας σωματειακής μορφής νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου &#8211; κλασικό παράδειγμα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και άλλοι, ανάλογης υφής, επαγγελματικοί σύλλογοι &#8211; και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, αλλά μόνον εφόσον αποτελούν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μέρος του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.<br>β) Συνεπώς, κατά το Σύνταγμα εκλογή του Μουφτή από ένα είδος «λαϊκής βάσης» δεν είναι επιτρεπτή. Οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Τουρκίας είναι παντελώς αυθαίρετοι -ας μην παραβλέπεται το γεγονός ότι ούτε στην ίδια την Τουρκία υπάρχει οργανωμένο καθεστώς εκλογής Μουφτή- πράγμα το οποίο σημαίνει, αυτοθρόως, ότι οι «εκλεγμένοι μουφτήδες» στην Ελληνική Θράκη δρουν παρανόμως, ήτοι εκτός των ρυθμίσεων του Ελληνικού Συντάγματος και της εκτελεστικής του νομοθεσίας, και επομένως δεν αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Κράτος. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Τουρκίας ότι η Ελλάδα πρέπει να προβεί, ως προς τον Μουφτή, σε πλήρη διαχωρισμό μεταξύ «θρησκευτικού λειτουργού» και «ιεροδίκη», όχι μόνο συνιστούν ωμή και παράνομη επέμβαση στο εσωτερικό της Ελληνικής Έννομης Τάξης και, κατά συνέπεια, στις αρμοδιότητες του Ελληνικού Κράτους. Αλλά, επιπροσθέτως, τυχόν αποδοχή τους θα οδηγούσε σε πλήρη σύγχυση ως προς τις αρμοδιότητες του Μουφτή, η οποία θ’ απέβαινε εις βάρος αυτού τούτου του κοινού αισθήματος της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται για την ειρηνική διαβίωση στο εσωτερικό της Μειονότητας. Αυτή δε η τελευταία διαπίστωση καθιστά ακόμη πιο ύποπτη την εμμονή της Τουρκίας σε τέτοιες, παντελώς αβάσιμες, αιτιάσεις, όταν μάλιστα υπό το σημερινό καθεστώς του Μουφτή η κοινωνική ζωή της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη είναι απολύτως ομαλή και αρμονική, παρά τα κατά καιρούς θρασύτατα και εντελώς παράνομα «απονενοημένα διαβήματα» των τουρκικών αρχών και των «φερέφωνών» τους κυρίως εντός του τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής.<br>Β. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι<br>Η Ελλάδα ενεργεί, πάντοτε, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο και ως προς το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι όσων μελών της Μουσουλμανικής Μειονότητας διεκδικούν, με προφανείς στοχεύσεις και δρώντας καταφανώς παρανόμως, την ίδρυση σωματείων στην βάση της λεγόμενης «συλλογικής τουρκικής εθνοτικής ταυτότητας».</li>



<li>Συγκεκριμένα δε, τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας αποφασίζουν με βασικό γνώμονα την Συνθήκη της Λωζάνης, πρωτίστως με βάση την προαναφερθείσα πρόβλεψή της ότι ειδικώς η Μουσουλμανική Μειονότητα της Ελληνικής Θράκης είναι αμιγώς Θρησκευτική Μειονότητα. Επιπλέον, τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας λαμβάνουν υπόψη, ως άλλωστε οφείλουν, εν προκειμένω και όλες τις συνταγματικώς, αλλά και από πλευράς Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου, καθιερωμένες ρυθμίσεις, ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν γένει άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Γεγονός το οποίο, δυστυχώς, δεν θέλουν ν’ αποδεχθούν και να κατανοήσουν ορισμένα μέλη της Μουσουλμανικής Μειονότητας που δεν μπορούν να κρύψουν τα πραγματικά τους κίνητρα. Δοθέντος ότι συμπεριφέρονται ως εάν δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Ελλήνων Πολιτών εν γένει, όταν προσφεύγουν π.χ. ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με αντικείμενο την άσκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.<br>α) Την ακρίβεια της κατά τ’ ανωτέρω διαπίστωσης καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του ν. 4491/2017, καθ’ ό μέτρο τροποποίησαν και τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4491/2017: «Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται εδάφια ως εξής: “Η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης του πρώτου εδαφίου επιτρέπεται, επίσης, μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κρίνεται ότι η δικαστική απόφαση που δέχθηκε ή απέρριψε την αρχική αίτηση εκδόθηκε κατά παράβαση δικαιώματος που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στις επιμέρους διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της πρόληψης του εγκλήματος, της προστασίας της υγείας ή ηθικής και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία που καθίσταται οριστική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.”»<br>β) Και κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 4491/2017: «Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου καταλαμβάνει και τις υποθέσεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πριν από τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά και σύμφωνα με τους περιορισμούς της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις λοιπές διατάξεις της Σύμβασης αυτής, καθώς και τις διεθνείς συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία άσκησης της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης είναι ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος.»</li>



<li>Οι διατάξεις αυτές των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017 ικανοποιούν πλήρως και τις απαιτήσεις εκτέλεσης, στο ακέραιο, των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι οποίες εκδόθηκαν μετά τις προσφυγές π.χ. του «Συλλόγου Μειονότητας Ν. Έβρου», του «Πολιτιστικού Συλλόγου Τούρκων Γυναικών Νομού Ροδόπης» και της «Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης», που αφορούσαν απορρίψεις των αρμόδιων Ελληνικών αρχών αναφορικά με την σύσταση αντίστοιχων σωματειακών ενώσεων. Πρόκειται για τις αποφάσεις, κατά σειρά, ΕΔΔΑ, Bekir-Ousta κατά Ελλάδας, 11.10.2007, ΕΔΔΑ, Emin κ.ά. κατά Ελλάδας, 27.3.2008 και ΕΔΔΑ, Tourkiki Enosi Xanthis κ.ά. κατά Ελλάδας, 27.3.2008. Υπό τα δεδομένα των διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017, οι προμνημονευόμενες ενώσεις αποκτούν, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα κατάθεσης αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των προηγούμενων εις βάρος τους δικαστικών αποφάσεων, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της νέας παρ. 1 του άρθρου 758 του ν. 4491/2017. Είναι φανερό, πάντα υπό το φως των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017, ότι το εν προκειμένω αρμόδιο δικαστήριο θα κρίνει τις αιτήσεις αυτές με βάση τις ακόλουθες νομοθετικές προβλέψεις:<br>α) Κατά πρώτο λόγο το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του ότι οι κάθε είδους αρμόδιες Ελληνικές αρχές, κατά την εξέταση των αιτήσεων και για την σύσταση τέτοιων ενώσεων, νομιμοποιούνται αλλά και υποχρεούνται να ελέγξουν, φυσικά με ειδικώς αιτιολογημένη κρίση, αν και κατά πόσον οι αιτήσεις αυτές είναι σύμφωνες και με τις διατάξεις του εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τις οποίες: «Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».<br>β) Και κατά δεύτερο λόγο το δικαστήριο υποχρεούται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 4491/2017, να κρίνει τις σχετικές αιτήσεις και υπό το φως των δεσμεύσεων, οι οποίες προκύπτουν από άλλες «Διεθνείς Συνθήκες», όπως είναι για την Ελληνική Θράκη κατ’ εξοχήν η Συνθήκη της Λωζάνης.<br>β1) Οπωσδήποτε δε βαρύνουσα σημασία κατά την διαμόρφωση της ως άνω δικαστικής κρίσης έχουν οι προβλέψεις της Συνθήκης της Λωζάνης, κατά τις οποίες -όπως ήδη διευκρινίσθηκε- η Μουσουλμανική Μειονότητα της Ελληνικής Θράκης είναι αμιγώς «Θρησκευτική» και κατ’ ουδένα τρόπο «Εθνική». Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ότι το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εγκρίνει την σύσταση σωματείων, τα οποία αποβλέπουν, αμέσως ή και εμμέσως, στην αναγνώριση δήθεν «τουρκικής μειονότητας» οιασδήποτε μορφής, στην Ελληνική Θράκη. Αφού κάτι τέτοιο έρχεται σ’ ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης που, όπως προεκτέθηκε, εμμέσως πλην σαφώς απαγορεύουν την θεσμική «μετάπτωση» της αμιγώς Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας σε Εθνική, π.χ. Τουρκική.<br>β2) Επιπροσθέτως, η κατά τ’ ανωτέρω δικαστική οπτική, αναφορικά με τον πλήρη σεβασμό της Συνθήκης της Λωζάνης ως προς τις Μειονότητες, συμβαδίζει με το γράμμα και το πνεύμα των ως άνω διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και τούτο, αφενός διότι η αναφορά στα «αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία» περιλαμβάνει, αναμφιβόλως, τον αδιάστικτο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου εν συνόλω -επομένως και της Σύμβασης της Λωζάνης- δοθέντος ότι, e contrario, δημοκρατική κοινωνία δεν υφίσταται όπου δεν διασφαλίζεται ο πλήρης σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου. Και, αφετέρου, διότι και μόνον η αναγνώριση «Τουρκικής» -ήτοι «Εθνικής»- Μειονότητας, κατά προφανή παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης, είναι ικανή να οδηγήσει σε περιστολή της προστασίας «των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων», οι οποίοι, με βάση την Συνθήκη της Λωζάνης, επιδιώκουν να υπερασπισθούν την ιδιότητά τους ως μελών της αμιγώς Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας.<br>Επίλογος<br>Στην διαδρομή των 100 και πλέον χρόνων από την ενσωμάτωσή της στον Εθνικό μας Κορμό, η Ελληνική -και Ευρωπαϊκή πλέον- Θράκη εξελίσσεται ως το πεδίο εκείνο, όπου η Τουρκία κάνει, δυστυχώς αδιαλείπτως, πραγματική «επίδειξη» της περιφρόνησής της προς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αμφισβητώντας προκλητικώς την αλήθεια και εγείροντας, συνεχώς, νέα ζητήματα θεσμικώς και πολιτικώς αδιανόητων διεκδικήσεων.<br>Α. Ιδίως δε κατά την τρέχουσα περίοδο, η Ελληνική Θράκη υφίσταται, και αυτή, ορισμένες από τις συνέπειες των σχεδόν γραφικών -πλην όχι λιγότερο επικίνδυνων- «σουλτανικών» φαντασιώσεων του τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ταυτοχρόνως όμως -και εν πολλοίς χάρη στο απαράμιλλο φρόνημα, με το οποίο όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια αντιμετώπισαν αποτελεσματικώς την τουρκική προκλητικότητα οι κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης, και μάλιστα ανεξαρτήτως Θρησκεύματος- η περιοχή αυτή αναδεικνύεται και σε πεδίο Εθνικής έμπνευσης, σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων και, επέκεινα, των Εθνικών μας Δικαίων έναντι των ιταμών προκλήσεων της Τουρκίας. Βασική Εθνική Θέση μας είναι και το ότι η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 -και όλες οι μεταγενέστερες, κάθε μορφής, εκτελεστικές της ρυθμίσεις- δεν επιδέχονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αναθεώρηση ή τροποποίηση. Άρα, το σύνολο των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης αποτελούν -και θ’ αποτελούν και στο μέλλον- το συμπαγές θεσμικό και πολιτικό θεμέλιο των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τόσον ως προς τα μεταξύ τους σύνορα όσο και ως προς όλα τα επιμέρους ζητήματα, τα οποία εμπίπτουν στο κανονιστικό τους πλαίσιο. Εφόσον δε καταστεί αναγκαίο, η Τουρκία θα πάρει την δέουσα απάντηση όχι μόνο στα Διεθνή και Ευρωπαϊκά Fora, αλλά και «επί του πεδίου». Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας το αποδεικνύουν καθημερινά.<br>Β. Όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Διεθνής Κοινότητα δεν επιτρέπεται να παραμένουν απαθείς μπροστά σε αυτή την επίδειξη προκλητικότητας από την πλευρά της Τουρκίας και στην Ελληνική Θράκη. Άλλωστε, η προκλητικότητα αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, δοθέντος ότι προσβάλλει ευθέως τόσο το Ευρωπαϊκό όσο και το Διεθνές Δίκαιο. Κατ’ εξοχήν δε η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρέος ν’ αντιληφθεί, ότι η κατά τ’ ανωτέρω ωμή παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης -και του Διεθνούς Δικαίου εν γένει- αφορά Έλληνες αλλά και, ταυτοχρόνως, Ευρωπαίους Πολίτες. Αν σε αυτά προστεθεί και το ότι η Τουρκία κατέχει, επί 50 σχεδόν χρόνια, το ένα τρίτο του εδάφους της Μαρτυρικής Κύπρου -ήτοι του εδάφους πλήρους Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- επίσης κατά προκλητική παράβαση κάθε έννοιας του Διεθνούς Δικαίου, γίνεται αυτονοήτως αντιληπτό γιατί ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφήνοντας την παθητική ως τώρα στάση της, πρέπει να προχωρήσει αμέσως στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας. Μάλιστα δε επειδή, εν ονόματι της πεμπτουσίας της Διεθνούς Νομιμότητας, δεν νοείται επιλεκτική εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, όπως -ορθώς και δικαίως- επιβάλλονται αυστηρές κυρώσεις στην Ρωσία για την εξίσου βάρβαρη εισβολή της στην Ουκρανία, το αυτό πρέπει να συμβεί με την Τουρκία για την συνολική, κατά τ’ ανωτέρω, προκλητική συμπεριφορά της εις βάρος όχι μόνο της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά, κατ’ αποτέλεσμα, και εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της Διεθνούς Κοινότητας.»</li>
</ol>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η Κοινωνία των Πολιτών στην υπηρεσία υπεράσπισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/05/09/pavlopoulos-i-koinonia-ton-politon-st/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρούλα Μαντή]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 09 May 2025 18:12:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1039946</guid>

					<description><![CDATA[Στο πλαίσιο του 11ου Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών με τίτλο «Κοινότητες Δημιουργίας- Συμμετοχή και πρωτοβουλία στις θεσμικές συλλογικότητες: Κοινωνία, εκπαίδευση, πολιτική διαβούλευση», ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε με θέμα: «Η Κοινωνία των Πολιτών στην υπηρεσία υπεράσπισης της [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στο πλαίσιο του 11<sup>ου</sup> Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών με τίτλο <strong><em>«</em></strong><em>Κοινότητες Δημιουργίας- Συμμετοχή και πρωτοβουλία στις θεσμικές συλλογικότητες: Κοινωνία, εκπαίδευση, πολιτική διαβούλευση</em><strong><em>»</em></strong>, ο<strong> </strong>πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε με θέμα: <strong><em>«</em></strong><em>Η Κοινωνία των Πολιτών στην υπηρεσία υπεράσπισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας</em><strong><em>»</em></strong>.</h3>



<p><strong> </strong>Κατά την ομιλία του αυτή ο<strong> κ. Παυλόπουλος επισήμανε,</strong> μεταξύ άλλων, και τα εξής: </p>



<p>Ανταποκρινόμενος με αισθήματα τιμής στην πρόσκληση των οργανωτών του Ετήσιου Διεθνούς Συνεδρίου του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, και λαμβάνοντας υπόψη την ειδικότερη θεματική του αναφορικά με τις Κοινότητες Δημιουργίας και την ανάδειξη της συμμετοχής και της πρωτοβουλίας στις Θεσμικές Συλλογικότητες κατ’ εξοχήν ως προς την πολιτική διαβούλευση, ας μου επιτραπεί να επικεντρωθώ στο μείζον ζήτημα της σύγχρονης, κρίσιμης, σημασίας της παρέμβασης της Κοινωνίας των Πολιτών προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως θεσμικού και πολιτικού αμαλγάματος εγγύησης της Ελευθερίας και, κατά νομική κανονιστική συνεκδοχή, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Α.</strong><strong> </strong><strong></strong>Και τούτο, διότι όπως προκύπτει μέσα από την ιστορική της εξέλιξη και, κυρίως, μέσα από την μελέτη των&nbsp; θεσμικών&nbsp; και &nbsp; πολιτικών &nbsp; της &nbsp; συστατικών στοιχείων, ύστερα &nbsp; από &nbsp; μια &nbsp; πορεία ευφορίας εκατό και πλέον χρόνων -που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε, ποιητική αδεία, δοξαστική-&nbsp; η&nbsp; Δημοκρατία μας&nbsp; ακολουθεί πλέον, ιδίως κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, μια φθίνουσα πορεία, η οποία έχει αντιστοίχως όλα τα χαρακτηριστικά της άκρως δυσοίωνης θεσμικής και πολιτικής παρακμής. Παρακμής η οποία είναι τόσο περισσότερο επικίνδυνη, ως υπονομευτική ιδίως για τους δημοκρατικούς θεσμούς, όσο εμφανίζεται με υποδόρια και υφέρποντα χαρακτηριστικά που ο, οιονεί έμφυτος, κοινωνικός εφησυχασμός τα καταναλώνει με έντονα τα στοιχεία ενός καταλυτικού μιθριδατισμού.&nbsp; Οπωσδήποτε, όταν γίνεται εδώ λόγος για παρακμή της Δημοκρατίας πρόκειται για την παρακμή της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, κυρίαρχου συστήματος δημοκρατικής διακυβέρνησης στην σύγχρονη εποχή, με προνομιακό πεδίο ανάπτυξης την Δημοκρατία στην Δύση και, προεχόντως, στην Ευρώπη.&nbsp; Και αυτό το παρακμιακό φαινόμενο στον χώρο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας πλήττει ευθέως τον ίδιο τον -κατά την φύση της- πυρήνα της, που δεν είναι άλλος από την Ελευθερία, ως πεδίο υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του μέσω της άσκησης των κάθε είδους θεσμοθετημένων δικαιωμάτων, πρωτίστως δε των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Με απλές λέξεις το ως άνω φαινόμενο ανταποκρίνεται, lato sensu, και στα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης θεσμικής και πολιτικής μετάλλαξης, το ύφος και ο ρυθμός της οποίας φέρνουν στην επιφάνεια το μέγεθος του διακυβεύματος της συρρίκνωσης που υφίσταται η κανονιστική και ρυθμιστική εμβέλεια καθώς και το πολιτικό κύρος των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Όταν πια τα σημάδια παρακμής της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Ελευθερίας είναι ορατά σε παγκόσμια κλίμακα, όταν ένα-ένα τα οχυρά τους είτε καταρρέουν από αυταρχικά καθεστώτα -που παραπέμπουν στις πιο σκοτεινές μορφές δεσποτισμού του απώτερου παρελθόντος- είτε χάνουν σταδιακώς τον αμυντικό τους θώρακα, εφόσον οι ποικιλόμορφοι εισβολείς συνεχίζουν ακάθεκτοι την εναντίον τους πολιορκία, η επίκληση άγνοιας του κινδύνου, από οποιονδήποτε και αν προέρχεται, δηλαδή είτε από την Πολιτική Κοινωνία είτε από την Κοινωνία των Πολιτών, δεν είναι επιτρεπτό να έχει την παραμικρή δικαιολογία και ανοχή.&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp; Αυτή η παρακμιακή πορεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Ελευθερίας μπορεί και πρέπει να αποτραπεί. Το συγκεκριμένο διακύβευμα είναι υπαρξιακό, και για την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία και για την Ελευθερία, κατ’ εξοχήν όμως για τον Άνθρωπο.&nbsp; Οι επόμενες σκέψεις έχουν ως στόχο, ύστερα από μια σύνοψη των αιτίων της παρακμιακής πορείας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, να δείξουν σε ποιους και γιατί πρέπει να αποδοθεί το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης ως προς την υπεράσπισή τους. Και για την ακρίβεια –το τονίζω εκ προοιμίου- το μέρος αυτό πρέπει να αποδοθεί στην Κοινωνία των Πολιτών, ως την σημαντικότερη και εν δυνάμει περισσότερο επιδραστική Κοινότητα Δημιουργίας και, κατ’ ουσία, ιδιότυπη Θεσμική Συλλογικότητα.&nbsp; Ιδίως υπό την έννοια ότι όταν το Κράτος στην εποχή μας έχει, σε μια επίδειξη ιστορικώς πρωτόγνωρης ηττοπάθειας, εκχωρήσει σχεδόν άνευ όρων την δημοκρατικώς απορρέουσα νομιμοποίησή του σε ιδιωτικούς φορείς δίχως ίχνος ανάλογης δημοκρατικής νομιμοποίησης, είναι πια η ώρα της Κοινωνίας των Πολιτών να ορθώσει τείχος υπεράσπισης της ανυστερόβουλης ιδιωτικής πρωτοβουλίας απέναντι στον επελαύνοντα νεοδεσποτισμό των οικονομικώς ισχυρότατων φορέων εκπροσώπησης μιας θεσμικώς ανεξέλεγκτης ιδιωτικής παρέμβασης και επιρροής. Και η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να φέρει σε πέρας την ως άνω αποστολή λόγω της εγγενούς θεσμικής και πολιτικής ιδιοσυστασίας και ιδιοσυγκρασίας της, όπως αυτή πρωτοκαθορίσθηκε, ως διάκριση μεταξύ Πολιτικής Κοινωνίας και Κοινωνίας των Πολιτών, αρχικώς από τον Φρίντριχ Χέγκελ.&nbsp; Και πολύ αργότερα, κατά τον 20ό αιώνα, από τον Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος ναι μεν είχε εν προκειμένω ως αφετηρία την μαρξιστική σκέψη, πλην όμως προσάρμοσε εν πολλοίς τις σχετικές θέσεις του στην χεγκελιανή αντίληψη.&nbsp; Συνδυάζοντας τις προμνημονευόμενες σκέψεις του Χέγκελ και του Γκράμσι για τις ανάγκες της ανάλυσης που έπεται, μπορούμε να δεχθούμε ότι η αποστολή της Κοινωνίας των Πολιτών σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας πηγάζει αλλά και εξηγείται από την ίδια την κοινωνικοπολιτική οντολογία της.&nbsp; Και τούτο διότι κατά την οντολογία αυτή η Κοινωνία των Πολιτών, σε γενικές τουλάχιστον γραμμές, οργανώνεται με σκοπό την εκ μέρους ατόμων ή και ομάδων μελών του κοινωνικού συνόλου ανάπτυξη μορφών κοινωνικής δράσης, εντελώς ανεξάρτητης από τα Κράτη και από τους κάθε είδους φορείς τους.&nbsp; Δράσης, η οποία αφενός εξελίσσεται με τήρηση δημοκρατικών διαδικασιών και προς εξυπηρέτηση του lato sensu κοινωνικού συμφέροντος και της κοινωνικής συνοχής.&nbsp; Και, αφετέρου, διασφαλίζει τις προς τούτο αναγκαίες διαμεσολαβητικές παρεμβάσεις μεταξύ των πολιτών.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong></strong><strong>Ι.</strong><strong> </strong><strong>Η αλλοίωση των κύριων χαρακτηριστικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας</strong></p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;</strong>Το κυριότερο σημείο υπεροχής της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας έγκειται στο ότι, ταυτοχρόνως, κατάγεται από την θεσμική εμπέδωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και εγγυάται την κατά τον προορισμό τους άσκησή τους.&nbsp; Άρα εγγυάται, ποικιλοτρόπως, και την απόλαυση της Ελευθερίας, προεχόντως μέσω της άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp; Είναι δε αυτό το σημείο υπεροχής της που αναδεικνύει με μεγαλύτερη ενάργεια το γιατί και πώς η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία εμφανίζεται ως η πιο πρόσφορη διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας.</p>



<p><strong>Α. Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία στην πορεία προς την αντιμετώπιση της αυθαιρεσίας εν γένει</strong></p>



<p>Με άλλα λόγια η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία υπερέχει διότι οργανώνει θεσμικό ανάχωμα κατά της αυθαιρεσίας εν γένει, επέκεινα δε και κατά της αυθαίρετης άσκησης των επιμέρους δικαιωμάτων από τα κατά περίπτωση υποκείμενά τους.&nbsp; Αφού, ιδίως στον σύγχρονο κόσμο, ο Άνθρωπος κινδυνεύει όχι μόνον από την κρατική αυθαιρεσία αλλά και από την αυθαιρεσία των συνανθρώπων του, κατά βάση δε από την αυθαιρεσία εκείνων που, λόγω οικονομικής ισχύος, ρέπουν, τουλάχιστον σε πολλές περιπτώσεις, προς μια καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων τους εις βάρος των ασθενέστερων.</p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<strong>1.</strong> Αυτό το πλεονέκτημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εξηγείται από το ότι κατά την θεσμική και πολιτική ιδιοσυγκρασία του ο Άνθρωπος δύναται, δια της άσκησης των κάθε μορφής δικαιωμάτων του, κατά προτεραιότητα να υπερασπίζεται ελευθέρως την αξία του και να αναπτύσσει, επίσης ελευθέρως, την προσωπικότητά του.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;α)</strong> Τούτο αφορά πρωτίστως την κρατική εξουσία και όλα τα επικίνδυνα για την Ελευθερία μέσα καταναγκασμού που διαθέτει.&nbsp; Τα οποία ναι μεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαία για την εξυπηρέτηση του Δημόσιου Συμφέροντος, πλην όμως δεν παύουν να αποτελούν, εν δυνάμει, απειλή για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου και για την Ελευθερία του όταν εκφεύγουν του θεσμικού πλαισίου επιτρεπτής χρήσης τους.&nbsp; Επομένως οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, κυρίως μέσω της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου, πρέπει να λειτουργούν έτσι ώστε η χρήση των μέσων καταναγκασμού από τα κρατικά όργανα να γίνεται αφενός lege artis, ήτοι κατά την Αρχή της Νομιμότητας.&nbsp; Και αφετέρου -και τούτο αποτελεί επίσης επιμέρους πρόταγμα της Αρχής της Νομιμότητας- με απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις.</p>



<p><strong>β) </strong>Για να αναχθούμε<strong> </strong>στο ευρύτερο πεδίο της εξέλιξης των δημοκρατικών θεσμών επισημαίνεται ότι αυτό το, βαρύνουσας σημασίας, χαρακτηριστικό της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως προς την υπεράσπιση του Ανθρώπου έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας είναι εκείνο, του οποίου η εμφάνιση σηματοδοτεί το πέρασμα από το αστυνομικό κράτος στο Κράτος με ουσιαστικό δημοκρατικό πρόσημο θεσμικής θεμελίωσης και οργάνωσης, επομένως το πέρασμα στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Επιπλέον δε το ως άνω χαρακτηριστικό αποτελεί το γνώρισμα το οποίο διαχωρίζει, ευκρινώς, την γνήσια και αυθεντική -δηλαδή αυτή που διαθέτει εν λειτουργία όλα τα καίρια συστατικά της στοιχεία- Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία από άλλες, νόθες, παρεκβάσεις της, ιδίως όταν αυτές χρησιμοποιούνται, για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων, ως λεοντή συγκάλυψης αυταρχικών καθεστώτων τα οποία περιβάλλονται κοινοβουλευτικό μανδύα.</p>



<p><strong>2. </strong>Όμως η αρμονική<strong> </strong>συνύπαρξη των μελών κάθε κοινωνικού &nbsp; συνόλου, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, προδήλως απαγορεύει την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών κατά τρόπο που αποβαίνει εις βάρος από την μια πλευρά των άλλων μελών του και, από την άλλη πλευρά, αυτού τούτου του κοινωνικού συνόλου, ως ξεχωριστής θεσμικής και πολιτικής οντότητας.&nbsp; Και τούτο διότι η ανεξέλεγκτη άσκηση των δικαιωμάτων οδηγεί, μοιραίως, στην αυτοαναίρεσή τους, μέσω των συγκρουσιακών συνθηκών που δημιουργούνται σε μια τέτοια περίπτωση εντός του κοινωνικού συνόλου. Περαιτέρω δε, αλλά και συνακόλουθα, στην αναίρεση της ίδιας της Ελευθερίας, αφού η κανονιστική απαξίωση των δικαιωμάτων στην πράξη αφαιρεί κάθε ικμάδα από τον πυρήνα της Ελευθερίας.</p>



<p><strong>α) </strong>Κατά λογική ακολουθία,<strong> </strong>στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αφενός η ίδια η Ελευθερία και οι επιμέρους εκφάνσεις της, ήτοι τα κατ’ ιδίαν δικαιώματα, δεν ασκούνται άνευ ορίων.&nbsp; Και, αφετέρου, κάθε δικαίωμα ενέχει, εκ φύσεως, και στοιχεία συγκεκριμένων υποχρεώσεων, γεγονός που σημαίνει ότι ουδέν δικαίωμα θεωρείται στην εποχή μας ως γνησίως αμιγές.&nbsp; Πραγματικά, τα κάθε είδους δικαιώματα στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία έχουν οριοθετημένο πεδίο άσκησης μέσω της Αρχής της Νομιμότητας, κάτι το οποίο συνεπάγεται ότι στο πεδίο ελεύθερης δράσης που καθιερώνουν, κατά περίπτωση, αντιστοιχεί και ένα πεδίο lato sensu υποχρεώσεων.&nbsp; Με τον τρόπο δε αυτό η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία θωρακίζει την απόλαυση της Ελευθερίας με ορθολογικό δημοκρατικό τρόπο αφού, εξ ορισμού και εκ καταγωγής, η Ελευθερία δεν νοείται υπό καθεστώς όχι αξιοποίησής της αλλά κατ’ ουσία εκμετάλλευσής της. Το μονοπώλιο ή και το ολιγοπώλιο της Ελευθερίας συνιστά contradictio in adjecto.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Τα όσα ήδη<strong> </strong>εκτέθηκαν επιτρέπουν την συναγωγή και των εξής συμπερασμάτων, ως προς το πώς και γιατί η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία συνιστά την πιο πρόσφορη διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας.&nbsp; Τούτο ισχύει:&nbsp;</p>



<p><strong>β1)</strong> Πρώτον, διότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία αναγνωρίζει και εγγυάται&nbsp; την Ελευθερία ως βασική αντηρίδα της δημοκρατικής διακυβέρνησης σε τέτοιο βαθμό, ώστε η θεσμική και πολιτική πεμπτουσία της να καταλήγει στο αμάλγαμα Ελευθερίας και Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β2) </strong>Και, δεύτερον, διότι στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η πανηγυρική διακήρυξη της Ελευθερίας δεν θεωρείται επαρκής εγγύηση ακώλυτης απόλαυσής της, αλλά πρέπει να συνοδεύεται, απαραιτήτως, από την οριοθέτηση άσκησης των επιμέρους δικαιωμάτων που την αξιοποιούν στην πράξη, έτσι ώστε η καταχρηστική ή αυθαίρετη γενικώς χρήση τους να μην οδηγεί στην αναίρεση της Ελευθερίας.</p>



<p><strong>γ) </strong>Οι αναλύσεις που προηγήθηκαν επιτρέπουν μια πρώτη, συνθετική, καταγραφή των βασικών συνιστωσών, θεσμικών και πολιτικών, του καθεστώτος το οποίο προσδιορίζει τις συντεταγμένες του πεδίου προστασίας της Ελευθερίας στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p><strong>γ1) </strong>Η καταγραφή αυτή περιστρέφεται γύρω από το βασικό χαρακτηριστικό της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, το οποίο φωτίζει και την θεμελιώδη ιδιαιτερότητά της ως διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας.&nbsp; Και το χαρακτηριστικό αυτό συνιστάται στο ότι η αυθεντική Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -ήτοι εκείνη που ανταποκρίνεται στους όρους γέννησής της και στις προοπτικές του προορισμού της- είναι, εξ ορισμού, Φιλελεύθερη.&nbsp; Συγκεκριμένα δε ως εκ καταγωγής ανθρωποκεντρική, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, μέσω των θεσμικών και πολιτικών διαστάσεών της, έχει ως κύρια αποστολή την θωράκιση της Ελευθερίας έναντι όλων των εν δυνάμει υπονομευτών της, είτε αυτοί ανήκουν στην σφαίρα της κρατικής εξουσίας είτε στην πλευρά των&nbsp; ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων.&nbsp;</p>



<p><strong>γ2) </strong>Υπό τα δεδομένα αυτά ο φιλελεύθερος χαρακτήρας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εκπορεύεται κυρίως από την αποστολή της εκείνη, η οποία προσανατολίζεται στο να διασφαλίζει σε καθέναν, και έναντι παντός, την μέσω της Ελευθερίας υπεράσπιση της αξίας του και ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, όπως ήδη αναφέρθηκε επανειλημμένως και όπως θα διευκρινισθεί περαιτέρω στην συνέχεια.</p>



<p><strong>Β. Το Κράτος μπροστά στην πρόκληση της εγγύησης του&nbsp; φιλελεύθερου χαρακτήρα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας&nbsp;</strong></p>



<p>Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία παρακμάζει κάτω από το βάρος της θεσμικής και πολιτικής οξείδωσης των βασικών αντηρίδων της. Οξείδωσης που δοκιμάζει επικίνδυνα τις αντοχές της κατά την υπεράσπιση της Ελευθερίας και των δικαιωμάτων, τα οποία συνιστούν τις επιμέρους εκφάνσεις άσκησης και απόλαυσής της στην πράξη.&nbsp; Δίχως να υποτιμώνται οι κίνδυνοι, τους οποίους συνεπάγεται οιαδήποτε θεωρητική επιχείρηση καθορισμού της διαδρομής εξέλιξης των θεσμικών και πολιτικών δεδομένων αυτής της εμβέλειας, δεν φαίνεται εσφαλμένη -καθ’ όσον αποδίδει, σε γενικές τουλάχιστον γραμμές, μια πανθομολογούμενη πραγματικότητα- η ακόλουθη συνοπτική παρουσίαση των αντηρίδων εκείνων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που η οξείδωσή τους την ωθεί στον κατήφορο της παρακμής. Με την προκαταρκτική επισήμανση ότι η γέννηση και η θεσμική και πολιτική εμπέδωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αποδεικνύουν ευχερώς πως το Κράτος είναι εκείνο το οποίο, κατά τον προορισμό των δημοκρατικών του δομών, φέρει το μεγαλύτερο βάρος της εγγύησης του φιλελεύθερου χαρακτήρα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ήτοι του χαρακτήρα που την καθιστά πρόσφορη διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας.&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong>Κατ’ ακρίβεια ουσιώδης αποστολή του Κράτους, στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι η οργάνωση και λειτουργία των θεσμικών εγγυήσεων, οι οποίες διασφαλίζουν την υπεράσπιση της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, μέσω της ακώλυτης άσκησης των επιμέρους δημοκρατικώς θεσμοθετημένων δικαιωμάτων του.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Επέκεινα, η περαιτέρω παρέμβαση του Κράτους στην εξέλιξη του κοινωνικού και, ιδίως, του οικονομικού γίγνεσθαι μόνον ως εξαίρεση μπορεί να θεσμοθετείται.&nbsp; Εξαίρεση, η οποία δικαιολογείται μόνον όταν οι κανόνες της Οικονομίας της Αγοράς έχουν ατονήσει ουσιωδώς και δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν στην πράξη την αποτελεσματική άσκηση της Οικονομικής Ελευθερίας.&nbsp; Επιπλέον, η κατ’ εξαίρεση κρατική παρέμβαση έχει, οπωσδήποτε, περιορισμένη διάρκεια- με άλλες λέξεις είναι αυστηρώς οριοθετημένη και ratione materiae και ratione temporis- εξικνούμενη επιτρεπτώς έως την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της Οικονομίας της Αγοράς και της κατ’ ακολουθία απρόσκοπτης άσκησης της Οικονομικής Ελευθερίας.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Τον προαναφερόμενο εγγυητικό ρόλο υπέρ της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που συνθέτουν τις επιμέρους εκφάνσεις της, αδυνατεί να φέρει σε πέρας αποτελεσματικώς το Κράτος υπό τις σύγχρονες συνθήκες, τις οποίες επιβαρύνει δραματικά ένα πρωτόγνωρο κλίμα αβεβαιότητας στο πεδίο κάθε δημοκρατικώς οργανωμένης Κοινωνίας των Πολιτών.&nbsp; Και όσο η διαιώνιση της ως άνω αβεβαιότητας διευρύνεται, τόσο περισσότερο τα μέλη της Κοινωνίας των Πολιτών αισθάνονται την ανάγκη προστασίας του ζωτικού χώρου της ελευθερίας τους. Άρα τόσο περισσότερο αισθάνονται και την αδυναμία του Κράτους να εγγυηθεί, κατά τον προορισμό του, τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Αυτή την, καταλυτική ως προς την ασφάλεια την οποία πρέπει να αισθάνονται τα μέλη της Κοινωνίας των Πολιτών για να διαδραματίσουν τον ρόλο που τους αναλογεί, αβεβαιότητα προκαλούν στην εποχή μας κυρίως:</p>



<p><strong>α)</strong><strong> </strong>Πρώτον, οι ιδιόμορφες συνθήκες της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με εκείνες της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης. Οι οποίες οφείλονται, εν πολλοίς, στην αλόγιστη ανάπτυξη ορισμένων πτυχών της οικονομικής δραστηριότητας, παγκοσμίως, στην βάση μιας στρεβλώς δομημένης οικονομικής ανάπτυξης.&nbsp;</p>



<p><strong>α1)</strong> Η κατά τ’ ανωτέρω αρνητική ιδιομορφία των συνθηκών της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης οφείλεται στο ότι η τελευταία στοχεύει ευθέως στην περιθωριοποίηση του ρόλου του Κράτους -μέσω της κανονιστικής «<em>απορρύθμισης</em>» του πεδίου δράσης του και της αποθέωσης της δύναμης «<em>αυτορρύθμισης»</em> της Οικονομίας της Αγοράς- και στην επικράτηση ενός είδους «<em>επικυριαρχίας»</em> του «<em>οικονομικού»</em> επί του «<em>θεσμικού»</em>. Το φαινόμενο αυτό καθίσταται πλέον ορατό δια γυμνού οφθαλμού αν αναλογισθούμε την έκταση του προδήλως άκρατου οικονομισμού, ο οποίος διακρίνει την όλη πολιτική της Κυβέρνησης Τραμπ ιδίως μετά την δεύτερη εκλογή του ως Προέδρου των ΗΠΑ.&nbsp; Ενός οικονομισμού ο οποίος μπορεί να οδηγήσει -αν δεν έχει ήδη έως ένα σημείο οδηγήσει- σε μια μορφή Παγκόσμιου Οικονομικού Πολέμου, άγνωστου μέχρι σήμερα στην ιστορία της Παγκόσμιας Οικονομίας. Τα εντελώς πρόσφατα παραδείγματα της εκ μέρους των ΗΠΑ επιβολής πολύ υψηλών δασμών σχεδόν σε παγκόσμια κλίμακα αρκεί για να επιβεβαιώσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ακριβώς λόγω των αντίστοιχων αντιδράσεων των Κρατών που έχουν γίνει αποδέκτες αυτής της δασμολογικής επίθεσης ή και επιδρομής, με επικεφαλής την Ευρωπαϊκή Ένωση και, βεβαίως, την Κίνα.&nbsp;</p>



<p><strong>α2)</strong> Από την πλευρά της η Κλιματική Αλλαγή, η οποία έχει πια φθάσει στο στάδιο της Κλιματικής Κρίσης, επιβαρύνει ολοένα και περισσότερο τις συνθήκες ζωής κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, και δη επίσης παγκοσμίως.&nbsp; Ενώ η αδυναμία του Κράτους -όπως αποδεικνύει με αδιάσειστα στοιχεία η αστοχία της Διεθνούς Κοινότητας να θεσπίσει και να εφαρμόσει αποτελεσματικούς κανόνες αποκατάστασης της οικολογικής ισορροπίας στον Πλανήτη- να αντιδράσει&nbsp; επιτυχώς στην προϊούσα επιδείνωση της Κλιματικής Αλλαγής και της μετάλλαξής της σε Κλιματική Κρίση, από την μια πλευρά εντείνει το αίσθημα αβεβαιότητας στην καθημερινή ζωή. Και από την άλλη πλευρά –και κατ’ αναγκαία ακολουθία- ενισχύει την εκ μέρους της Κοινωνίας των Πολιτών έλλειψη εμπιστοσύνης προς το Κράτος αναφορικά με την επιτέλεση της αποστολής του.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Και, δεύτερον, η αρνητική επιρροή συγκεκριμένων επιπτώσεων της Τεχνολογίας, οι οποίες εκδηλώνονται όταν -και στο μέτρο που- η τεχνολογική πρόοδος κινείται εκτός των ορίων τα οποία καθορίζει η, ευεργετική για το κοινωνικό σύνολο, αξιοποίησή της στον χώρο της ανθρώπινης δημιουργίας.&nbsp; Από τις επιπτώσεις αυτές πρέπει να αναδειχθούν:&nbsp;</p>



<p><strong>β1)</strong> Κατά πρώτο λόγο εκείνες, οι οποίες προκύπτουν από την αλόγιστη χρήση του Διαδικτύου. Χρήση, η οποία από την μια πλευρά προκαλεί μια αίσθηση αυτάρκειας και, κατ’ επέκταση, ένα είδος απομόνωσης από τα λοιπά μέλη του κοινωνικού συνόλου.&nbsp; Έτσι ώστε η συλλογική κοινωνική δράση, κινητήριος μοχλός του υγιούς ανταγωνισμού και της συμμετοχικής λειτουργίας στην Φιλελεύθερη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, να φθίνει προοδευτικώς, έχοντας οδηγηθεί στα πρόθυρα της τελικής της αποδόμησης. Ας προστεθεί εν προκειμένω ότι αυτός ο ολοένα και περισσότερο επιδεινούμενος κοινωνικός απομονωτισμός πλήττει καιρίως την Κοινωνία των Πολιτών διεθνώς, σε σημείο ώστε να υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια του όλου οικοδομήματός της.</p>



<p><strong>β2)</strong> Και κατά δεύτερο λόγο εκείνες, οι οποίες προκύπτουν από την αλματώδη άνοδο της «<em>τεχνολογικής ανεργίας»</em>.&nbsp; Η τεχνολογική πρόοδος επιφέρει, από την φύση της, απώλειες θέσεων εργασίας, οι οποίες θεωρούνται περιττές όταν τα τεχνολογικά δεδομένα καθιστούν εφικτή την, lato sensu, παραγωγή δίχως πλέον την ανθρώπινη παρέμβαση.&nbsp; Έτσι, όμως, ολοένα και περισσότερα μέλη του κοινωνικού συνόλου -πολλά δε από αυτά με υψηλού επιπέδου γνώσεις και δεξιότητες- βρίσκονται μπροστά στον εφιάλτη της ανεργίας, και δη σε μια ηλικία όπου δεν υπάρχει δυνατότητα επαγγελματικού αναπροσανατολισμού τους.&nbsp; Και όταν το Κράτος εμφανίζεται, σε διεθνή μάλιστα κλίμακα, παντελώς ανέτοιμο να σχεδιάσει, ήδη από το στάδιο του αρχικού επαγγελματικού προσανατολισμού, κατάλληλες και αποτελεσματικές πολιτικές δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, προσαρμοσμένες στα εξίσου νέα τεχνολογικά δεδομένα, τότε στο αίσθημα της αβεβαιότητας για το μέλλον προστίθεται, φυσικά πολλαπλασιαστικώς, και το αίσθημα έλλειψης εμπιστοσύνης στις δυνατότητες του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί, στοιχειωδώς, στην αποστολή του. Και πρωτίστως στην αποστολή του για την στήριξη των μελών του κοινωνικού συνόλου υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των φιλελεύθερων χαρακτηριστικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και, σε κάθε περίπτωση, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των βασικών της χαρακτηριστικών που συνδέονται με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου.&nbsp;</p>



<p><strong>Γ. Η αποτυχία του Κράτους να υπερασπισθεί το σύγχρονο Κράτος Δικαίου και ιδίως το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου</strong></p>



<p><strong></strong>Στον πυρήνα των θεσμικών πυλώνων, οι οποίοι στηρίζουν το αέτωμα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως πρόσφορης διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας, βρίσκεται η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και οι εξ αυτής απορρέουσες Αρχές του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας.&nbsp; Ο υπό δημοκρατικούς όρους θεσπισμένος Κανόνας Δικαίου συνιστά την βάση της θεσμικής και πολιτικής θωράκισης της Ελευθερίας, άρα και της αντίστοιχης θωράκισης των δικαιωμάτων εν γένει.&nbsp; Το κατά τ’ ανωτέρω Κράτος Δικαίου προϋποθέτει τόσο την θέσπιση και εφαρμογή αποτελεσματικών κανόνων δικαίου για την κανονιστική οριοθέτηση ιδίως της αρμοδιότητας των κρατικών οργάνων ως προς την επιτέλεση της κατά το οικείο Σύνταγμα αποστολής τους. Όσο και την θέσπιση και αποτελεσματική λειτουργία των κατάλληλων κυρωτικών μηχανισμών, κάθε φορά που παρατηρείται παραβίαση των ως άνω κανόνων δικαίου, άρα παραβίαση της Αρχής της Νομιμότητας. Αυτονοήτως, η παρακμιακή πορεία του Κράτους Δικαίου υπό τα προμνημονευόμενα χαρακτηριστικά του επιδεινώνει την εν γένει παρακμιακή πορεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Τα δεδομένα της εποχής μας αποδεικνύουν ότι, δυστυχώς, πάσχουν εμφανώς, ως προς τις εγγυητικές τους υπέρ της Ελευθερίας λειτουργίες, και οι δύο θεμελιώδεις συνιστώσες του Κράτους Δικαίου. Συγκεκριμένα:</p>



<p><strong>1. </strong>Η ρυθμιστική δύναμη του Κράτους Δικαίου υφίσταται σοβαρό πλήγμα εξαιτίας της σταδιακής απομείωσης της κανονιστικής ισχύος του σπουδαιότερου στηρίγματος της δύναμης αυτής, ήτοι του Κανόνα Δικαίου, μέσω του οποίου αποκτά θεσμικό νόημα η Αρχή της Νομιμότητας.&nbsp; Η απομείωση της κανονιστικής ισχύος του Κανόνα Δικαίου οφείλεται τόσο στην εγγενή όσο και -κατ’ εξοχήν μάλιστα- στην επίκτητη σχετικότητα, η οποία χαρακτηρίζει την παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων του Κανόνα Δικαίου στην πράξη. Και τούτο διότι:</p>



<p><strong>α) </strong>Από την ίδια την θεσμική του υπόσταση ο Κανόνας Δικαίου επηρεάζεται ουσιωδώς, τόσο κατά την θέσπισή του όσο και κατά την ερμηνεία του και την εφαρμογή του, από την κοινωνικοοικονομική υποδομή, την οποία καλείται να πλαισιώσει ρυθμιστικώς.&nbsp; Όσο ταχύτερα συντελείται η -ούτως ή άλλως φυσική- εξέλιξη και μεταβολή του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, τόσο δυσχερέστερη καθίσταται η θέση του ερμηνευτή και εφαρμοστή του Κανόνα Δικαίου να αξιοποιήσει την κανονιστική του ισχύ, προκειμένου να διαδραματίσει τον ρυθμιστικό ρόλο που του αναλογεί στο πλαίσιο της Κράτους Δικαίου.&nbsp; Κατά τούτο, αυτή η εγγενής σχετικότητα του Κανόνα Δικαίου δεν είχε τις επιπτώσεις που παρατηρούνται σήμερα στην κανονιστική του ισχύ όσο η εξέλιξη του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι ακολουθούσε σταθερούς ρυθμούς, τους οποίους τα αρμόδια κρατικά όργανα μπορούσαν να προβλέψουν στοιχειωδώς κατά την θέσπιση των κανόνων δικαίου.&nbsp; Σήμερα όμως η εξέλιξη του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι είναι τόσο ταχεία, ώστε πολλές φορές ξεπερνά από πλευράς κανονιστικής παρέμβασης τον Κανόνα Δικαίου ήδη από την θέσπισή του και την έναρξη της ισχύος του.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Στην ως άνω εγγενή σχετικότητα του Κανόνα Δικαίου προστίθεται όμως και η επίκτητη -ήτοι η οφειλόμενη σε παράγοντες που δεν σχετίζονται με τις παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής του- σχετικότητά του, η οποία καθιστά την κανονιστική του εμβέλεια ακόμη πιο προβληματική.&nbsp; Τέτοιοι παράγοντες είναι, ιδίως, αφενός η τάση της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της ρυθμιστικής δύναμης του Κανόνα Δικαίου και να επιδιώκει, μέσω της «<em>απορρύθμισης</em>», την περιθωριοποίησή του ή και την αντικατάστασή του με κανόνες δικαίου που δεν διαθέτουν την δημοκρατική νομιμοποίηση, η οποία αναλογεί στον Κανόνα Δικαίου μέσα στο πεδίο του Κράτους Δικαίου και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Και, αφετέρου, οι συνέπειες της Τεχνολογικής<em> </em>–και όχι πλέον της Βιομηχανικής- Επανάστασης&nbsp; στην ροή του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, δοθέντος ότι οι μεταβολές που αυτή επιφέρει εν προκειμένω είναι τόσο ραγδαίες και πρωτόγνωρες, ώστε να είναι εξαιρετικά δύσκολο, σε αρκετές δε περιπτώσεις έως και αδύνατο, να προβλεφθούν στοιχειωδώς από τα κρατικά όργανα, τα επιφορτισμένα με την θέσπιση του Κανόνα Δικαίου.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Στην κανονιστική αποδυνάμωση του Κανόνα Δικαίου, ως αιτίας αντίστοιχης αποδυνάμωσης των θεσμικών εγγυήσεων του Κράτους Δικαίου εν γένει, προστίθεται και η ελλιπής -έως ανεπαρκής, σε πλειάδα επιπτώσεων- λειτουργία των κυρωτικών εκείνων μηχανισμών, μέσω των οποίων επιβάλλονται οι προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των ισχυόντων κανόνων δικαίου.&nbsp; Το φαινόμενο αυτό πλήττει, καταδήλως και καιρίως, την ρυθμιστική δύναμη του Κανόνα Δικαίου στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου με το να τον καθιστά στην πράξη από lex perfecta σε lex minus quam perfecta ή και αμιγώς lex imperfecta, γεγονός το οποίο έχει άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στο status της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας. Την ακρίβεια των διαπιστώσεων αυτών επιβεβαιώνουν, μεταξύ άλλων:</p>



<p><strong>α) </strong>Το ότι ο διοικητικός αυτοέλεγχος, ήτοι ο έλεγχος αποτελεσματικής εφαρμογής της Αρχής της Νομιμότητας εντός της Εκτελεστικής Εξουσίας από τα ίδια τα διοικητικά όργανα, έχει περιπέσει, ουσιαστικώς, σε ένα είδος αχρησίας.&nbsp; Έτσι π.χ. σπάνιες είναι οι περιπτώσεις όπου ο έλεγχος αυτός καταλήγει είτε στην ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων, είτε στην επιβολή των θεσμοθετημένων κυρώσεων στα διοικητικά όργανα που παρανομούν.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Το ότι επίσης υπολειτουργεί ο Κοινοβουλευτικός Έλεγχος, δηλαδή ο έλεγχος εφαρμογής της Αρχής της Νομιμότητας από τα όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας, ο οποίος έχει ανατεθεί κατά το Σύνταγμα στο Κοινοβούλιο.&nbsp; Η ιδιομορφία της λειτουργίας του σύγχρονου Κοινοβουλευτικού Συστήματος έχει -τουλάχιστον κατά κανόνα, του οποίου οι εξαιρέσεις λιγοστεύουν σταδιακώς- καταστήσει τους μηχανισμούς του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου μέσα, τα οποία επιφυλάσσονται υπέρ της εκάστοτε πλειοψηφίας, στερώντας έτσι από την μειοψηφία ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο, σύμφωνα με την παραδοσιακή θεσμική και πολιτική λογική της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp;</p>



<p><strong>γ) </strong>Το ότι ναι μεν η Δικαστική Εξουσία παραμένει ο σπουδαιότερος κυρωτικός μηχανισμός υπεράσπισης της Αρχής της Νομιμότητας στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;γ1) </strong>Πλην όμως -και πέραν των εγγενών προβλημάτων λειτουργίας της Δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων προέχουν η βραδύτητα στην απονομή της, που οδηγεί συχνά έως το ακραίο όριο της αρνησιδικίας και η, σε αρκετές περιπτώσεις, «<em>υπακοή</em>» της στα κελεύσματα της Εκτελεστικής Εξουσίας παρά τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, με τις οποίες είναι εξοπλισμένοι οι λειτουργοί της- ο Δικαστής, με τα όπλα τα οποία διαθέτει, αδυνατεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς τα αρνητικά συμπτώματα της ρυθμιστικής αποδόμησης του Κανόνα Δικαίου.&nbsp; Και τούτο διότι τα όπλα αυτά δεν του επιτρέπουν, μέσω της ερμηνείας κυρίως, να επικαιροποιήσει επαρκώς την ήδη ξεπερασμένη από την πραγματικότητα ρύθμιση του Κανόνα Δικαίου, οπότε οι δικαστικές αποφάσεις εμφανίζουν, σε πολλές περιπτώσεις, έντονα πλατωνικά χαρακτηριστικά.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;γ2) </strong>&nbsp;Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η αρχή ότι, κατά γενικό κανόνα στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας –και με μόνη σημαντική εξαίρεση, μέχρις ενός σημείου, εκείνη του προηγουμένου στο πεδίο του Αγγλοσαξωνικού Δικαίου- η νομολογία των δικαστηρίων δεν νομιμοποιείται, κατά τις θεσμικές της καταβολές, να έχει διαπλαστική δύναμη.&nbsp; Με άλλες λέξεις ο Δικαστής δεν διαθέτει δικαιοδοσία παραγωγής νέων κανόνων δικαίου, ικανών να υποκαταστήσουν εκείνους, των οποίων η ρυθμιστική δύναμη έχει πλέον, για οιονδήποτε λόγο, απομειωθεί εμφανώς.&nbsp; Τούτο σημαίνει ότι ο Δικαστής, σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να παρέμβει δικαιοδοτικώς κατ’ αποτέλεσμα μόνο μέσω της συναγωγής γενικών αρχών, οι οποίες είναι σε θέση να καλύψουν -οπωσδήποτε έως ένα βαθμό και για πεπερασμένο χρονικό όριο- το ρυθμιστικό έλλειμμα του Κανόνα Δικαίου. Όμως αυτές οι γενικές αρχές, ακριβώς εκ του ότι ούτως ή άλλως εκ φύσεως περιορίζονται ως προς την κανονιστική τους επενέργεια από το ρυθμιστικό πλαίσιο του κανόνα δικαίου το οποίο καλούνται να συμπληρώσουν, δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν πλήρως την ήδη επελθούσα κανονιστική του αποδόμηση.</p>



<p><strong>Δ. Η αρχή της Ισότητας στην δίνη της επέλασης των ανισοτήτων</strong></p>



<p>Τα σημεία των καιρών αποδεικνύουν, δυστυχώς, ότι η Αρχή της Ισότητας υπό την αναλογική της, πάντοτε, έννοια -αυτή η ναυαρχίδα των θεσμικών εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας και των δικαιωμάτων, που διασφαλίζουν την απόλαυσή της στην πράξη- έχει χάσει μεγάλο μέρος από την δύναμη πυρός την οποία διέθετε, ιδίως ως προς την υπεράσπιση της ακώλυτης άσκησης των δικαιωμάτων και, επέκεινα, ως προς την υπεράσπιση της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.&nbsp; Και ακόμη περισσότερο, το πάλαι ποτέ κραταιό θεσμικό σκάφος της Αρχής της Ισότητας φαίνεται να έχει προσαράξει στα αβαθή των ανισοτήτων, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες ως προς την, πολλαπλώς εύθραυστη, συνοχή του κοινωνικού ιστού.&nbsp; Τα κατά τ’ ανωτέρω σημεία των καιρών μπορούν να συνοψισθούν, κατά βάση τουλάχιστον, στις ακόλουθες σοβαρές αρρυθμίες κατά την εφαρμογή της Αρχής της Ισότητας:</p>



<p><strong>1. </strong>Το κύριο πλεονέκτημα των θεσμικών εγγυήσεων της Αρχής της Ισότητας, στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι η μέσω της αποτελεσματικής εφαρμογής της, φυσικά υπό την αναλογική της έννοια, διασφάλιση της ισότητας στην αφετηρία και, κυρίως, της ισότητας ευκαιριών κατά την άσκηση των κάθε είδους δικαιωμάτων.&nbsp; Ιδίως δε των δικαιωμάτων εκείνων, τα οποία δεν περιορίζονται στην άμυνα&nbsp; εναντίον αυθαίρετων παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στο πεδίο της Ελευθερίας, αλλά μέσω συγκεκριμένων παροχών -με κορωνίδα το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου ως θεσμού της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης κατ’ Αριστοτέλη- επιπλέον αποκαθιστούν, κατά το δυνατόν, τις de facto ανισότητες ώστε να εμπεδώνεται και να εξασφαλίζεται κατά το δυνατό η ισότητα των ευκαιριών.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Αυτό το πλεονέκτημα της Αρχής της Ισότητας έχει υποστεί καίρια πλήγματα, με σπουδαιότερο εκείνο το οποίο αφορά την δυσλειτουργία -έως πλήρη αποδόμηση- των κοινωνικών δικαιωμάτων.&nbsp; Και τούτο οφείλεται στην παρακμιακή πορεία του Κοινωνικού Κράτους υπό το βάρος στρεβλών πολιτικών οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες υπακούουν στα κελεύσματα της ακραίως νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί «<em>αυτορρύθμισης»</em> της Οικονομίας της Αγοράς και, συνακόλουθα, περί περιθωριοποίησης της κρατικής παρέμβασης, ακόμη και όταν είναι απαραίτητη για την θωράκιση της κοινωνικής συνοχής σε περιόδους κρίσης.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Κατά συνέπεια, η Αρχή της Ισότητας έχει πάψει να λειτουργεί αποτελεσματικώς στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύηση σεβασμού θεμελιωδών αρχών και αξιών που συγκροτούν τον πυρήνα της.&nbsp; Κυρίως δε ως εγγύηση σεβασμού των αρχών υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, σύμφωνα με τις πραγματικές δυνατότητες καθενός.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Αυτό το πέρασμα στην εποχή των νέας μορφής ανισοτήτων σηματοδοτεί και το σημείο καμπής, το οποίο αναδεικνύει εναργέστερα την παρακμιακή πορεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας λόγω των διαβρωτικών στρεβλώσεων του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, υπό την γνησίως φιλελεύθερη εκδοχή του.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Το συμπέρασμα τούτο συνάγεται από το ότι η διεύρυνση των ανισοτήτων συνεπάγεται την γιγάντωση της φτώχειας, λόγω της σώρευσης μεγάλου μέρους του παραγόμενου πλούτου στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας οικονομικών παραγόντων, παγκοσμίως.&nbsp; Πράγμα που σημαίνει ότι αναιρείται στην πράξη η μεγάλη προσδοκία, η οποία καλλιεργήθηκε κατά την άνοδο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και η οποία στηριζόταν στην, μέσω των φιλελεύθερων θεσμών της και της συμπόρευσής της με τις αρχές του ανόθευτου ανταγωνισμού, λειτουργία των όρων και προϋποθέσεων σταθερής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, επέκεινα δε σταθερής ανόδου του επιπέδου ευημερίας. Κατά τούτο οι επερχόμενες γενεές δεν είναι πια βέβαιες, κάθε άλλο, ότι το μέλλον τους θα είναι πιο ευοίωνο, όταν για τις αμέσως προηγούμενες κάτι τέτοιο φαινόταν αυτονόητο ή και ήδη κεκτημένο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.</p>



<p><strong>β) </strong>Ταυτοχρόνως, η διεύρυνση των ανισοτήτων συνεπάγεται την αναίρεση στην πράξη και μιας άλλης, θεμελιώδους, οικονομικής σταθεράς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος στο οποίο εδράζεται, από οικονομική άποψη, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας της.</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;β1) </strong>&nbsp;Πρόκειται για την οικονομική σταθερά της πλήρους απασχόλησης, ήτοι της κατά το δυνατόν μείωσης της ανεργίας.&nbsp; Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει σήμερα.&nbsp; Η ανεργία καλπάζει, με αιχμή του δόρατος κατά τα προεκτεθέντα την «<em>τεχνολογική ανεργία»</em>, υποσκάπτοντας επικίνδυνα τις κύριες αντηρίδες του κοινωνικού ιστού και της κοινωνικής συνοχής.&nbsp; Πολλώ μάλλον όταν η ανεργία αυτή πλήττει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, εργαζόμενους με υψηλή τεχνογνωσία και αντίστοιχη επαγγελματική κατάρτιση, όπως ήδη σημειώθηκε.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;β2) </strong>Πράγμα το οποίο, με καταλλήλως οργανωμένες και προσανατολισμένες προπαγανδιστικές μεθόδους, οδηγεί στο -εσφαλμένο πλην καταστροφικό- συμπέρασμα ότι οι ανισότητες, η φτώχεια και η ανεργία δεν οφείλονται στις στρεβλώσεις των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αλλά στην ίδια την υφή της, ως συστήματος άσκησης της κρατικής εξουσίας με στόχο την εγγύηση της Ελευθερίας.&nbsp; Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς, πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, η οποία ανοίγει τον δρόμο στον επελαύνοντα νεόκοπο αυταρχισμό και δεσποτισμό που εποφθαλμιά ευθέως την Ελευθερία και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.&nbsp;</p>



<p><strong>ΙΙ. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας&nbsp;</strong></p>



<p><strong></strong>Έτσι διαγράφεται, βεβαίως σε πολύ γενικές γραμμές, η παρακμιακή πορεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, με σημείο αιχμής την προϊούσα αδυναμία της να λειτουργήσει, κατά τον προορισμό της, ως πρόσφορη διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας και των δικαιωμάτων, μέσω των οποίων καθένας μπορεί να υπερασπισθεί την αξία του και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.&nbsp; Και το μείζον ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν και πώς η πορεία αυτή μπορεί να αναστραφεί.&nbsp; Κυρίως δε ποιος είναι σε θέση, με βάση και την ευθύνη που του αναλογεί, αντιστοίχως, να αναλάβει το βάρος μιας τέτοιας αναστροφής.&nbsp; Ίσως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, στον «<em>Κύκλο με την Κιμωλία»</em>, μπορεί, υπό όρους μιας χρήσιμης αλληγορίας, να μας δείξει τον δρόμο:&nbsp;</p>



<p><strong>Α. Η πλοκή ενός εμβληματικού θεατρικού έργου&nbsp;</strong></p>



<p>Στα χρόνια της οικοδόμησης των πρώτων σοβιετικών δομών παίχθηκε σε ένα νεοσύστατο κολχόζ μια θεατρική παράσταση, εμπνευσμένη από την εξής παλιά ιστορία:&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;1. </strong>Σε μια περιοχή της Γεωργίας, χαρακτηρισμένη ως «<em>Καταραμένη»</em>, ο κυβερνήτης ανατρέπεται και εκτελείται από τους επαναστάτες.&nbsp; Η φαντασμένη σύζυγός του τρέχει να σωθεί, παίρνοντας μαζί της μόνο τα κοσμήματά της και ό,τι άλλο πολύτιμο είχε, αφήνοντας όμως στην τύχη του το μονάκριβο παιδί τους.&nbsp; Το οποίο αναλαμβάνει να αναθρέψει και να μεγαλώσει μια υπηρέτριά τους, η Γκρούσα,&nbsp; που φέρνει σε πέρας την αποστολή της με αυτοθυσία, αγνοώντας κάθε είδους τεχνητά διλήμματα και απειλές.&nbsp; Έτσι το παιδί επιβιώνει μόνο χάρη στην, κυριολεκτικώς μητρική, αυταπάρνηση της Γκρούσας.&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Οι καιροί αλλάζουν, οι επαναστάτες χάνουν την τελική μάχη.&nbsp; Η σύζυγος γυρίζει πίσω, αναζητώντας το παιδί που είχε κάποτε εγκαταλείψει δίχως ίχνος μητρικής ευαισθησίας. Τότε τίθεται το ζήτημα: Τίνος είναι το παιδί που επιβίωσε μέσα από τη λαίλαπα της συμφοράς; Της Γκρούσας που το ανέθρεψε και το μεγάλωσε, σε πείσμα των καιρών; Ή της μητέρας που το γέννησε, αλλά το άφησε στους πέντε ανέμους;</p>



<p><strong>Β.&nbsp; Η «</strong><strong><em>δίκη</em></strong><strong>»</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Η ανεπανάληπτη αυτή, κυρίως από πλευράς πολυπρισματικών συμβολισμών, θεατρική μυθοπλασία του Μπέρτολτ Μπρεχτ φθάνει στο απόγειό της όταν έρχεται η στιγμή της οιονεί δικανικής κρίσης.&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> Ο λαϊκός δικαστής Αζντάκ που κλήθηκε να κρίνει ζητά, υπό όρους μιας σχεδόν πρωτόγονης πλην όμως βαθιά ανθρώπινης Δικαιοσύνης, από τον βοηθό του να χαράξει έναν κύκλο με κιμωλία και να βάλει το παιδί στο κέντρο του.&nbsp; Όποια από τις δύο μητέρες καταφέρει να το τραβήξει προς το μέρος της, θα κερδίσει την ιδιότυπη αυτή δίκη.&nbsp; Η πραγματική μητέρα το σέρνει άσπλαχνα και βίαια κοντά της.&nbsp; Η τραγική Γκρούσα, αμφιρρέποντας απεγνωσμένα, το αφήνει, για να μην το πληγώσει. Η&nbsp; αποδεικτική διαδικασία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Στο τέλος ο δικαστής Αζντάκ αν και γνωρίζει, με δικανική πεποίθηση, ποια είναι η βιολογική μητέρα, δίνει το παιδί στην Γκρούσα, με το σκεπτικό ότι αυτή δεν θέλησε να το πληγώσει.&nbsp; Γιατί η γνήσια ευαισθησία της ανθρώπινης υπόστασης πρέπει οπωσδήποτε να υπερισχύει έναντι του οιουδήποτε συμφέροντος, που αντιτίθεται στον προορισμό και στην αξία του Ανθρώπου.&nbsp; Πρόκειται για μιαν έμμεση, και κάτω από συνθήκες θεατρικής αδείας, επίκληση κανόνων φυσικού δικαίου, σε αντιπαραβολή προς το γνησίως θετικό δίκαιο.</p>



<p><strong>Γ. Από τον αστερισμό της Πολιτικής Κοινωνίας στην εποχή της Κοινωνίας των Πολιτών</strong></p>



<p><strong></strong>Κάνοντας την αναγκαία αναγωγή από την αλληγορία του «<em>Κύκλου με την Κιμωλία»</em> στα δεδομένα της σύγχρονης περιπέτειας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ο υποθετικός Αζντάκ έχει να επιλέξει, μπροστά στο δίλημμα του ποιος είναι εκείνος, ο οποίος μπορεί να την υπερασπισθεί και να την επαναφέρει στην πρότερη κατάσταση, μεταξύ:</p>



<p><strong>1. </strong>Από την μια πλευρά της Πολιτικής Κοινωνίας, ήτοι του Κράτους, εφόσον βεβαίως οι πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες διαχειρίζονται κυρίως την Εκτελεστική Εξουσία, έχουν την δύναμη και είναι διατεθειμένες να ξαναδώσουν στην κρατική εξουσία τον ρόλο που της αναλογεί, ως προς την υπεράσπιση των φιλελεύθερων χαρακτηριστικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Και, από την άλλη πλευρά, της Κοινωνίας των Πολιτών, η οποία ούτως ή άλλως έχει κάθε λόγο και κάθε συμφέρον να υπερασπισθεί την θεσμική και πολιτική οντότητα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Και τούτο διότι το κρίσιμο διακύβευμα στην σύγχρονη παρακμιακή πορεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι, αναμφιβόλως, η Ελευθερία. Άρα τα δικαιώματα, μέσω των οποίων η Κοινωνία των Πολιτών και τα μέλη της υπερασπίζονται, αντιστοίχως, την υπόστασή της και την επιτέλεση της αποστολής της υπό συνθήκες δημοκρατικής διακυβέρνησης.&nbsp;</p>



<p><strong>ΙΙΙ. Το ρέκβιεμ των πολιτικών ηγεσιών</strong></p>



<p>Με βάση τα προεκτεθέντα θα ήταν πολύ δύσκολο για τον δίκαιο Αζντάκ να αναθέσει την επιμέλεια της ανόρθωσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αποκλειστικώς στο Κράτος μολονότι, κατά την αποστολή του, οφείλει να είναι ο φυσικός εγγυητής του φιλελεύθερου χαρακτήρα της, άρα ο εγγυητής της Ελευθερίας και των δικαιωμάτων.&nbsp; Πέραν του ότι μεγάλο μέρος της παρακμιακής πορείας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας οφείλεται στις αδυναμίες και την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού, η καταφανής έλλειψη ανάλογου ηγετικού κύρους των σύγχρονων πολιτικών ηγεσιών καταδεικνύει ότι δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα -θα έλεγε κανείς την απαιτούμενη πολιτική γενναιότητα- προκειμένου να επωμισθούν μια τόσο κρίσιμη αποστολή.</p>



<p><strong>Α</strong><strong>. Η υποδόρια σύγκρουση μεταξύ «</strong><strong><em>πολιτικού</em></strong><strong>» και «</strong><strong><em>οικονομικού</em></strong><strong>»</strong></p>



<p>Η πολιτική περιοδολόγηση της εποχής από τον 19<sup>ο</sup> έως την σταδιακή ενηλικίωση του 21<sup>ου</sup> αιώνα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα διαφωτιστική, στην προσπάθεια διερεύνησης της ιδιομορφίας των αμοιβαίων σχέσεων επιρροής μεταξύ των φορέων της οικονομικής δράσης και των προσώπων, τα οποία επωμίζονται το βάρος χάραξης της πολιτικής μέσα σε ένα τοπίο που χαρακτηρίζεται ως προεχόντως οικονομικό.&nbsp; Στο πλαίσιο της περιοδολόγησης αυτής ανιχνεύονται τρία, κατά βάση, στάδια εξέλιξης, τα οποία φέρνουν στο φως τις περιπέτειές της και τις μελλοντικές της τάσεις.&nbsp;</p>



<p><strong>1. </strong>Σύμφωνα με τα βασικά χαρακτηριστικά του 19<sup>ου</sup> αιώνα, η χρονική αφετηρία που αυτός σηματοδοτεί είναι πλήρως δικαιολογημένη, λόγω του ότι κατά το διάστημά του από την μια πλευρά η δημοκρατική διακυβέρνηση στον Δυτικό Κόσμο αποκτά τα βασικά συστατικά της –θεσμικά και πολιτικά- στοιχεία, τα οποία της προσέδωσαν την ιστορική μορφή της.&nbsp; Και, από την άλλη πλευρά, σε αυτή την χρονική αφετηρία πρέπει να αναζητήσουμε και μια στοιχειώδη εκκίνηση των θεμελιωδών μεταλλάξεων του καπιταλισμού. Μεταλλάξεων οι οποίες υπήρξαν προάγγελοι της οικονομικής παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε και τώρα, αν αναχθούμε στα φαινόμενα εκείνα τα οποία ήδη από τότε έδειχναν ότι οι θεσμικές εγγυήσεις για την τιθάσευση της ραγδαίως ανερχόμενης ιδιωτικής οικονομικής ισχύος ήταν μάλλον ανεπαρκείς.&nbsp;</p>



<p><strong>α</strong><strong>) </strong>Ο 19<sup>ος</sup> αιώνας είναι η εποχή εδραίωσης του Κοινοβουλίου και του Κοινοβουλευτισμού, η κορυφαία στιγμή της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Η καταξίωση του Κοινοβουλίου οφείλεται πρωτίστως στην ευρεία δημοκρατική νομιμοποίηση της σύνθεσής του, μέσα από την άμεση εκλογή των μελών του με μυστική και καθολική, σχεδόν, ψηφοφορία.&nbsp; Εκπροσωπεί την εξουσία από τον Λαό και για τον Λαό και είναι θεσμικώς γνήσια έκφραση της Λαϊκής Κυριαρχίας.&nbsp; Με αυτά τα εφόδια υπεροχής το Κοινοβούλιο κυριάρχησε επί των άλλων φορέων άσκησης εξουσίας, υφ’ οιανδήποτε μορφή και αν εκδηλώνονταν.&nbsp; Έτσι η Εκτελεστική Εξουσία, ιδίως μέσα από τον γενικευόμενο σταδιακώς θεσμικό δίαυλο της «<em>δεδηλωμένης»</em> -που επιβάλλει την επιβίωση των κυβερνήσεων μόνον αν διαθέτουν, και για όσο διαθέτουν, την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου- ιεραρχείται πολιτικώς ως η δεύτερη Εξουσία, έναντι των αδιαμφισβήτητων πρωτείων, έστω και για λόγους γνησίως δημοκρατικών συμβολισμών, της Νομοθετικής.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;β)</strong><strong> </strong>Κατά λογική ακολουθία, οι πολιτικοί ταγοί είναι κυρίως κοινοβουλευτικοί ηγέτες, ενώ ο κορυφαίος πολιτικός διάλογος διεξάγεται, κατ’ εξοχήν, από τα κοινοβουλευτικά έδρανα.&nbsp; Ακόμη και οι επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας αποκτούν, τουλάχιστον κατά κανόνα, ηγετική πολιτική οντότητα μέσα από την αντίστοιχη κοινοβουλευτική δράση και τακτική τους.&nbsp; Όσο για τους παράγοντες της οικονομίας, που αναδύονται ιδίως από τους κόλπους του βιομηχανικού και του τραπεζικού τομέα, φαίνεται κατ’ αρχήν να περιορίζονται, σχεδόν αποκλειστικώς, στις αμιγώς οικονομικές-επαγγελματικές δραστηριότητές τους.&nbsp; Με την δράση τους να οριοθετείται κανονιστικώς από την κυρίαρχη Νομοθετική Εξουσία, και δίχως –τουλάχιστον κατά κανόνα- πραγματικές δυνατότητες ουσιαστικής επιρροής στην λήψη των σημαντικών πολιτικών αποφάσεων. Ίσως όμως αυτή η οιονεί βεβαιότητα ως προς την αποτελεσματικότητα της κανονιστικής περιχαράκωσης των παραγόντων της οικονομίας να δημιούργησε και τις ψευδαισθήσεις εκείνες, οι οποίες απέτρεψαν τις τότε πολιτικές ηγεσίες να ανιχνεύσουν τα πρώτα, έστω και κάπως ασθενή, δείγματα γραφής των τάσεων ρυθμιστικής απεξάρτησης των ως άνω παραγόντων.</p>



<p><strong>2. </strong>Ο 20<sup>ός</sup> αιώνας σημαδεύεται, ήδη στην ανατολή του, από την μεγάλη ανατροπή ως προς τον συσχετισμό ισχύος των εξουσιών:&nbsp; Το Κοινοβούλιο σταδιακώς υποχωρεί. Και, κυρίως κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, η Εκτελεστική Εξουσία προβάλλει ως ο αδιαμφισβητήτως ανερχόμενος κρατικός φορέας.&nbsp; Η επικράτησή της έναντι του Κοινοβουλίου θεωρήθηκε αυτονόητη, με βάση και τις ανάγκες των καιρών, ενώ η κυριαρχία της γρήγορα αποτυπώθηκε θεσμικώς μέσα από τα Συντάγματα.</p>



<p><strong>α)</strong> Στην μεγάλη και οιονεί αναπότρεπτη αυτή μεταβολή συνέβαλαν, ανάλογα με την συγκυρία, τόσον οι έκτακτες συνθήκες που δημιούργησαν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η συνακόλουθη ανάγκη λήψης αποφάσεων υπό καθεστώς εξαιρετικών περιστάσεων.&nbsp; Όσο και η ιδιόμορφη εξέλιξη της κοινωνικής και οικονομικής ζωής η οποία οδήγησε, μοιραίως, στην ανάγκη μιας έντονης τεχνοκρατικής αντιμετώπισής της ως προς την λήψη των συνακόλουθων πολιτικών αποφάσεων.&nbsp; Και όπως είναι φανερό το Κοινοβούλιο, από την ίδια του πολιτική υπόσταση, ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί, με τα μέσα που διέθετε, σε τέτοιου είδους κυβερνητικές απαιτήσεις.&nbsp; Επιπλέον, και επειδή οι σκέψεις αυτές αφορούν τα πολιτικά δεδομένα ιδίως του Δυτικού Κόσμου, δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τον ρόλο, τον οποίο διαδραμάτισε στην εδραίωση της υπεροχής της Εκτελεστικής Εξουσίας, εντός των δυτικού τύπου δημοκρατιών, ο Ψυχρός Πόλεμος. Και τούτο ιδίως διότι το Κράτος πολλές φορές κλήθηκε να ενεργήσει, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, υπό έκτακτες και&nbsp; εξαιρετικές συνθήκες, η αντιμετώπιση των οποίων έθετε σε δεύτερη μοίρα την παρέμβαση της Νομοθετικής Εξουσίας και καθιστούσε αναφανδόν αναγκαία την ταχεία και αποτελεσματική δράση της Εκτελεστικής Εξουσίας.</p>



<p><strong>β) </strong>Σε ένα τέτοιο πολιτικό σκηνικό οι ηγεσίες της Δύσης αναδείχθηκαν μέσα από τον ρόλο τον οποίο διαδραμάτισαν κυρίως οι επικεφαλής της&nbsp; Εκτελεστικής Εξουσίας, είτε ως εκτελεστικοί Πρόεδροι της Δημοκρατίας είτε ως Πρωθυπουργοί, στο πεδίο των πρωθυπουργοκεντρικών κοινοβουλευτικών συστημάτων, ανάλογα με τις κατ’ ιδίαν προβλέψεις των οικείων Συνταγμάτων.&nbsp; Στην ανάδειξή τους αυτή συνέβαλαν, και δη καθοριστικώς, κορυφαίες πολιτικές αποφάσεις που υιοθέτησαν, και οι οποίες προσδιόρισαν το μέλλον και την πορεία όχι μόνο των επιμέρους Κρατών αλλά, κυριολεκτικώς, του Πλανήτη.&nbsp; Μάλιστα το κύρος πολλών από αυτές τις πολιτικές ηγεσίες δοκιμάσθηκε, ως προς το μέγεθος και την ανθεκτικότητά του, στο «<em>καμίνι»</em> της αποφασιστικότητάς τους να έλθουν αντιμέτωπες με την συγκυρία και να αψηφήσουν τις σειρήνες των, συνηθισμένων έως τότε στην διεθνή σκηνή, ισορροπιών και συμβιβασμών.&nbsp; Τέλος, πρέπει να επισημανθεί και το ότι το ηγετικό τους status ενισχύθηκε σημαντικά, κυρίως σε στιγμές κρίσιμων καμπών, λόγω του πνεύματος διεθνούς συνεργασίας με το οποίο αντιμετώπισαν πολλά από τα μεγάλα διλήμματα των καιρών τους και στο πεδίο της εφαρμογής του οποίου διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο.&nbsp;</p>



<p><strong>γ) </strong>Πάντως, και ενόψει των εξελίξεων που παρατηρήθηκαν με την είσοδο του 21<sup>ου</sup> αιώνα, δεν πρέπει να αποσιωπάται πως, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20<sup>ού</sup> αιώνα, άρχισαν να εμφανίζονται τα σημάδια διεκδίκησης ουσιαστικής επιρροής στην λήψη πολιτικών αποφάσεων εκ μέρους εξωθεσμικών παραγόντων.&nbsp; Η ραγδαία μεταβολή στο οικονομικό τοπίο, με την εξάπλωση της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης, είχε ήδη αρχίσει.&nbsp; Οι ισχυροί παράγοντες του οικονομικού κόσμου δεν αποδέχονταν πια την παραδοσιακή στεγανή διάκριση μεταξύ «<em>πολιτικού»</em> και «<em>οικονομικού»</em>.&nbsp; Και τα ΜΜΕ, που ολοένα και περισσότερο περιέρχονταν στα χέρια ιδιοκτητών οι οποίοι ανέπτυσσαν προνομιακές σχέσεις με τον υπόλοιπο οικονομικό τομέα, άρχισαν να προβάλλουν τις δικές τους διεκδικήσεις ως προς την νομή, άμεση ή έμμεση, της εξουσίας.&nbsp; Ίσως αυτός είναι και ένας από τους λόγους, για τους οποίους η αμφισβήτηση και η συνακόλουθη φθορά των πολιτικών ηγεσιών στην Δύση είχε προφανώς γεννηθεί πριν την ανατολή του 21<sup>ου</sup> αιώνα.&nbsp; Η δρομολόγησή της ανιχνεύεται, χωρίς αμφιβολία, λίγες δεκαετίες μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.&nbsp;</p>



<p><strong>3. </strong>Αν ο 19<sup>ος</sup> και ο 20<sup>ός</sup> αιώνας υπήρξαν, αντιστοίχως, οι αιώνες της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας, ήτοι δύο υπό, έστω και στοιχειωδώς, θεσμικό έλεγχο Εξουσιών –με την έννοια ότι η μεν πρώτη κατάγεται και ελέγχεται από το Εκλογικό Σώμα, ενώ η δεύτερη υπόκειται, κατά την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, στον έλεγχο τόσο της Νομοθετικής όσο και της Δικαστικής Εξουσίας- ο 21<sup>ος</sup> αιώνας φαίνεται να αναδεικνύεται, κατά μεγάλο βαθμό, σε αιώνα εξωθεσμικών και μη ελεγχόμενων, τουλάχιστον με τα παραδοσιακώς αποδεκτά μέσα ελέγχου, εξουσιών.&nbsp; Πρόκειται κυρίως για την οικονομική εξουσία, όπως αυτή επικουρείται στην διεκδίκηση μεγάλου μεριδίου της σύγχρονης πολιτικής ζωής από τα ΜΜΕ.</p>



<p><strong>α) </strong>Η νέα αυτή οικονομική τάξη πραγμάτων απεχθάνεται, λόγω της ίδιας της φύσης της, την κάθε μορφή ελέγχου, πρωτίστως δε του πολιτικού.&nbsp; Και τούτο διότι αφενός προϋποθέτει, ως προς την ανάπτυξή της, μια γενικευμένη παγκοσμιοποίηση των κάθε είδους οικονομικών σχέσεων. Ήτοι έλλειψη συνόρων και, κατ’ επέκταση, έλλειψη ελέγχων οι οποίοι, παραδοσιακώς, είναι σύμφυτοι με την ύπαρξη συνόρων και των λόγων που τα καθιέρωσαν.&nbsp; Και, αφετέρου, στηρίζεται στην απορρύθμιση του οικονομικού πεδίου. Δηλαδή στην περιθωριοποίηση των δημοκρατικώς νομιμοποιημένων κανόνων οριοθέτησης της οικονομικής δράσης. Άρα στην «<em>αυτορρύθμισή»</em> της, μέσω των καθαρώς οικονομικών κανόνων του ανταγωνισμού, καθώς και των συναφών κανόνων της προσφοράς και της ζήτησης. Και μόνο τα χαρακτηριστικά αυτά της νέας οικονομικής τάξης πραγμάτων αρκούν για να καταδείξουν ότι, μέσα από ένα πρωτόγνωρο στην σύγχρονη οικονομική εξέλιξη είδος οικονομικού ορμέμφυτου:&nbsp;</p>



<p><strong>α1) </strong>Πρώτον, αντιτίθεται σε κάθε πολιτική ηγεσία, την οποία θεωρεί ως εκ φύσεως εμπόδιο στην ανέλιξή της. Μια ανέλιξη που μόνο με ενδογενείς οικονομικούς κανόνες μπορεί να πορευθεί προς τον προδιαγεγραμμένο προσανατολισμό της. Άκρως αντιπροσωπευτική αυτής της κατεύθυνσης οικονομικής σκέψης είναι π.χ. η κλασική ανάλυση του Μίλτον Φρίντμαν -κυρίως στο έργο του «<em>Καπιταλισμός και Ελευθερία</em>» (1962)- σύμφωνα με την οποία, και σε πολύ γενικές βεβαίως γραμμές, η κρατική παρέμβαση είναι μάλλον ανεπαρκής και βλαπτική για το κοινωνικό σύνολο, ενώ οι Αγορές σπανίως σφάλουν.&nbsp; Όπως προσφυώς είχε παρατηρήσει ο Πωλ Κρούγκμαν, ο Μίλτον Φρίντμαν δύσκολα έφθανε να παραδεχθεί την πιθανότητα σφάλματος των Αγορών και, αντιστρόφως, την δυνατότητα της κρατικής παρέμβασης να υπηρετήσει έναν χρήσιμο σκοπό (βλ. The New York Review of Books, “<em>Who</em> <em>Was Milton Friedman</em>”, 15.2.2007).&nbsp; Αναλόγως αντιπροσωπευτική, αυτή την φορά στο πεδίο της lato sensu πολιτικής σκέψης, είναι η ανάλυση του Ρόμπερτ Νόζικ -κυρίως στο έργο του «<em>Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία</em>» (1974)- σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης οδηγείται, οιονεί νομοτελειακώς, στην παραβίαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp; Περισσότερο χρήσιμο λοιπόν είναι ένα ελάχιστο Κράτος, προορισμένο να εγγυάται την stricto sensu ασφάλεια των μελών του κοινωνικού συνόλου, την έναντι τρίτων προστασία των περιουσιακών τους στοιχείων και δικαιωμάτων και τον σεβασμό και την εφαρμογή στην πράξη των συναπτόμενων μεταξύ αυτών συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, κατά τις επιταγές του κανόνα pacta sunt servanda.</p>



<p><strong>α2) </strong>Δεύτερον, και πάντα κατά την ακραίως νεοφιλελεύθερη λογική ακολουθία, επιδιώκει να εδραιώσει την εντύπωση πως την έως τώρα γνωστή και καθιερωμένη, με θεμελιώδεις μάλιστα θεσμικούς κανόνες, πολιτική εξουσία και τους φορείς της πέπρωται να υποκαταστήσει μια, πέρα και έξω από εθνικά σύνορα, αμιγώς οικονομική εξουσία.&nbsp; Εξ ου και η εκστρατεία – με την γενική επιστράτευση κάθε είδους μεθόδων, από την επιστήμη έως την ωμή προπαγάνδα- για την ανάγκη άμεσης οικοδόμησης μιας Παγκόσμιας Οικονομικής Διακυβέρνησης, με εντελώς νεφελώδες σχήμα και με εξίσου νεφελώδεις<em> </em>&nbsp;τρόπους δράσης.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Σε αυτή την εκστρατεία συμπαρίστανται, σε μεγάλο βαθμό και κατά γενικό κανόνα, τα ανά τον κόσμο ισχυρά ΜΜΕ, ιδίως δε τα ηλεκτρονικά. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε δεν είναι υπερβολή, λαμβάνοντας υπόψη την ισχύ στην πράξη αυτής της μιντιακής ξυνωρίδας, να γίνεται πια ανοιχτά λόγος για ένα «<em>οικονομικοεπικοινωνιακό σύμπλεγμα»</em>, το οποίο λειτουργεί ως διεθνής παντοδύναμος γερανός ανέγερσης του Πύργου της Βαβέλ της Παγκόσμιας Οικονομικής Διακυβέρνησης.&nbsp; Η πρόθυμη συνδρομή των ΜΜΕ προς αυτή την κατεύθυνση και η συνακόλουθη συμμετοχή τους στην απομείωση του κύρους των πολιτικών ηγεσιών -κυρίως μέσα από την καθ’ υπερβολήν ανάδειξη των ασθενών πτυχών τους ή ακόμη και μέσα από την κυνική, επίσης καθ’ υπερβολή, διακωμώδησή τους- εξηγείται ευχερώς.&nbsp; Και η εξήγηση έχει, κατά βάση, δύο, συμπληρωματικές μεταξύ τους, όψεις:</p>



<p><strong>β1) </strong>Πρώτον, συχνά πίσω –με την έννοια της άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησιακής συμμετοχής- από τα ισχυρότερα διεθνή ΜΜΕ βρίσκονται εξίσου ισχυροί οικονομικοί παράγοντες οι οποίοι, στηριζόμενοι στους διαύλους της περίπλοκης αυτής οικονομικοεπικοινωνιακής συνοδοιπορίας, τα χρησιμοποιούν ως πολιορκητικούς κριούς για την επιδίωξη των κοινών στόχων τους.&nbsp; Και σε ό,τι αφορά την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας Παγκόσμιας Οικονομικής Διακυβέρνησης, και ως προς την τάση αμφισβήτησης των πολιτικών ηγεσιών, οι οποίες θα είχαν την δύναμη αντίδρασης απέναντί τους.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β2) </strong>Δεύτερον, και ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακής σύνθεσης, τα μεγάλα σε έκταση επιρροής ΜΜΕ βασίζονται, για την επιβίωσή τους, κυρίως στην διαφήμιση.&nbsp; Μια απλή παρατήρηση της όλης εξέλιξης των διαφημιστικών εκστρατειών μέσα από αυτά τα ΜΜΕ κατά τις τελευταίες δεκαετίες μπορεί να καταδείξει ευχερώς την ακόλουθη πραγματικότητα: Ολοένα και περισσότερο -ιδίως δε όσο η βαθιά κρίση που διατρέχει την παγκόσμια οικονομία επιδεινώνεται- στην διαφήμιση μέσω των ΜΜΕ μετέχουν επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν γνήσια τέκνα του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν.&nbsp; Με αιχμή του δόρατος, φυσικά, τις Τράπεζες, ιδίως δε εκείνες που έχουν φθάσει στο επίπεδο παγκόσμιων οικονομικών κολοσσών.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Β. To κύρος των πολιτικών&nbsp; ηγεσιών στην προκρούστεια κλίνη του «</strong><strong><em>οικονομικού</em></strong><strong>»&nbsp;</strong></p>



<p>Επιχειρώντας έναν πρώτο απολογισμό ως προς την έκταση και το βάθος της επιρροής της, ραγδαίως ανερχόμενης, νέας οικονομικής τάξης πραγμάτων σε ό,τι αφορά την παρακμιακή πορεία των πολιτικών ηγεσιών στην Δύση, μπορούν να συναχθούν και τα ακόλουθα συμπεράσματα, πάντοτε βεβαίως με τον κίνδυνο της υποκειμενικότητας που κρύβει η ιδιοσυστασία μιας τέτοιας πολυπρισματικής ανάλυσης.&nbsp;</p>



<p><strong>1. </strong>Δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι το ως άνω, ολοένα και ισχυροποιούμενο, οικονομικοεπικοινωνιακό σύμπλεγμα συμβάλλει –πολλές φορές μάλιστα με απροκάλυπτο αλλά και καταλυτικό τρόπο- για τους δικούς του λόγους στο ξεθώριασμα του κύρους των πολιτικών ηγεσιών στην Δύση.&nbsp; Άρα και στην παρακμιακή τους πορεία, αφού μόνο μέσα από την δρομολόγησή της ανοίγεται το πεδίο ρύθμισης των παγκοσμιοποιημένων οικονομικών σχέσεων πέρα και έξω από το εμπόδιο των αποφάσεων των πολιτικών.&nbsp; Ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για μεγάλες και κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα των στόχων που κάθε φορά επιλέγουν οι Αγορές.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Από την άποψη αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη η εξής επισήμανση σχετικά με το εύκολο σχετλιαστικό motto, που ολοένα και πιο συχνά υιοθετούμε: «<em>Πόσο λίγοι είναι οι σημερινοί πολιτικοί ηγέτες σε σχέση με τους προκατόχους τους!»</em>.&nbsp; Μια τέτοια απόφανση<em> </em>είναι -σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον- και ανακριβής και άδικη για τους σημερινούς πολιτικούς ηγέτες.&nbsp; Και τούτο διότι όταν γίνεται, διαχρονικώς, σύγκριση ως προς την δυναμική της προσωπικότητας των πολιτικών ηγετών είναι ανάγκη, αν θέλουμε η σύγκριση αυτή να ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια, να λαμβάνεται σοβαρά και τεκμηριωμένα υπόψη και η αντίστοιχη συγκυρία, μέσα στην οποία οι εκάστοτε ηγεσίες αναδεικνύονται και δρουν.&nbsp; Κοντολογίς, εμπεριέχει πολλή δόση αυθαιρεσίας το συμπέρασμα –που συχνά συνάγεται, άλλωστε, με απόλυτο τρόπο- ότι οι πολιτικοί ηγέτες του πρόσφατου παρελθόντος, συγκρινόμενοι με τους σημερινούς διαδόχους τους μπροστά σε παρεμφερή διλήμματα, είχαν την δύναμη,&nbsp; άρα και το κύρος, να ορθώνουν το ανάστημά τους απέναντι στις προκλήσεις τις οποίες αντιμετώπιζαν και να αποφασίζουν αναλόγως.&nbsp; Ενώ οι διάδοχοί τους φαίνεται να παρασύρονται από το ρεύμα των καιρών και να μην είναι ούτε διατεθειμένοι ούτε ικανοί να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Και τούτο, διότι οι πρόγονοι των σημερινών πολιτικών ηγετών στην Δύση π.χ. αφενός δεν είχαν να αντιμετωπίσουν την τωρινή πανίσχυρη οικονομική τάξη πραγμάτων, πολλώ μάλλον όταν το «<em>αυγό του φιδιού»</em> εμφανίσθηκε στις μέρες τους, δίχως να το αντιληφθούν και δίχως να το προλάβουν.&nbsp; Και, αφετέρου, όχι μόνον δεν έζησαν μέσα σε ένα τοπίο ΜΜΕ αντίστοιχο με το σημερινό -και, άρα, σε ένα κλίμα ακραίας επικοινωνιακής αντιπαράθεσης- αλλά, όλως αντιθέτως, στην εποχή τους τα περισσότερα ηλεκτρονικά ΜΜΕ ήταν υπό κρατικό έλεγχο.&nbsp; Συνεπώς, υπό τον έλεγχο των κυβερνώντων πολιτικών ηγετών και, εν πάση περιπτώσει, όχι ευθέως απέναντί τους.&nbsp;</p>



<p><strong>γ) </strong>Η ως άνω πανίσχυρη οικονομική τάξη πραγμάτων απομειώνει, λοιπόν, το κύρος και την αξιοπιστία των πολιτικών ηγετών και, ταυτοχρόνως, πλήττει την αντίστοιχη θεσμική και πολιτική αξιοπιστία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας, και μέσω της εξής υποδόριας επιχείρησης υπονόμευσής τους: Στερώντας τους μεγάλο μέρος των παραδοσιακών, με βάση τους δημοκρατικώς νομιμοποιημένους κανόνες του Κράτους Δικαίου, αρμοδιοτήτων τους, αφαιρούν σημαντικό τμήμα της ισχύος&nbsp; τους (potestas).&nbsp; Γεγονός το οποίο, με την σειρά του, οδηγεί στην αντίστοιχη απομείωση του κύρους τους (auctoritas), άρα σε απομείωση της εμπιστοσύνης των κυβερνωμένων ως προς την δύναμη των πολιτικών ηγετών να χειρισθούν μείζονα ζητήματα -εν τέλει δε την ίδια την εξυπηρέτηση του Δημόσιου Συμφέροντος εν γένει- κυρίως σε πολλαπλώς κρίσιμες περιόδους, όπως η σημερινή.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Επιχειρηματολογώντας όμως ceteris paribus, εξίσου δεν είναι ιστορικά δίκαιο να παράσχει κανείς ένα είδος&nbsp; άφεσης αμαρτιών στις πολιτικές ηγεσίες του καιρού μας για την παρακμιακή τους πορεία, με βάση την προαναφερόμενη ανατροπή της συγκυρίας.&nbsp; Η ανατροπή αυτή μπορεί –και πρέπει βεβαίως- να αποτελέσει κριτήριο για τον μετριασμό της πολιτικής ευθύνης τους στο δικαστήριο της Ιστορίας.&nbsp; Όχι όμως και λόγο πλήρους απαλλαγής τους ενώπιον του ίδιου ιστορικού forum.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Και τούτο διότι όσο είναι αληθές ότι η διαφορά της συγκυρίας σχετικοποιεί, μοιραίως, όπως ήδη τονίσθηκε τις συγκρίσεις μεταξύ πολιτικών ηγετών, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι, κατ’ αποτέλεσμα, η συγκυρία είναι εκείνη, η οποία σε πολλές περιπτώσεις αναδεικνύει τους πολιτικούς ηγέτες και διαμορφώνει το μέγεθος του κύρους τους:&nbsp; Όσο μεγαλύτερες είναι οι προκλήσεις των καιρών, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά και η θέληση αλλά και η δύναμη των πολιτικών ηγετών να τις αντιμετωπίσουν.&nbsp; Ας μην ξεχνάμε ότι το ηγετικό κύρος δεν εξαρτάται μόνον από το αν και κατά πόσον ο πολιτικός νίκησε τελικά στο πεδίο της μάχης των ιστορικών προκλήσεων. Το κύρος τούτο εξαρτάται περισσότερο από την ενόραση του πολιτικού να διαγνώσει εγκαίρως την πρόκληση και από την αποφασιστικότητά του να σταθεί απέναντί της, αναζητώντας και τις διαθέσιμες, πρόσφορες ως προς αυτό, συμμαχίες.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Προς αυτή την κατεύθυνση υπεράσπισης του κύρους τους οι σημερινές πολιτικές ηγεσίες της Δύσης εμφανίζονται επικίνδυνα ελλειμματικές.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β1) </strong>Πρώτον<strong> </strong>επειδή, όπως φάνηκε στην πράξη, π.χ. δεν απέδειξαν μετά το 2008 την απαιτούμενη διαίσθηση –ή και απλή πρόνοια- ώστε να εντοπίσουν τα σημάδια της επερχόμενης δεινής οικονομικής κρίσης και να πάρουν εγκαίρως τα ενδεδειγμένα μέτρα, προκειμένου να μην γιγαντωθεί.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β2) </strong>Δεύτερον, και<strong> </strong>όταν πια εκδηλώθηκε το παγκόσμιο οικονομικό τσουνάμι, τα αντανακλαστικά αντίδρασής τους ήταν εμφανώς αργοπορημένα.&nbsp; Ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι πρώτες αποφάσεις τους, προϊόντα ετεροχρονισμένων και φλύαρων συσκέψεων κυρίως σε επίπεδο Συνόδων Κορυφής, υπηρετούσαν σε τέτοιο βαθμό το «<em>θεαθήναι τοις ανθρώποις»</em>, ώστε θύμιζαν την ιστορία των «<em>Χωριών Ποτέμκιν»</em>. Το ίδιο συνέβη, σε γενικές γραμμές, και προσφάτως ως προς τις επιπτώσεις της πανδημίας του <em>Covid-19</em>, με παρήγορη βεβαίως εξαίρεση την εκ των υστέρων κατάρτιση και θεσμοθέτηση του προγράμματος NextGenerationEU.</p>



<p><strong>β3) </strong>Τρίτον,<strong> </strong>και πάλι ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το συλλογικό πνεύμα και η επίτευξη των αναγκαίων συμμαχιών λείπουν δραματικά.&nbsp; Και μάλιστα την στιγμή κατά την οποία τούτο ήταν προφανώς αναγκαίο.&nbsp; Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες αντί να κατανοούν ότι το πρόβλημα είναι κοινό –αφού αφορά το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης- και ότι κανένα Κράτος-Μέλος δεν μπορεί να αντεπεξέλθει αποτελεσματικώς χωρίς συλλογική προσπάθεια, καταφεύγουν περισσότερο στην καταστροφική λογική του «<em>ο σώζων εαυτόν σωθήτω</em>».&nbsp; Και σαν να μην έφθανε αυτό, κατά τις ίδιες κρίσιμες στιγμές δείχνουν να υπολογίζουν όχι τόσο τον εφιάλτη του κοινού κινδύνου που καραδοκεί, αλλά τον ευτελή φόβο του ατομικού πολιτικού κόστους. Η απογοητευτική, το λιγότερο, στάση τους στον πόλεμο που ακόμη σοβεί στην Ουκρανία και η περιθωριοποίησή τους, σε κατάσταση ουραγών, από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ επιβεβαιώνει την προμνημονευόμενη διαπίστωση, πέραν του ότι καθιστά ακόμη πιο δυσοίωνη την όλη προοπτική και ευόδωση του ιστορικού εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.&nbsp;</p>



<p><strong>γ)</strong> Αυτοί είναι, σε γενικές βεβαίως γραμμές, οι λόγοι για τους οποίους, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς την επιρροή της συγκυρίας, πρέπει να οδηγηθεί στο συμπέρασμα πως το έλλειμμα ηγετικού κύρους που προκαλεί την παρακμιακή πορεία των πολιτικών ταγών της Δύσης και, πρωτίστως, των πολιτικών ταγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλογίζεται περισσότερο στις δικές τους, σχεδόν ανεξήγητες και οπωσδήποτε αδικαιολόγητες αδυναμίες.&nbsp; Με άλλες λέξεις ο Λεβιάθαν της νέας οικονομικής τάξης πραγμάτων και η διαφαινόμενη σαρωτική επέλαση της Παγκόσμιας Οικονομικής Διακυβέρνησης δεν θα είχαν προκύψει- τουλάχιστον στο βαθμό που βιώνουμε και θα βιώσουμε περισσότερο διεθνώς –αν οι πολιτικοί ηγέτες της Δύσης είχαν την πρόνοια και την αποφασιστικότητα να αγωνισθούν εναντίον του κατά την εκκόλαψή του, ανεξάρτητα μάλιστα από τις προφανείς δυσχέρειες θετικής κατάληξης της όλης επιχείρησης.&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>ΙV. Βιώνοντας την εποχή της Κοινωνίας των Πολιτών</strong></p>



<p>Ο δίκαιος Αζντάκ, αποτιμώντας την ιστορία και την προοπτική της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας καθώς και την ανάγκη υπεράσπισης της Ελευθερίας, θα είχε κάθε λόγο να αναθέσει την επιμέλεια της ανόρθωσής τους σε εκείνους, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να φέρουν σε πέρας μια τέτοια αποστολή.&nbsp; Σε εκείνους, μέσα από τους αγώνες των οποίων πριν από δύο και πλέον αιώνες γεννήθηκε η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ως διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας.&nbsp; Σε εκείνους, για τους οποίους η προστασία της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του είναι βιωματική κατάσταση, ακόμη και όταν -ιδίως σε περιόδους δημοκρατικής ομαλότητας και στοιχειώδους ευημερίας- η κατάσταση αυτή υποφώσκει στο υποσυνείδητό τους.&nbsp; Σε εκείνους, οι οποίοι συγκροτούν, διαχρονικώς, την Κοινωνία των Πολιτών.&nbsp;</p>



<p><strong>Α. Το υπαρξιακό δίλημμα της Κοινωνίας των Πολιτών μπροστά&nbsp; στην πρόκληση μιας νέας «</strong><strong><em>εκούσιας δουλείας</em></strong><strong>»</strong></p>



<p>Στον αγώνα υπεράσπισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Ελευθερίας από τις νέες μορφές αυταρχισμού και δεσποτισμού, οι οποίες αναδύονται ολοένα και πιο απειλητικές σαν σειρήνες μιας άλλης «<em>εκούσιας δουλείας»</em>, ο «<em>Εξεγερμένος Άνθρωπος»</em> του Albert Camus έχει πολλά να διδάξει σήμερα στην Κοινωνία των Πολιτών.&nbsp; Κυρίως δε το πώς η δημοκρατικώς θεσμοθετημένη και οριοθετημένη «<em>εξέγερση»</em> υπέρ της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Ελευθερίας δεν συντελείται για να καταστρέψει ό,τι έχει κτισθεί, ούτε για να υποκαταστήσει τους θεσμικούς τους πυλώνες, αλλά για να προσθέσει νέες, πολύ πιο κατάλληλες και ανθεκτικές, αντηρίδες στήριξης των πυλώνων αυτών. Έτσι ώστε, εν τέλει, το δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος να αναλάβει εκ νέου τις ευθύνες που του αναλογούν απέναντι στον Άνθρωπο και στα δικαιώματά του.&nbsp;</p>



<p><strong></strong><strong>1. </strong>Στην πορεία αυτής της «<em>εξέγερσης»</em> η Κοινωνία των Πολιτών έχει στην διάθεσή της όλα τα εφόδια νόμιμης άσκησης των κάθε μορφής θεσμικώς κατοχυρωμένων πολιτικών δικαιωμάτων, ήτοι των δικαιωμάτων που απορρέουν ευθέως από την αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Όπως ταιριάζει στην φύση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, η άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων εκ μέρους της Κοινωνίας των Πολιτών δεν μπορεί να στοχεύει στην, άμεση ή έμμεση, ανάληψη της κρατικής εξουσίας και στην ευθεία διαχείρισή της.&nbsp; Τα πρότυπα αυτοδιαχείρισης, ακόμη και του πρόσφατου παρελθόντος, πέραν του ότι αποδείχθηκαν παντελώς ουτοπικά ή και καταστροφικά στην πράξη για την άσκηση των δικαιωμάτων, ουδόλως συμβιβάζονται με την ουσία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;β) </strong>Κατά τις θεσμικές και πολιτικές της καταβολές η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία στηρίζεται, σχεδόν αποκλειστικώς, στην δημοκρατικώς οργανωμένη αντιπροσώπευση. Δίχως αυτήν, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;β1) </strong>Άρα, κατά την άσκηση των θεσμικώς κατοχυρωμένων πολιτικών δικαιωμάτων η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί και οφείλει να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια συμμετοχής στην πολιτική ζωή μέσω όλων, ανεξαιρέτως, των θεσπισμένων διαδικασιών αντιπροσώπευσης.&nbsp; Διαδικασιών, οι οποίες αφορούν όχι μόνο την ανάδειξη των κάθε είδους αντιπροσώπων αλλά, επιπλέον, και τον δημοκρατικό έλεγχο της κρατικής εξουσίας.&nbsp; Με απλές λέξεις, ο φυσικός ρόλος της Κοινωνίας των Πολιτών στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας δεν συμπεριλαμβάνει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την άσκηση της εξουσίας η οποία ανήκει, αποκλειστικώς, στα προς τούτο θεσμοθετημένα και δημοκρατικώς νομιμοποιημένα κρατικά όργανα.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β2) </strong>Ανήκει όμως, και μάλιστα κατ’ εξοχήν, στην Κοινωνία των Πολιτών η αποστολή της πλήρους αξιοποίησης των αντίστοιχων θεσμικών διαύλων αφενός του προσανατολισμού της άσκησης της κρατικής εξουσίας υπέρ της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Και, αφετέρου, του διαρκούς ελέγχου της κρατικής εξουσίας ως προς την κατά τους όρους της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας άσκησή της.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Η εκ μέρους της Κοινωνίας των Πολιτών εκλογή των αντιπροσώπων της -φορέων πλέον του μέρους της Λαϊκής Κυριαρχίας που τους αναλογεί -στο πλαίσιο της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας της παρέχει την δυνατότητα να διαδραματίσει έναν κορυφαίο ειδικότερο ρόλο ως προς την στήριξη της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, προκειμένου να ανακοπεί η παρακμιακή της πορεία. Συγκεκριμένα:</p>



<p><strong>α) </strong>Η Κοινωνία των Πολιτών πρέπει να αναδεχθεί το βάρος ανάδειξης των αντιπροσώπων της εκείνων οι οποίοι, μακριά από την νοοτροπία του λαϊκισμού και της δημαγωγίας που ευτελίζει την Δημοκρατία, θα μπορέσουν να αντισταθούν στην επέλαση του νέου αυταρχισμού και δεσποτισμού.&nbsp; Αντιπροσώπων, οι οποίοι είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν το Δημόσιο Συμφέρον δίχως κανένα υπολογισμό του λεγόμενου πολιτικού<em> </em>κόστους διεκδικώντας, χωρίς συμβιβασμούς, το πεδίο λήψης των προς τούτο αναγκαίων αποφάσεων.&nbsp; Αντιπροσώπων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την Πολιτική ως δημοκρατικό λειτούργημα και όχι ως επάγγελμα για την επιβίωση και για την εφήμερη κοινωνική αναγνώριση.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Ανταποκρινόμενη σε αυτή την αποστολή η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να ανακόψει και την παρακμιακή πορεία των πολιτικών ηγεσιών η οποία, όπως εξηγήθηκε αναλυτικώς, οφείλεται κατ’ εξοχήν στο φαινόμενο της αδυναμίας τους -ή και της έλλειψης βούλησης εκ μέρους τους- να αντιταχθούν αποτελεσματικώς ιδίως στις δυνάμεις της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης, που δίχως ίχνος δημοκρατικής νομιμοποίησης παίρνουν καίριες αποφάσεις ως προς την διαχείριση του Δημόσιου Συμφέροντος.</p>



<p><strong>β1) </strong>Αποφάσεις, όμως, οι οποίες έχουν οδηγήσει ακόμη και στην πλήρη στρέβλωσή του εν ονόματι της εξυπηρέτησης αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, και μάλιστα στην βάση κανόνων στερούμενων παντελώς δημοκρατικού μανδύα. Διότι πρέπει να είναι σαφές ότι το αμιγώς δημοσιονομικό –ήτοι το σχετιζόμενο αποκλειστικώς με τα κρατικά έσοδα- συμφέρον δεν είναι eo ipso Δημόσιο Συμφέρον, αλλά απλώς μπορεί να συμβάλει ενεργώς στην επιδίωξη και στην επίτευξη επιμέρους δημόσιων σκοπών, οι οποίοι συνιστούν ειδικότερα μέρη του αυθεντικού Δημόσιου Συμφέροντος.</p>



<p><strong>β2)</strong> Υπό τα δεδομένα αυτά η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να δείξει στις δημοκρατικώς εκλεγμένες πολιτικές ηγεσίες τον δρόμο, προκειμένου να διεκδικήσουν το μερίδιο των αποφάσεων που αναλογεί στην αποστολή τους εντός του πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Των αποφάσεων, μέσω της λήψης των οποίων οι πολιτικές ηγεσίες μπορούν να ανακτήσουν το κύρος τους και, κυρίως, να δικαιώσουν την δημοκρατική τους προέλευση κατά την διαχείριση των προταγμάτων της Λαϊκής Κυριαρχίας. Πρέπει δε να τονισθεί στο σημείο τούτο ότι υπ’ αυτά τα δεδομένα η Κοινωνία των Πολιτών κάθε άλλο παρά υπερβαίνει τα θεσμικά και πολιτικά της όρια εντός της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως βοηθού εκπληρώσεως της αποστολής ιδίως της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας. Όλως αντιθέτως έτσι επικουρεί ευεργετικώς, και κατά την αποστολή της, τις ως άνω Εξουσίες ώστε να λειτουργούν κατά τους κανόνες της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p><strong>Β. Η Κοινωνία των Πολιτών ως οχυρό υπεράσπισης της&nbsp; Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου&nbsp;</strong></p>



<p>Πέραν της κατά τ’ ανωτέρω συμμετοχής, μέσω της άσκησης των κατ’ ιδίαν πολιτικών δικαιωμάτων, η Κοινωνία των Πολιτών διαθέτει πολλά εφόδια υπεράσπισης της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρόκειται για όλα εκείνα τα θεσμοθετημένα δικαιώματα, τα οποία είναι δεκτικά συλλογικής άσκησης, σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, με πιο αντιπροσωπευτικό, εν προκειμένω, το lato sensu δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.&nbsp;</p>



<p><strong>1. </strong>Είναι αυτονόητο ότι η προμνημονευόμενη παρέμβαση της Κοινωνίας των Πολιτών, ως προς την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μέσω συλλογικής δράσης, παίρνει ιδιαίτερες διαστάσεις:</p>



<p><strong>α) </strong>Πρώτον, στο θεσμικό πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συγκεκριμένα, στο ειδικότερο πεδίο των Ευρωπαϊκών Δικαστικών Θεσμών, μετά την εξάντληση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων σε εθνικό επίπεδο.&nbsp; Η πλήρης αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές που ήδη έχει συναγάγει ως προς την προστασία των δικαιωμάτων η νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστικών Θεσμών, παρέχει στην Κοινωνία των Πολιτών ένα προνομιακό έδαφος παρέμβασης extra muros.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Δεύτερον, σε αμιγώς διεθνές επίπεδο η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί και οφείλει:</p>



<p><strong>β1)</strong> Να αξιοποιήσει για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους θεσμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης, με κύριο άξονα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πάνω στην βάση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp; Και στον χώρο αυτόν η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα, προκειμένου να αποκτήσει και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης -ο οποίος θεσπίζει τους κανόνες της προάσπισης των κοινωνικών δικαιωμάτων- την κανονιστική ισχύ και αποτελεσματικότητα που δεν διαθέτει σήμερα, επειδή δεν έχουν ακόμη οργανωθεί οι κατάλληλοι και επαρκείς κυρωτικοί μηχανισμοί διασφάλισης της εφαρμογής του στην πράξη.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β2)</strong><strong> </strong>Προς την ίδια κατεύθυνση η Κοινωνία των Πολιτών διαθέτει το κύρος να ηγηθεί του αγώνα, ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό θεσμικό περιεχόμενο -με τα ανάλογα αποτελέσματα εφαρμογής της στην πράξη- και η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η οποία παραμένει, σχεδόν στο σύνολό της, αν όχι lex imperfecta οπωσδήποτε lex minus quam perfecta.&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Όπως είναι προφανές, αυτή η μορφή «<em>εξέγερσης»</em> της Κοινωνίας των Πολιτών υπέρ της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ανταποκρίνεται πλήρως στην σύγχρονη φυσιογνωμία της, ως οργάνωσης συλλογικής αντίδρασης εναντίον της κάθε αυθαίρετης παρέμβασης στο πεδίο των δικαιωμάτων, από οπουδήποτε και αν προέρχεται.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Μια τέτοια, συλλογικώς οργανωμένη, υπεράσπιση των δικαιωμάτων αποκτά τόσο μεγαλύτερη σημασία υπό τις σύγχρονες συνθήκες στο πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι, όσο καθιστά δυνατή την προστασία των δικαιωμάτων των πιο αδύνατων μελών του κοινωνικού συνόλου, κυρίως δε των οικονομικώς ασθενέστερων.&nbsp; Τα οποία πολύ δύσκολα μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικώς στις απαιτήσεις της νομικής τεχνογνωσίας και, ιδίως, του κόστους για την προσφυγή στα αρμόδια fora, δικαστικά και μη.&nbsp; Και τούτο καθίσταται ακόμη πιο εμφανές όταν πρόκειται για προσφυγές εκτός συνόρων, στα Ευρωπαϊκά και στα Διεθνή, αρμόδια in concreto<em>,</em> όργανα.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Υπό τα δεδομένα αυτά η Κοινωνία των Πολιτών καλείται να αποδείξει, εμπράκτως και κατά τρόπο που δικαιώνει την αποστολή της, ότι η υπόθεση της υπεράσπισης των θεσμικών εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Ελευθερίας καθώς και της ανακοπής της παρακμιακής τους πορείας είναι υπόθεση καθενός, αλλά και όλων.&nbsp; Άρα η Κοινωνία των Πολιτών δεν έχει την διακριτική ευχέρεια ούτε να την υποτιμήσει ούτε, πολύ περισσότερο, να την εκχωρήσει σε τρίτους.&nbsp; Δοθέντος ότι κάτι τέτοιο θα σήμανε, εν τέλει, την υποταγή της στις νέες μορφές «<em>εκούσιας δουλείας»</em> και την απεμπόληση της αποστολής «<em>εξέγερσης»</em>, η οποία της αναλογεί στην εποχή μας κατά τον φυσικό της προορισμό.&nbsp;</p>



<p><strong>Γ. Η αποστολή της Κοινωνίας των Πολιτών στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τα όσα προεκτέθηκαν αναφορικά με την παρακμιακή πορεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι χρήσιμα και ενδεικτικά και προκειμένου να αναδειχθεί η σημασία της αποστολής της Κοινωνίας των Πολιτών εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας, εν τέλει δε αυτού τούτου του Ευρωπαϊκού Ιδεώδους.&nbsp; Ήτοι του Ιδεώδους το οποίο συνίσταται στην θεσμική πολιτική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό συνθήκες μιας μορφής ομοσπονδιακής οργάνωσης, πάντοτε με αντηρίδες τις αρχές και τις αξίες της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Πολλώ μάλλον όταν οι Ευρωπαίοι Πολίτες δεν έχουμε, απέναντι στα στοιχειώδη προτάγματα της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, το δικαίωμα να αρκεσθούμε στον ρόλο «<em>ασθμαίνοντος αχθοφόρου</em>» του παρελθόντος μιας Ευρώπης γεμάτης από εμβληματικές μνήμες γεγονότων και έργων τα οποία σημάδεψαν βαθιά την διαδρομή της Ανθρωπότητας, ή ακόμη και στον ρόλο «<em>υπαλλήλων</em>» και «<em>ξεναγών</em>» στο «<em>Μουσείο της Ευρώπης</em>».&nbsp; Με μια πιο συμπυκνωμένη αλλά ίσως πιο παραστατική διατύπωση, οι Ευρωπαίοι Πολίτες δεν έχουμε το δικαίωμα να παρατηρούμε απαθείς την μετατροπή της ιδέας της Ενωμένης Ευρώπης σε χίμαιρα, αποδεχόμενοι μοιρολατρικώς την ήττα του Ευρωπαϊκού Ιδεώδους, υφ’ όλες του τις εκφάνσεις.</p>



<p><strong>1.</strong> Ακριβώς γι’ αυτό, όσοι είμαστε πραγματικά αποφασισμένοι&nbsp; -και οι Έλληνες είμαστε, στην μεγάλη μας πλειονότητα, συνειδητοποιημένοι Ευρωπαίοι, όπως το αποδείξαμε και εντελώς προσφάτως-&nbsp; να υπερασπισθούμε την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, μέσω της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης κατά τον προορισμό της, έχουμε χρέος, το συντομότερο δυνατό, να αναζητήσουμε, να ανακαλύψουμε και να εξουδετερώσουμε τα αίτια που τροφοδοτούν την ενδυνάμωση και την εξάπλωση του φαινομένου του σύγχρονου, δυστυχώς εντεινόμενου, ευρωσκεπτικισμού.&nbsp;</p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<strong>α)</strong> Ενός φαινομένου που γίνεται τόσο περισσότερο τοξικό για τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο το «<em>βαρυτικό πεδίο</em>» του από την μια πλευρά ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις, οι οποίες αντιμάχονται το Ευρωπαϊκό Ιδεώδες.&nbsp; Και, από την άλλη πλευρά&nbsp; -αλλά και συνακόλουθα- αποδυναμώνει, σταδιακώς και υποδορίως, όλες εκείνες τις κεντρομόλες δυνάμεις, δίχως τις οποίες το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα οδηγείται, οιονεί νομοτελειακώς, σε μια μοιραία απαξίωση ή και κατάρρευση.</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;α1)</strong> Με απλά λόγια, δεν έχει πια κανένα νόημα το να «<em>θρηνούμε</em>», ως άλλοι «<em>άγγελοι επί τάφου σαλπίζοντες</em>», το δήθεν «<em>ξόδι</em>» της Ευρώπης, όπως κάποιοι, όσοι και αν είναι, θέλουν να το εμφανίσουν.&nbsp; Αποστολή μας πρέπει να είναι η αναβίωση και η εδραίωση του Ευρωπαϊκού Ιδεώδους, κατεξοχήν μέσα από την επικαιροποίηση και την αντίστοιχη ειλικρινή ενσυναίσθηση των λόγων εκείνων οι οποίοι ώθησαν τους «<em>Πατέρες</em>» της ιδέας της Ενωμένης Ευρώπης να αφοσιωθούν σε αυτήν και να επιδιώξουν κάτι, το οποίο στα μέσα του 20<sup>ού</sup> αιώνα φαινόταν από ουτοπικό έως εντελώς ανέφικτο.&nbsp; Ο δικός τους, σχεδόν επικός για τα δεδομένα της συγκυρίας των χρόνων τους, προσανατολισμός μπορεί και πρέπει να μετουσιωθεί στον αστρολάβο της δικής μας πορείας συνέχισης και έμπρακτης δικαίωσης των οραματισμών τους.</p>



<p><strong>α2) </strong>Και αυτή την πραγματικότητα νοηματοδοτούν πολύ πιο έντονα τα δεδομένα της εποχής μας, σύμφωνα με τα οποία ο ρόλος της ολοκληρωμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αφορά μόνο τα Κράτη-Μέλη της και τους Λαούς τους αλλά και το σύνολο της Ανθρωπότητας, εφόσον αντιληφθούμε το τι και πόσα μπορεί να προσφέρει, πάνω στην βάση της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, στην πλανητική επικράτηση του Ανθρωπισμού, της Ειρήνης, της Δικαιοσύνης και, πρωτίστως, της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η επιτέλεση μιας τέτοιας αποστολής από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σήμερα τόσο περισσότερο επιτακτική, όσο και η Ειρήνη παγκοσμίως χειμάζεται και ο Άνθρωπος και ο Ανθρωπισμός περιθωριοποιούνται, ενώ –και όπως προαναφέρθηκε- οι ηγεσίες του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος αρκούνται παθητικά στον μίζερο ρόλο μιας καθαρώς περιφερειακής, και κατά τούτο πολλαπλώς ανίσχυρης, διεθνούς οντότητας.</p>



<p><strong>β) </strong>Ας αναλογισθούμε, λοιπόν, ότι οι ρίζες είναι εκείνες που κρατάνε όρθια τα «<em>μεγάλα δένδρα</em>».&nbsp; Και το «<em>δένδρο</em>» της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να στεριώσει, να ανθίσει και να καρπίσει αν δεν εναρμονίσουμε, με συνέπεια και συνέχεια, τον ευρωπαϊκό μας διαλογισμό με το πνεύμα των «<em>Πατέρων</em>» του Ευρωπαϊκού Ιδεώδους.</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;β1) </strong>Ήταν εκείνοι οι οποίοι έβαλαν τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης, προκειμένου το οικοδόμημα αυτό να αποτελέσει το μελλοντικό και αειθαλές αντίβαρο στα αίτια που οδήγησαν την Ανθρωπότητα να ζήσει, κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα και με απόσταση κάτι λιγότερο από είκοσι χρόνια, τον όλεθρο δύο Παγκόσμιων Πολέμων.&nbsp; Και ιδίως τον όλεθρο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, η τελική έκβαση του οποίου σήμανε, πέραν των άλλων, και την επικράτηση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας απέναντι στις σιδηρόφρακτες ορδές του φασισμού και του ναζισμού.&nbsp; Ήταν εκείνοι οι οποίοι, εντέλει, έθεσαν τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης προορισμένης να μην επιτρέψει, ποτέ ξανά, την επιστροφή σε ένα παρελθόν που σίγουρα προοιωνιζόταν το τέλος της ουσιαστικής δημιουργίας του homo sapiens και την αδιανόητη, για την Δημοκρατία μας και τον Πολιτισμό μας, οπισθοδρόμηση στο χάος μιας «<em>αναγεννημένης</em>» βαρβαρότητας.</p>



<p><strong>β2) </strong>Οι αγώνες τους και η σπορά τους για έναν τόσο μεγαλεπήβολο και ελπιδοφόρο στόχο ευοδώθηκαν πολύ ενωρίς, στο μέτρο που από τις, πρωτόλειες, Ευρωπαϊκές Κοινότητες της δεκαετίας του ’50 και του ’60 φθάσαμε, αρκετά πριν από το τέλος του 20ού αιώνα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον σκληρό πυρήνα της, στην Ευρωζώνη.&nbsp; Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλε, μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, και η σθεναρή&nbsp; στάση των δημοκρατικών Κρατών της Ευρώπης εναντίον του, άκρως επικίνδυνου για την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, κομμουνιστικού νεοολοκληρωτισμού, όπως αυτός εκπορευόταν από την τότε ΕΣΣΔ και τους εντός Ευρώπης δορυφόρους της.&nbsp; Το εξαιρετικά επικίνδυνο σήμερα για την τύχη και την προοπτική της εμβληματικής κληρονομιάς, που μας άφησαν οι «<em>Πατέρες</em>» του Ευρωπαϊκού Ιδεώδους, είναι:&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;• </strong>Αφενός ότι ελάχιστοι από τους Πολίτες της Ευρώπης και, ακόμη περισσότερο, από τους πολιτικούς της, που βίωσαν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο την τραγωδία του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, βρίσκονται εν ζωή.&nbsp; Οι δε επόμενες γενεές ολοένα και λιγότερο διδάσκονται, από το σχολείο έως το πανεπιστήμιο, το τι κόστισε στην Ανθρωπότητα -και όχι μόνο στην Ευρώπη- ο Πόλεμος αυτός.&nbsp; Οι μνήμες, δυστυχώς, σβήνουν μελαγχολικά, όπως η φλόγα του καντηλιού όταν τελειώνει το λάδι των μεγάλων και αναντικατάστατων ιστορικών βιωμάτων.</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;• </strong>Και, αφετέρου, ότι η διάλυση της τέως ΕΣΣΔ, με άκρως συμβολική ιστορικώς έκφραση την πτώση του πάλαι ποτέ Τείχους του Βερολίνου, έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως ο επικίνδυνος για την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ολοκληρωτισμός, κάθε μορφής, ανήκει οριστικά στο παρελθόν.&nbsp; Ο ιδιόμορφος ολοκληρωτισμός της, κάθε είδους, θρησκευτικής φονταμενταλιστικής ιδεολογίας εκλαμβάνεται ως περιθωριακός.&nbsp; Το ίδιο δε, mutatis mutandis, συμβαίνει και με τον αντίστοιχο ολοκληρωτισμό των επιμέρους τρομοκρατικών κινημάτων, τα οποία αναπτύσσονται, παγκοσμίως, ανεξάρτητα μάλιστα από θρησκευτικές καταβολές και υποκινήσεις.&nbsp; Κάποιοι, και δεν είναι λίγοι, πιστεύουν πως η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία έχει «<em>θριαμβεύσει</em>».&nbsp; Και αυτή η ανιστόρητη πλάνη των ιδεών υποσκάπτει, ανεπανόρθωτα, τα θεμέλια της Ιστορίας, του Ανθρωπισμού και της Δημοκρατίας.&nbsp; Με άλλα λόγια, αυτού τούτου του Πολιτισμού μας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Με βάση αυτές<strong> </strong>τις ψευδαισθήσεις δημιουργείται το ετερόκλητο ψηφιδωτό των ευρωσκεπτικιστών οι οποίοι -συνειδητώς ή ασυνειδήτως, δεν έχει σημασία- αμφισβητούν την αδήριτη ανάγκη της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και της ολοκλήρωσης του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος διερωτώμενοι, υποκριτικώς και ανιστορήτως:</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;α) </strong>Αφού η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ως μέθοδος θεσμικώς ρυθμισμένης κρατικής οργάνωσης έχει επικρατήσει στην Ευρώπη, γιατί να μην γυρίσουμε πίσω στο Έθνος-Κράτος;&nbsp; Εκείνο που ξεκίνησε μετά την δημιουργία της Ελλάδας, ως πρώτου Έθνους-Κράτους στην Ευρώπη, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, και το οποίο έκτοτε αποτέλεσε την αφετηρία της απαλλαγής της Ευρώπης από τις δυναστείες των Ευρωπαϊκών Αυτοκρατοριών και των Ευρωπαϊκών Βασιλείων;&nbsp; Μήπως, κατά συνέπεια, πρέπει να στηρίξουμε το Έθνος-Κράτος και την θεσμική και πολιτική του ταυτότητα και να αφήσουμε την, ήδη αποτυχημένη, Ευρωπαϊκή Ένωση στον περιθωριακό ρόλο μιας θεσμικής και πολιτικής οντότητας, η οποία έχει ως ιστορικώς νομιμοποιημένο ρόλο την απλή εγγύηση της ύπαρξης των Κρατών-Μελών της, άρα τον ρόλο μιας χαλαρής συνομοσπονδίας στα όρια ενός θεσμικού και πολιτικού συμβολισμού, με καλλωπισμένες αναφορές παρελθόντος και επιφανειακές υπομνήσεις μέλλοντος;</p>



<p><strong>β)</strong> Τα δυσοίωνα σημάδια μιας τέτοιας νοοτροπίας πυκνώνουν τόσο περισσότερο πάνω από τον ουρανό της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο όχι μόνον ορισμένες, άκρως ελλειμματικές ως προς την ευρωπαϊκή τους παιδεία, ηγεσίες Κρατών-Μελών της ενστερνίζονται τις ως άνω απόψεις.&nbsp; Αλλά ακόμη και τα Ανώτατα Δικαστήρια ισχυρών Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτουν, με ολοένα και πιο ριζοσπαστικές τάσεις της νομολογίας τους, στο περιθώριο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, προβάλλοντας απέναντί τους την προτεραιότητα της ανάγκης υπεράσπισης της «<em>συνταγματικής</em> <em>ταυτότητας</em>» αυτών των Κρατών-Μελών.&nbsp; Και το χειρότερο είναι ότι τέτοιες τάσεις κινδυνεύουν να καταστούν ένα είδος προτύπου και για άλλα Κράτη-Μέλη, μέσα από την επιτήδεια αξιοποίησή τους εκ μέρους των εντός αυτών ευρωσκεπτικιστικών κύκλων.&nbsp;</p>



<p><strong>γ) </strong>Στην δημιουργία αυτού του θεσμικού και πολιτικού τέλματος για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αμελητέα η ευθύνη των Θεσμών της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.&nbsp; Και τούτο, διότι ουδέποτε συνειδητοποίησαν ειλικρινώς την επιτακτική ανάγκη θέσπισης ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, ικανού να θεμελιώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση πάνω στην βάση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, με μια Έννομη Τάξη η οποία μπορεί να εγγυηθεί, όπου τούτο είναι απαραίτητο, την υπεροχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, φυσικά σεβόμενη τον πυρήνα της Κυριαρχίας των Κρατών-Μελών. Mea culpa, όπως την διατυπώνει επ’ εσχάτων ιδίως το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε φορά που τα επιμέρους Ανώτατα Δικαστήρια Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητούν, εμμέσως ή και ευθέως, την δικαιοδοσία του, καθώς προαναφέρθηκε.&nbsp;&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>3. </strong>Όλα τα<strong> </strong>προεκτεθέντα συμπτώματα που τροφοδοτούν το άδειο πολιτικό δισάκι των ευρωσκεπτικιστών -δοθέντος μάλιστα ότι διακρίνονται για την έφεσή τους σε ό,τι αφορά την αποθέωση των λέξεων και, αντιθέτως, την αποκαθήλωση των ιδεών- αναδεικνύουν μια μεγάλη αλήθεια, η οποία κινδυνεύει να παρασύρει την Ευρωπαϊκή Ένωση στο περιθώριο ή ακόμη και στον τελικό μαρασμό της.&nbsp; Κουραστικά, ίσως εμμονικά, θα επαναλάβω τα εξής: Το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά αυτό τούτο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.&nbsp; Κατά συνέπεια, αφορά όχι μόνο τα Κράτη-Μέλη της αλλά ολόκληρη την Ανθρωπότητα, όταν μάλιστα συνειδητοποιούμε καθημερινά τις περιπέτειες του Ανθρώπου, του Ανθρωπισμού, της Ειρήνης, της Δικαιοσύνης, ιδίως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, σε πλανητικό επίπεδο.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;α) </strong>Ο Θουκυδίδης<strong> </strong>έγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ως «<em>κτῆμα τε ἐς αἰεὶ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν» </em>(Ιστορίαι, 1.22.4).&nbsp; Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες επισήμανε ότι «<em>η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον</em>».&nbsp; Τέλος, ο Λαμαρτίνος συμπύκνωσε όλες αυτές τις μεγάλες αλήθειες στο απόφθεγμα: «<em>Η ιστορία διδάσκει τα πάντα, ακόμη και το μέλλον</em>».&nbsp; Αυτή την αλήθεια δεν θέλουν, είτε από άγνοια είτε από ανομολόγητες προθέσεις, να κατανοήσουν και να υπηρετήσουν σήμερα οι ευρωσκεπτικιστές, όταν αμφισβητούν την ανάγκη της ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όχημα την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, στην βάση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Όταν δηλαδή μάχονται για την, σχεδόν πλήρη, αναβίωση του Έθνους-Κράτους αφού πλέον, φυσικά υπό όρους ψευδαισθήσεων που υπονομεύουν και το δικό τους μέλλον, δεν θεωρούν χρήσιμη μια Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία πρέπει να εκχωρήσουν τα απαραίτητα και για την επιβίωσή της και για την ολοκλήρωσή της.&nbsp; Προφανώς οι σύγχρονοι, ίσως πιο αμετανόητοι από τους προγόνους τους, ευρωσκεπτικιστές φαντάζονται το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα θεμελιωμένο όχι πάνω στον γρανίτη της πίστης για το αυθεντικό Ευρωπαϊκό Ιδεώδες, αλλά πάνω στην κινούμενη άμμο του εντελώς στρεβλώς δομημένου εθνοκεντρικού τυχοδιωκτισμού τους.</p>



<p><strong>β) </strong>Αυτή<strong> </strong>η ψευδαίσθηση των ευρωσκεπτικιστών περί ολοκληρωτικής αυτάρκειας του Έθνους-Κράτους για το μέλλον παραπέμπει -σίγουρα με αρκετή δόση υπερβολής, πλην όμως υπό όρους διδακτικού αναστοχασμού, με βάση το παρελθόν- σε παλιότερες εθνολογικές έρευνες για κάποιες, απομακρυσμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, φυλές ιθαγενών οι οποίες, όταν είχαν εξασφαλίσει αλιευτικά αποθέματα για αρκετό καιρό, εγκατέλειπαν δίχως συντήρηση τις πρόχειρες πιρόγες του ψαρέματος, επειδή θεωρούσαν ότι τους ήταν πια άχρηστες και όταν, ύστερα από καιρό, θα τις είχαν ξανά ανάγκη μπορούσαν να κατασκευάσουν άλλες.&nbsp; Ίσως μάλιστα τέτοιες ψευδαισθήσεις εξηγούν και το γιατί οι δήθεν διανοούμενοι του συγκεκριμένου ευρωσκεπτικισμού αποτελούν, πραγματικά, πρότυπα μετριότητας.&nbsp; Ο λόγος τους, σε επίπεδο φιλοσοφίας και πράξης, στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στην φιλισταϊκή απόλαυση της ηδονής των λέξεων και στην επέκεινα ανίερη εκμετάλλευση της «<em>ιδιοφυίας του καθημερινού</em>». Ήτοι της δήθεν ιδιοφυίας που διακρίνει τους μετρίους, στον αγώνα για την καθημερινή τους προβολή, από τους πραγματικά ιδιοφυείς, οι οποίοι εκ φύσεως αναζητούν την αναλογούσα στον Άνθρωπο αιωνιότητα υπερασπιζόμενοι, με συνέπεια και πολλές φορές με μεγάλο κόστος, τις αρχές και τις αξίες που ενστερνίζονται διαχρονικώς, ακριβώς υπό τους όρους που εξέθεσε στον <em>«Ηρόστρατο»</em> ο Φερνάντο Πεσσόα (<em>«Ηρόστρατος. Η αναζήτηση της αθανασίας»</em>).&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;4. </strong>Ολοκληρώνοντας<strong> </strong>την ανάλυση για τα έργα και τις ημέρες των σύγχρονων ευρωσκεπτικιστών, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιληφθούν και να εκτιμήσουν την ιστορική διαδρομή και την αποστολή της ολοκληρωμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από την συντέλεση της πλήρους Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, χρήσιμο -μάλλον δε επιβεβλημένο- είναι το να κατανοούμε όλοι, όσοι βιώνουμε ειλικρινώς την αγωνία της επιτακτικής ανάγκης ολοκλήρωσης του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος και της εμπέδωσης του Ευρωπαϊκού Ιδεώδους, ότι πρέπει να τους υπενθυμίζουμε, αδιαλείπτως και εμπράκτως, μεταξύ άλλων και τα εξής:&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;α) </strong>Όταν η Ιστορία κλείνεται ερμητικά στο στεγανό ντουλάπι του χρόνου, ως δήθεν περιττό βάρος στην πορεία προς το μέλλον, μαζί της παραμένουν περιθωριοποιημένες και ανενεργές, συντηρημένες δίχως ικμάδα στην ναφθαλίνη της μνήμης, τόσο οι διαδρομές των γεγονότων που την συνέθεσαν όσο και οι εμπειρίες, οι οποίες έχουν συναχθεί από αυτά.&nbsp; Τότε η Ιστορία παύει να διδάσκει και ο Άνθρωπος, μοιραίως, θύμα της αμνησίας του είναι έτοιμος να διαπράξει, δίχως επίγνωση, τα ίδια λάθη.&nbsp; Όμως στην ταραγμένη εποχή μας έχουν αρχίσει να επιβάλλονται -απέναντι στις απείρως περισσότερες, πραγματικά ευεργετικές για τον Άνθρωπο και για τις αντίστοιχες μεγάλες μελλοντικές του φωτεινές κατακτήσεις, πλευρές- ορισμένες σκοτεινές πτυχές ιδίως της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και της Τεχνολογικής Επανάστασης. Πτυχές, οι οποίες μπορούν εύκολα να καταφέρουν εναντίον της Ανθρωπότητας πλήγματα σαφώς πιο επώδυνα και καταστροφικά σε σχέση με το παρελθόν, απώτερο και, κυρίως, πρόσφατο.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Ας μην αυταπατώμεθα. Λίγα μόνο χρόνια αρκούν για να περάσουμε, μέσα από την ύπουλη αταραξία του τέλματος της ψευδοστωϊκής αμεριμνησίας και του επιμηθεϊκού εφησυχασμού, από την όχθη των anni mirabiles στην απέναντι όχθη των anni horribiles, βιώνοντας μιαν άλλη μορφή bellum omnium contra omnes<em> &#8211;</em>για να θυμηθούμε τις διδαχές του Thomas Hobbes- και, ταυτοχρόνως, επιλέγοντας τον ολισθηρό κατήφορο εγκατάλειψης των έως τώρα έργων του homo sapiens.&nbsp;</p>



<p><strong>β1) </strong>Και μάλιστα των έργων εκείνων τα οποία μπορούν να οδηγήσουν, με όποια ασφάλεια είναι επί γης νοητή, τον Άνθρωπο προς τον ιδανικό προορισμό του.&nbsp; Τον προορισμό της αυτογνωσίας και της αναζήτησης της κάθε μορφής Αλήθειας, έστω και ως οριακού για τα ανθρώπινα δεδομένα μεγέθους, πλην όμως ικανού να απελευθερώσει τον Άνθρωπο από τα δεσμά της, δήθεν, κατεστημένης γνώσης. Καθώς και από το εφιαλτικό ενδεχόμενο της διακινδύνευσης που συνεπάγεται μία υπό εκκόλαψη νεότευκτη βαρβαρότητα, η οποία φιλοδοξεί να αποθεώσει την απειλή του φόβου και, εντέλει, της αβεβαιότητας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β2) </strong>Δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεχνάμε ότι ο homo sapiens καταξιώθηκε μόνον αφότου νίκησε την αβεβαιότητα ως προς το τι οφείλει να υπηρετήσει εν ζωή.&nbsp; Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα&nbsp; βαρύ χρέος το οποίο, εκ καταγωγής, φέρνει τον Άνθρωπο, πάντοτε ως homo sapiens, νομοτελειακώς απέναντι στους μετρίους και στην μετριότητα, άρα και απέναντι στην ανυπόφορη κενότητα των αλαζόνων και της αλαζονείας. Επιπροσθέτως δε επισημαίνεται ότι ούτως ή άλλως η κατά τ’ ανωτέρω αναζήτηση της Αλήθειας υπό επιστημονικούς όρους βασίζεται όχι στην επανάπαυση για όσα έχουν ήδη επιστημονικώς τεκμηριωθεί, αλλά στην διαρκή εγρήγορση ως προς το ενδεχόμενο της επιλάθευσής τους, ήτοι της ενδεχόμενης διάψευσής τους. Κατά τούτο δε,&nbsp; και πάντοτε από&nbsp; επιστημονική έποψη, η αναζήτηση της Αλήθειας καταξιώνεται –όσο μπορεί να καταξιωθεί- όχι μέσα από τον άγονο θερισμό βεβαιοτήτων αλλά, πολύ περισσότερο, μέσα από την γόνιμη σπορά αμφιβολιών ως προς εκείνο&nbsp; το οποίο έχει θεωρηθεί μέχρι τούδε γνωστό.</p>



<p><strong>Επίλογος</strong></p>



<p>Εν είδει επιλόγου συμπεραίνω ότι δεν πρέπει να συμβιβασθούμε με ένα τέτοιο «<em>μετέωρο βήμα» </em>της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και ότι, συνακόλουθα, πρέπει&nbsp; να δείξουμε την αποφασιστικότητά μας μπροστά στους κινδύνους οι οποίοι απειλούν, ευθέως και απροκαλύπτως πλέον, τους βασικούς θεσμούς της.&nbsp; Δηλαδή μπροστά στους κινδύνους που κατευθύνονται εναντίον της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp;</p>



<p><strong>Α.</strong><strong> </strong>Καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι αν, από την μοιραία κόπωση που θα επιφέρει αυτό το «<em>μετέωρο βήμα</em>», κλονισθούν οι αντηρίδες της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, έως το σημείο μάλιστα της απώλειας της θεσμικής και πολιτικής της στήριξης, τα μεγάλα και σημαντικά επιτεύγματα τα οποία έχει καταφέρει ο Άνθρωπος θα κλονισθούν αντιστοίχως και αναλόγως.&nbsp; Και το χειρότερο είναι ότι ο κλονισμός αυτός θα επισυμβαίνει μάλλον ανεπαισθήτως, έτσι ώστε αν και όταν ο Άνθρωπος επιχειρήσει να συνέλθει από το χρόνιο μιθριδατικό του σύνδρομο θα είναι πολύ αργά.&nbsp; Η in integrum restitutio των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας θα φαντάζει έργο που υπερβαίνει πια τις ανθρώπινες δυνάμεις.&nbsp; Τα «<em>λουλούδια του κακού</em>» -για να θυμηθούμε τον Charles Baudelaire- όχι απλώς θα έχουν ανθίσει, αλλά και θα έχουν παραγάγει τους τοξικούς καρπούς τους για την Δημοκρατία και την Ελευθερία. Ο χρόνος που έχουμε μπροστά μας δεν είναι πια πολύς. Είναι όμως επαρκής για να επιτελέσουμε το δημοκρατικό μας χρέος απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, έτσι ώστε να επουλώσουμε τα μεγάλα ρήγματα στο τείχος υπεράσπισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Ως υπεύθυνη και δημοκρατικώς γρηγορούσα Κοινωνία των Ελλήνων και των Ευρωπαίων Πολιτών ας αφήσουμε, μια για πάντα, πίσω το συνακόλουθο «<em>μετέωρο βήμα</em>» της αδιαφορίας και της ανευθυνότητας και ας ανταποκριθούμε, συλλογικώς και δίχως δισταγμούς, στο στίχο-κέλευσμα του Οδυσσέα Ελύτη, από την «<em>Μαρία Νεφέλη</em>»: «<em>Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά</em>».&nbsp; Αυτός ο στίχος-κέλευσμα απευθύνεται πρωτίστως στην Ελληνική Κοινωνία των Πολιτών -φυσικά ως μέρους, με πρωταγωνιστικό όμως ρόλο, της ευρύτερης Κοινωνίας των Ευρωπαίων&nbsp; Πολιτών- όχι μόνο διότι προέρχεται από έναν παγκοσμίως καταξιωμένο Έλληνα ποιητή, όπως παραμένει διαχρονικώς ο Οδυσσέας Ελύτης.&nbsp; Αλλά και διότι η Χώρα μας, η Ελλάδα, οφείλει να πρωτοστατεί στην ολοκλήρωση του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος.&nbsp; Ας μην ξεχνάμε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ελληνικός Πολιτισμός ήταν και παραμένει στο διηνεκές η βάση του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Καθώς και ότι, κατά γενική πλέον ομολογία, δίχως την Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είναι αυτή που μπορεί να ανταποκριθεί στις μεγάλες προκλήσεις του μέλλοντος οι οποίες, και κατά τα προεκτεθέντα, αντιστοιχούν στην ενδεδειγμένη για την καταξίωση του Ανθρώπου σύμφωνα με τον προορισμό του δημοκρατική και πολιτισμική προοπτική της Ανθρωπότητας. Τούτο δε οφείλεται, σε μέγιστο βαθμό, στις αρχαίες ρίζες του Ελληνικού Πολιτισμού, οι οποίες μπόλιασαν στην διάρκεια αιώνων τον Πολιτισμό της Ευρώπης.&nbsp; Πρόκειται για τις ρίζες του μύθου, ενός κόκκου αλήθειας χαμένου στα βάθη του χρόνου, ο οποίος προεχόντως μέσω της αρχαίας τραγωδίας όχι μόνον αναδύθηκε στην επιφάνεια της χρονικής συνέχειας.&nbsp; Αλλά και αποτέλεσε την αφετηρία και το λίκνο διδαγμάτων ανθρώπινης συμπεριφοράς,&nbsp; αντάξιας της εγγενούς ανθρώπινης αποστολής, ακόμη και όταν η ειμαρμένη είχε, αμετάκλητα, στραφεί εναντίον του Ανθρώπου ο οποίος δεν δέχθηκε να γίνει έρμαιο της τύχης, αλλά αγωνίσθηκε έως το τέλος για&nbsp; να την υπερβεί.&nbsp; Υπ’ αυτό το πρίσμα και νόημα, και στο πλαίσιο των προταγμάτων του Ελληνικού Πολιτισμού, η Ελληνική Κοινωνία των Πολιτών μπορεί και πρέπει να δείξει τον δρόμο στην Κοινωνία των Ευρωπαίων Πολιτών προς την ασυμβίβαστη υπεράσπιση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, επέκεινα δε προς την υπεράσπιση του Ανθρώπου, της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp; Την σημασία της Κοινωνίας των Πολιτών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδεικνύει εναργώς και η όλη θεσμική της κατοχύρωση από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και δη από το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Αρκεί να αναλογισθούμε ότι κατά την Συνθήκη για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θεσμοθετείται ad hoc και ένα είδος εκπροσώπου της Κοινωνίας των Πολιτών εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp; Πρόκειται για την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, όπως οργανώνεται και λειτουργεί κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 301 επ. της ΣΛΕΕ.&nbsp; Πέραν δε τούτου ιδιαιτέρως διαφωτιστικές για την κατά το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο σημασία της&nbsp; εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργίας της Κοινωνίας των Πολιτών είναι και οι διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.&nbsp; Κατά τις διατάξεις αυτές, «<em>προκειμένου να προωθήσουν την χρηστή διακυβέρνηση και να διασφαλίσουν την συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διεξάγουν τις εργασίες τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά</em>».&nbsp; Ενώ σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη των διατάξεων του άρθρου 15 παρ. 3 της ΣΛΕΕ, «<em>κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, ανεξαρτήτως υποθέματος, με την επιφύλαξη των αρχών και των προϋποθέσεων που θα καθορισθούν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο</em>».&nbsp; Με βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις της ΣΛΕΕ έχει γίνει δεκτό ότι κατά το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο ο θεσμός της Κοινωνίας των Πολιτών είναι ευθέως αναγνωρισμένος και έχει κριθεί πολλαπλώς αναγκαίος μεταξύ άλλων και για την ορθή διακυβέρνηση&nbsp; εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp; Ορθή διακυβέρνηση, η οποία καθίσταται εφικτή κατά κύριο λόγο δια του ανοιχτού διαλόγου με τις κατ’ ιδίαν οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται π.χ. Κοινωνικοί Εταίροι, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και οργανώσεις βάσης, με σπουδαιότερα παραδείγματα εκείνα της Νεολαίας και των Ομάδων Οικογενειών.<br></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, η δολοφονία του Καποδίστρια και η επέκεινα πορεία προς την &#8220;ελέω Θεού&#8221; απόλυτη Μοναρχία του Όθωνα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/03/19/pavlopoulos-to-syntagma-tis-troizina/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 19 Mar 2025 19:02:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1019702</guid>

					<description><![CDATA[Στην ομιλία του, με τίτλο «Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827: Το οριστικό “Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος“», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Δημοτικού Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου του Δήμου Κορίνθου, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Πρόλογος ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην ομιλία του, με τίτλο «<em>Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827: Το οριστικό “Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος</em>“», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Δημοτικού Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου του Δήμου Κορίνθου, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<p><strong>«Πρόλογος</strong></p>



<p>ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ</p>



<p>Στο πλαίσιο της Συνταγματικής Ιστορίας μας το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 -το οριστικό «<em>Πολιτικ</em><em>ὸ</em><em>ν Σύνταγμα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος»</em>– προέκυψε από την «<em>θεσμική γέφυρα»</em>&nbsp;την οποία διασφάλισε κανονιστικώς το Σύνταγμα του Άστρους, ήτοι ο «<em>Νόμος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιδαύρου»</em>&nbsp;του 1823, όταν η Β΄ Εθνοσυνέλευση αναθεώρησε το «<em>Προσωριν</em><em>ὸ</em><em>ν Πολίτευμα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος»</em>&nbsp;που είχε θεσπίσει η Α΄ Εθνική Συνέλευση, την 1<sup>η</sup>&nbsp;Ιανουαρίου 1822. Συγκεκριμένα, ήδη από την 18<sup>η</sup>&nbsp;Απριλίου 1823 η Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους που ψήφισε -κατ’ αναθεώρηση του «<em>Προσωρινο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Πολιτεύματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>» του 1822- τον «<em>Νόμον τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιδαύρου</em>», είχε προαναγγείλει την Γ΄ Εθνοσυνέλευση.&nbsp; Και τούτο διότι τότε αποφασίσθηκε «<em>ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;προσδιορισθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>θνικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νάκρισιν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Πολιτεύματος μετ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;διετίαν</em>».&nbsp; Κατ’ εφαρμογή της ως άνω απόφασης, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε για την 25<sup>η</sup>&nbsp;Σεπτεμβρίου 1825.&nbsp; Όμως, μετά από πολλές καθυστερήσεις εξαιτίας της κακής τροπής του Απελευθερωτικού Αγώνα, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε την 6<sup>η</sup>&nbsp;Απριλίου 1826 στην Πιάδα. &nbsp;Είναι δε αξιοσημείωτο -φυσικά αρνητικώς, και για την οριστικοποίηση της θεσμικής θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους αλλά και για την πορεία του Αγώνα- ότι καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπήρχε ουσιαστικώς&nbsp;<em>«συνταγματική τάξη</em>» στην απελευθερωμένη Ελλάδα, λόγω μη εφαρμογής του «<em>Νόμου τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιδαύρου</em>» του 1823.</p>



<p><strong>Ι.</strong>&nbsp;<strong>Το ιστορικό της κατάρτισης του «<em>Πολιτικο</em></strong><strong><em>ῦ</em></strong><strong><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em></strong><strong><em>ῆ</em></strong><strong><em>ς&nbsp;</em></strong><strong><em>Ἑ</em></strong><strong><em>λλάδος</em></strong><strong>»</strong></p>



<p>Τον Αύγουστο του 1826 η Γ΄ Εθνοσυνέλευση διασπάσθηκε, εξαιτίας της ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ «<em>αγγλόφιλων</em>» και «<em>γαλλόφιλων</em>».&nbsp; Και η μεν «<em>αγγλόφιλη</em>» τάση του συνήλθε στην Αίγινα, ενώ η «<em>γαλλόφιλη</em>» -στην οποία προστέθηκε η νεοσύστατη «<em>ρωσόφιλη</em>» τάση- συνήλθε στην Ερμιόνη.&nbsp;<strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;</strong></p>



<p>ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ</p>



<p><strong>Α. Το χρονικό της διάσπασης της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης</strong></p>



<p>Η αφετηρία της διάσπασης ήταν η εξής:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><strong>Οι βασικές αντιρρήσεις</strong></li>
</ol>



<p>Οι Πληρεξούσιοι που συγκεντρώθηκαν στην Αίγινα υποστήριζαν ότι μόνον η&nbsp; Επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης -την οποία είχε συγκροτήσει η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου προκειμένου, μεταξύ άλλων, «<em>ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;συγκαλέση ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>θνικ</em><em>ὴ</em><em>ν Συνέλευσιν το</em><em>ὺ</em><em>ς Πληρεξουσίους</em>» (Ψήφισμα Ε΄ της 12<sup>ης</sup>&nbsp;Απριλίου 1826)-&nbsp; είχε το δικαίωμα και να προσδιορίσει τον τόπο της νέας Εθνοσυνέλευσης, αλλά και να προσκαλέσει εκείνους μόνο τους Πληρεξουσίους που είχαν συγκροτήσει την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου «<em>ὡ</em><em>ς συνέχειαν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κείνης λογιζομένην</em>».&nbsp; Οι Πληρεξούσιοι στην Ερμιόνη,&nbsp; αντιθέτως, υποστήριξαν ότι: «<em>Ἡ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>πόφασις τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιδαύρ</em><em>ῳ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>θνοσυνελεύσεως δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>στηρίζετο ο</em><em>ὔ</em><em>τε ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;νόμιμο ο</em><em>ὔ</em><em>τε ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;δίκαιον κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>τον τ</em><em>ὸ</em><em>ν λόγον&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>πρεπε ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;συγκροτηθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>που&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;πλειονοψηφία&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>θελεν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποφασίσει, κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;πληρεξουσίων&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κ νέου&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κλελεγμένων</em>».</p>



<p>ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li><strong>Η τελική συμφωνία</strong></li>
</ol>



<p>Τελικώς, μετά από πολλές διαμεσολαβητικές προσπάθειες του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνινγκ -πρώτου εξαδέλφου του Τζωρτζ Κάνινγκ- αλλά&nbsp; και Ελλήνων πολιτικών και οπλαρχηγών αποφασίσθηκε από κοινού, την 17<sup>η</sup>&nbsp;Μαρτίου 1827, η Εθνοσυνέλευση να συνέλθει&nbsp; στην Τροιζήνα.&nbsp; Αξίζει, συναφώς,&nbsp; να αναγνωσθεί η επιστολή του Γ. Καραϊσκάκη με την οποία,&nbsp; επιδεικνύοντας&nbsp; ομοψυχία και συναίνεση, προέτρεψε να συνέλθει η Εθνοσυνέλευση σε τρίτο μέρος,&nbsp; προτείνοντας την Αίγινα ή την Σαλαμίνα.&nbsp; Γράφει, λοιπόν,&nbsp; ο μεγάλος Ρουμελιώτης στρατηγός: «<em>Μ</em><em>ὲ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>πορίαν μας μεγάλην βλέπομεν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναβολ</em><em>ὴ</em><em>ν τ</em><em>ῆ</em><em>ς συγκροτήσεως τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>θνοσυνελεύσεως, κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι μέχρι το</em><em>ῦ</em><em>δε λογοτριβε</em><em>ῖ</em><em>τε περ</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τόπου, γινόμενοι ε</em><em>ἰ</em><em>ς δύο κόμματα ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;πληρεξούσιοι το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους, ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὲ</em><em>ν ε</em><em>ἰ</em><em>ς Α</em><em>ἴ</em><em>γιναν ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>ρμιόνην. Δυσαρεστούμεθα βλέποντες α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δύο κόμματα ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;διαφέρωνται πρ</em><em>ῶ</em><em>τον περ</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;τόπου.&nbsp;</em><em>Ὁ</em><em>&nbsp;τόπος,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δελφοί, δ</em><em>ὲ</em><em>ν ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>πο</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κτελ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;καλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;συμφέροντα το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;καλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>παθ</em><em>ῆ</em><em>&nbsp;α</em><em>ἰ</em><em>σθήματα τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>ποκειμένων κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>μόνοια κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>δελφοσύνη&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>α κρέμαται&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;σωτηρία&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λων μας, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἴ</em><em>μεθα&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λοι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δελφο</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἕ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἔ</em><em>θνος.&nbsp;</em><em>Ἂ</em><em>ς λείψη τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;Πελοποννήσιοι, Νησι</em><em>ῶ</em><em>ται κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Ρουμελι</em><em>ῶ</em><em>ται,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>λοι ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;νομιζώμεθα&nbsp;</em><em>ἕ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἴ</em><em>μεθα»&nbsp;</em>(βλ. Πρακτικά της 9ης Προκαταρκτικής Συνεδρίασης της 31.1.1827 της Εθνοσυνέλευσης της Ερμιόνης).</p>



<p><strong>Β. Οι εργασίες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης</strong></p>



<p>Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης πραγματοποίησε δέκα προκαταρκτικές συνεδριάσεις, από την 18<sup>η</sup>&nbsp;Ιανουαρίου του 1827 ως την 10<sup>η</sup>&nbsp;Φεβρουαρίου, και δεκαεπτά τακτικές, που άρχισαν την 11<sup>η</sup>&nbsp;&nbsp;Φεβρουαρίου και τέλειωσαν την 17<sup>η</sup>&nbsp;Μαρτίου του ίδιου έτους.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><strong>Το περιεχόμενο της Διακήρυξης</strong></li>
</ol>



<p>Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η από 11.2.1827 Διακήρυξη της 1<sup>ης</sup>&nbsp;τακτικής Συνεδρίασης της Εθνοσυνέλευσης, την οποίαν υπογράφει ο Πρόεδρός της Γ. Σισίνης. Και τούτο διότι ανιχνεύεται σε αυτή το «<em>πνεύμα</em>»&nbsp; των «<em>Ηθικών Νικομαχείων»</em>&nbsp;και των «<em>Πολιτικώ</em>ν» &nbsp;του Αριστοτέλους: «<em>Χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ρετ</em><em>ῆ</em><em>ς δ</em><em>ὲ</em><em>ν ε</em><em>ἶ</em><em>ναι δυνατ</em><em>ὸ</em><em>ν ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>πάρξουν α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;Πολιτε</em><em>ῖ</em><em>αι.&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>λλ’&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ρετ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;γενν</em><em>ᾶ</em><em>ται&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν καλ</em><em>ὴ</em><em>ν Νομοθεσίαν. Κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;δι’ α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῆ</em><em>ς ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;πολ</em><em>ῖ</em><em>ται γινόμενοι&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νάρετοι τείνουσιν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν πρ</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ρον τ</em><em>ῆ</em><em>ς Πολιτικ</em><em>ῆ</em><em>ς Κοινωνίας, ε</em><em>ἴ</em><em>τουν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν ε</em><em>ὐ</em><em>δαιμονίαν των,&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις α</em><em>ὕ</em><em>τη&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παναλαβο</em><em>ῦ</em><em>σα τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ργασίας της&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>χει κύριον σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ν ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τελειοποιήσ</em><em>ῃ</em><em>&nbsp;καθ’&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>σον δύναται τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;Πολίτευμα το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους&nbsp;</em>[…]». Περαιτέρω, αξίζει να επισημανθεί ότι κατά τις εργασίες της 13<sup>ης</sup>&nbsp;Συνεδρίασης της Εθνοσυνέλευσης αποφασίσθηκε η βάση του Ελληνικού Πολιτεύματος να είναι Κοινοβουλευτική.</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li><strong>Στην «<em>σκιά»</em> της πολιορκίας της Ακρόπολης</strong></li>
</ol>



<p>Ωστόσο, τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη επισκίασε και απασχόλησε η πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Για τα γεγονότα της πολιορκίας&nbsp; φρόντισε η&nbsp; εδρεύουσα στην Αίγινα Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδας, με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη,&nbsp; να ενημερώνει τους Πληρεξουσίους στην Ερμιόνη, συνοδεύοντας τις επιστολές της με την αλληλογραφία που είχε με τους πολιορκημένους και&nbsp; παρακινώντας τους να προτρέψουν τους οπλαρχηγούς στην Ερμιόνη να εκστρατεύσουν στην Αθήνα (βλ. Πρακτικά της τελευταίας Προκαταρκτικής Συνεδρίασης της 10<sup>ης</sup>&nbsp;Φεβρουαρίου 1827).</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Επίσης, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η από 7.2.1827 επιστολή της Εθνοσυνέλευσης προς τους πολιορκημένους της Ακρόπολης των Αθηνών. Και τούτο διότι&nbsp; η επιστολή αυτή&nbsp; σκοπό είχε, μεταξύ άλλων, να αναδείξει την αδιάκοπη πορεία της συνέχειας&nbsp; του Ελληνικού Έθνους. Στην επιστολή αυτή αναφέρονται τα εξής: «<em>Ἡ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις,&nbsp;</em><em>ἅ</em><em>μα&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παναλαβο</em><em>ῦ</em><em>σα τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ργασίας της, ε</em><em>ὐ</em><em>θ</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>στρεψεν τ</em><em>ὴ</em><em>ν προσοχήν της ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν διάσωσιν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;φρουρίου τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>θην</em><em>ῶ</em><em>ν, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ο Σε</em><em>ῖ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>περασπίζεσθε.&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;θέσις α</em><em>ὕ</em><em>τη ε</em><em>ἶ</em><em>ναι κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;θεωρε</em><em>ῖ</em><em>ται&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;προμαχών τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος˙&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>νδοξος δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ρετ</em><em>ὰ</em><em>ς τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>θανάτων προγόνων μας, δοξάζεται τώρα κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πάλιν, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;κάμνει νέαν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ποχ</em><em>ὴ</em><em>ν δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς γενναίας κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>ρωικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>περασπίσεώς Σας. Κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Σε</em><em>ῖ</em><em>ς,&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>νώνοντες τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;α</em><em>ἵ</em><em>ματά Σας μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴν</em><em>&nbsp;στάκτην τ</em><em>ῶ</em><em>ν Θεμιστοκλέων, τ</em><em>ῶ</em><em>ν Κιμώνων, τ</em><em>ῶ</em><em>ν Μιλτιαδ</em><em>ῶ</em><em>ν, τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>λκιβιαδ</em><em>ῶ</em><em>ν, τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>ριστειδ</em><em>ῶ</em><em>ν, τ</em><em>ῶ</em><em>ν Περικλέων, παραδίδετε τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὀ</em><em>νοματά Σας ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>θανασίαν, ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν θαυμασμ</em><em>ὸ</em><em>ν τ</em><em>ῶ</em><em>ν α</em><em>ἰ</em><em>ώνων κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ὐ</em><em>λογίας τ</em><em>ῶ</em><em>ν γενε</em><em>ῶ</em><em>ν. Κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ν</em><em>ῶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;Πατρ</em><em>ὶ</em><em>ς θεωρε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ὐ</em><em>γνωμόνως το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>γ</em><em>ῶ</em><em>νας Σας,&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις φροντίζει δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν σωτηρίαν κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>περάσπισιν κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>σφάλειάν Σας κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Φρουρίου»&nbsp;</em>(βλ. Πρακτικά της Α’ τακτικής Συνεδρίασης της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης της 11<sup>ης</sup>&nbsp;Φεβρουαρίου 1827).</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Συγκλονιστική είναι και η από 17.2.1827 επιστολή των αγωνιστών του φρουρίου της Ακρόπολης: «<em>Μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;μεγάλην ο</em><em>ἰ</em><em>κονομίαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;στενοχωρίαν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>ποφέραμε&nbsp;</em><em>ἕ</em><em>ως τ</em><em>ὴ</em><em>ν σήμερον, Μητέρα,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δέλφια,&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>στερηθήκαμεν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>λα, μόνο&nbsp;</em><em>ἕ</em><em>να σιτάρι ξηρ</em><em>ὸ</em><em>ν μ</em><em>ᾶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>μεινεν. Ο</em><em>ὔ</em><em>τε μύλος γερ</em><em>ὸ</em><em>ς μ</em><em>ᾶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>μεινε ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>λέσωμεν ο</em><em>ὔ</em><em>τε ξύλα ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ψήσωμεν,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>σα σπήτια κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;καλύβες&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>πο</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἴ</em><em>χαμε κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>καθόμαστε μέσα, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;α</em><em>ὐ</em><em>τά τα χαλάσαμεν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κάψαμεν δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;ψωμί. Τώρα&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δέλφια&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>μείναμεν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λοι ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>νοικτ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;λαβωμένοι κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἄ</em><em>ρρωστοι κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πίλοιποι. Ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἄ</em><em>ρρωστοι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποθαίνουν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δίκως μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>χουν τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναγκα</em><em>ῖ</em><em>α τους, σχεδ</em><em>ὸ</em><em>ν τίποτε, τόσον κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;λαβωμένοι δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>χουν ο</em><em>ὔ</em><em>τε&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λοιφ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;ο</em><em>ὔ</em><em>τε ξαντ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;ο</em><em>ὔ</em><em>τε δεσίματα,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;βρωμίζουν κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ποθαίνουν. Τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;λοιπ</em><em>ὸ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δελφοί,&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>με</em><em>ῖ</em><em>ς ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὀ</em><em>λίγοι γερο</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;μείναμεν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τί ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;παραστεκόμαστε; Ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ρρώστους; Ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς πληγωμένους;&nbsp;</em><em>Ἢ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τουφέκι; χανόμεθα&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>δέλφια»</em>&nbsp;(βλ. Πρακτικά 8ης Συνεδρίασης της 24<sup>ης</sup>&nbsp;Φεβρουαρίου1827). Τελικώς, σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές&nbsp; της Εθνοσυνέλευσης της Ερμιόνης, λήφθηκε η απόφαση,&nbsp; στην 2<sup>η</sup>&nbsp;Συνεδρίαση της 14<sup>ης</sup>&nbsp;Φεβρουαρίου1827, για την αποστολή&nbsp; εκστρατευτικού σώματος 4.500 χιλιάδων ανδρών στην Αθήνα, υπό την ηγεσία του Ιωάννη Θ. Κολοκοτρώνη, προκειμένου να συνδράμει τους&nbsp; πολιορκημένους.</p>



<ol start="3" class="wp-block-list">
<li><strong>Τέλος καλό όλα καλά</strong></li>
</ol>



<p>Στις κρίσιμες αυτές στιγμές οι εργασίες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη ολοκληρώθηκαν την 17<sup>η</sup>&nbsp;Μαρτίου 1827 και οι&nbsp; Πληρεξούσιοι, με πνεύμα πραγματικής εθνικής συμφιλίωσης, συνήλθαν στην Τροιζήνα, όπου την 1<sup>η</sup>&nbsp;Μαΐου 1827 ψηφίσθηκε το οριστικό «<em>Πολιτικ</em><em>ὸ</em><em>ν Σύνταγμα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>».&nbsp; Η αισιοδοξία που άρχισε να ξαναγεννιέται μετά τα τραγικά γεγονότα της πολιορκίας της Ακρόπολης των Αθηνών και τις διχαστικές τάσεις, οι οποίες είχαν επικρατήσει το προηγούμενο διάστημα, πέρασε&nbsp; στους στίχους που&nbsp; τραγουδιούνταν σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα: «<em>Στ</em><em>ὴ</em><em>ν Α</em><em>ἰ</em><em>γίνη δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;γίνει./Στην&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>ρμιόνη δ</em><em>ὲ</em><em>ν τελειώνει./Στο Δαμαλά [Τροιζήνα] πάει καλά./Εκεί θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τελειωθε</em><em>ῖ</em><em>/κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λλάδα θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;σωθε</em><em>ῖ</em><em>»&nbsp;</em>&nbsp;(Ιωάννου Ηρ. Μάλλωση, Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Αθήναι 1930, σ. 18).</p>



<ol start="4" class="wp-block-list">
<li><strong>Η Εθνεγερσία του 1821 στο στόχαστρο του Μέττερνιχ</strong></li>
</ol>



<p>Πρέπει να τονισθεί με έμφαση πως το εξαιρετικά φιλελεύθερο, για τα δεδομένα της εποχής, πνεύμα του Συντάγματος, στο οποίο κατέληξε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση αποκτά πολύ μεγαλύτερη αξία, αν αναλογισθεί κανείς πόσο επιφυλακτική ήταν ακόμη η συντηρητική πλευρά της Ιεράς Συμμαχίας -παρά τις διαφοροποιήσεις της σε σχέση με τις αρχικές, εντόνως αρνητικές, αντιδράσεις της- έναντι της Εθνεγερσίας του 1821. Άκρως ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα κειμένου του Μέττερνιχ του 1825, λίγο πριν από την ολοκλήρωση των εργασιών της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (βλ. Αντ. Μπερεδήμα,&nbsp;<em>Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματία στα χρόνια της Επανάστασης του 1821</em>, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2021, σελ. 185 επ.): «<em>Ἐ</em><em>παναστάσεις&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κε</em><em>ῖ</em><em>ναι τ</em><em>ῶ</em><em>ν δύο Χερσονήσων τ</em><em>ῆ</em><em>ς Μεσημβριν</em><em>ῆ</em><em>ς Ε</em><em>ὐ</em><em>ρώπης, α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>αι δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πεδίωκον τίποτε&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>λιγώτερον παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νατροπ</em><em>ὴ</em><em>ν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;συνόλου τ</em><em>ῶ</em><em>ν θεμελίων κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;θεσμ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>π</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίων&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>δράζοντο τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;βασίλεια τα</em><em>ῦ</em><em>τα … παρόμοιαι&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πιχειρήσεις διαφέρουν κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;πολ</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;κινήματος&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>ν</em><em>ὸ</em><em>ς πληθυσμο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;κατέχοντος τμ</em><em>ῆ</em><em>μα&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>ν</em><em>ὸ</em><em>ς μεγάλου Κράτους κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ποβλέποντος ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν πολιτικ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νεξαρτησίαν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;τμήματος α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em><em>.&nbsp;</em><em>Ἡ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πανάστασις&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>μοιάζει πολ</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;περισσότερον μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς ταραχ</em><em>ὰ</em><em>ς α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>αι λαμβάνουν χώραν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἰ</em><em>ρλανδί</em><em>ᾳ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>αι τ</em><em>ὴ</em><em>ν στιγμ</em><em>ὴ</em><em>ν ταύτην&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παναλαμβάνονται&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κ νέου μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;μίαν&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>ντασιν λίαν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νησυχητικ</em><em>ὴ</em><em>ν δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>γγλικ</em><em>ὴ</em><em>ν κυβέρνησιν παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;γεγονότα, τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>α&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>φάνισαν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἱ</em><em>σπανίαν, τ</em><em>ὴ</em><em>ν Πορτογαλίαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἰ</em><em>ταλίαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>α ε</em><em>ἶ</em><em>χον ε</em><em>ἰ</em><em>ς πολ</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;μεγαλύτερον βαθμ</em><em>ὸ</em><em>ν τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;χαρακτηριστικ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς Γαλλικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>παναστάσεως&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>γγλικ</em><em>ῆ</em><em>ς το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;δεκάτου&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>βδόμου α</em><em>ἰῶ</em><em>νος.&nbsp;</em><em>Ἡ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πανάστασις παρουσιάζει μάλιστα περισσότερον&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναλογίαν μ</em><em>ὲ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κείνη τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>μερικανικ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποικι</em><em>ῶ</em><em>ν, τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίων σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἦ</em><em>το&nbsp;</em><em>ὁ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ποχωρισμ</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν μητέρα-πατρίδα,&nbsp;</em><em>ἂ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἦ</em><em>το δυνατ</em><em>ὸ</em><em>ν βεβαίως ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;συγκριθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ἡ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>ς πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ρημένας χώρας, τελείως&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πεχούσης λόγ</em><em>ῳ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς γεωγραφικ</em><em>ῆ</em><em>ς της θέσεως τ</em><em>ῶ</em><em>ν μεγάλων πολιτικ</em><em>ῶ</em><em>ν σωμάτων, ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποία χρεωστο</em><em>ῦ</em><em>ν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὕ</em><em>παρξιν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>ν πολιτισμόν των.&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>κε</em><em>ῖ</em><em>νο τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ον&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναμφιβόλως&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ταύτισεν κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;κάποιον τρόπον τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πανάστασιν τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>λλας&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παναστάσεις, τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίων&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>πήρξαμε μάρτυρες, ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πίδρασις τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίαν α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>παναστατικα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;φατρίαι&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>σκησαν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>π</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν ταραχ</em><em>ῶ</em><em>ν τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>νατολ</em><em>ῆ</em><em>ς, τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;πνε</em><em>ῦ</em><em>μα, α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ρχαί, τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;σχήματα τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>α α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;φατρίαι α</em><em>ὗ</em><em>ται&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νετύπωσαν ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἕ</em><em>ν κίνημ</em><em>ᾳ</em><em>, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ον&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς πρώτας του&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>φορμάς κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντικειμενικόν του σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>φαίνετο&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς μ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>χον σχέσιν πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς μηχανορραφίας τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίας ε</em><em>ἶ</em><em>χαν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξυφάνη ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν λοιπ</em><em>ὴ</em><em>ν Ε</em><em>ὐ</em><em>ρώπην. Κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>κόμη πρέπει ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;παρατηρήσωμεν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν</em><em>ῷ</em><em>&nbsp;α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;θεωρίαι κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;συνωμοσίαι, α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;στρεφόμεναι κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν πρώτων βάσεων το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;παλαιο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;κοινωνικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;συστήματος,&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ῆ</em><em>ρξαν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παναστάσεις τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἱ</em><em>σπανίας κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>Ἰ</em><em>ταλίας,&nbsp;</em><em>ὁ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>προκάλυπτος σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ς κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;σπουδαιότερον κίνητρον τ</em><em>ῶ</em><em>ν ταραχοποιών, παρεισέφρησαν&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς πρόσθετα στοιχε</em><em>ῖ</em><em>α ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πανάστασιν τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος,&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;ρόλος των&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ῆ</em><em>ρξε&nbsp;</em><em>ἁ</em><em>πλ</em><em>ῶ</em><em>ς δευτερεύων.&nbsp;</em><em>Ἐὰ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>φίστατο&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πόλυτος&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>μοιομορφία [τ</em><em>ῶ</em><em>ν κρίσεων], α</em><em>ὕ</em><em>τη θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>δικαιολόγη&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ᾶ</em><em>λλον θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>πήτη ταυτότητα&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νεργει</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;μέτρων.&nbsp;</em><em>Ἐὰ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πανάστασις τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>δύνατο&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>σφαλ</em><em>ῶ</em><em>ς ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τεθ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἰ</em><em>δίαν κατηγορίαν μ</em><em>ὲ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κείνας α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>αι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναστάτωσαν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἱ</em><em>σπανίαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἰ</em><em>ταλίαν, α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;Δυνάμεις δ</em><em>ὲ</em><em>ν θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ὑ</em><em>ρίσκοντο καθόλου πρ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;διλήμματος ποίαν στάσιν ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;υ</em><em>ἱ</em><em>οθετήσουν&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>μοιομορφία τ</em><em>ῶ</em><em>ν νόσων&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>παιτε</em><em>ῖ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>μοιομορφίαν φαρμάκων&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>ρα δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>φαρμογ</em><em>ῆ</em><em>ς ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πανάστασιν ταύτην τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ρχ</em><em>ῶ</em><em>ν α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>αι&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νέπνευσαν τ</em><em>ὰ</em><em>ς Συμμαχικ</em><em>ὰ</em><em>ς Δυνάμεις ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>γ</em><em>ῶ</em><em>να τ</em><em>ω</em><em>ν κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς Νεαπόλεως, το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Πεδεμοντίου κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἱ</em><em>σπανίας, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>ργο μας καθιστάμενον&nbsp;</em><em>ἴ</em><em>σως δυσκολώτερον λόγ</em><em>ῳ</em><em>&nbsp;πλήθους τοπικ</em><em>ῶ</em><em>ν περιστάσεων, θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἦ</em><em>το&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν τούτοις&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξίσου&nbsp;</em><em>ἁ</em><em>πλο</em><em>ῦ</em><em>ν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;σταθερόν. Δ</em><em>ὲ</em><em>ν νομίζομεν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>μως&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι τοιαύτη περίπτωσις κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;μακρ</em><em>ὰ</em><em>ν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;παραδεχθ</em><em>ῶ</em><em>μεν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πόλυτον&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>μοιομορφίαν τ</em><em>ῶ</em><em>ν κατατάσεων,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντλο</em><em>ῦ</em><em>μεν κυρίως&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λπίδας&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς διαφορ</em><em>ά</em><em>ς των δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;συνδράμωμεν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν ε</em><em>ἰ</em><em>ρήνευσιν τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>νευ παραβιάσεως ο</em><em>ὐ</em><em>δεμι</em><em>ᾶ</em><em>ς τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ρχ</em><em>ῶ</em><em>ν, τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίας θεωρο</em><em>ῦ</em><em>μεν σανίδα σωτηρίας ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν καιρ</em><em>ὸ</em><em>ν τ</em><em>ῆ</em><em>ς καταιγίδος…».</em></p>



<p><strong>ΙΙ. Η δομή και το περιεχόμενο του «<em>Πολιτικο</em></strong><strong><em>ῦ</em></strong><strong><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em></strong><strong><em>ῆ</em></strong><strong><em>ς&nbsp;</em></strong><strong><em>Ἑ</em></strong><strong><em>λλάδος</em></strong><strong>»</strong></p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;</strong>Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 κατά γενική ομολογία -και ανεξάρτητα από τις μετέπειτα περιπέτειες εφαρμογής του λόγω της αρνητικής συγκυρίας που διαμορφώθηκε -θεωρείται ως ένα από τα αρτιότερα στην συνταγματική μας ιστορία, και μάλιστα με βάση τα δεδομένα της εποχής εκείνης.&nbsp; Τούτο οφείλεται, κατ’ εξοχήν, στα θεσμικά του χαρακτηριστικά, τα οποία αναδεικνύουν την πρώιμη εμπέδωση και επιρροή εξαιρετικά προωθημένων φιλελεύθερων δημοκρατικών ιδεωδών, όπως αυτά είχαν αρχίσει να δημιουργούνται από την θεσμική και πολιτική μήτρα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 και της εξ αυτής προκύψασας Διακήρυξης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί&nbsp; -για λόγους που αφορούν την πορεία εξέλιξης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους- ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το «<em>Πολιτικ</em><em>ὸ</em><em>ν Σύνταγμα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος»,</em>&nbsp;ήταν εκείνο, το οποίο άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη του νεοσύστατου ακόμη Ελληνικού Κράτους.&nbsp; Και τούτο, διότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 προέβλεπε -δίχως όμως να προσδιορίζει τον τρόπο εκλογής του, παραπέμποντας απλώς σε ειδικό εκτελεστικό νόμο- ως επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας, με ενισχυμένες εξουσίες, μονοπρόσωπο όργανο, τον Κυβερνήτη, του οποίου η θητεία οριζόταν επταετής.</p>



<p><strong>Α. Το φιλελεύθερο πνεύμα των Θεσμών του «<em>Πολιτικο</em></strong><strong><em>ῦ</em></strong><strong><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em></strong><strong><em>ῆ</em></strong><strong><em>ς&nbsp;</em></strong><strong><em>Ἑ</em></strong><strong><em>λλάδος</em></strong><strong>»</strong></p>



<p>Από τις μεγάλες -και πάλι για τα δεδομένα και την συγκυρία εκείνης της εποχής- καινοτομίες του «<em>Πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>» του 1827, οι οποίες αναδεικνύουν την φιλελεύθερη νοοτροπία του, όσον αφορά τόσο τους Δημοκρατικούς Θεσμούς εν γένει όσο και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, επισημαίνονται, ενδεικτικώς, οι εξής:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><strong>Η Δημοκρατική Αρχή</strong></li>
</ol>



<p>Εμβληματική, στο θεσμικό πλαίσιο του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, είναι η καθιέρωση ρυθμίσεων, οι οποίες αναδεικνύουν, με ιδιαίτερη έμφαση, τις εγγυήσεις τήρησης της Δημοκρατικής Αρχής.&nbsp; Μεταξύ αυτών σπουδαιότερες κρίνονται:</p>



<p><strong>α) &nbsp;</strong>Πρώτον, οι ρυθμίσεις με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας.&nbsp; Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του «<em>Πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», «<em>ἡ</em><em>&nbsp;κυριαρχία&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νυπάρχει ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνος, π</em><em>ᾶ</em><em>σα&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξουσία πηγάζει&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξ α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em>».&nbsp; Η επιρροή των ρυθμίσεων αυτών είναι και σήμερα ακόμη εμφανής, αν αναχθεί κανείς στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματός μας: «2<em>. Θεμέλιο το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Πολιτεύματος ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;λαϊκ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;κυριαρχία. 2.&nbsp;</em><em>Ὅ</em><em>λες ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ξουσίες πηγάζουν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>ν Λαό,&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>πάρχουν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὲ</em><em>ρ α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>σκο</em><em>ῦ</em><em>νται&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>πως&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ρίζει τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;Σύνταγμα»</em>.</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Δεύτερον, οι ρυθμίσεις με τις οποίες καθιερώνεται η θεμελιώδης αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.&nbsp; Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 36 του «<em>Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος</em>»,&nbsp;<em>«</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;κυριαρχία το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους διαιρε</em><em>ῖ</em><em>ται ε</em><em>ἰ</em><em>ς τρε</em><em>ῖ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξουσίας. Νομοθετικήν, Νομοτελεστικ</em><em>ὴ</em><em>ν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Δικαστικήν</em>». Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί βασίμως ότι στο σημείο αυτό το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, εμφανώς επηρεασμένο από το Σύνταγμα των ΗΠΑ του 1787, υιοθέτησε, προσθέτοντας στοιχειώδεις μηχανισμούς εξισορρόπησης καθεμιάς Εξουσίας, την θεμελιώδη αρχή της &nbsp;λειτουργίας του Πολιτεύματος μέσω των εγγυήσεων κατάλληλων «<em>θεσμικών αντιβάρων</em>» («<em>Checks and Balances</em>»)</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li><strong>Οι σημαντικότερες εγγυήσεις</strong></li>
</ol>



<p>Προς την ίδια κατεύθυνση πρέπει να επισημανθεί και τούτο:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Το «<em>Πολιτικ</em><em>ὸ</em><em>ν Σύνταγμα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», καθιερώνοντας τον κανόνα πως κάθε Βουλευτής είχε το «<em>δικαίωμα ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ζητ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;λαμβάν</em><em>ῃ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναγκαίας πληροφορίας&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς γραμματείας περ</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;παντ</em><em>ὸ</em><em>ς πράγματος συζητουμένου ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν Βουλήν</em>», έθετε τις πρώτες βάσεις του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου και, εν τέλει, της κοινοβουλευτικής ευθύνης των μελών της Εκτελεστικής Εξουσίας.</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Διευκρινίζεται, επίσης, ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 η Βουλή «<em>τροπολογε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>κυρώνει το</em><em>ὺ</em><em>ς νόμους, πλ</em><em>ὴ</em><em>ν τ</em><em>ῶ</em><em>ν συνταγματικ</em><em>ῶ</em><em>ν</em>».&nbsp; Με τον τρόπο αυτό -πλην άλλων συναφών- καθιερώνεται, εμμέσως πλην σαφώς, και η υπεροχή του Συντάγματος έναντι του τυπικού νόμου και των, υποδεέστερων αυτού, κανονιστικού περιεχομένου κανόνων δικαίου.&nbsp; Με άλλες λέξεις, το ως άνω Σύνταγμα καθιέρωνε από τότε, με τρόπο ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο θεσμικώς, την δομή και την ιεραρχία της Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>Β. Η συνταγματική κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου</strong></p>



<p>Περαιτέρω, το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το «<em>Πολιτικ</em><em>ὸ</em><em>ν Σύνταγμα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», διακρίνεται εντόνως και σαφώς για την προσήλωσή του στις προωθημένες φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και όσον αφορά τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.&nbsp; Οι ακόλουθες ρυθμίσεις του είναι άκρως ενδεικτικές εν προκειμένω:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><strong>Το Α΄ Κεφάλαιο</strong></li>
</ol>



<p>Στο Α΄ Κεφάλαιο, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 1, καθιερώνεται μεν ως επικρατούσα θρησκεία εκείνη της «<em>Ὀ</em><em>ρθοδόξου&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>κκλησίας το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Χριστο</em><em>ῦ</em>», όμως εξίσου καθιερώνεται ρητώς, ως θεμελιώδες δικαίωμα, η Θρησκευτική Ελευθερία: «<em>Καθε</em><em>ὶ</em><em>ς ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδα&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παγγέλλεται τ</em><em>ὴ</em><em>ν θρησκεία του&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λευθέρως, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν λατρείαν α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>χει&nbsp;</em><em>ἴ</em><em>σην&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>περάσπισιν</em>».</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li><strong>Το Γ΄ Κεφάλαιο</strong></li>
</ol>



<p>Στο Γ΄ Κεφάλαιο, και υπό τον τίτλο «<em>Δημόσιον δίκαιον τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων»,&nbsp;</em>εισάγεται, με εξαιρετικά προοδευτικό πνεύμα, σειρά ρυθμίσεων περί βασικών γενικών αρχών με συνταγματική ισχύ καθώς και περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων δεσπόζουσα είναι η θέση:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 αρχής της Ισότητας: «<em>Ὅ</em><em>λοι ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἴ</em><em>σοι&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νώπιον τ</em><em>ῶ</em><em>ν νόμων»</em>. Οι επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου τούτου εξειδικεύουν την αρχή της Ισότητας, υιοθετώντας εγγυήσεις:</p>



<p><strong>α1)&nbsp;</strong>Αναφορικά με την αρχή της Αξιοκρατίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8: «<em>Ὅ</em><em>λοι ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες ε</em><em>ἶ</em><em>ναι δεκτο</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἕ</em><em>καστος κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;μέτρον τ</em><em>ῆ</em><em>ς προσωπικ</em><em>ῆ</em><em>ς του&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ξίας, ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λα τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δημόσια&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παγγέλματα, πολιτικ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;στρατιωτικά».</em></p>



<p><strong>α2)&nbsp;</strong>Αναφορικά με την αρχή της Ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10: «<em>Α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>σπράξεις διανέμονται ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λους το</em><em>ὺ</em><em>ς κατοίκους τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πικρατείας δικαίως, κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναλόγως τ</em><em>ῆ</em><em>ς περιουσίας&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>κάστου. Καμμία δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἴ</em><em>σπραξις δ</em><em>ὲ</em><em>ν γίνεται χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς προεκδεδομένον νόμον, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;κανε</em><em>ὶ</em><em>ς νόμος περ</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>σπράξεως δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κδίδεται ε</em><em>ἰ</em><em>μ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;δι’&nbsp;</em><em>ἕ</em><em>ν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;μόνον&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>τος».</em></p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 προσωπικής ελευθερίας: «<em>Ὁ</em><em>&nbsp;νόμος&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>σφαλίζει τ</em><em>ὴ</em><em>ν προσωπικ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>κάστου&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λευθερίαν κανε</em><em>ὶ</em><em>ς δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>μπορε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ναχθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ἢ</em><em>&nbsp;φυλακωθ</em><em>ῄ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>μ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ὺ</em><em>ς νομικο</em><em>ὺ</em><em>ς τύπους</em>».</p>



<p><strong>γ)&nbsp;</strong>Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 δικαιώματος στην ιδιοκτησία, με παράλληλη μάλιστα εισαγωγή εγγυήσεων για την δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης: «<em>Ἡ</em><em>&nbsp;Κυβέρνησις&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>μπορε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;ν’&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>παιτήσ</em><em>ῃ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν θυσίαν τ</em><em>ῶ</em><em>ν κτημάτων τινός, δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δημόσιον&nbsp;</em><em>ὄ</em><em>φελος,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποχρώντως&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποδεδειγμένον,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;προηγουμένης&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποζημιώσεως</em>».</p>



<p><strong>δ)&nbsp;</strong>Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου: «<em>Ὁ</em><em>&nbsp;νόμος δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>μπορε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>χ</em><em>ῃ</em>&nbsp;<em>ὀ</em><em>πισθενεργ</em><em>ὸ</em><em>ν δύναμιν».</em></p>



<p><strong>ε)&nbsp;</strong>Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 δικαιώματος του αναφέρεσθαι: «<em>Καθε</em><em>ὶ</em><em>ς δύναται ν’&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναφέρεται πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν Βουλ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>γγράφως, προβάλλων τ</em><em>ὴ</em><em>ν γνώμην το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;περ</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;παντ</em><em>ὸ</em><em>ς δημοσίου πράγματος</em>».</p>



<p><strong>στ)&nbsp;</strong>Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 ελευθερίας του Τύπου: «<em>Ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>χουσι τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;δικαίωμα χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς πρ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ξέτασιν ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;γράφωσι, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δημοσιεύωσιν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λευθέρως δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;τύπου&nbsp;</em><em>ἢ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>λλέως το</em><em>ὺ</em><em>ς στοχασμο</em><em>ὺ</em><em>ς κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;γνώμας των, φυλάττοντες το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>κολούθους&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ρους:&nbsp;<strong>α΄</strong>&nbsp;Ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντιβαίνωσιν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ρχ</em><em>ὰ</em><em>ς τ</em><em>ῆ</em><em>ς χριστιανικ</em><em>ῆ</em><em>ς θρησκείας.&nbsp;<strong>β΄</strong>&nbsp;Ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντιβαίνωσιν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν σεμνότητα<strong>. γ΄</strong>&nbsp;Ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ποφεύγωσι π</em><em>ᾶ</em><em>σαν προσωπικ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὕ</em><em>βριν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;συκοφαντίαν</em>».</p>



<ol start="3" class="wp-block-list">
<li><strong>Η κατάργηση των τίτλων ευγενίας</strong></li>
</ol>



<p>Τέλος -καίτοι τούτο ενέχει περισσότερο συμβολική αξία- είναι χαρακτηριστικό ότι οι διατάξεις του άρθρου 27 διακηρύσσουν, πανηγυρικώς και εκτενώς, την απαγόρευση απονομής τίτλων ευγενείας: «<em>Κανένας τίτλος ε</em><em>ὐ</em><em>γενείας δ</em><em>ὲ</em><em>ν δίδεται&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;πολιτείαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;κανε</em><em>ὶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἕ</em><em>λλην ε</em><em>ἰ</em><em>ς α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ὴ</em><em>ν δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>μπορε</em><em>ῖ</em><em>, χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν συγκατάθεσιν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτου, ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;λάβ</em><em>ῃ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>πούργημα, δ</em><em>ῶ</em><em>ρον,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>μοιβήν,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ξίωμα,&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;τίτλον παντ</em><em>ὸ</em><em>ς ε</em><em>ἴ</em><em>δους&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;κανένα μονάρχην,&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>γεμόνα&nbsp;</em><em>ἢ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ξωτερικ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πικράτειαν</em>».</p>



<p><strong>ΙΙΙ. Η «<em>αδύνατη</em>» εφαρμογή του «<em>Πολιτικο</em></strong><strong><em>ῦ</em></strong><strong><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em></strong><strong><em>ῆ</em></strong><strong><em>ς&nbsp;</em></strong><strong><em>Ἑ</em></strong><strong><em>λλάδος</em></strong><strong>»</strong></p>



<p>Πριν την ψήφιση του «<em>Πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», την 1<sup>η</sup>&nbsp;Μαΐου 1827 κατά τα προαναφερόμενα, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση είχε προχωρήσει, προσβλέποντας σε άμεση εφαρμογή του, στην επιλογή ενός συστήματος Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μ’ επικεφαλής μονοπρόσωπο όργανο, τον «<em>Κυβερνήτη της Ελλάδος</em>». Ειδικότερα, την 27<sup>η</sup>&nbsp;Μαρτίου 1827 η Γ΄ Εθνοσυνέλευση αποφάσισε, ομοφώνως, «<em>ἡ</em><em>&nbsp;Νομοτελεστικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;δύναμις ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;παραδοθε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἕ</em><em>να κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;μόνον</em>», προκειμένου ν’ αποφευχθούν στο μέλλον «<em>ὅ</em><em>σα κακ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πήγασαν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;διάστημα το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ἑ</em><em>πταετο</em><em>ῦ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>γ</em><em>ῶ</em><em>νος …&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν πολυμέλειαν τ</em><em>ῆ</em><em>ς Νομοτελεστικ</em><em>ῆ</em><em>ς Δυνάμεως</em>». Τα πράγματα εξελίχθηκαν ταχύτατα, και με πρωτοβουλία κυρίως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη εκλέγεται ομοφώνως –με το Ψήφισμα ΣΤ΄– την 3η Απριλίου 1827, από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση, ως «<em>Κυβερνήτης τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>» ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ταυτοχρόνως, με το Θ΄ Ψήφισμα η Γ΄ Εθνοσυνέλευση συγκρότησε μεταβατική τριμελή «<em>Ἀ</em><em>ντικυβερνητικ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιτροπήν</em>», με περιορισμένες αρμοδιότητες, ως την έλευση στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, η οποία «<em>ἐ</em><em>μπεπιστευμένη τ</em><em>ὴ</em><em>ν νομοτελεστικ</em><em>ὴ</em><em>ν δύναμιν, θέλει κυβερνήσει τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνος…&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;διάρκεια τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>ντικυβερνητικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιτροπ</em><em>ῆ</em><em>ς προσδιορίζεται&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>χρι τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>φίξεως το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτου,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τε&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>πιτροπ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;παύει</em>». Επισημαίνεται, ότι το σκεπτικό της επιλογής του Ιωάννη Καποδίστρια, ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, είναι άκρως ενδεικτικό του ότι τελική ομολογημένη πρόθεση των Αγωνιστών της Εθνεγερσίας ήταν η τοποθέτηση, ως επικεφαλής του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, όχι μονάρχη αλλά «<em>Κυβερνήτη</em>», δηλαδή κρατικού οργάνου που κυβερνά όχι «<em>ἐ</em><em>λέ</em><em>ῳ</em><em>&nbsp;Θεο</em><em>ῦ</em>», αλλά με βάση το Σύνταγμα και την εκτελεστική του νομοθεσία. Επιπλέον δε προσώπου Ελληνικής καταγωγής, με καθαρώς πολιτικά χαρακτηριστικά. Άκρως ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα του ως άνω ΣΤ΄ Ψηφίσματος της 3ης Απριλίου 1827: «<em>Ἡ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>θνικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις, θεωρε</em><em>ῖ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>ψηλ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;τέχνη του κυβερν</em><em>ᾶ</em><em>ν την Πολιτείαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;φέρειν πρ</em><em>ὸ</em><em>ς ε</em><em>ὐ</em><em>δαιμονίαν τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνη,&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ξωτερικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>σωτερικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;πολιτική,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>παιτε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;πολιτικ</em><em>ὴ</em><em>ν πε</em><em>ῖ</em><em>ραν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πολλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;φ</em><em>ῶ</em><em>τα, τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>α&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;βάρβαρος&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>θωμαν</em><em>ὸ</em><em>ς δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πέτρεψε ποτ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἕ</em><em>λληνες. Θεωρε</em><em>ῖ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>παιτε</em><em>ῖ</em><em>ται&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πί κεφαλ</em><em>ῆ</em><em>ς τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ῆ</em><em>ς Πολιτείας&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;πρ</em><em>ᾶ</em><em>ξιν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;θεωρίαν πολιτικ</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἕ</em><em>λλην, δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;κυβερνήσει κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>ν σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ν τ</em><em>ῆ</em><em>ς πολιτικ</em><em>ῆ</em><em>ς κοινωνίας».</em></p>



<p><strong>Α. Η έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα και η ανάληψη των καθηκόντων του</strong></p>



<p>Την 8<sup>η</sup>&nbsp;Ιανουαρίου 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο. Ανέλαβε τα καθήκοντά του την 11η Ιανουαρίου 1828 στην Αίγινα, όταν του μεταβιβάσθηκε η Εκτελεστική Εξουσία από την «Αντικυβερνητικήν Επιτροπήν». Η ορκωμοσία του ως πρώτου «Κυβερνήτη της Ελλάδος» πραγματοποιήθηκε την 26<sup>η</sup>&nbsp;Ιανουαρίου 1828. Η κατάσταση που αντιμετώπισε, ευθύς εξ αρχής, ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν, κατά την επιεικέστερη έκφραση, δραματική. Αντί άλλης περιγραφής αρκεί το εξής απόσπασμα από τα «Απόλογα του Καποδίστρια» του Γ. Τερτσέτη, όπου καταγράφεται συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη<em>: «Ε</em><em>ἶ</em><em>ναι καιρο</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πο</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;πρέπει ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;φορο</em><em>ῦ</em><em>με&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λοι ζώνη δερματένια κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τρ</em><em>ῶ</em><em>με&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>κρίδες κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;μέλι&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>γριο. Ε</em><em>ἶ</em><em>δα πολλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν ζωήν μου,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;σ</em><em>ὰ</em><em>ν τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;θέαμα&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ταν&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>φθασα&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>δ</em><em>ῶ</em><em>&nbsp;στ</em><em>ὴ</em><em>ν Α</em><em>ἴ</em><em>γινα δ</em><em>ὲ</em><em>ν ε</em><em>ἶ</em><em>δα κάτι παρόμοιο ποτέ, κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἄ</em><em>λλος ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὴ</em><em>ν τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἰ</em><em>δε</em><em>ῖ</em><em>… Ζήτω&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτης,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>φώναζαν γυνα</em><em>ῖ</em><em>κες&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναμαλιασμένες,&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>νδρες μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;λαβωματι</em><em>ὲ</em><em>ς πολέμου,&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>ρφαν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;γδυτά, κατεβασμένα&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;σπηλιές. Δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἦ</em><em>ταν τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;συναπάντημά μου φων</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;χαρ</em><em>ᾶ</em><em>ς,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;θρ</em><em>ῆ</em><em>νος».</em></p>



<ol class="wp-block-list">
<li><strong>1.</strong> <strong>Κατάσταση έκτακτης ανάγκης</strong></li>
</ol>



<p>Ουδείς, λοιπόν, μπορεί να αμφισβητήσει, με τεκμηριωμένα ιστορικά δεδομένα, ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει μια κατάσταση πραγματικής έκτακτης ανάγκης, μέσα στο πλαίσιο της οποίας έπρεπε να πάρει, χωρίς χρονοτριβή, αποφάσεις στοιχειώδους ανάταξης της Ελλάδας προκειμένου να συνεχίσει τον Αγώνα της Απελευθέρωσης και να επιδιώξει την ανακούφιση του δεινώς χειμαζόμενου πληθυσμού. Και ναι μεν, όπως ήδη τονίσθηκε, το «<em>Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος</em>» συνιστούσε έναν θεσμικώς άψογο «<em>Καταστατικό Χάρτη</em>» για την οργάνωση μιας σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με επικεφαλής τον «Κυβερνήτη της Ελλάδος». Πλην όμως είναι, και σήμερα, προφανές ότι η πλήρης και συνεπής εφαρμογή του, υπό τις συνθήκες της εποχής, ήταν ουσιαστικώς αδύνατη.</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Μια λύση θα ήταν η κατά περίπτωση εφαρμογή του «<em>Πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», κάτι όμως το οποίο αφενός δεν συνάδει προς την ίδια την φύση κάθε σύγχρονου Συντάγματος –αυθαίρετη εφαρμογή του Συντάγματος à la carte ισοδυναμεί με υποβάθμιση και, εν τέλει, αναίρεσή του στην πράξη– και, αφετέρου, ήταν εντελώς αντίθετη προς την νοοτροπία του Ιωάννη Καποδίστρια. Στην νοοτροπία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, με βάση και τον ασυμβίβαστο –όπως είχε φανεί καθαρά σε όλη την πολιτική διαδρομή του– χαρακτήρα του, ταίριαζε το «<em>salus</em>&nbsp;<em>populi</em>&nbsp;<em>suprema</em>&nbsp;<em>lex</em>&nbsp;<em>esto</em>». Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Ιωάννης Καποδίστριας έκρινε, αμέσως, απαραίτητη την αλλαγή του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του Πολιτεύματος έτσι ώστε, συγκεντρώνοντας εν πολλοίς στα χέρια του την κρατική εξουσία, από την μια πλευρά να λάβει τις αναγκαίες μεγάλες αποφάσεις για την «<em>Σωτηρίαν τ</em><em>ῆ</em><em>ς Πατρίδος</em>». Και, από την άλλη πλευρά, να καταδείξει στο εξωτερικό -και ιδίως προς την «<em>Ἱ</em><em>ερ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;Συμμαχία</em>», που καραδοκούσε για να δείξει ότι το Ελληνικό Κράτος-Έθνος δεν μπορούσε να οργανωθεί και να λειτουργήσει– πως το εγχείρημα θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους δεν ήταν «<em>ἀ</em><em>γώνισμα&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;παραχρ</em><em>ῆ</em><em>μα&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>κούειν</em>».</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Με επιδέξιους αποφασιστικούς χειρισμούς, ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεισε την Βουλή για την κρισιμότητα των καιρών. Και έτσι, με το Ψήφισμα ΝΗ΄ της 18<sup>ης</sup>&nbsp;Ιανουαρίου 1828, η Βουλή αποδέχθηκε και ενέκρινε την εισήγηση του Κυβερνήτη για «<em>σχέδιον μεταβολ</em><em>ῆ</em><em>ς διοικήσεως προσωριν</em><em>ῆ</em><em>ς</em>», με το ακόλουθο αιτιολογικό:&nbsp;<em>«</em><em>Ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>&nbsp;παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λληνικο</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>μπεπιστευμένος τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>νία τ</em><em>ῆ</em><em>ς Κυβερνήσεως Κύριος&nbsp;</em><em>Ἰ</em><em>ωάννης Α. Καποδίστριας&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>φθασεν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδα·&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;α</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;δεινα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς Πατρίδος περιστάσεις κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;διάρκεια το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;πολέμου δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>συγχώρησαν, ο</em><em>ὔ</em><em>τε συγχωρο</em><em>ῦ</em><em>σι τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νέργειαν το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ν Τροιζήνι&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πικυρωθέντος κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κδοθέντος Πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος καθ’&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λην α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>κτασιν·&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;σωτηρία το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ὁ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>πέρτατος πάντων τ</em><em>ῶ</em><em>ν Νόμων· κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;Βουλ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>νεδέχθη παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν Λα</em><em>ῶ</em><em>ν τ</em><em>ὴ</em><em>ν πρόνοιαν τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>αυτ</em><em>ῶ</em><em>ν σωτηρίας·&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;Βουλ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;μόνον σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>χουσα τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;σωθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ἡ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λλάς, κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὡ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἱ</em><em>ερώτερόν της χρέος θεωρο</em><em>ῦ</em><em>σα το</em><em>ῦ</em><em>το, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν ε</em><em>ὐ</em><em>δαιμονίαν το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λληνικο</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>ποίου&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νεπιστεύθη τ</em><em>ὴ</em><em>ν φροντίδα· Κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτης&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πρόβαλε σχέδιον μεταβολ</em><em>ῆ</em><em>ς Διοικήσεως προσωριν</em><em>ῶ</em><em>ς»</em>. Υπό τις συνθήκες αυτές ανεστάλη η εφαρμογή του «<em>Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος</em>». Η Βουλή ουσιαστικώς αυτοκαταργήθηκε- «<em>ἀ</em><em>ποτίθεται&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Βουλή, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ον&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νέλαβε χρέος τ</em><em>ῆ</em><em>ς νομοδοτικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξουσίας</em>»– και οργανώθηκε «<em>προσωριν</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;Διοίκησης τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πικρατείας</em>». Η νομοθετική εξουσία περιήλθε στον Κυβερνήτη και ιδρύθηκε συμβουλευτικό συλλογικό όργανο, το «<em>Πανελλήνιον</em>». Το όργανο αυτό αποτελούσαν 27 μέλη που διόριζε ο Κυβερνήτης και διαιρείτο σε τρία τμήματα, με ειδικότερα για καθένα αντικείμενα τις γνωμοδοτήσεις προς τον Κυβερνήτη επί οικονομικών θεμάτων, θεμάτων περί τα εσωτερικά ζητήματα και περί τα ζητήματα για τις Ένοπλες Δυνάμεις, πριν από την λήψη εκ μέρους του των τελικών αποφάσεων με την μορφή ψηφισμάτων.</p>



<p><strong>γ)&nbsp;</strong>Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας λειτουργεί εφεξής ως μονοπρόσωπο κυβερνητικό όργανο, επικουρούμενος από τον «<em>Γραμματέα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πικρατείας»</em>&nbsp;–πρώτος ορίσθηκε ο Σπυρίδων Τρικούπης, προσκείμενος στο «<em>αγγλικό κόμμα</em>»– και από ένα στοιχειώδες Υπουργικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη&nbsp;<em>«παραδέχονται τ</em><em>ὴ</em><em>ν διεύθυνσιν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτου τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>μπιστευθέντα ε</em><em>ἰ</em><em>ς α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>ργα</em>». Όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι θεσμικές διεργασίες, ο Ιωάννης Καποδίστριας αποφάσισε την σύγκληση, από κοινού με την Βουλή, της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, εντός του Απριλίου του 1828 για την θέσπιση νέου Συντάγματος. Στο μεταξύ διευκρινίσθηκε ότι γίνεται αποδεκτό «<em>σύστημα προσωριν</em><em>ῆ</em><em>ς Κυβερνήσεως, θεμελιωμένου,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν τοσούτ</em><em>ῳ</em><em>,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πάνω ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς βάσεις τ</em><em>ῶ</em><em>ν πράξεων τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιδαύρου, το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἄ</em><em>στρους κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς Τροιζ</em><em>ῆ</em><em>νος»</em>.</p>



<p><strong>δ)</strong>&nbsp;Στο σημείο αυτό, ως στοιχείο της μεγάλης προσφοράς του Ιωάννη Καποδίστρια στην ολοκλήρωση της προσπάθειας δημιουργίας του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, πρέπει να επισημανθεί και το εξής ιστορικό δεδομένο: Κατά την Συνδιάσκεψη των Πληρεξουσίων των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) στο Λονδίνο –20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1828– μεταξύ άλλων δόθηκαν κοινές οδηγίες προς τους αντίστοιχους πρέσβεις για την έναρξη διαπραγματεύσεων και με την Ελλάδα, ιδίως ως προς τον καθορισμό των ορίων του υπό ίδρυση Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Με εμπιστευτικό υπόμνημά του προς τους πρέσβεις –κατά την Συνδιάσκεψη του Πόρου την 12<sup>η</sup>&nbsp;Δεκεμβρίου 1828– ο Ιωάννης Καποδίστριας πρότεινε συγκεκριμένα όρια μέσ’ από μια οξυδερκέστατη ανάλυση, η οποία στηριζόταν βεβαίως στην «<em>αρχή της αυτοδιάθεσης</em>» (ή «<em>αρχή των εθνοτήτων</em>»), πλην όμως προσέθετε περιοχές που ήταν απαραίτητες για την, υπό όρους διάρκειας, ασφάλεια του Ελληνικού Κράτους. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα του υπομνήματος αυτού του Ιωάννη Καποδίστρια (βλ. Αντ. Μπερεδήμα, Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματία στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, όπ. παρ. σελ. 12 επ.):</p>



<p><strong>δ1)</strong>&nbsp;«<em>Τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;περ</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>ρίων σπουδαιότατο ζήτημα θέλει λυθε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;συμφωνότατα πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν λογικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>ν σκοπ</em><em>ὸ</em><em>ν τ</em><em>ῆ</em><em>ς συνθήκης,&nbsp;</em><em>ἂ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ὀ</em><em>ροθετικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;γραμμ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;χωρίση&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ὀ</em><em>θωμανικ</em><em>ῆ</em><em>ς κυριότητος μόνον τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παρχίας κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς νήσους&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>που&nbsp;</em><em>ἡ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ρχ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>π</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ν α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῷ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>συμβίβαστον συνυπάρξεως τ</em><em>ῶ</em><em>ν δύο λα</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>κριβέστατα προσαρμόζεται, τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων πολ</em><em>ὺ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>περεχόντων τ</em><em>ῶ</em><em>ν Τούρκων κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;πλ</em><em>ῆ</em><em>θος</em>».</p>



<p><strong>δ2)</strong>&nbsp;«<em>Τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μάλιστα περιωρισμένα&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ρια τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>θελον ε</em><em>ἶ</em><em>σθαι τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κόλπου το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Βόλου&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ρχόμενα, κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>φήνοντας μ</em><em>ὲ</em><em>ν ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς Τούρκους τ</em><em>ὴ</em><em>ν Θεσσαλίαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πολλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἠ</em><em>πείρου μέρη, δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἰ</em><em>σχυροτάτων&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>σων&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>νεστι&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>ρειν</em><em>ῶ</em><em>ν τόπων φθάνοντα ε</em><em>ἰ</em><em>ς Σαγιάδα. Κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>μως&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;τοιαύτη&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>ροθεσία&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>θελε παραδώση ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς Τούρκους&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παρχίας τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;πλε</em><em>ῖ</em><em>στον κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;χρησιμώτατον μέρος τ</em><em>ῶ</em><em>ν κατοίκων&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>χούσας&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξ&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων</em>».</p>



<p><strong>δ3</strong>) «<em>Ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;πολλο</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;το</em><em>ὺ</em><em>ς κατοίκους τ</em><em>ῶ</em><em>ν περιοχ</em><em>ῶ</em><em>ν α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῶ</em><em>ν (</em><em>Ἤ</em><em>πειρος, Θεσσαλία) συστρατεύονται στ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδα μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>π</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;οκταετία πολεμήσαντες το</em><em>ὺ</em><em>ς Τούρκους συμπατριώτας τους, π</em><em>ὼ</em><em>ς ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>δελφο</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῶ</em><em>ν πο</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;μένουν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μπορο</em><em>ῦ</em><em>σαν ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>ποφέρουν στ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἑ</em><em>ξ</em><em>ῆ</em><em>ς ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;θεωρήσουν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>ποφερτ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν Τούρκων δεσποτείαν; Καί,&nbsp;</em><em>ἂ</em><em>ν πάλι δεχθο</em><em>ῦ</em><em>με α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ὺ</em><em>ς ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πικράτειαν μπορο</em><em>ῦ</em><em>με ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ὺ</em><em>ς κρατήσουμε&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ντ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ῶ</em><em>ν χαραγμένων&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ρίων;&nbsp;</em><em>ἢ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πειδ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>χουν α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν σφοδρ</em><em>ὰ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πιθυμίαν ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>πολαύσουν τ</em><em>ὶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>στίες τους, δ</em><em>ὲ</em><em>ν θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>φαρμόσουν κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>νοίξουν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πάλι τ</em><em>ὸ</em><em>ν πόλεμο σ’&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κε</em><em>ῖ</em><em>νες τ</em><em>ὶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>παρχίες&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>που ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;καπετάνιοι α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῶ</em><em>ν ζο</em><em>ῦ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>δ</em><em>ῶ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;α</em><em>ἰῶ</em><em>νες&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν τέχνη τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>πλων κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>λλων παρεπομένων;</em>».</p>



<p><strong>δ4)</strong>&nbsp;<em>«</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;φυσικωτάτη&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>ροθεσία&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξ&nbsp;</em><em>ἧ</em><em>ς μόνον&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>θελεν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποκτήσει&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;νέα&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πικράτεια τ</em><em>ὸ</em><em>ν προσήκοντα σχηματισμ</em><em>ὸ</em><em>ν πρ</em><em>ὸ</em><em>ς προφύλαξιν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν Τούρκων κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πρ</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποκατάστασιν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ρων&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>γιο</em><em>ῦ</em><em>ς διαβιώσεως, θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἦ</em><em>ταν στ</em><em>ὴ</em><em>ν μ</em><em>ὲ</em><em>ν ξηρ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;γραμμ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν βάσιν το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ὀ</em><em>λύμπου στ</em><em>ὸ</em><em>ν Θερμαϊκ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;Κόλπο, δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μέσου το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>ρους Χάσια κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Μετσόβου κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Χαρμόβου κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Σαμαρίνας κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Γαρδικίου, στ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;Παλέρμο, στ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>δριατικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;θάλασσα.&nbsp;</em><em>Ὡ</em><em>ς πρ</em><em>ὸ</em><em>ς δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;νησιά, θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;πρέπει ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;περιληφθο</em><em>ῦ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ντ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ρίων&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Ε</em><em>ὔ</em><em>βοια κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;Κρήτη, τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;νοτιότερο μέρος τ</em><em>ῆ</em><em>ς μεθορίου</em>».</p>



<p><strong>δ5)</strong>&nbsp;«<em>Τ</em><em>ῆ</em><em>ς Κρήτης&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων κατοχ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>παραίτητος φαίνεται πρ</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>σφάλειαν κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Α</em><em>ἰ</em><em>γαίου κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς Πελοποννήσου, διότι, μένουσα ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξουσίαν τ</em><em>ῶ</em><em>ν Τούρκων&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Μεχμ</em><em>ὲ</em><em>τ&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>λή, δύναται ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ποβ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;ποτ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;δειν</em><em>ὸ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ρμητήριον&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>χθρικ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πιχειρήσεων μετ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μεγάλων δυνάμεων κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος.&nbsp;</em><em>Ἔ</em><em>πειτα,&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;λα</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ῆ</em><em>ς Κρήτης&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>τι κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;σήμερον κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν Τούρκων διαμαχόμενος,&nbsp;</em><em>ἂ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Κρήτη μείνει ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς Τούρκους, δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>θελε συρρεύση&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος τ</em><em>ὰ</em><em>ς νήσους; Κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κ τούτου δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>θελεν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>ποπέσει&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>ρα γ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;πάλιν&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;κοιν</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>μπορία ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς προλαβούσας συμφορ</em><em>ά</em><em>ς;».</em></p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li><strong>Οι «<em>περιπέτειες</em>» της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης</strong></li>
</ol>



<p>Λόγω της συνέχισης των έκτακτων συνθηκών και της έλλειψης επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία, την οργάνωση και την λειτουργία της Δ΄Εθνοσυνέλευσης, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια η σύγκλησή της αναβλήθηκε. Έτσι, η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε τελικώς στο Άργος, την 11<sup>η</sup>&nbsp;Ίουλίου 1829.</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Έως την θέσπιση του νέου Συντάγματος, η Δ΄ Εθνοσυνέλευση, με το Β΄ Ψήφισμα της 22ας Ίουλίου 1829, αποφάσισε την συνέχιση του λεγόμενου&nbsp;<em>«προσωρινού συστήματος</em>» και επικύρωσε το ΝΗ΄ Ψήφισμα της Βουλής της 18<sup>ης</sup>&nbsp;Ιανουαρίου 1828, με το οποίο, όπως προεκτέθηκε, είχε ανασταλεί η εφαρμογή του «<em>Πολιτικού Συντάγματος της&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>». Κατ’ ουσίαν, δηλαδή, επικύρωσε και όλες τις μετέπειτα πράξεις του Ιωάννη Καποδίστρια, έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την νομική και πολιτική τους ισχύ και ως προς τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους. Επιπλέον, η Δ΄ Εθνοσυνέλευση κατήργησε το «<em>Πανελλήνιον»</em>&nbsp;και το αντικατέστησε με νέο συλλογικό σώμα, την «<em>Γερουσία</em>», αποτελούμενη από 27 μέλη.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση ανέθεσε στον Κυβερνήτη, σε συνεργασία με την Κυβέρνηση και ύστερα από γνώμη της Γερουσίας, την κατάρτιση νέου Συντάγματος, με βάση όμως τις αρχές των πρώτων τριών Εθνοσυνελεύσεων, δηλαδή με βάση τις αρχές του «<em>Προσωρινο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Πολιτεύματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», του 1822, του «<em>Νόμου τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιδαύρου</em>», του 1823 και του «<em>Πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», του 1827. Στην συνέχεια, και συγκεκριμένα την 2<sup>α&nbsp;</sup>Αυγούστου 1829, η Δ΄ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της και ανέθεσε στον Κυβερνήτη και στην Κυβέρνηση να την συγκαλέσει εκ νέου «<em>ἅ</em><em>μα&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποπερατώσ</em><em>ῃ</em>» το σχέδιο του νέου Συντάγματος. Την 22<sup>α</sup>&nbsp;Ιανουαρίου/3<sup>η</sup>&nbsp;&nbsp;Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, αναγνώρισαν διεθνώς την Ελλάδα ως ανεξάρτητο και αυτόνομο Έθνος-Κράτος. Πρόκειται για το μεγαλύτερο –και εν πολλοίς προσωπικό– επίτευγμα του Ιωάννη Καποδίστρια, το οποίο του διασφάλισε την θέση που δικαίως του αναλογεί στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Έως την δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, την 27<sup>η</sup>&nbsp;Σεπτεμβρίου 1831, δεν είχε καταρτισθεί, σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά τεκμήρια, κάποιο ολοκληρωμένο σχέδιο Συντάγματος.</p>



<p><strong>Β. Η «<em>νομοτελειακή</em>» πορεία προς την «<em>απόλυτη μοναρχία</em>»</strong></p>



<p>Το θεσμικό και πολιτικό κενό, μετά την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, οδηγούσε την τότε ελεύθερη Ελλάδα και το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος στον όλεθρο της αναρχίας. Πρώτη σκέψη ήταν η σύγκληση νέας Εθνοσυνέλευσης –της Ε΄ κατά σειρά– για την θέσπιση νέου Συντάγματος, δήθεν κατά μια διαθήκη του Ιωάννη Καποδίστρια, την οποία όμως ο Κυβερνήτης ουδέποτε άφησε. Υπό την ανάγκη της επείγουσας κατάστασης, που είχε προκύψει, επικράτησαν οι σκέψεις άμεσης οργανωτικής παρέμβασης, και πάλι δίχως επαρκές συνταγματικό έρεισμα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><strong>Οι θέσεις των Τριών Δυνάμεων –Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας– ως προς το Πολίτευμα της Ελλάδας</strong></li>
</ol>



<p>Η μέλλουσα να συνέλθει Ε΄ Εθνοσυνέλευση έπρεπε, όπως είναι ευνόητο, να έχει κατά νου και τις απόψεις των Τριών Δυνάμεων –Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας– για την μορφή του οριστικού Πολιτεύματος της Ελλάδας, όπως οι απόψεις αυτές είχαν διατυπωθεί κατά την προαναφερθείσα Συνδιάσκεψη του Πόρου, την 12<sup>η</sup>&nbsp;Δεκεμβρίου 1828, από τους Πληρεξουσίους τους. Οι ως άνω απόψεις, οι οποίες κατέληγαν σ’ ένα πολιτειακό σύστημα οιονεί «<em>συνταγματικ</em><em>ῆ</em><em>ς μοναρχίας</em>», συμπυκνώνονται επαρκώς στα ακόλουθα αποσπάσματα του κειμένου των Πληρεξουσίων (βλ. Αντ. Μπερεδήμα, Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματία στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, όπ. παρ. σελ. 198 επ.):</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;<em>«</em><em>Ἤ</em><em>δη&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὀ</em><em>κταετίας ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>δοκίμασαν πολλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;σχήματα.&nbsp;</em><em>Ὅ</em><em>λα στηρίζονται,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>σον&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>φορ</em><em>ᾶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν Κυβέρνησιν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξ&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>ν</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;πολλ</em><em>ῶ</em><em>ν προσώπων το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;περιβάλλοντός των,&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Κυβέρνησις α</em><em>ὕ</em><em>τη δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>δυνήθη ποτ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ντισταθ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν σύγκρουσιν κομμάτων, ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>λέθριαν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πίδρασιν τ</em><em>ῶ</em><em>ν τοπικ</em><em>ῶ</em><em>ν παραγόντων, ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πιρρο</em><em>ὴ</em><em>ν το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναριθμήτου πλήθους τ</em><em>ῶ</em><em>ν μεμονωμένων&nbsp;</em><em>ἢ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>τάκτων, α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>αι, ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ληθές,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πετέλεσαν τ</em><em>ὴ</em><em>ν κυριοτέραν α</em><em>ἰ</em><em>τίαν τ</em><em>ῆ</em><em>ς καταρρεύσεως το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ὀ</em><em>θωμανικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;ζυγο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδα,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>λλ’&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πέβησαν κατόπιν μοιρα</em><em>ῖ</em><em>αι ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνος δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναρχίας, τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίαν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>φεύκτως προκαλο</em><em>ῦ</em><em>σαν. Πεπεισμένοι&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>κτοτε&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι δ</em><em>ὲ</em><em>ν δύναται ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>νατεθ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἰ</em><em>δικούς των, χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>μέσως ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;στρέφεται&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ναντίον τ</em><em>ω</em><em>ν συνασπισμ</em><em>ὸ</em><em>ς χιλιάδων&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντιλήψεων δυνάμεων κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;θέλοντες ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;διαρκο</em><em>ῦ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>π’&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>πειρον α</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>τυχίαι τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος, ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες κατηύθυναν τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;βλέμματά των πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τό&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξωτερικ</em><em>ὸ</em><em>ν κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κάλεσαν τ</em><em>ὸ</em><em>ν Κόμητα Καποδίστριαν ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>γηθ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>ποθέσεών των […].&nbsp;</em><em>Ἂ</em><em>λλ’&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναθέτοντες τ</em><em>ὴ</em><em>ν Προεδρίαν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν Κόμητα Καποδίστριαν, δ</em><em>ὲ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>δύνατο ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;παράσχ</em><em>ῃ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ὺ</em><em>ς ε</em><em>ἰ</em><em>μ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;μόνον πρόσκαιρον&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξουσίαν»</em>.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;«<em>Ἐ</em><em>ν τούτοις, ο</em><em>ἱ</em><em>αδήποτε&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>κτελεστικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>ξουσία,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>σον&nbsp;</em><em>ἱ</em><em>καν</em><em>ὸ</em><em>ν κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἂ</em><em>ν ε</em><em>ἶ</em><em>ναι τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἄ</em><em>τομον, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ον τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>σκε</em><em>ῖ</em><em>, δ</em><em>ὲ</em><em>ν δύναται ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;παράσχ</em><em>ῃ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>γγυήσεις μεγαλυτέρας α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;διαρκείας ε</em><em>ἰ</em><em>ς μίαν χώραν,&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>νθα&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;ζω</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>ἑ</em><em>ν</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νθρώπου…δεν θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>φθανε ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>νασύρ</em><em>ῃ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνος&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;βάραθρο τ</em><em>ῶ</em><em>ν παντοίων συμφορ</em><em>ῶ</em><em>ν,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ντ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίων τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>ρριψε δουλεία πολλ</em><em>ῶ</em><em>ν α</em><em>ἰ</em><em>ώνων. Τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἤ</em><em>θη, τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>θιμα, ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναφανέντες ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν χώρα&nbsp;</em><em>ἰ</em><em>διοτελε</em><em>ῖ</em><em>ς σκοπο</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν μακράν τουρκικήν κυριαρχίαν, ο</em><em>ἵ</em><em>τινες&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>καλλιεργήθησαν σ</em><em>ὺ</em><em>ν τ</em><em>ῷ</em><em>&nbsp;χρόν</em><em>ῳ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πίδρασίν της, ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πίσης λόγοι, ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>οι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>σκο</em><em>ῦ</em><em>ν μι</em><em>ὰ</em><em>ν τόσον&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>λέθριαν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πιρρο</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>π</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;καθεστ</em><em>ῶ</em><em>τος τ</em><em>ῆ</em><em>ς χώρας,&nbsp;</em><em>ὥ</em><em>στε&nbsp;</em><em>ἐὰ</em><em>ν ε</em><em>ἰ</em><em>ς α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ὺ</em><em>ς προστεθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>&nbsp;φυσικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;κατάστασις τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος, τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;διάφορα στοιχε</em><em>ῖ</em><em>α, τ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>α τ</em><em>ὴ</em><em>ν συνθέτουν, τέλος&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;ποικιλία τ</em><em>ῶ</em><em>ν τοπικ</em><em>ῶ</em><em>ν συμφερόντων, φυσική των συνέπεια, δέον ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναγνωρισθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;προληφθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ἡ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πάνοδος τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναρχίας,&nbsp;</em><em>ἥ</em><em>τις&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>τους συγκρατε</em><em>ῖ</em><em>ται&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναγκ</em><em>ῶ</em><em>ν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;πολέμου, τ</em><em>ῆ</em><em>ς παρουσίας τ</em><em>ῶ</em><em>ν Συμμάχων Δυνάμεων τούτων… δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἶ</em><em>ναι [ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες] ε</em><em>ἰ</em><em>ς θέσιν ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;διατηρήσουν μόνοι των τήν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>ρους&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νεξαρτησίαν, τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίαν θέλουν τύχει· τέλος, δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ὕ</em><em>ρουν ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν νέαν των&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>πόστασιν μι</em><em>ὰ</em><em>ν σταθερ</em><em>ὰ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πόδειξιν τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἠ</em><em>ρεμίας τ</em><em>ῆ</em><em>ς Ε</em><em>ὐ</em><em>ρώπης δέον,&nbsp;</em><em>ὡ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λέχθη, ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναγνωρισθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;σύστημα διαδοχ</em><em>ῆ</em><em>ς ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν Κυβέρνησίν των ε</em><em>ἶ</em><em>ναι το μόνον τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ον παρέχει&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>λας α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ὰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>γγυήσεις</em>».</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp;«<em>Ε</em><em>ἶ</em><em>ναι βέβαιον&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἕ</em><em>λληνες θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>βλεπον τ</em><em>ὴ</em><em>ν καθιέρωσιν το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;συστήματος τούτου [μοναρχικ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;διαδοχ</em><em>ὴ</em><em>] χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν φόβον τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πειλ</em><em>ῆ</em><em>ς τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λευθερίας των; Ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντίρρησιν α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ὴ</em><em>ν ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἀ</em><em>ντιπρόσωποι δίδουν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πάντησιν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι προτείνοντες τ</em><em>ὸ</em><em>ν σχηματισμ</em><em>ὸ</em><em>ν μι</em><em>ᾶ</em><em>ς κληρονομικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>ρχ</em><em>ῆ</em><em>ς, πόρρω&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πέχουν του ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ξετάσουν τ</em><em>ὴ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ποχ</em><em>ὴ</em><em>ν τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κ τ</em><em>ῆ</em><em>ς Νομοθετικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>ξουσίας διότι,&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>δη&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τουρκικ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;καθεστώς,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξέλεγον ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>ἴ</em><em>διοι το</em><em>ὺ</em><em>ς δημογέροντές των, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;προεστοί των ε</em><em>ἶ</em><em>χον&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν γένει τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;δικαίωμα ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;κατανέμουν το</em><em>ὺ</em><em>ς φόρους το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>ποίους&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>πήτη&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Πύλη. Τέλος,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;οκταετία, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ντιπροσωπευτικ</em><em>ὸ</em><em>ν σύστημα&nbsp;</em><em>ἰ</em><em>σχύει ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὰ</em><em>ς διαφόρους τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>ργανώσεις κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>φωμοιώθη τρόπον τιν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;πρ</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ὴ</em><em>ν νέαν των&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>πόστασιν. Ο</em><em>ἱ</em>&nbsp;<em>Ἀ</em><em>ντιπρόσωποι φρονο</em><em>ῦ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι θ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἄ</em><em>δικος κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;συγχρόνως&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>πικίνδυνος&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;στέρησις α</em><em>ὐ</em><em>τ</em><em>ῶ</em><em>ν.&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>λλ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;πιστεύεται&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>τι δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς συμφιλιώσεως το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;συστήματος τούτου μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν διαδοχ</em><em>ὴ</em><em>ν τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νωτάτης&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ξουσίας, θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κπληρωθο</em><em>ῦ</em><em>ν πλήρως ο</em><em>ἱ</em><em>&nbsp;πόθοι τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ὅ</em><em>τι&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;δημόσια τάξις,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ρος&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>παραίτητος δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὴ</em><em>ν ε</em><em>ὐ</em><em>μένειαν τ</em><em>ῶ</em><em>ν Α</em><em>ὐ</em><em>λ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>ναντι τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος, θ</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἔ</em><em>χη τοιουτοτρόπως σταθερ</em><em>ὲ</em><em>ς βάσεις</em>».</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li><strong>Η πρωτοβουλία της Γερουσίας και η σύσταση της «<em>Διοικητικ</em></strong><strong><em>ῆ</em></strong><strong><em>ς </em></strong><strong><em>Ἐ</em></strong><strong><em>πιτροπ</em></strong><strong><em>ῆ</em></strong><strong><em>ς</em></strong><strong>»</strong></li>
</ol>



<p>Υπό τα δεδομένα αυτά η πρωτοβουλία πέρασε αμέσως στην Γερουσία, η οποία έκρινε ότι «<em>ὡ</em><em>ς σ</em><em>ῶ</em><em>μα Κυβερνητικόν, χρεωστε</em><em>ῖ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;λάβη πρόνοιαν χωρ</em><em>ὶ</em><em>ς μικρ</em><em>ᾶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναβολ</em><em>ῆ</em><em>ς περ</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς κοιν</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>σφαλείας κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἡ</em><em>συχίας, κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;περ</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ντικαταστάσεως Κυβερνητικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>ρχ</em><em>ῆ</em><em>ς</em>».</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Γερουσία όρισε τριμελή επιτροπή, για ν’ αναλάβει «<em>τα έργα της Κυβερνήσεως προσωρινώς, υπό το όνομα Διοικητική Επιτροπή</em>». Πρόεδρό της διόρισε τον αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Αυγουστίνο, και ως μέλη τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη. Η «<em>Διοικητική Επιτροπή</em>» δεσμευόταν «<em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὰ</em><em>ς βάσεις τ</em><em>ῶ</em><em>ν ψηφισμάτων κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πράξεων τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἄ</em><em>ργει Δ΄&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>θνοσυνελεύσεως</em>» και είχε ως κύριο καθήκον την σύγκληση νέας Εθνοσυνέλευσης, για την θέσπιση Συντάγματος και, συνακόλουθα, την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Παρά τις έντονες αντιδράσεις του αντικαποδιστριακού ρεύματος, που αμφισβήτησε, ευθύς εξ αρχής, την νομιμότητα της συγκρότησής της, η «<em>Διοικητική Επιτροπή</em>» επιβλήθηκε και, έστω και προσωρινώς, επέβαλε στοιχειωδώς την τάξη.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Όπως είχε δεσμευθεί από την απόφαση συγκρότησής της, η «<em>Διοικητικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>πιτροπή</em>» διεξήγαγε εκλογές για την συγκρότηση Εθνοσυνέλευσης. Μετά τις εκλογές αυτές συνήλθε, την 5<sup>η</sup>&nbsp;Δεκεμβρίου 1831, στο Άργος η «<em>Πέμπτη τ</em><em>ῶ</em><em>ν&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλήνων Συνέλευσις</em>». Η Ε΄ Εθνοσυνέλευση επικύρωσε –και, κατ’ ουσίαν, νομιμοποίησε– το ψήφισμα εκλογής της «<em>Διοικητικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>ρχ</em><em>ῆ</em><em>ς</em>»– και ανέθεσε, εξ ολοκλήρου, την άσκηση της Εκτελεστικής&nbsp; Εξουσίας στον Αυγουστίνο Καποδίστρια, αποδίδοντάς του τον τίτλο του «<em>Προέδρου τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ῆ</em><em>ς Κυβερνήσεως</em>». Την απόφαση αυτή αμφισβήτησε ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος προσχώρησε στους λεγόμενους «<em>συνταγματικούς</em>», που συνεδρίαζαν χωριστά, θεωρώντας εαυτούς «<em>συνέχεια</em>» της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι «<em>συνταγματικοί»</em>, με τον Ιωάννη Κωλέττη, εγκαταστάθηκαν στην Περαχώρα και ανέδειξαν άλλη «<em>Διοικητική Επιτροπή</em>», με Πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ιωάννη Κωλέττη. Το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος γνωρίζει, για μιαν ακόμη φορά –την τρίτη– την πικρή εμπειρία του διχασμού, μέσω δύο διαφορετικών κυβερνητικών σχηματισμών.</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp;Μέσα σε αυτή την ταραγμένη ατμόσφαιρα, η Ε΄ Εθνοσυνέλευση μετέφερε την έδρα της από το Άργος στο Ναύπλιο. Την 15<sup>η&nbsp;</sup>Μαρτίου 1832 ψήφισε νέο Σύνταγμα και διόρισε, μεταβατικώς, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη&nbsp;<em>«μέχρι τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λεύσεως το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;κυριάρχου&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>γεμόνος</em>» και ολοκλήρωσε τις εργασίες της. Ειδικότερα με το ΚΒ΄ Ψήφισμά της, της 15<sup>ης</sup>&nbsp;Μαρτίου 1832, η Ε΄ Εθνοσυνέλευση αποφάσισε και τα εξής: «<em>Α.&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;Νομοτελεστικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>ξουσία το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κράτους&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>μπιστεύεται προσωριν</em><em>ῶ</em><em>ς ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν Πρόεδρον τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ῆ</em><em>ς Κυβερνήσεως, Κύριον Α.Α. Καποδίστριαν&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὄ</em><em>νομα Κυβερνήτης τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>στις θέλει κυβερνήσει μέχρι τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>λεύσεως το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κυριάρχου&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>γεμόνος, κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ὺ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>πομένους&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>ρους. Β.&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;Νομοθετικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;Δύναμις θέλει&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νεργε</em><em>ῖ</em><em>σθαι προσωριν</em><em>ῶ</em><em>ς παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μι</em><em>ᾶ</em><em>ς Γερουσίας, συγκροτουμένης&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;27 μέλη κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῆ</em><em>ς Νομοτελεστικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>ξουσίας. Γ. Τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μέλη τ</em><em>ῆ</em><em>ς Γερουσίας,&nbsp;</em><em>ἥ</em><em>τις θέλει διαδεχθ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;την&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νεστώσαν, θέλουν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κλεχθ</em><em>ῇ</em>&nbsp;<em>ἀ</em><em>ναλόγως&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ῶ</em><em>ν τμημάτων, τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;μ</em><em>ὲ</em><em>ν 21&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κ&nbsp;</em><em>ἑ</em><em>ν</em><em>ὸ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὀ</em><em>νομαστικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;καταλόγου, τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ον θέλει παρουσιάσει&nbsp;</em><em>ἡ</em><em>&nbsp;Συνέλευσις, τ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;δ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;λοιπ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;6 θέλει&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κλέξει κατ’ ε</em><em>ὐ</em><em>θε</em><em>ῖ</em><em>αν&nbsp;</em><em>ὁ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτης. Δ.&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>&nbsp;Γερουσία ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>μετακίνητος, μέχρις&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>του&nbsp;</em><em>ὁ</em>&nbsp;<em>Ἡ</em><em>γεμ</em><em>ὼ</em><em>ν&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>γκαθιδρύση τήν παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Συντάγματος διοριζομένην·&nbsp;</em><em>ἐὰ</em><em>ν δ</em><em>ὲ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>ν τ</em><em>ῷ</em><em>&nbsp;μεταξ</em><em>ὺ</em><em>&nbsp;συμβ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;θάνατος&nbsp;</em><em>ἢ</em><em>&nbsp;παραίτησις τιν</em><em>ὸ</em><em>ς τ</em><em>ῶ</em><em>ν μελ</em><em>ῶ</em><em>ν,&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναπληρο</em><em>ῖ</em>&nbsp;<em>ἄ</em><em>νευ&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ναβολ</em><em>ῇ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν τόπον α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>ἄ</em><em>λλος,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κλεγόμενος παρ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κυβερνήτου&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>κ το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;καταλόγου κα</em><em>ὶ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>κ το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;α</em><em>ὐ</em><em>το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;τμήματος».&nbsp;</em><em>Ὅ</em><em>πως ε</em><em>ἶ</em><em>ναι προφανές, τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;τ’&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νωτέρω Ψήφισμα&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>νέτρεψε πλήρως τ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;θεσμικ</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;πολιτικ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὑ</em><em>πόβαθρο το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;ΣΤ΄ Ψηφίσματος, τ</em><em>ῆ</em><em>ς 3ης&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>πριλίου 1827, μ</em><em>ὲ</em><em>&nbsp;τ</em><em>ὸ</em>&nbsp;<em>ὁ</em><em>πο</em><em>ῖ</em><em>ο,&nbsp;</em><em>ὅ</em><em>πως&nbsp;</em><em>ἤ</em><em>δη τονίσθηκε,&nbsp;</em><em>ὁ</em>&nbsp;<em>Ἀ</em><em>ρχηγ</em><em>ὸ</em><em>ς το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Νεότερου&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λληνικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κράτους&nbsp;</em><em>ἔ</em><em>πρεπε ν</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἶ</em><em>ναι «</em><em>Ἕ</em><em>λλην»</em>.<em>»</em></p>



<p><strong>δ)</strong>&nbsp;Λίγο μετά την ψήφιση του νέου Συντάγματος, η διαμάχη μεταξύ «<em>συνταγματικών</em>» και «<em>κυβερνητικών</em>» οδήγησε στην ένοπλη σύγκρουση του Ισθμού της Κορίνθου, την 25<sup>η</sup>&nbsp;Μαρτίου 1832, όπου επικράτησαν οι πρώτοι. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας παραιτήθηκε και έφυγε από την Ελλάδα. Ως μόνο νόμιμο όργανο εν λειτουργία, η Γερουσία διόρισε, την 28η Μαρτίου 1832, «<em>Διοικητικ</em><em>ὴν</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>πιτροπήν</em>», με «<em>ισορροπία</em>» των αντιμαχόμενων ομάδων «<em>συνταγματικών</em>» και «<em>κυβερνητικών</em>». Αμέσως μετά τον διορισμό της, η&nbsp;<em>«Διοικητικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>πιτροπή»</em>&nbsp;ζήτησε από τις Επαρχίες να ορίσουν «<em>πληρεξουσίους</em>» για την συγκρότηση της «<em>Δ΄ κατ</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;συνέχειαν&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>θνικ</em><em>ῆ</em><em>ς Συνελεύσεως</em>». Η τελευταία άρχισε τις εργασίες της, την 11<sup>η&nbsp;</sup>Ιουλίου 1832, στο Άργος και τις συνέχισε στην Πρόνοια του Ναυπλίου. Κατήργησε την Γερουσία και όλες τις πράξεις της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης και επικύρωσε, ομοφώνως, την επιλογή του Όθωνος ως «<em>βασιλέως τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος</em>», με το Β΄ Ψήφισμα της 27<sup>ης</sup>&nbsp;Ιουλίου 1832. Την 25<sup>η</sup>&nbsp;Ιανουαρίου 1833 ο Όθων αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, όπου του παραδίδει την εξουσία ο Πρόεδρος της ουσιαστικώς ανύπαρκτης «<em>Διοικητικ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἐ</em><em>πιτροπ</em><em>ῆ</em><em>ς</em>» Γ. Κουντουριώτης. Η περίοδος της «<em>απόλυτης μοναρχίας</em>», με την μεταβατική διοίκηση της τριμελούς Αντιβασιλείας –Άρμανσμπεργκ, Μάουρερ, Έιντεκ– είχε αρχίσει.</p>



<p><strong>Επίλογος</strong></p>



<p>Το Σύνταγμα που, όπως προεκτέθηκε, θέσπισε η Ε΄ Εθνοσυνέλευση, την 15η Μαρτίου 1832, το οποίο αποκλήθηκε «<em>ηγεμονικόν</em>», υπήρξε απλώς «<em>σχέδιο</em>» Συντάγματος, το οποίο ουδέποτε ίσχυσε, άρα ουδέποτε εφαρμόσθηκε. Και τούτο διότι για να ισχύσει έπρεπε να «<em>καθυποβληθ</em><em>ῇ</em><em>&nbsp;ε</em><em>ἰ</em><em>ς τ</em><em>ὸ</em><em>ν Κυρίαρχον&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>γεμόνα τ</em><em>ῆ</em><em>ς&nbsp;</em><em>Ἑ</em><em>λλάδος, δι</em><em>ὰ</em><em>&nbsp;ν</em><em>ὰ</em>&nbsp;<em>ἐ</em><em>πικυρωθ</em><em>ῇ</em>», πράγμα που ουδέποτε συνέβη. Για λόγους καθαρώς ιστορικούς αναφέρεται ότι, κατά το κείμενό του, το Σύνταγμα αυτό πήρε την ονομασία «<em>ηγεμονικόν</em>», διότι οι διατάξεις του άρθρου 53 όριζαν πως «<em>ἡ</em>&nbsp;<em>Ἑ</em><em>λληνικ</em><em>ὴ</em>&nbsp;<em>Ἐ</em><em>πικράτεια ε</em><em>ἶ</em><em>ναι&nbsp;</em><em>Ἡ</em><em>γεμονία διαδοχική, Συνταγματικ</em><em>ὴ</em><em>&nbsp;κα</em><em>ὶ</em><em>&nbsp;Κοινοβουλευτική,&nbsp;</em><em>ἐ</em><em>νεργουμένου το</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;πολιτικο</em><em>ῦ</em><em>&nbsp;Κράτους&nbsp;</em><em>ἀ</em><em>ντιπροσωπευτικ</em><em>ῶ</em><em>ς&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὲ</em><em>ρ το</em><em>ῦ</em>&nbsp;<em>Ἔ</em><em>θνους&nbsp;</em><em>ὑ</em><em>π</em><em>ὸ</em><em>&nbsp;διαφόρων&nbsp;</em><em>Ἀ</em><em>ρχ</em><em>ῶ</em><em>ν</em>». Επρόκειτο για Σύνταγμα που καθιέρωνε τις βασικές αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, υπό καθεστώς συνταγματικώς περιορισμένης μοναρχίας-ηγεμονίας. Είχε εντόνως επηρεασθεί και από τους συνταγματικούς θεσμούς των ΗΠΑ, ιδίως μέσω της καθιέρωσης δύο αντιπροσωπευτικών σωμάτων, της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, καθώς και μέσω του τρόπου εκλογής τους. Το «<em>Ηγεμονικόν Σύνταγμα</em>» του 1832 είχε έντονα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά, ιδίως σε ό,τι αφορά την συνταγματική κατοχύρωση των κυριότερων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πέραν του ότι καθιέρωνε νέα ατομικά δικαιώματα, με κυριότερο παράδειγμα εκείνο της κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 προστασίας του ασύλου της κατοικίας, η προστασία των δικαιωμάτων ήταν πληρέστερη, σε σχέση με όλα τα προηγούμενα Ελληνικά Συντάγματα, από πλευράς συνταγματικών εγγυήσεων άσκησής τους. Ίσως δε ήταν ακριβώς αυτός ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του μηδέποτε ισχύσαντος «<em>Ηγεμονικού Συντάγματος</em>», ο οποίος αποτέλεσε «<em>παράδειγμα προς αποφυγήν</em>» για την μετέπειτα Αντιβασιλεία του Όθωνος αλλά και για τον ίδιο τον Όθωνα, έτσι ώστε να μην υπάρξει οποιοσδήποτε συνταγματικός περιορισμός κατά την άσκηση των βασιλικών του καθηκόντων και να «<em>εδραιωθεί</em>» στην Ελλάδα η ανεξέλεγκτη “<em>ελέω Θεού μοναρχία</em>“.»</p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Π. Παυλόπουλος: Ένα αντισυνταγματικό φορολογικό τεκμήριο: Το κατ’ ουσίαν αμάχητο τεκμήριο των άρθρων 15 επ. του ν. 5073/2023</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/01/10/%cf%80-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%85%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%86/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μαύρα Σαραντοπούλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 10 Jan 2024 17:23:36 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=840940</guid>

					<description><![CDATA[Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος&#160; μετείχε σ’ εκδήλωση που διοργάνωσε η Συντονιστική Επιτροπή Ελευθέρων Επαγγελματιών, Επιστημόνων, Επαγγελματοβιοτεχνών και Εμπόρων με θέμα: «Ζητήματα Συνταγματικότητας του νέου Φορολογικού Νόμου» . Η ομιλία του κ. Προκοπίου Παυλοπούλου είχε ως θέμα: «Ένα αντισυνταγματικό φορολογικό τεκμήριο: Το κατ’ [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><em>Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος&nbsp; μετείχε σ’ εκδήλωση που διοργάνωσε η Συντονιστική Επιτροπή Ελευθέρων Επαγγελματιών, Επιστημόνων, Επαγγελματοβιοτεχνών και Εμπόρων με θέμα: «Ζητήματα Συνταγματικότητας του νέου Φορολογικού Νόμου» . Η ομιλία του κ. Προκοπίου Παυλοπούλου είχε ως θέμα: «Ένα αντισυνταγματικό φορολογικό τεκμήριο: Το κατ’ ουσίαν αμάχητο τεκμήριο των άρθρων 15 επ. του ν. 5073/2023» και επισήμανε μεταξύ άλλων, τα εξής:</em></h3>



<p><strong>«Εισαγωγή</strong></p>



<p>Με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 5073/2023 («<em>Μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και άλλες επείγουσες διατάξεις»)</em> προστέθηκε το άρθρο 28 Α στον ισχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ, ν. 4172/2013), με τίτλο: «<em>Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας</em>». Με τις διατάξεις αυτές, και με τις προσθήκες των άρθρων 16 και 17 του ν. 5073/2023, που αριθμούνται πλέον ως άρθρα 28 Β και 28 Γ του ΚΦΕ, θεσπίσθηκε νέο σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού του ελάχιστου εισοδήματος από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας -εξαιρουμένου του εισοδήματος που προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα- το οποίο αποκτούν φυσικά πρόσωπα εν γένει.&nbsp; Από τα φυσικά αυτά πρόσωπα εξαιρούνται εκείνα, τα οποία αποκτούν εισόδημα από έως και τρεις εργοδότες, &nbsp;καθώς και εκείνα που παρουσιάζουν αναπηρία άνω του 80%.</p>



<p><a><strong>Α. </strong></a>Το κατάτα ως άνω ελάχιστο εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας -που τεκμαίρεται μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ- συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς το ετήσιο ποσό του νομοθετημένου μικτού κατώτατου μισθού ή προς το ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στις μικτές αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου υπάλληλου που απασχολείται από το υπόχρεο φυσικό πρόσωπο και μέχρι ποσού 30.000 ευρώ.&nbsp; Το προμνημονευόμενο ποσό προσαυξάνεται έως 30% αναλόγως του χρόνου έναρξης της επαγγελματικής δραστηριότητας του υποχρέου, ενώ σε αυτό προστίθεται:</p>



<p><strong>1. </strong>Πρώτον, ποσό ίσο με το 10% της ετήσιας δαπάνης μισθοδοσίας και &nbsp;μέχρι ποσού 15.000 ευρώ.</p>



<p><strong>2.</strong>&nbsp; Και, δεύτερον, ποσό που φθάνει στο 5% επί του ποσού, κατά το οποίο ο κύκλος εργασιών του υποχρέου υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών του συνόλου των επιχειρηματιών που ασκούν την ίδια δραστηριότητα, λαμβανομένου υπόψη του Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας από την οποία αντλεί ο υπόχρεος τα υψηλότερα έσοδα.</p>



<p><strong>Β.</strong> Εν συνεχεία καθορίζονται περιπτώσεις, η συνδρομή των οποίων&nbsp; &nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επιτρέπει στον φορολογούμενο ν’ αμφισβητήσει το ελάχιστο τεκμαρτό ετήσιο εισόδημα.&nbsp;</p>



<p><strong>1. </strong>Τέτοιες περιπτώσεις είναι η στρατιωτική θητεία, η φυλάκιση, η νοσηλεία, η εγκυμοσύνη, οι φυσικές καταστροφές, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας ή άσκησης επαγγέλματος, η απαγόρευση λειτουργίας καθώς και άλλοι λόγοι ανωτέρας βίας, οι οποίοι εμποδίζουν την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.&nbsp; Επιπροσθέτως, ορίζεται ότι το υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις τεκμαρτό εισόδημα μειώνεται κατά το ποσό των εισοδημάτων, τα οποία οι υπόχρεοι αποκτούν από μισθωτή εργασία, σύνταξη ή αγροτική δραστηριότητα.&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Εν τέλει δε προβλέπονται λοιπές περιπτώσεις μείωσης του τεκμαρτού εισοδήματος, κατά τα πρώτα έτη από την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας, για πολύτεκνους, για ανάπηρους άνω του 67%, για γονείς μονογονεϊκής οικογένειας με ανήλικα τέκνα, για γονείς με εξαρτώμενα τέκνα που έχουν αναπηρία και για πρόσωπα τα οποία ασκούν την δραστηριότητά τους και κατοικούν σε οικισμούς της ηπειρωτικής χώρας με πληθυσμό μικρότερο των 500 κατοίκων ή σε νησιά με πληθυσμό μικρότερο των 3.100 κατοίκων.</p>



<p><strong>Ι.</strong>&nbsp; <strong>Η θεμελιώδης αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και τα «<em>προτάγματά</em>» της κατά την θέσπιση του εκάστοτε ισχύοντος φορολογικού συστήματος</strong></p>



<p>Η συνταγματικότητα ή μη του φορολογικού τεκμηρίου για το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, που θεσπίζουν οι προμνημονευόμενες διατάξεις των άρθρων 15 επ. του ν. 5073/2023, κρίνεται πρωτίστως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες: «<em>Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους</em>».&nbsp; Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις αυτές συνιστούν θεμελιώδη συνιστώσα της γενικότερης αρχής της ισότητας κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Συντάγματος, γεγονός το οποίο πιστοποιεί και το ότι απαντώνται, έστω και με διαφορετική μορφή, σε όλα, ανεξαιρέτως, τα Ελληνικά Συντάγματα.&nbsp; Ειδικότερα, η αρχή έγινε με το άρθρο η΄ του «<em>Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος</em>», του 1822 όπου οριζόταν ότι «<em>όλαι αι εισπράξεις πρέπει να διανέμωνται δικαίως εις όλας τας τάξεις και κλάσεις των κατοίκων, καθ’ όλην την έκτασιν της Ελληνικής Επικρατείας</em>».&nbsp; Η ίδια ρύθμιση, με την προσθήκη του όρου «<em>αναλόγως</em>», υιοθετήθηκε και στο άρθρο ζ΄ του «<em>Νόμου της Επιδαύρου</em>» του 1823, ενώ η διάταξη του άρθρου 10 εδ. α΄ του «<em>Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος</em>» του 1827 προέβλεπε ότι «<em>οι εισπράξεις διανέμονται εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας δικαίως, και αναλόγως της περιουσίας εκάστου</em>».&nbsp; Στο «<em>Σύνταγμα της Ελλάδος</em>» του 1844 το άρθρο 3 εδ. α΄ υιοθέτησε την διατύπωση εκείνη, η οποία βρίσκεται πλέον πλησιέστερα προς την οριστική διατύπωση που ακολούθησαν, με κάποιες φραστικές διακυμάνσεις, όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα -του 1864, του 1911, του 1927, του 1952 και του 1975- θεσπίζοντας τα εξής: «<em>Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου και συνεσφέρουσιν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη, αναλόγως της περιουσίας των</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>Α. Πτυχές του ρυθμιστικού περιεχομένου της κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών</strong></p>



<p>Από την γραμματική, και ιδίως από την τελεολογική, ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος -με την επικουρία της ιστορικής και της συστηματικής ερμηνείας τους- προκύπτει ότι η αρχή της ισότητας σε ό,τι αφορά την κατανομή των δημόσιων βαρών οριοθετείται κανονιστικώς ως ακολούθως:</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp; Κατά πρώτο, και κύριο, λόγο η ισότητα ενώπιον των δημόσιων βαρών συνιστά «<em>πυρηνική</em>» έκφραση της αναλογικής ισότητας.&nbsp; Ήτοι της ισότητας, η οποία επιβάλλει την ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων αλλά και την άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.&nbsp; Και τούτο διότι, και πάλι κατά την αναλογική της υπόσταση, η αρχή της ισότητας παραβιάζεται τόσο με την άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων όσο και με την ίση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.&nbsp; Δοθέντος ότι οι δύο τελευταίες καταλήγουν, εκ φύσεως και εξ ορισμού, όχι στην αναλογική ισότητα αλλά, όλως αντιθέτως, σ’ ένα είδος «<em>ισοπεδωτικής</em>» ισότητας, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση στην πράξη του όλου ρυθμιστικού περιεχομένου της αρχής της ισότητας και έρχεται σ’ ευθεία&nbsp; αντίθεση κατ’ εξοχήν προς τα συστατικά στοιχεία του&nbsp; θεμελιώδους «<em>πυλώνα»</em> της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ήτοι του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.&nbsp;</p>



<p><strong>2.&nbsp; </strong>Κατά δεύτερο λόγο,και συνακόλουθα,η κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, κατά την ειδικότερη εκδοχή της που αφορά την επιβολή των φορολογικών βαρών, πρέπει, κατά την ρυθμιστική της πεμπτουσία, να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις συνταγματικώς -εν πολλοίς δε σύμφωνα και με τις αντίστοιχες διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου- κατοχυρωμένες αρχές του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, &nbsp;και ιδίως του κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 δικαιώματος αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. &nbsp;Υπό το φως αυτών των ερμηνευτικών κατευθύνσεων, η κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών επιβάλλει, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της νομιμότητας ως προς την οργάνωση και εφαρμογή του εκάστοτε κανονιστικώς καθιερωμένου φορολογικού συστήματος, στην Νομοθετική Εξουσία και τις εξής ρυθμιστικές &nbsp;«<em>προδιαγραφές</em>»:&nbsp;</p>



<p><strong>α)&nbsp; </strong>Οπωσδήποτε, &nbsp;η κατανομή των δημόσιων βαρών -άρα και η επιβολή των φόρων κάθε μορφής- εντάσσεται στον «<em>σκληρό πυρήνα</em>» της αρμοδιότητας των κρατικών οργάνων, και κατά κανόνα εκείνων της Εκτελεστικής Εξουσίας, όταν ασκούν δημόσια εξουσία προς επίτευξη των άκρως αναγκαίων για την εν γένει λειτουργία του Κράτους δημοσιονομικών στόχων.&nbsp; Κατά λογική θεσμική ακολουθία, αυτή η άσκηση δημόσιας εξουσίας νομιμοποιεί τ’ αρμόδια για τον καταλογισμό των φόρων κρατικά όργανα, μεταξύ άλλων:</p>



<p><strong>α1) </strong>Να επιβάλλουν, μεμονομερείς διοικητικές πράξεις, τους αναλογούντες φόρους στα υπόχρεα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, προσδιορίζοντας, επίσης μονομερώς, την φορολογητέα ύλη και προβαίνοντας στους αναγκαίους, κατά κανόνα εκ των υστέρων, φορολογικούς ελέγχους με τα νομοθετημένα κατά περίπτωση μέσα.</p>



<p><strong>α2) </strong>Να ενεργούν μονομερώς, εν ανάγκη δε και με τα θεσμοθετημένα μέσα νόμιμου δημόσιου καταναγκασμού&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; -συμπεριλαμβανομένης της «<em>κορωνίδας</em>» του, της νόμιμης αναγκαστικής εκτέλεσης- τόσο για την «<em>αποκάλυψη</em>» της φορολογητέας ύλης όσο και για την είσπραξη των εντεύθεν καταλογιζόμενων φορολογικών βαρών.&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp; Όμως, σε κάθε περίπτωση η υπ’ αυτές τις μορφές άσκηση δημόσιας εξουσίας κατά τον υπολογισμό και την είσπραξη των αναλογούντων σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο φόρων πρέπει να συντελείται, όπως επισημάνθηκε, με πλήρη σεβασμό:</p>



<p><strong>β1)</strong> Των επιταγών του Κράτους Δικαίου, της Αρχής της Νομιμότητας, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, με βασικό οδηγό τις ρήτρες των διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος, ιδίως κατά την παρ. 1 αυτού.</p>



<p><strong>β2)</strong> Συμπληρωματικώς δε και των επιταγών των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες κατοχυρώνουν το θεμελιώδες δικαίωμα αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας.&nbsp; Η οποία, για ν’ ανταποκρίνεται και στην τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών, πρέπει να διασφαλίζεται έτσι ώστε η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος ν’ αποβαίνει, συνδυαστικώς, πλήρης, έγκαιρη και αποτελεσματική.</p>



<p><strong>3. </strong>Κατάτρίτο λόγο, η υπό τις κατά τ’ ανωτέρω προϋποθέσεις ιδίως γραμματική, τελεολογική και συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος θέτει στα όργανα της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας και τους ακόλουθους περιορισμούς, &nbsp;κατά την εφαρμογή στην πράξη της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών σε ό,τι αφορά την κατανομή των κάθε είδους φορολογικών βαρών:</p>



<p><strong>α)</strong> Αναμφιβόλως, τα όργανα αυτά, ασκώντας δημόσια εξουσία τόσο κατά τον μονομερή προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και των εντεύθεν αναλογούντων φόρων όσο και κατά την μονομερώς εκτελούμενη είσπραξή τους -και με μέσα δημόσιου καταναγκασμού- βρίσκονται σε καταφανώς υπέρτερη «<em>δυναμική</em>» θέση σε σχέση με τους φορολογουμένους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα.&nbsp; Θέση όμως η οποία οριοθετείται επακριβώς, κατά τα προεκτεθέντα, με θεσμικές μεθόδους και ουδόλως σημαίνει πως μπορεί να γίνει ανεκτή, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η αυθαίρετη «<em>αξιοποίησή</em>» της εις βάρος των φορολογουμένων.&nbsp;</p>



<p><strong>α1)</strong> Επέκεινα, η εν προκειμένω θεσμική «<em>πρόσθετη παρέμβαση</em>» των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αναφορικά με το δικαίωμα υπεράσπισης ενώπιον των διοικητικών αρχών, ενισχύοντας τα επιχειρήματα του σεβασμού της προμνημονευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου -εδώ του φορολογούμενου διοικουμένου- εμπεδώνει κανονιστικώς και την εξής συνταγματικώς &nbsp;κατοχυρωμένη αρχή: Κατά την επιβολή των φορολογικών βαρών ισχύει, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, ένα «<em>τεκμήριο</em> <em>ειλικρίνειας</em>» του φορολογουμένου.&nbsp; Με την έννοια, &nbsp;ότι όσον αφορά τις κάθε είδους δηλώσεις του προς τις αρμόδιες κρατικές αρχές για τα φορολογητέα εισοδήματά του και, επομένως, για τον ad hoc προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης κάθε φορολογούμενος πρέπει να θεωρείται και ν’ αντιμετωπίζεται, κατ’ αρχήν, ως ειλικρινής.&nbsp; Και ναι μεν η ερμηνεία αυτή, που καταλήγει στην συναγωγή ενός είδους «<em>τεκμηρίου ειλικρίνειας</em>» του φορολογουμένου, μπορεί να φαντάζει εκ πρώτης όψεως «<em>καινοφανής</em>» και δυσχερώς εφαρμόσιμη στην φορολογική πράξη. Πλην όμως ανταποκρίνεται πλήρως στις βασικές επιταγές όλων των προμνημονευόμενων συνταγματικών αρχών, εφόσον το κανονιστικό τους περιεχόμενο αξιοποιείται ρυθμιστικώς δίχως «<em>εκπτώσεις</em>», οι οποίες ούτως ή άλλως αποβαίνουν υπέρ της κρατικής αυθαιρεσίας.&nbsp; Επιπροσθέτως, το ότι δίνει την εντύπωση του «<em>καινοφανούς</em>» οφείλεται όχι τόσο στην «<em>τολμηρή</em>» της ιδιοσυστασία αλλά στο ότι μέσα από χρόνιες παθογένειες καλλιεργείται μια θεσμικώς διαβρωτική νοοτροπία δήθεν υπεράσπισης ορισμένων «<em>αναγκαίων</em>» προνομίων του Κράτους.&nbsp; Προνομίων, τα οποία ουδόλως ανταποκρίνονται στις στοιχειώδεις επιταγές του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας και τα οποία, όλως αντιθέτως, καταλήγουν να νομιμοποιούν «<em>υπογείως</em>» την αυθαιρεσία και την ανικανότητα συγκεκριμένων κρατικών οργάνων.&nbsp;</p>



<p><strong>α2)</strong>&nbsp; Το τεκμήριο αυτό είναι βεβαίως μαχητό.&nbsp; Δοθέντος ότι είναι δυνατό ν’ ανατραπεί μέσω των θεσμοθετημένων φορολογικών &nbsp;ελέγχων, τους οποίους μπορούν να διενεργήσουν τ’ αρμόδια προς τούτο όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.&nbsp; Αυτονοήτως, οι έλεγχοι αυτοί επιβάλλεται να γίνονται κατά κανόνα a posteriori, ήτοι μετά την επιβολή του φόρου. &nbsp;Και τούτο διότι στόχος τους είναι να καταδείξουν, με βάση ακριβή και πλήρη στοιχεία που συγκεντρώνονται πάντοτε νομίμως κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, ότι ο ελεγχόμενος φορολογούμενος παραβίασε in concreto, εμπράκτως, το τεκμήριο ειλικρίνειας, ιδίως όταν υπέβαλε την οικεία φορολογική του δήλωση.</p>



<p><strong>&nbsp;α3)</strong> Με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται πλήρως, &nbsp;από συνταγματική άποψη, &nbsp;και η αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων να επιβάλλουν τις θεσμοθετημένες αυστηρές κυρώσεις στους μη ειλικρινείς φορολογουμένους, ιδίως καθ’ ό μέτρο αφενός παραβίασαν την προς αυτούς εμπιστοσύνη του Κράτους κατά την κατανομή των δημόσιων βαρών.&nbsp; Και, αφετέρου, μέσω της ανειλικρίνειάς τους κατά την υποβολή των φορολογικών τους δηλώσεων συνέτειναν, εκ προθέσεως, έστω και εμμέσως στην μη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών.&nbsp; Με αποτέλεσμα άλλοι φορολογούμενοι, οι οποίοι συμπεριφέρθηκαν ειλικρινώς κατά νόμο, να επωμίζονται μεγαλύτερα από αυτούς φορολογικά βάρη, άρα με αποτέλεσμα οι ανειλικρινείς φορολογούμενοι να είναι υπαίτιοι για την διεύρυνση των φορολογικών ανισοτήτων μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου.&nbsp; Κάτι το οποίο αντίκειται καταφανώς προς την κατά το Σύνταγμα αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών.</p>



<p><strong>α4)</strong>&nbsp; Ας σημειωθεί, ότι μια τέτοια ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος -ως προς την, κατά την lato sensu φορολόγηση, εφαρμογή της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών- με βάση το τεκμήριο ειλικρίνειας του φορολογουμένου &nbsp;εμφανίζει και το ακόλουθο πλεονέκτημα: Όταν το Κράτος, μέσω των επιφορτισμένων για την επιβολή του φόρου και τους φορολογικούς ελέγχους οργάνων του, σέβεται στο ακέραιο την ειλικρίνεια των φορολογούμενων, τότε νομιμοποιείται a fortiori κατά το Σύνταγμα από την μια πλευρά να κάνει όσο το δυνατό πιο αυστηρούς και αποτελεσματικούς τους ελέγχους για την διαπίστωση της τυχόν ανειλικρίνειάς τους.&nbsp; Και, από την άλλη πλευρά, να επιβάλλει σε αυτούς όσο το δυνατό πιο αυστηρές κυρώσεις, οι οποίες μάλιστα μπορούν να επεκταθούν, &nbsp;έτι περαιτέρω, εκτός από το αμιγώς διοικητικό πεδίο σ’ εκείνο του ποινικού δικαίου, δια της θεσμοθέτησης ανάλογων εγκλημάτων και αναλόγως αυστηρών ποινών.&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp; Η υπό τις προεκτεθείσες&nbsp; προϋποθέσεις καθιέρωση του τεκμηρίου ειλικρίνειας του φορολογουμένου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, οι οποίες καθιερώνουν την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, ενισχύει&nbsp; θεσμικώς και τα εξής συμπεράσματα αναφορικά με τις αρχές που πρέπει να διέπουν, κατά τις προβλέψεις του Συντάγματος, την επιβολή του αναλογούντος φόρου και την διεξαγωγή των φορολογικών ελέγχων:</p>



<p><strong>β1)</strong>&nbsp; Δεν είναι συνταγματικώς ανεκτά τ’ αμάχητα φορολογικά τεκμήρια.&nbsp; Δηλαδή τα τεκμήρια, μέσω των οποίων προκαθορίζεται, δίχως δυνατότητα νόμιμης ουσιαστικής αμφισβήτησης εκ μέρους του πληττόμενου φορολογουμένου, η φορολογητέα ύλη και, επέκεινα, ο οφειλόμενος φόρος.&nbsp; Τούτο σημαίνει, e contrario, ότι είναι συνταγματικώς ανεκτά μόνο τα θεωρούμενα ως γνησίως μαχητά φορολογικά τεκμήρια.&nbsp; Δηλαδή τα τεκμήρια, τα οποία δια&nbsp; των lato sensu αποδεικτικών μέσων που τίθενται νομίμως στην διάθεση των ενδιαφερόμενων φορολογουμένων&nbsp; μπορούν κατά περίπτωση ν’ ανατραπούν από τον υπόχρεο φορολογούμενο.&nbsp; Πραγματικά, τ’ αμάχητα φορολογικά τεκμήρια αποδυνα-μώνουν ουσιωδώς, εμμέσως πλην σαφώς, το κατά τ’ ανωτέρω σε γενικές γραμμές συνταγματικώς κατοχυρωμένο τεκμήριο ειλικρίνειας των φορολογουμένων, αφού κατ’ αποτέλεσμα και άνευ άλλου τινός οδηγούν στην συναγωγή του συμπεράσματος ότι αυτοί a priori δεν πρόκειται να συμπεριφερθούν ειλικρινώς. &nbsp;Επομένως, πρέπει να στερηθούν κάθε δικαίωμα άμυνας και υπεράσπισης κατά την επιβολή του φόρου εις βάρος τους.&nbsp; Όσο για το «<em>επιχείρημα</em>» ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου είναι σχεδόν αδύνατος ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικώς μόνο μέσω αμάχητων φορολογικών&nbsp; τεκμηρίων, τούτο είναι παντελώς αβάσιμο, πρωτίστως επειδή συνιστά κυνική άρνηση του ίδιου του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας σ’ ένα σύγχρονο Κράτος που θεμελιώνεται στις αρχές μιας επίσης σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Διότι είναι αναμφισβήτητο ότι ένα τέτοιο «<em>επιχείρημα</em>» ισοδυναμεί με ομολογία οργανωτικής παραλυσίας της κρατικής μηχανής, στο μέτρο που η τελευταία αποδέχεται, εν προκειμένω, ότι παρά τα πανίσχυρα μέσα δημόσιας εξουσίας που διαθέτει κατά κανόνα δεν μπορεί να προσδιορίσει την φορολογητέα ύλη, ούτε να διεξαγάγει με αντικειμενικό τρόπο φορολογικούς ελέγχους.&nbsp; Πολλώ μάλλον όταν το ίδιο το Κράτος, διά της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας, έχει προηγουμένως καθορίσει ποια είναι η φορολογητέα ύλη και πώς πρέπει να διεξάγονται αποτελεσματικοί φορολογικοί έλεγχοι.&nbsp; Σε τελική ανάλυση, αυτή η συμπεριφορά του Κράτους στο πεδίο κατανομής και είσπραξης των φορολογικών βαρών αντιτάσσει την δική του αδυναμία και ανειλικρίνεια στην οφειλόμενη εκ μέρους του αποδοχή της ειλικρίνειας του ασθενέστερου φορολογουμένου. &nbsp;Γεγονός το οποίο, περαιτέρω, παραπέμπει σε συμπτώματα όχι Κράτους Δικαίου αλλά μιας μορφής «<em>αστυνομικού κράτους</em>», ενώ παραλλήλως και καταφανώς υποθάλπει φαινόμενα αδιαφάνειας ή και διαφθοράς από την πλευρά των αρμόδιων φορολογικών οργάνων.</p>



<p><strong>β2)</strong> Συνακόλουθα, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτές ρυθμίσεις, οι οποίες θεσμοθετούν&nbsp; «<em>διά της πλαγίας</em>» αμάχητα φορολογικά τεκμήρια, κυρίως υπό το πρόσχημα «<em>εξαιρετικών</em>» φορολογικών ελέγχων.&nbsp; Δηλαδή ελέγχων, οι οποίοι από την εγγενή ιδιοσυστασία της θεσμοθέτησής τους μεταθέτουν το όλο βάρος ανατροπής του αμάχητου τεκμηρίου στους πληττόμενους φορολογουμένους, και μάλιστα δίχως στοιχειώδεις εγγυήσεις ως προς το πότε και πώς θα διεξαχθούν οι έλεγχοι αυτοί καθώς και ως προς το αν οι φορολογούμενοι υποχρεούνται να καταβάλλουν τους «<em>αμαχήτως</em>» επιβληθέντες φόρους αμέσως και δίχως επαρκείς εγγυήσεις πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος.&nbsp; Η αντισυνταγματικότητα των ως άνω ρυθμίσεων έγκειται, όπως είναι καταφανές, στο ότι δια των ως άνω a posteriori φορολογικών ελέγχων, ύστερα μάλιστα από πρωτοβουλία των φορολογουμένων, το επίμαχο φορολογικό τεκμήριο ουδόλως γίνεται μαχητό.&nbsp; Αλλά, όλως αντιθέτως, παραμένει κατ’ αποτέλεσμα αμάχητο, ακόμη και όταν ο φορολογικός έλεγχος προβλέπεται να γίνεται ύστερα από αίτηση του φορολογουμένου.&nbsp; Αφού και η διεξαγωγή του εναπόκειται στην πλήρη και δυσχερώς ελέγξιμη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων φορολογικών οργάνων και η επιβολή του φόρου -που συνιστά την κύρια επιδίωξη της εξοπλισμένης με πανίσχυρα μέσα δημόσιας εξουσίας κρατικής φορολογικής μηχανής- επέρχεται «<em>αυτοθρόως</em>» και αμέσως.&nbsp; Με άλλες λέξεις, &nbsp;τέτοιας μορφής «<em>φορολογικοί έλεγχοι</em>» κατατείνουν περισσότερο στην θεσμοθέτηση προκλητικώς «<em>μεταλλαγμένων</em>» αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων, τα οποία εν τέλει πέραν της πρόδηλης υπονόμευσης του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας υποτιμούν, προκλητικώς, και την νοημοσύνη των πληττόμενων φορολογούμενων, κατ’ απροκάλυπτη &nbsp;παραβίαση και των επιταγών των θεμελιωδών γενικών ρητρών της αξίας του Ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).</p>



<p><strong>Β. Τα δεδομένα της φορολογικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αναφορικά με την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών</strong></p>



<p>Όλα τα προαναφερόμενα συμπεράσματα, ως προς το γενικότερο θέμα της «<em>πολυπρισματικής</em>» αντισυνταγματικότητας των αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων, βρίσκουν επαρκές έρεισμα στην πάγια νομολογία ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την εκ μέρους του ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αναφορικά με την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών στο πλαίσιο εκδίκασης, κατ’ αναιρετικό κυρίως έλεγχο, διοικητικών διαφορών ουσίας που «<em>αναφύονται»</em> &nbsp;κατά την αντίστοιχη ερμηνεία και εφαρμογή των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων δικαίου, οι οποίοι συνθέτουν την επίσης εκάστοτε ισχύουσα φορολογική νομοθεσία.&nbsp; Άκρως ενδεικτικές αυτών των τάσεων της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι οι σχετικώς πρόσφατες αποφάσεις ΣτΕ 340/2000, 1576/2002, 1340/2003, 1973/2015, 1143/2018, 1880 και 1889/2019. &nbsp;«<em>Ειρήσθω εν παρόδω</em>», είναι ακριβώς αυτή η συνεπής και παγιωμένη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία καθιστά την διαχρονική, δυστυχώς, «<em>προσήλωση</em>» της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας στην θεσμοθέτηση, αμέσως ή εμμέσως, αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων αναλόγως ενδεικτική τόσο της οιονεί «<em>χαοτικής</em>» και εξαιρετικά άδικης εξίσου διαχρονικής εξέλιξης της όλης φορολογικής νομοθεσίας -με αναπότρεπτη συνέπεια και την αναποτελεσματικότητα αλλά την εντεινόμενη αναξιοπιστία των κρατικών φορολογικών υπηρεσιών- όσο και των φαινομένων αφενός αδιαφάνειας και διαφθοράς από πλευράς ορισμένων φορολογικών οργάνων και, αφετέρου, φοροδιαφυγής από πλευράς μέρους φορολογικώς υπόχρεων φυσικών και νομικών προσώπων.&nbsp; Σε πολύ γενικές γραμμές, η προμνημονευόμενη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αποδέχεται, μεταξύ άλλων, και τα εξής, τα οποία απέχουν μόλις «<em>ένα βήμα</em>» πριν από την ρητή αποδοχή του τεκμηρίου ειλικρίνειας του φορολογουμένου υπό τις προμνημονευόμενες κανονιστικές του προδιαγραφές:</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp; Η Νομοθετική Εξουσία, συγκεκριμενοποιώντας τις διατάξεις του Συντάγματος σε ό,τι αφορά την κατανομή των δημόσιων βαρών πάντοτε με βάση την αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να επιλέγει και να διαμορφώνει λεπτομερώς το κατά την κρίση της κατάλληλο φορολογικό σύστημα, διαθέτοντας εν προκειμένω ευρεία διακριτική ευχέρεια.&nbsp; Διακριτική ευχέρεια, την οποία μπορεί ν’ ασκεί δίχως όμως να υπερβαίνει τ’ ακραία της όρια που καθορίζουν, κατά βάση, οι στόχοι τους οποίους οφείλει να υπηρετεί η εν γένει φορολογική πολιτική κατά την συνταγματικώς καθιερωμένη αποστολή της.&nbsp; Συγκεκριμένα δε:</p>



<p><strong>α)</strong> Πρώτον, ο στόχος της όσο το δυνατό πληρέστερης διακρίβωσης της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας των υποχρέων, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος είναι αυτή η φοροδοτική ικανότητα, η οποία συνιστά το καθοριστικό μέτρο για την κατανομή των φορολογικών βαρών σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong> Και, δεύτερον, ο στόχος της όσο το δυνατό πιο ορθολογικής, ήτοι αποτελεσματικής και αποδοτικής, «<em>σύλληψης</em>» της φορολογητέας ύλης. Διότι, όπως προεκτέθηκε κατά την ερμηνεία των διατάξεων&nbsp; του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος,&nbsp; τ’ αρμόδια κρατικά όργανα είναι εκείνα τα οποία φέρουν το βάρος, κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, από την μια πλευρά ν’ ανευρίσκουν και να υπολογίζουν την φορολογητέα ύλη και, από την άλλη πλευρά, να κατανέμουν βάσει αυτής τ’ αναλογούντα σε κάθε υπόχρεο φορολογικά βάρη.</p>



<p><strong>2.</strong> Υπό τις ως άνω προϋποθέσεις, η Νομοθετική Εξουσία, κατά την μέσω της συγκεκριμενοποίησης των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος επιλογή και διαμόρφωση του κατάλληλου φορολογικού συστήματος στο πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας, &nbsp;μπορεί να καθιερώνει και τεκμήρια για την «<em>σύλληψη</em>» &nbsp;της φορολογητέας ύλης.&nbsp; Όμως, για την καθιέρωση των τεκμηρίων αυτών constitutione artis επιβάλλεται, πάντοτε κατά τις συνταγματικές ρυθμίσεις του άρθρου 4 παρ. 5, ως προς την κατανομή των δημόσιων βαρών σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, και του άρθρου 20 παρ. 1 και 2, ως προς την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας και του δικαιώματος υπεράσπισης ενώπιον των διοικητικών αρχών:&nbsp;</p>



<p><strong>α)</strong> Πρώτον, τα φορολογικά τεκμήρια να θεσπίζονται γενικώς και αορίστως. &nbsp;Δηλαδή με τρόπο απρόσωπο, προκειμένου να τηρείται στο ακέραιο η αρχή της ισότητας κατά το Σύνταγμα, ήτοι να πραγματώνεται αποτελεσματικώς η αρχή της ίσης μεταχείρισης ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και της άνισης μεταχείρισης ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων, όπως ήδη διευκρινίσθηκε.</p>



<p><strong>β)</strong> Δεύτερον, τα φορολογικά τεκμήρια πρέπει να θεσπίζονται αποκλειστικώς και μόνον ως ειδική μέθοδος εξεύρεσης του πραγματικού εισοδήματος, αφού μόνον επί του πραγματικού φορολογικού εισοδήματος είναι δυνατό, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, να υπολογισθεί ο φόρος κατά τρόπο σύμφωνο με την επιταγή της κατανομής των φορολογικών βαρών βάσει της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας του υποχρέου.&nbsp; Κατά λογική νομική ακολουθία, αντίκειται προδήλως στις διατάξεις του Συντάγματος κάθε φορολογικό τεκμήριο, το οποίο επιτρέπει στ’ αρμόδια κρατικά όργανα να υπολογίζουν τα φορολογικά βάρη &nbsp;-και να καθορίζουν τις αντίστοιχες φορολογικές υποχρεώσεις- &nbsp;με βάση πλασματική φορολογητέα ύλη.&nbsp; Και τούτο διότι ένα τέτοιο «<em>πλάσμα</em>» οδηγεί, νομοτελειακώς, σε συνταγματικώς ανεπίτρεπτο υπολογισμό αμιγώς πλασματικής φοροδοτικής ικανότητας.&nbsp;</p>



<p><strong>γ)</strong> &nbsp;Τρίτον, τα φορολογικά τεκμήρια, τα οποία κατά τα προεκτεθέντα είναι ανεκτά μόνον ως μέθοδος πάταξης της φοροδιαφυγής που οδηγεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στην εξεύρεση του πραγματικού φορολογητέου εισοδήματος και στον εντεύθεν δίκαιο υπολογισμό του επιβλητέου φορολογικού βάρους, πρέπει ν’ ανταποκρίνονται στα διδάγματα της κοινής πείρας.&nbsp; Διδάγματα, τα οποία είναι υποχρεωτικό να συνάγονται καταλλήλως και βασίμως, με πλήρη σεβασμό της αρχής της χρηστής διοίκησης ως καίριας σημασίας θεσμικής &nbsp;«<em>παραμέτρου»</em> του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.&nbsp; Ένα τέτοιο φορολογικό τεκμήριο, πραγματικά μαχητό και ανταποκρινόμενο μ’ επάρκεια στα διδάγματα της κοινής πείρας -από το οποίο όφειλε να είχε παραδειγματισθεί ο νομοθέτης των άρθρων 15 επ. του ν. 5073/2023- είναι εκείνο που θέσπισαν οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1591/1986.&nbsp; Πρόκειται για το τεκμήριο βιωσιμότητας κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος υποχρέων από την άσκηση επαγγέλματος ή επιχείρησης.&nbsp; Με σειρά αποφάσεών του (βλ. π.χ. ΣτΕ 3024/1992, 2909/1993, 76/1994, 4567/1997, 424/1999 και 345/2000), το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε ότι το τεκμήριο αυτό είναι, πρωτίστως κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνο με τις συνταγματικές επιταγές, οι οποίες αφορούν τα φορολογικά βάρη, &nbsp;αφενός διότι είναι μαχητό και, αφετέρου, διότι ανταποκρίνεται πλήρως στα διδάγματα της κοινής πείρας, έτσι ώστε ο βαρυνόμενος φορολογούμενος να είναι σε θέση, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις, να το ανατρέψει υπό τις εγγυήσεις πλήρους, έγκαιρου και αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου και αντίστοιχης δικαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο της Επικρατείας στήριξε τις σκέψεις του ως προς την συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 1591/1986 μεταξύ άλλων και στο ότι οι διατάξεις αυτές, κατά τρόπο σύμφωνο με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, προβλέπουν πως ιδιαίτερες συνθήκες, δυνάμενες να οδηγήσουν σε ανατροπή του τεκμηρίου βιωσιμότητας, νοούνται έκτακτες κατά κοινή πείρα περιστάσεις, πέραν των συνήθων επαγγελματικών κινδύνων, οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς την άσκηση του επαγγέλματος η την λειτουργία της επιχείρησης.&nbsp; Περαιτέρω δε προσδιορίζουν κανονιστικώς τους βασικούς άξονες, πάνω στους οποίους τ’ αρμόδια για την φορολόγηση διοικητικά όργανα αλλά και οι φορολογικώς υπόχρεοι μπορούν να στηριχθούν, προκειμένου να κρίνουν, κατά περίπτωση, από την πλευρά τους πότε και πώς το τεκμήριο βιωσιμότητας είναι πραγματικά μαχητό.&nbsp;</p>



<p><strong>δ)</strong>&nbsp; Και, τέταρτον, τα φορολογικά τεκμήρια, προκειμένου ν’ ανταποκρίνονται σε όλες, ανεξαιρέτως, τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος κατά το γράμμα και το πνεύμα τους σε ό,τι αφορά την κατανομή των δημόσιων βαρών, πρέπει να είναι μαχητά.&nbsp;</p>



<p><strong>δ1)</strong>&nbsp; Τούτο σημαίνει ότι η Νομοθετική Εξουσία ναι μεν μπορεί να θεσπίζει τεκμήρια εξακρίβωσης του φορολογητέου εισοδήματος και υπολογισμού των αναλογούντων στους υποχρέους φόρων, πλην όμως κατά το γενικό τεκμήριο ειλικρίνειάς τους πρέπει και οι βαρυνόμενοι φορολογούμενοι να έχουν την δυνατότητα αποτελεσματικής αμφισβήτησης του τεκμαρτώς υπολογιζόμενου φορολογητέου εισοδήματος.&nbsp; Κατά συνέπεια, και e contrario, τα απολύτως αμάχητα φορολογικά τεκμήρια δεν είναι συνταγματικώς ανεκτά, δοθέντος ότι αντίκεινται στο γράμμα και στο πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, επέκεινα δε στις αρχές του Κράτους Δικαίου, της Νομιμότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και, εν τέλει, στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν το δικαίωμα αίτησης και παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.</p>



<p><strong>δ2)</strong>&nbsp; Επιπλέον, ως μη ανεκτά συνταγματικώς αμάχητα φορολογικά τεκμήρια νοούνται όχι μόνον εκείνα, τα οποία θεσπίζονται ως τέτοια ευθέως -πράγμα άλλωστε μη σύνηθες στην νομοθετική πρακτική, αφού τότε η αντισυνταγματικότητα αποβαίνει κραυγαλέα και, άρα, &nbsp;ευχερώς αντιμετωπίσιμη από τ’ αρμόδια για την εκδίκαση των σχετικών διοικητικών διαφορών ουσίας Δικαστήρια- αλλά και εκείνα τα οποία αποδεικνύονται στην πράξη εμμέσως πλην σαφώς αμάχητα. Δηλαδή, π.χ.:</p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Είτε -όπως είναι και το συνηθέστερο- μπορούν θεωρητικώς ν’ αντιμετωπισθούν και ν’ αντικρουσθούν, δικαστικώς ή διοικητικώς, από τον υπόχρεο φορολογούμενο, πλην όμως οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για μια τέτοια αντιμετώπιση και αντίκρουση την καθιστούν κατ’ ουσίαν αδύνατη ή άκρως δυσχερή, ιδίως για τους οικονομικώς ασθενέστερους υποχρέους.</li>



<li>Είτε -και τούτο είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαλευκανθεί ακόμη και από εξειδικευμένα δικαστικά όργανα- αποβαίνουν αμάχητα με τρόπο συγκεκαλυμμένο, καθ’ ό μέτρο στοχεύουν, υποδορίως, όχι στην εξεύρεση υπαρκτής μεν αλλά μη εμφανούς φορολογητέας ύλης δια της συνταγματικώς ανεκτής φορολογικής οδού. &nbsp;Αλλά στην συνταγματικώς ανεπίτρεπτη «<em>επινόηση</em>», μέσω περίπλοκων και δυσκόλως κατανοητών λογιστικών πρακτικών, ανύπαρκτου, δήθεν φορολογητέου, &nbsp;εισοδήματος, το οποίο μάλιστα ορισμένες φορές ουδόλως ανταποκρίνεται στα καθιερωμένα και αποδεκτά, στο πλαίσιο του Φορολογικού Δικαίου, εισοδηματικά δεδομένα.</li>
</ul>



<p><strong>ΙΙ. Η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων -και κυρίως του φορολογικού τεκμηρίου- των άρθρων &nbsp;15 επ. του ν. 5073/2023 λόγω παραβίασης της κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών</strong></p>



<p>Οι παγίως παραδεδεγμένοι από την Θεωρία και την Νομολογία κανόνες ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την θεμελιώδη αρχή της ισότητας ενώπιον&nbsp; των δημόσιων βαρών&nbsp; -κατά την συνδυασμένη γραμματική, τελεολογική, ιστορική και συστηματική ερμηνεία τους, όπως επισημάνθηκε- αποδεικνύουν, &nbsp;με χαρακτηριστική ενάργεια, &nbsp;ότι σειρά ρυθμίσεων, και κατ’ εξοχήν το φορολογικό τεκμήριο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 15 επ. του ν. 5073/2023, έρχονται σε αντίθεση προς τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος.&nbsp; Το συμπέρασμα αυτό ερείδεται, μεταξύ άλλων, και επί των ακόλουθων νομικών συλλογισμών:</p>



<p><strong>Α. Η αντισυνταγματικότητα του φορολογικού τεκμηρίου σχετικά με το ετήσιο ελάχιστο εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ιδίως κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28Α του ΚΦΕ</strong></p>



<p>Κατά τις διατάξεις του νέου άρθρου 28Α -όπως προστέθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μέσω των διατάξεων του άρθρου 15 του ν. 5073/2023- και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 αυτού εισάγεται στην φορολογική νομοθεσία φορολογικό τεκμήριο υπό την εξής μορφή: «<em>Για τους ασκούντες ατομική επιχείρηση της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), το ετήσιο ελάχιστο εισόδημα από την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας τεκμαίρεται ότι δεν υπολείπεται του ποσού που προσδιορίζεται σύμφωνα με το παρόν</em>».&nbsp; Ενώ κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, «<em>ως ελάχιστο ετήσιο εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας τεκμαίρεται ποσό μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 €)</em>», το οποίο προκύπτει από το άθροισμα των ποσών των επόμενων παρ. α), β) και γ), υπό τις επιφυλάξεις που διευκρινίζονται μέσω των λοιπών ρυθμίσεων της ίδιας παραγράφου.&nbsp; Ακόμη και αν το&nbsp; τεκμήριο αυτό θεωρηθεί prima faciae μαχητό, δεν εναρμονίζεται προς τις προμνημονευόμενες προβλέψεις του Συντάγματος σχετικά με την κατανομή των δημόσιων βαρών, όπως προκύπτει τόσο από τις κανονιστικές επιλογές των παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ, όσο και από την ανάλυση των συνεπειών ρύθμισης, η οποία συνόδευε το σχετικό σχέδιο νόμου πριν εισαχθεί προς συζήτηση στην Βουλή.&nbsp; Και τούτο κυρίως διότι:</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp; Στην κατά τ’ ανωτέρω ανάλυση των συνεπειών ρύθμισης γίνεται δεκτό, ότι «<em>το τεκμαρτό εισόδημα προσδιορίζεται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με τη φύση της δραστηριότητας της ατομικής επιχείρησης, ιδίως εάν απασχολεί προσωπικό, με τον προσδιορισμό της αξίας της εισφερόμενης εργασίας από τον επιχειρηματία κατά τον κύκλο εργασιών ως ένδειξη για το παραγόμενο εισόδημα».&nbsp; </em>Η εν προκειμένω επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με την συναγωγή του θεσπιζόμενου τεκμηρίου ως προς το ύψος του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα, το οποίο αποκτά ο φορολογικώς υπόχρεος με βάση τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό -και, πολύ περισσότερο, με βάση τις αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολουμένου υπάλληλου- είναι αλυσιτελής. Και τούτο επειδή κατ’ απλή λογική ουδόλως αντιστοιχεί στα διδάγματα της κοινής πείρας και είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές επιταγές αναφορικά με τον υπολογισμό της φορολογητέας ύλης, όπως συνάγεται και από τα εξής:</p>



<p><strong>α)</strong> Ούτε από τις ως άνω ρυθμίσεις των παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28Α του ΚΦΕ αλλά ούτε και υπό την προηγηθείσα ανάλυση των συνεπειών των ρυθμίσεων τούτων προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη εκείνα τα διδάγματα της κοινής πείρας που σχετίζονται με τα εμπειρικά δεδομένα, στα οποία βασίσθηκε η κατ’ αρχήν εξομοίωση-ταύτιση του ελάχιστου εισοδήματος των αυτοτελώς απασχολούμενων προσώπων και των ελεύθερων επαγγελματιών με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό ή τις αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπάλληλου κάθε υπόχρεου φορολογουμένου.</p>



<p><strong>α1)</strong>&nbsp; Άρα η επίκληση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι μάλλον επίπλαστη και ανακριβής και έρχεται σε αντίθεση προς τα νομολογιακά δεδομένα π.χ. των αποφάσεων ΣτΕ 1880 και 1889/2019, με τις οποίες έγινε δεκτό -και κρίθηκε αναλόγως- &nbsp;πως μισθωτοί και μη μισθωτοί τελούν υπό «<em>ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες</em> <em>απασχολήσεως και παραγωγής εισοδήματος».</em></p>



<p><strong>α2)</strong> Πολλώ μάλλον όταν υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες ουδόλως δικαιολογείται στην πράξη η ως προς τους φορολογουμένους εφαρμογή της θεμελιώδους πτυχής της κατά το Σύνταγμα αναλογικής ισότητας, η οποία σύμφωνα με τα όσα ήδη επισημάνθηκαν επιβάλλει ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong> Τα συμπεράσματα αυτά βασίζονται ασφαλώς επί του ότι, κατά τα γνήσια και αυθεντικά διδάγματα της κοινής πείρας, τα έσοδα των μισθωτών είναι εκ φύσεως αρκούντως σταθερά, δοθέντος ότι, τουλάχιστον κατά κανόνα, προέρχονται από έναν και μόνο εργοδότη.&nbsp; Ο οποίος υποχρεούται και δεσμεύεται να τους καταβάλλει συγκεκριμένο μισθό καθ’ όλη την διάρκεια της απασχόλησής τους από αυτόν, ενώ οι δαπάνες που συνδέονται με την εργασία των τελευταίων δεν βαρύνουν τους ίδιους αλλά τον εργοδότη που τους απασχολεί.</p>



<p><strong>β1) </strong>&nbsp;Τούτο επιτείνει την ουσιωδώς διαφορετική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται οι μισθωτοί σε σχέση με τους μη μισθωτούς, αφού τα έσοδα αυτών εξαρτώνται από την συνδρομή πολλών προϋποθέσεων και παραγόντων, στους οποίους μάλιστα δεν περιλαμβάνεται το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή των αποδοχών του υψηλότερα αμειβόμενου μισθωτού-υπαλλήλου τους.</p>



<p><strong>β2)</strong>&nbsp; Άρα τα εισοδήματα -επομένως και το φορολογητέο εισόδημα- των μη μισθωτών ουδέποτε μπορούν να είναι, εκ της φύσεώς τους, σταθερά, εξίσου δε μη σταθερές είναι οπωσδήποτε και οι δαπάνες που τους βαρύνουν νομίμως.&nbsp; Συνακόλουθα, το διαρκώς μεταβαλλόμενο εισόδημα ουδόλως συνδέεται -τουλάχιστον κατ’ αρχήν- μ’ εκείνους τους παράγοντες και εκείνες τις προϋποθέσεις που διαμορφώνουν το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή του μισθού του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου.&nbsp; Πέραν δε τούτων το εισόδημα των μη μισθωτών μπορεί, σε πλήρη αντίθεση προς το εισόδημα των μισθωτών, να είναι, κατ’ εξοχήν λόγω ζημιών, και αρνητικό.&nbsp; Πράγμα που συχνά παρατηρείται π.χ. σε μη μισθωτούς εντός του πεδίου του εμπορίου και της βιοτεχνίας.&nbsp; Το ενδεχόμενο αυτό αναγνωρίζει και ρυθμίζει εκτενώς η φορολογική νομοθεσία, ιδίως όταν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εγγυήσεις &nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;-βλ. π.χ. τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 του ΚΦΕ- επιτρέπει την μεταφορά της ζημίας, &nbsp;καθώς και τον συμψηφισμό της με μελλοντικά κέρδη, κατά τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος για τα επόμενα πέντε έτη.</p>



<p><strong>2.</strong>&nbsp; Προς την ίδια κατεύθυνση της αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων των διατάξεων&nbsp; της παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28Α του ΚΦΕ κινούνται και οι εξής -φυσικά μεταξύ άλλων- πρόσθετοι προβληματισμοί, αναφορικά με την βασιμότητα της κατά τα προεκτεθέντα επίκλησης εν προκειμένω των διδαγμάτων της κοινής πείρας:</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp; Ως προς το αν και κατά πόσον ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός ή οι αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου μέχρι το ποσό των 30.000 ευρώ μπορούν ν’ αποτελέσουν αποδεκτή συνταγματική βάση για την καθιέρωση τεκμηρίου αναφορικά με το ελάχιστο καθαρό εισόδημα των μη μισθωτών, ο προβληματισμός εγείρεται από την προφανή αντίθεση προς την κατά το Σύνταγμα αρχή&nbsp; της ισότητας, την οποία συνεπάγεται η μη έκπτωση από το κατά τ’ ανωτέρω τεκμαρτό εισόδημα ορισμένων ασφαλιστικών εισφορών τους.&nbsp; Πραγματικά, σε αντίθεση προς τους μη μισθωτούς οι μισθωτοί φορολογούνται επί του καθαρού μισθού τους, &nbsp;ύστερα από έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών τους (άρθρο 14 παρ. 1 περ. δ-στ του ΚΦΕ), &nbsp;και όχι επί του μικτού μισθού τους.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp; Εφόσον ορίζεται ότι το τεκμαρτό εισόδημα κατά το νέο άρθρο 28Α παρ. 1 και 2 του ΚΦΕ μειώνεται μόνο κατά το ποσό των &nbsp;εισοδημάτων, τα οποία ο υπόχρεος φορολογούμενος αποκτά και από μισθωτή εργασία, σύνταξη του άρθρου 12 ή αγροτική&nbsp; επιχειρηματική δραστηριότητα της παρ. 1 του άρθρου 21, το αυτό θα έπρεπε να ισχύει και για τα κέρδη από την συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα, στα οποία εισφέρει την εργασία του.&nbsp; Και αυτό για προφανείς λόγους σεβασμού της ταυτότητας του λόγου μεταξύ των δύο τούτων μειώσεων του τεκμαρτού εισοδήματος.</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp; Ναι μεν με &nbsp;τρόπο κατ’ αρχήν σύμφωνο προς τις περί της αρχής της ισότητας, υπό την αναλογική μορφή της,&nbsp; διατάξεις οι ρυθμίσεις της παρ. 3 του νέου άρθρου 28Γ του ΚΦΕ θεσπίζουν τον κανόνα ότι το τεκμαρτό εισόδημα μειώνεται κατά το ήμισυ για υπόχρεους μη μισθωτούς, οι οποίοι ασκούν την δραστηριότητά τους και κατοικούν σε οικισμούς της ηπειρωτικής χώρας με πληθυσμό μικρότερο των 500 κατοίκων ή σε νησιά με πληθυσμό μικρότερο των 3.100 κατοίκων.&nbsp; Όμως τα ίδια τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύουν ευχερώς ότι οι συνθήκες μεταξύ τέτοιων οικισμών ή νησιών διαφέρουν ουσιωδώς, &nbsp;ανάλογα με την απόστασή τους από μεγάλα αστικά κέντρα.&nbsp; Και τούτο διότι στα κέντρα αυτά οι συνθήκες άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας διαφοροποιούνται αντιστοίχως.&nbsp; Επομένως, ο πλήρης σεβασμός της κατά το Σύνταγμα αρχής της ισότητας, πάντοτε υπό την αναλογική της έννοια, &nbsp;επιβάλλει την «<em>κατάστρωση</em>» του τεκμηρίου τούτου σε περισσότερα και καταλλήλως διαμορφούμενα κλιμάκια, λαμβανομένης υπόψη κυρίως της απόστασης των οικισμών ή των νησιών όπου οι υπόχρεοι φορολογούμενοι μη μισθωτοί ασκούν την δραστηριότητά τους και κατοικούν.</p>



<p><strong>Β. &nbsp;Οι ρυθμίσεις των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ ουδόλως καθιστούν, αμέσως ή έστω και εμμέσως, το φορολογικό τεκμήριο των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου μαχητό</strong></p>



<p>Με προφανή στόχο να καλύψει «<em>εντέχνως</em>» την αντισυνταγματικότητα του ουσιαστικώς αμάχητου, κατά τα προεκτεθέντα, φορολογικού τεκμηρίου &nbsp;των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ -όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν 5073/2023-&nbsp; ο συντάκτης του νόμου αυτού επιχειρεί να το εμφανίσει ως, δήθεν, μαχητό, εισάγοντας τις ρυθμίσεις των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του ως άνω άρθρου 28 Α.&nbsp; Ρυθμίσεις, &nbsp;με τις οποίες -και πάλι δήθεν- είναι δυνατό το τεκμήριο ν’ αμφισβητηθεί από τον υπόχρεο φορολογούμενο μη μισθωτό, &nbsp;είτε με την επίκληση «<em>αντικειμενικών</em>» λόγων είτε μέσω του αιτήματος για την διενέργεια φορολογικού ελέγχου.&nbsp; Το ότι και οι δύο αυτές «<em>μεθοδεύσεις</em>» δεν καθιστούν το τεκμήριο των παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ μαχητό, αλλά παραμένει και υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις κατ’ ουσία αμάχητο -άρα αντίθετο προς το πλέγμα των διατάξεων του Συντάγματος, που οργανώνουν το σύστημα κατανομής των φορολογικών βαρών σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, υπό την αναλογική&nbsp; μορφή της- &nbsp;συνάγεται ιδίως από τα εξής:</p>



<p><strong>1.</strong> Κατά τις διατάξεις του νέου άρθρου 28Α παρ. 3 του ΚΦΕ «<em>το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση το τεκμήριο της παρ. 2, μπορεί ν’ αμφισβητηθεί από τον υπόχρεο για αντικειμενικούς λόγους, εφόσον συντρέχει ιδίως κάποια από τις παρακάτω προϋποθέσεις: </em><em>α) -η).&nbsp; Για την εφαρμογή της παρούσας, ο φορολογούμενος προσκομίζει τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του στη Φορολογική Διοίκηση. Η Φορολογική Διοίκηση ελέγχει την αλήθεια των ισχυρισμών και την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων του υποχρέου και υποχρεούται να μειώσει ανάλογα το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα.»</em>&nbsp; Όπως προκύπτει ευχερώς από το γράμμα και το πνεύμα τους, οι&nbsp; ρυθμίσεις αυτές ουδόλως καθιστούν το τεκμήριο των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου μαχητό -τουλάχιστον στον βαθμό που οι προμνημονευόμενες συνταγματικές διατάξεις, και πρωτίστως οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, δικαιολογούν ότι ένα φορολογικό τεκμήριο είναι μαχητό- κυρίως δεδομένου ότι:</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp; Πρώτον, από την ρητή διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ –«<em>μπορεί να αμφισβητηθεί από τον υπόχρεο…</em>»- καθίσταται προφανές ότι η Φορολογική Διοίκηση διαθέτει διακριτική ευχέρεια για ν’ αποδεχθεί το εκ μέρους του υπόχρεου φορολογουμένου αίτημα αμφισβήτησης του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος.&nbsp; Πλην&nbsp; όμως είναι νομικώς αυτονόητο ότι προκειμένου ένα φορολογικό τεκμήριο να είναι μαχητό, &nbsp;εκ μέρους του υπόχρεου φορολογουμένου, &nbsp;η Φορολογική Διοίκηση πρέπει να εξετάζει κατά δέσμια αρμοδιότητα το αίτημά του προς αμφισβήτηση του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος.&nbsp; Το ότι η διακριτική ευχέρεια των διοικητικών οργάνων -εδώ της Φορολογικής Διοίκησης- &nbsp;ελέγχεται ενδεχομένως δικαστικώς ως προς την μη υπέρβαση των ακραίων ορίων της δεν αναιρεί την βασιμότητα του &nbsp;επιχειρήματος αυτού.&nbsp; Υπό την έννοια ότι η ίδια η νομική ιδιομορφία του μαχητού φορολογικού τεκμηρίου προϋποθέτει πως το αρμόδιο διοικητικό όργανο πρέπει να υποχρεούται κατά νόμο να διερευνήσει την βασιμότητα ή μη του αιτήματος του βαρυνόμενου διοικουμένου, το οποίο έχει ως αντικείμενο την αμφισβήτηση του θεσπιζόμενου in concreto τεκμηρίου αναφορικά με το φορολογητέο εισόδημα.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp; Δεύτερον, η προαναφερόμενη διατύπωση, κατά την οποία «<em>η Φορολογική Διοίκηση ελέγχει την αλήθεια των ισχυρισμών και την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων του υποχρέου και υποχρεούται να μειώσει ανάλογα το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα</em>», είναι άκρωςπροβληματική ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι δι’ αυτού του τρόπου το τεκμήριο ως προς το φορολογητέο εισόδημα καθίσταται, έστω και εμμέσως, μαχητό.&nbsp; Και τούτο διότι δεν προσδιορίζεται σαφώς -το αντίθετο μάλιστα- ότι η έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος συντελείται και ολοκληρώνεται μόνο μετά την εξέταση των προσκομιζόμενων δικαιολογητικών.&nbsp; Αυτό συνάγεται εκ του ότι είναι προφανές πως ένα φορολογικό τεκμήριο μπορεί να θεωρηθεί γνησίως μαχητό μόνον όταν ο προσδιορισμός του οφειλόμενου φόρου ολοκληρώνεται μετά την κατά τ’ ανωτέρω διοικητική έρευνα του βασίμου των προβαλλόμενων, μέσω των οικείων δικαιολογητικών, ισχυρισμών εκ μέρους του υπόχρεου φορολογουμένου.</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp; Τέλος, τρίτον, την υπό τα δεδομένα αυτά «<em>ατέλεια</em>» των ρυθμίσεων της παρ. 3 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ, ως προς την ενδεχόμενη καθιέρωση μαχητού, και όχι αμάχητου, τεκμηρίου, «<em>επιβαρύνουν</em>» και τα εξής:</p>



<p>&nbsp;<strong>γ1)</strong>&nbsp; Η αναφορά σε «<em>αντικειμενικούς λόγους</em>», για την αμφισβήτηση από τον υπόχρεο φορολογούμενο του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος, &nbsp;είναι άκρως γενική και αόριστη, σε βαθμό που καθιστά την κατά τα ήδη επισημανθέντα διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας Φορολογικής Διοίκησης ακόμη πιο ευρεία.&nbsp; Και τούτο διότι,&nbsp; προδήλως, η διατύπωση αυτή αφήνει στην αρμόδια Φορολογική Διοίκηση ευρύτατο πεδίο κρίσης ως προς το τι συνιστά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, &nbsp;«<em>αντικειμενικό λόγο</em>» αμφισβήτησης ενός τέτοιου τεκμηρίου, δίχως να μνημονεύει στοιχειωδώς κάποια από τα κριτήρια διαπίστωσης της &nbsp;αντικειμενικότητας.&nbsp; Κριτήρια, διά των οποίων ο δικαστικός έλεγχος θα καταλήξει τουλάχιστον στο αν και κατά πόσον η Φορολογική Διοίκηση, με τις σχετικές αποφάσεις της, &nbsp;έχει ή όχι υπερβεί τ’ ακραία όρια της διακριτικής της ευχέρειας.&nbsp;</p>



<p><strong>γ2)</strong>&nbsp; Επίσης&nbsp; -και πάλι προς την ίδια κατεύθυνση ως προς την φύση του εν προκειμένω τεκμηρίου ως αμάχητου ή μαχητού-&nbsp; έντονο προβληματισμό δημιουργεί η χρήση, πάντα εντός της παρ. 3 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ, του όρου «<em>ιδίως</em>» αναφορικά με την συνδρομή των προϋποθέσεων αμφισβήτησης από τον υπόχρεο φορολογούμενο του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος.&nbsp; Αυτό προκύπτει από την αοριστία του όρου τούτου λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων κριτηρίων, με βάση τα οποία η αρμόδια Φορολογική Διοίκηση θα μπορούσε να συναγάγει και άλλες, πλην των ρητώς εκεί αναφερόμενων, προϋποθέσεις αμφισβήτησης του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος, λαμβανομένου υπόψη και το ότι η διοικητική πείρα αποδεικνύει πως είναι από δυσχερές έως αδύνατο η Διοίκηση αυτή να πάρει την πρωτοβουλία συναγωγής τέτοιων πρόσθετων προϋποθέσεων.&nbsp; Και προκαλεί δικαιολογημένη απορία το γεγονός ότι για ένα τόσο προφανές ζήτημα ο νομοθέτης δεν θέλησε να θεσμοθετήσει μια απλή εξουσιοδότηση έκδοσης υπουργικής απόφασης κανονιστικού περιεχομένου ως προς τα κριτήρια, με βάση τα οποία η αρμόδια Φορολογική Διοίκηση θα μπορούσε ευκόλως να συναγάγει, &nbsp;κατά τα ως άνω, πρόσθετες προϋποθέσεις για την οριοθέτηση του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος.</p>



<p><strong>2. </strong>Κατά τις διατάξεις της παρ. 4&nbsp; του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ, «<em>αν ο υπόχρεος αμφισβητεί το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή της παρούσης για λόγους πέρα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 3, ζητεί την διενέργεια ελέγχου του άρθρου 23 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν.4987/2022 Α΄206) για να αποδειχθεί η ακρίβεια της δήλωσής του για εισόδημα μικρότερο του τεκμαρτού».</em>&nbsp; Και αυτή η ρύθμιση όμως ουδόλως αρκεί προκειμένου να καταστήσει από αμάχητο σε γνησίως μαχητό το τεκμήριο ως προς το ελάχιστο ετήσιο φορολογητέο εισόδημα των παρ. 1 και 2 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ.&nbsp; Δεν απέχει δε της πραγματικότητας η διαπίστωση ότι από την ίδια την διατύπωση των διατάξεων αυτών η θέσπισή τους εμφανίζει μεγάλο βαθμό καταχρηστικότητας, αφού έγινε όχι για να καταστήσει το τεκμήριο τούτο μαχητό αλλά για να συγκαλύψει -ατέχνως και ανεπιτυχώς, &nbsp;όπως εκτίθεται στην συνέχεια- τον προδήλως αμάχητο χαρακτήρα του.&nbsp; Τα συμπεράσματα αυτά τεκμηριώνουν, μεταξύ άλλων, &nbsp;και τα εξής, οιονεί αυταπόδεικτα, &nbsp;επιχειρήματα:</p>



<p><strong>α) </strong>Κατ’ αρχάς, &nbsp;η ρύθμιση της παρ. 4 του νέου άρθρου 28 Α του ΚΦΕ διαστρέφει την ίδια την έννοια και το ίδιο το σκεπτικό διενέργειας των φορολογικών ελέγχων. &nbsp;</p>



<p><strong>α1) </strong>Συγκεκριμένα, όπως ήδη έχει αναλυθεί εκτενώς το συνταγματικώς θεμελιωμένο τεκμήριο ειλικρίνειας του υπόχρεου φορολογουμένου, το οποίο οφείλουν να σέβονται στοιχειωδώς και στις γενικές του γραμμές τ’ αρμόδια φορολογικά όργανα κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, &nbsp;επιβάλλει οι φορολογικοί έλεγχοι να γίνονται πρωτίστως αυτεπαγγέλτως και στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας.&nbsp; Δηλαδή να γίνονται με πρωτοβουλία των οργάνων αυτών για να διαπιστώσουν αν ο υπόχρεος φορολογούμενος ήταν πραγματικά ειλικρινής και, σε αντίθετη περίπτωση, για να επιβάλλουν τις προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις κυρώσεις.&nbsp;</p>



<p><strong>α2)</strong>&nbsp; Άρα, φορολογικός έλεγχος μόνο με πρωτοβουλία του ίδιου του υπόχρεου φορολογουμένου που αφορά την φορολογική του δήλωση συνιστά έμμεση πλην σαφή αναίρεση της εφαρμογής στην πράξη του κατά τ’ ανωτέρω τεκμηρίου ειλικρίνειάς του, αφού επιπλέον ουσιαστικώς μεταθέτει το βάρος απόδειξής της από την φορολογούσα αρχή, &nbsp;κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, αποκλειστικώς στον ίδιο τον φορολογούμενο.&nbsp; Γεγονός το οποίο καθιστά, κατά τα όσα ήδη επεξηγήθηκαν, την θέσπιση ενός τέτοιου φορολογικού ελέγχου για έναν ακόμη λόγο αντίθετη προς το Σύνταγμα.&nbsp; Πολλώ μάλλον όταν αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, τότε θα άνοιγε η προοπτική ανεξέλεγκτης διεύρυνσης της πρακτικής των ελέγχων αυτών στο πεδίο της φορολογικής νομοθεσίας, με πολλαπλές δυσμενέστατες συνέπειες για την προστασία των υπόχρεων φορολογουμένων, τόσο δια της διοικητικής όσο και δια της δικαστικής οδού.</p>



<p><strong>β) </strong>Ακόμη δε και οι προϋποθέσεις, τις οποίες θέτουν οι κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις για την ύστερα από αίτηση του υπόχρεου φορολογουμένου διενέργεια φορολογικού ελέγχου καταδεικνύουν -και δη πολλαπλώς, όπως σημειώνεται εν συνεχεία- ότι έτσι καθιερώνεται κανονιστικώς ένα απροκάλυπτο privilegium odiosum εις βάρος του, το οποίο επιτείνει την αποδυνάμωση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, &nbsp;τεκμηρίου ειλικρίνειας.&nbsp; Το συμπέρασμα τούτο ερείδεται πρωτίστως επί των εξής δεδομένων:</p>



<p><strong>β1)</strong> Πρώτον, οι διατάξεις αυτές δεν ορίζουν σαφώς αν τ’ αρμόδια φορολογικά όργανα υποχρεούνται, κατά δέσμια αρμοδιότητα, να διενεργήσουν τον έλεγχο που ζητεί ο υπόχρεος φορολογούμενος.&nbsp; Αλλά ούτε και προβλέπουν, εφόσον ο έλεγχος είναι πραγματικά υποχρεωτικός γι’ αυτά, εντός ποιου χρονικού διαστήματος μπορεί και πρέπει να διενεργηθεί.&nbsp; Ενδεχόμενη παραπομπή στις γενικές ρυθμίσεις της διοικητικής διαδικασίας ως προς την προσβολή της άρνησης των διοικητικών οργάνων να προβούν σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια θα οδηγούσε, νομοτελειακώς, τον υπόχρεο φορολογούμενο σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες.&nbsp; Και μάλιστα με &nbsp;δεδομένη τόσο την βραδύτητα απονομής της δικαιοσύνης σε τέτοιες περιπτώσεις όσο και την αναποτελεσματικότητα της παροχής, στις ίδιες περιπτώσεις, προσωρινής δικαστικής προστασίας, ύστερα από τους επανειλημμένους περιορισμούς του σχετικού δικαιώματος από τις τροποποιήσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας κυρίως μετά το 2010 (ν.3900/2010).</p>



<p><strong>β2)</strong> Δεύτερον -και a fortiori-&nbsp; οι ίδιες αυτές &nbsp;διατάξεις δεν ορίζουν σαφώς αν ο υπόχρεος φορολογούμενος υποχρεούται, εν πάση περιπτώσει, να καταβάλει τον επιβληθέντα εις βάρος του φόρο εισοδήματος, ήτοι ανεξαρτήτως της υποβολής του αιτήματος διενέργειας φορολογικού ελέγχου.&nbsp; Εφόσον λοιπόν ισχύει ότι μια τέτοια καταβολή φόρου πρέπει να γίνει αμέσως -άρα ούτε ο χρόνος για την υποβολή του αιτήματος διενέργειας φορολογικού ελέγχου ούτε η διενέργεια του ελέγχου τούτου έχουν οιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την καταβολή του επιβληθέντος φόρου- τότε αφενός ο υπόχρεος φορολογούμενος μένει παντελώς ανυπεράσπιστος και το τεκμήριο ειλικρίνειάς του αποβαίνει πλήρως ανενεργό, αν ληφθούν υπόψη και τα όσα επισημάνθηκαν αμέσως πιο πάνω για την εν προκειμένω αποδυνάμωση της δικαστικής προστασίας του, δηλαδή για την παροχή πλήρους, άμεσης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Και αφετέρου -και συνακόλουθα-&nbsp; γίνεται ακόμη πιο προφανές ότι το φορολογικό τεκμήριο, το οποίο θεσπίζουν οι διατάξεις του νέου άρθρου 28 Α παρ. 1 και 2 του ΚΦΕ, &nbsp;καθίσταται στην πράξη αναμφιβόλως αμάχητο.</p>



<p><strong>Επίλογος</strong></p>



<p>Η σημασία της ανάδειξης της «<em>σύνθετης»</em> αντισυνταγματικότητας του κατ’ ουσίαν αμάχητου φορολογικού τεκμηρίου, που θεσπίζουν οι διατάξεις των άρθρων 15 επ. του ν. 5073/2023, &nbsp;έγκειται όχι μόνο στο εμφανές νομικό ενδιαφέρον της -κάτι το οποίο άλλωστε απασχολεί περισσότερο τον νομικό κόσμο, υπό την ευρεία του όρου έννοια- αλλά κατ’ εξοχήν στο ότι αποκαλύπτει και μια καίρια θεσμική και πολιτική παθογένεια της κρατικής μηχανής, τουλάχιστον κατά το μέρος της εκείνο το οποίο αφορά την, &nbsp;κρισιμότατη για το κοινωνικό σύνολο και για την αποτελεσματικότητα του Κράτους, &nbsp;εν γένει δημοσιονομική οργάνωση και πολιτική. &nbsp;Τούτο οφείλεται και στο ότι η τακτική υιοθέτησης αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων όχι μόνο δεν είναι νέα αλλ’ ανατρέχει στο απώτερο παρελθόν, &nbsp;και μάλιστα παγιούμενη και εντεινόμενη, παρά τις επανειλημμένες «<em>προειδοποιήσεις»</em> ιδίως της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας.</p>



<p><strong>Α. </strong>Η τακτική υιοθέτησης αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων από την Εκτελεστική και την Νομοθετική Εξουσία έχει, μεταξύ άλλων πολλών, και μια πρόσθετη πλην όμως καταλυτικών επιπτώσεων για το Κράτος Δικαίου και την Κοινωνική Δικαιοσύνη «<em>θλιβερή</em>» εξήγηση:</p>



<p><strong>1. </strong>Αδυνατώντας -ή και παραλείποντας, &nbsp;λόγω «<em>μικρόψυχου» </em>υπολογισμού του κακώς νοούμενου «<em>πολιτικού κόστους»- </em>&nbsp;να θέσει τις βάσεις σύγχρονων και αποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών, με το απαραίτητο σε αριθμό και&nbsp; καταξιωμένο σ’ εκπαίδευση και τεχνοκρατική πείρα προσωπικό, η Εκτελεστική Εξουσία, με «<em>θεραπαινίδα»</em> πραγμάτωσης των επιλογών της την Νομοθετική Εξουσία, επιδίδεται σε «<em>ανέξοδες»</em> πολιτικές είσπραξης άμεσων φόρων μέσω αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων, τα οποία μοιραίως μεταθέτουν στους «<em>ώμους»</em> των φορολογουμένων ένα «<em>κυκλώπειο»</em> οικονομικό βάρος.&nbsp; Ακριβέστερα, παρατηρώντας παθητικώς και με έκδηλη «<em>αμηχανία»</em> την ως άνω αδυναμία, η οποία οδηγεί κατά κάποιο τρόπο νομοτελειακώς &nbsp;στην δημοσιονομική «<em>θεοποίηση</em>» των έμμεσων φόρων και, επέκεινα, στην συνακόλουθη «<em>εκτόξευση»</em> των δεικτών ακρίβειας και πληθωρισμού -με όλες τις εντεύθεν συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο και για την κοινωνική συνοχή- οι Κυβερνήσεις ναι μεν αντιλαμβάνονται την ανάγκη αποτελεσματικής είσπραξης των θεσμοθετημένων άμεσων φόρων και πάταξης της φοροδιαφυγής.&nbsp; Πλην όμως δεν έχουν το πολιτικό «<em>θάρρος»</em> ουσιαστικής μεταρρύθμισης του φορολογικού συστήματος και των μηχανισμών του, τόσο σε ό,τι αφορά τις δομές του όσο και σε ό,τι αφορά το έμψυχο δυναμικό του, μολονότι υπάρχει -διεθνώς και όχι μόνο- αξιόλογη και αξιόπιστη εμπειρία ανάλογων μεταρρυθμίσεων.</p>



<p><strong>2.</strong> Όλως αντιθέτως, υποκύπτοντας στις «<em>σειρήνες</em>» της νοοτροπίας υπότροπων «<em>Επιμηθέων</em>»<em>&nbsp; </em>καταφεύγουν στην θέσπιση αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων -κυρίως όταν διαθέτουν την απαραίτητη και «<em>πρόθυμη»</em> πλειοψηφία στην Βουλή- προκειμένου να εισπράξουν το μέγιστο των άμεσων φόρων με την «<em>ελάσσονα»</em> κατά το δυνατόν προσπάθεια των αρμόδιων φορολογικών αρχών, και σε ό,τι αφορά&nbsp; τον καθορισμό της φορολογητέας ύλης και σε ό,τι αφορά τους &nbsp;αυτεπαγγέλτως διενεργούμενους αποδεικτικούς φορολογικούς ελέγχους.</p>



<p><strong>Β. </strong>Το αποτέλεσμα της κατά κανόνα προσφυγής σε μια τέτοια πολιτική &nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;-που αναδεικνύεται και σε άκρως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κακής νομοθέτησης καθώς και κακοδιοίκησης- είναι, ιδίως σήμερα, κάτι παραπάνω από ορατό:</p>



<p><strong>1. </strong>Από την μια πλευρά η πολιτική αυτή αποβαίνει, κατά πολύ μεγάλο μέρος, αναποτελεσματική.&nbsp; Αφού και η είσπραξη άμεσων φόρων ελάχιστα βελτιώνεται -αν βελτιώνεται- και οι έμμεσοι φόροι, όπως είναι αναμενόμενο, παραμένουν στα ίδια επίπεδα -αν δεν αυξάνονται μάλιστα- &nbsp;ενώ οι φορολογικές αρχές, από την πλευρά τους, «<em>εθίζονται»</em> ακόμη περισσότερο στην νοοτροπία ενός είδους «<em>φιλισταϊκής</em>» διοικητικής «<em>αβελτηρίας»</em> η οποία με την σειρά της υποθάλπει, υποδορίως ή και εμφανώς, φαινόμενα αδιαφάνειας και διαφθοράς, &nbsp;επέκεινα δε και φαινόμενα εκτεταμένης φοροδιαφυγής.&nbsp; Και μάλιστα με ρυθμό που ακολουθεί «<em>γεωμετρική πρόοδο</em>», όπως προκύπτει και από δείκτες αντικειμενικών ελέγχων οι οποίοι απαξιώνουν, δυστυχώς, διεθνώς την Χώρα μας.</p>



<p><strong>2.</strong> Και, από την άλλη πλευρά, η ίδια αυτή πολιτική πλήττει ανεπανόρθωτα το Κράτος Δικαίου, ήτοι έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Και τούτο διότι, φυσικά μεταξύ άλλων, &nbsp;αφενός αποδυναμώνεται ουσιωδώς η Αρχή της Νομιμότητας, δοθέντος ότι οι κείμενες φορολογικές διατάξεις&nbsp; δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικώς στην πράξη&nbsp; -και λόγω της έντονης αδράνειας λειτουργίας των αντίστοιχων κυρωτικών μηχανισμών- οπότε έτσι καθίστανται leges minus quam perfectae ή και leges imperfectae.&nbsp; Και, αφετέρου, Θεμελιώδη Δικαιώματα των μελών του κοινωνικού συνόλου πλήττονται στον πυρήνα τους λόγω της γενικευμένης «<em>αποσάθρωσης</em>» των βασικών συνιστωσών της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος.&nbsp; Περαιτέρω, και ως οιονεί «<em>φυσική»</em> συνέπεια, οι ανισότητες διευρύνονται ανεξέλεγκτα και το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου -όπως και η Κοινωνική Δικαιοσύνη- αναντικατάστατη «<em>αντηρίδα» </em>&nbsp;της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εμφανίζει τάσεις προϊούσας κατάρρευσης. &nbsp;Έτσι όμως η εμπιστοσύνη προς το Κράτος και προς την ικανότητά του να εκπληρώνει την αποστολή του, σύμφωνα με τα «<em>προτάγματα»</em> της Δημοκρατικής Αρχής, χάνει σταδιακώς την απαραίτητη για την «<em>συμπαγή</em>» θωράκιση του κοινωνικού ιστού «<em>ικμάδα»</em> της, σε βαθμό που «<em>αναβαθμίζει»</em> την αρχικώς εμφανιζόμενη &nbsp;κοινωνική «<em>δυσανεξία</em>» σε σταδιακώς διογκούμενη κοινωνική οργή.&nbsp; Όσο και αν ορισμένοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δουν κατάματα την κατά τα ως άνω πραγματικότητα, &nbsp;οι επιπτώσεις της είναι πια κάτι παραπάνω από ορατές και καθιστούν κάτι παραπάνω από επειγόντως αναγκαίες τις τολμηρές αποφάσεις αντιμετώπισης αυτής της χρόνιας και ήδη σοβούσας επώδυνης κρίσης.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προκόπης Παυλόπουλος:Η οικονομική παγκοσμιοποίηση ακόμη χορεύει στον ρυθμό του Friedman</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/12/29/%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82%ce%b7-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μανώλης Δράκος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 29 Dec 2023 12:41:09 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=836051</guid>

					<description><![CDATA[Oσο και αν οι «πάλαι ποτέ διαλάμψασες» ακραίες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις της «Σχολής του Σικάγου» -από τη δεκαετία του 1950, υπό την καταλυτική επιρροή του Milton Friedman (Nobel Οικονομικών Επιστημών, το 1976)- φαίνονται πια ξεπερασμένες, η ολοκληρωμένη σήμερα Οικονομική Παγκοσμιοποίηση, με κύριους «παίκτες» τις Αγορές και τις μεγάλες Τράπεζες, «ακόμη χορεύει στον ρυθμό» τους. Αρθρο του [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Oσο και αν οι «πάλαι ποτέ διαλάμψασες» ακραίες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις της «Σχολής του Σικάγου» -από τη δεκαετία του 1950, υπό την καταλυτική επιρροή του Milton Friedman (Nobel Οικονομικών Επιστημών, το 1976)- φαίνονται πια ξεπερασμένες, η ολοκληρωμένη σήμερα Οικονομική Παγκοσμιοποίηση, με κύριους «παίκτες» τις Αγορές και τις μεγάλες Τράπεζες, «ακόμη χορεύει στον ρυθμό» τους.</strong></h3>



<p><strong>Αρθρο του Προκοπίου Παυλοπούλου, τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκού, Επίτιμου Καθηγητή του ΕΚΠΑ</strong></p>



<p>Ι.Και τούτο, διότι θέσεις όπως εκείνες περί της οιονεί «χαρισματικής» «αυτορρύθμισης» της Οικονομίας και της επιτακτικής ανάγκης «απορρύθμισης» -κατ&#8217; ουσίαν αποδυνάμωσης του κανονιστικού πλαισίου κρατικής παρέμβασης «καλά κρατούν» εντός της «χωρίς σύνορα» διεθνούς οικονομικής πραγματικότητας, εμπεδώνοντας με αυτό τον τρόπο ένα είδος «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού». Δηλαδή μιας «επικυριαρχίας», στο πεδίο της οποίας το οικονομικό γίγνεσθαι εξελίσσεται κατ&#8217; εξοχήν με «πυξίδα» αποφάσεις των Αγορών και των Τραπεζών που ερείδονται επί κανόνων, τους οποίους οι ίδιες «θεσπίζουν» δίχως ίχνος δημοκρατικής νομιμοποίησης. Και πολύ λιγότερο, ή και καθόλου, μέσω προσφυγής σε αποφάσεις των επιμέρους Κρατών και των Διεθνών Οργανισμών -συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς οντότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης- που λαμβάνονται σύμφωνα με δημοκρατικώς νομιμοποιημένους κανόνες δικαίου των Εθνικών Εννομων Τάξεων, της Διεθνούς Εννομης Τάξης και της Ευρωπαϊκής Εννομης Τάξης. Ακριβώς γι&#8217; αυτό, παραμένει πάντα επίκαιρη, καθότι κλασική, η ρήση του John Maynard Keynes -όπως του την αποδίδει ο Angus Deaton (Nobel Οικονομικών Επιστημών, το 2015)- κατά την οποία «το κρίσιμο πολιτικό πρόβλημα της Ανθρωπότητας συνίσταται στο πώς θα συνδυάσουμε τρία πράγματα: Την οικονομική αποτελεσματικότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ατομική ελευθερία». Βεβαίως, ας αντικαταστήσουμε -δίχως να αλλοιώνουμε τη σκέψη του Keynes- στους καιρούς μας την «ελευθερία» με τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, in globo.</p>



<p>ΙΙ. Για το πώς φθάσαμε σε αυτό το σημείο πολλά και «πολυπρισματικά» επιστημονικά επιχειρήματα συγκλίνουν και στην ακόλουθη, μεταξύ άλλων, εξήγηση: Λόγω της εγγενούς ιδιοσυστασίας της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης είναι προφανές ότι τα «αντανακλαστικά» της Οικονομίας, άρα των Αγορών και των Τραπεζών, κατά τη λήψη αποφάσεων κυρίως σε κρίσιμες περιόδους -όπως αυτή της παρατεταμένης βαθιάς οικονομικής κρίσης μετά το 2008, της οποίας έως σήμερα βιώνουμε τις επιπτώσεις- είναι ασυγκρίτως ταχύτερα από τα αντίστοιχα «αντανακλαστικά» των οργάνων των Κρατών, των Διεθνών Οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτοθρόως δε και της Ευρωζώνης. Πολλώ μάλλον όταν η τελευταία «χωλαίνει» έναντι των Αγορών και των Τραπεζών, στο μέτρο που, ενώ δημιουργήθηκε ως «Οικονομική και Νομισματική Ενωση» κινείται κατά κύριο λόγο -και σε πολλές περιπτώσεις αποκλειστικώς- ως «Νομισματική Ενωση». Κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του καπιταλιστικού συστήματος εν γένει, αφού κατά τούτο ένα νόμισμα καλείται να επιβιώσει στον «αδήριτο» παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό δίχως το σταθερό οικονομικό υπόβαθρο μιας στοιχειωδώς ενιαίας οικονομικής πολιτικής. Ετσι εξηγείται και το ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, «καρδιά» του όλου τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης, συνήθως σύρεται «ασθμαίνοντας» πίσω από τα «πεπραγμένα» των Αγορών και των Τραπεζών στη διεθνή οικονομική «κονίστρα».</p>



<p>ΙΙΙ. Αυτό συνεπάγεται και το ότι εντός του Παγκόσμιου Οικονομικού Συστήματος οι Αγορές και οι Τράπεζες έχουν οργανώσει ένα ισχυρότατο «τραπεζοκεντρικό» οικονομικό σύστημα, κατά τη λειτουργία του οποίου τα όργανά τους λαμβάνουν, και μάλιστα ανάλογα με τα δικά τους και μόνο συμφέροντα, αποφάσεις πολύ πιο γρήγορα από τα όργανα των Κρατών, των Διεθνών Οργανισμών, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης. Με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των τελευταίων, όταν εφαρμόζονται οπωσδήποτε «κατόπιν εορτής», να παίρνουν τα χαρακτηριστικά μιας απεγνωσμένης «άμυνας» έναντι των προηγούμενων «τετελεσμένων» των οργάνων των Αγορών και των Τραπεζών. «Αμυνας» η οποία, κατά κανόνα, αποδεικνύεται από ανεπαρκής έως αμελητέα. Η δε οικονομική και κανονιστική «υφή» του ως άνω «πρωθυστέρου» είναι, λόγω της αντίστοιχης, άκρως δυναμικής, «υφής» της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης, τέτοια, ώστε κάθε προσπάθεια των οργάνων του Κράτους, των Διεθνών Οργανισμών, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης να προηγηθούν στο οικονομικό αυτό «ράλι» ή και να δράσουν κατασταλτικώς, ως προς τις αποφάσεις των Αγορών και των Τραπεζών, καθίσταται, a priori και σε μεγάλο βαθμό, καταδικασμένη σε αποτυχία.</p>



<p>ΙV. Οι προμνημονευόμενες τάσεις της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης δείχνουν με ευκρίνεια ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε, είναι ισχυρά ακόμη τα ερείσματα της «Σχολής του Σικάγου» περί της «θείας χάριτος» της «αυτορρύθμισης» της Αγοράς και περί της ανάγκης ευρείας «απορρύθμισης» του κρατικού κανονιστικού «πλέγματος», μιας και ο, lato sensu, κρατικός παρεμβατισμός -ακόμη και περιορισμένος, ratione loci και ratione temporis, κατά το πρότυπο του Keynes -οφείλει να «υποκλίνεται» μπροστά στην «αυθεντία» των Αγορών και των Τραπεζών. Τούτο οδηγεί, περαιτέρω, στο ότι η «επιτακτική ανάγκη» ενίσχυσης του Τραπεζικού Συστήματος και εν γένει επιβίωσης των Αγορών -με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να «πρωταγωνιστεί» στην επικράτηση τέτοιων αντιλήψεων, όπου παρεμβαίνει κατά περίπτωση- απολήγει, μοιραίως, και στην υιοθέτηση πολιτικών μακροχρόνιας λιτότητας, παρόμοιων με αυτές που εφαρμόζουν, «πειθαναγκαζόμενα», ορισμένα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης -με πρώτη την Ελλάδα- εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Εν είδει μοιραίου «σπιράλ», το εισόδημα των εργαζομένων εξανεμίζεται με τη «συνέργεια» του «κυκλώπειου» βάρους του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους και ενίοτε του πληθωρισμού, οι ανισότητες -που σε διεθνή κλίμακα παίρνουν το σχήμα παρεμφερών ή ακόμη μεγαλύτερων ανισοτήτων Κρατών μεταξύ τους- διευρύνονται με «γεωμετρική πρόοδο» και το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, με επίκεντρο τα Εθνικά Συστήματα Υγείας των πληττόμενων Κρατών, «τρέχει χωρίς φρένα» στον κατήφορο της κατάρρευσης.</p>



<p>V. Ποιος μπορεί, λοιπόν, να αμφισβητήσει -και οπωσδήποτε στην εποχή μας- ότι η κατά τα ανωτέρω «επικυριαρχία» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού» επηρεάζει αρνητικώς, και δη πολλαπλώς, τους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας; Οι βασικοί της «πυλώνες», το Κράτος Δικαίου και προεχόντως το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, μαζί με τη δημοκρατικώς εδραιωμένη Αρχή της Νομιμότητας, τελούν υπό συνθήκες «απώλειας στήριξης» στα οικεία κοινωνικά σύνολα. Η άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου -με «κολοφώνα» τα Κοινωνικά Δικαιώματα που συνθέτουν τον πυρήνα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης- αποδυναμώνεται επικίνδυνα, συμπαρασύροντας την πολύτιμη «ασπίδα προστασίας» υπέρ της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Επέκεινα, οι οικονομκώς ασθενέστεροι περιθωριοποιούνται, η ανθρωπιστική διάσταση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μπαίνει πάνω στην «προκρούστεια κλίνη» του οικονομικού κυνισμού, η πραγματική «αριστεία» παραμερίζεται για χάρη της αφόρητης μετριότητας, η οποία νομοτελειακώς επιβάλλει μιαν «αποπνικτική» «δικτατορία των μετρίων». Να γιατί η ρήση του Keynes που προεκτέθηκε ήταν «προφητική» και δεν έχει χάσει τίποτα από την ικμάδα της αλήθειας και, επομένως, του «κλασικισμού» της.</p>



<p>Και μια πρόσθετη, καταληκτική, επισήμανση: Δυστυχώς, πολλοί εκ των οικονομολόγων σήμερα -έστω και αν φιλοδοξούν να θεωρούνται «κορυφαίοι» διεθνώς- δεν αισθάνονται την ανάγκη να αντισταθούν στις «σειρήνες» των Αγορών και των Τραπεζών, προκειμένου αυτές να προσαρμοσθούν στα πρότυπα που είναι συμβατά με τους θεσμούς και τους κανόνες της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Κατόπιν τούτου, ολοένα και περισσότερο αναγκάζονται να «περιστρέφονται γύρω από τον άξονα» των αποτυχιών των προβλέψεών τους, επιχειρώντας να τις εξηγήσουν ή και να τις δικαιολογήσουν. Δίχως να αντιλαμβάνονται, ή και με το να υποτιμούν, ότι η ως άνω τακτική τους υπονομεύει το κύρος τους -ακόμη και όταν «στέφεται» με Nobel- και απλώς επιβεβαιώνει το ειρωνικό απόφθεγμα του διάσημου Καναδού συγγραφέα και εκπαιδευτικού Laurence J. Peter, κατά το οποίο «οικονομολόγος είναι ο ειδικός που θα ξέρει αύριο γιατί δεν έγιναν σήμερα όσα είχε προβλέψει χθες».</p>



<p><a rel="noreferrer noopener" href="https://media.real.gr/filesystem/Multimedia/pdf/14_id83056.pdf" target="_blank"></a></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προκόπης Παυλόπουλος: Η Ελλάδα έχει το δικαίωμα να θωρακίζει τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/11/19/%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ac%ce%b4%ce%b1-%ce%ad%cf%87%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%bf/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Άγγελος Παγούνας]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Nov 2023 19:19:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=819756</guid>

					<description><![CDATA[Στην εκδήλωση του Παγκαρπαθιακού Εορτασμού για την 79η Επέτειο της Επανάστασης και Απελευθέρωσης της Καρπάθου μίλησε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλος. Σε ομιλία του, κατά την εκδήλωση του Παγκαρπαθιακού Εορτασμού για την 79η Επέτειο της Επανάστασης και Απελευθέρωσης της Καρπάθου την 5η Οκτωβρίου του 1944 που οργάνωσε ο «Σύλλογος Απανταχού Καρπαθίων», με θέμα [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην εκδήλωση του Παγκαρπαθιακού Εορτασμού για την 79η Επέτειο της Επανάστασης και Απελευθέρωσης της Καρπάθου μίλησε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλος.</h3>



<p>Σε ομιλία του, κατά την εκδήλωση του Παγκαρπαθιακού Εορτασμού για την 79η Επέτειο της Επανάστασης και Απελευθέρωσης της Καρπάθου την 5η Οκτωβρίου του 1944 που οργάνωσε ο «Σύλλογος Απανταχού Καρπαθίων», με θέμα «Το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας να θωρακίζει όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</p>



<p>«Πρόλογος</p>



<p>«Συνεπής» στην πάγια τακτική της να προσθέτει ανύπαρκτα ζητήματα προς διαπραγμάτευση με την Ελλάδα -και, συνακόλουθα, ν’ αμφισβητεί την αδιαπραγμάτευτη Εθνική μας Θέση, ότι μεταξύ μας υφίσταται μια, και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριοθέτησης της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ- η Τουρκία εγείρει συνεχώς και το ζήτημα ως προς το αν η Ελλάδα έχει δικαίωμα να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο, και μάλιστα ανεξαρτήτως του ποια είναι η έκτασή τους και αν κατοικούνται ή όχι.<br>Α. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό της προκλητικότητάς της, το ότι η Τουρκία εγείρει το ζήτημα αυτό είτε διαστρεβλώνοντας πλήρως το νόημα συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης. Είτε -ακόμη χειρότερα- επικαλούμενη Διεθνείς Συμβάσεις, στις οποίες δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπως π.χ. την Σύμβαση των Παρισίων του 1947 για τα Δωδεκάνησα, που αποτελεί για την Τουρκία «resinteraliosacta». Στις αδιανόητες, θεσμικώς και πολιτικώς, αυτές προκλήσεις της Τουρκίας η Ελλάδα παγίως απαντά, πάντα με βάση το Διεθνές Δίκαιο -και ενεργώντας επιπλέον και για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού το έδαφος και τα σύνορα της Ελλάδας είναι έδαφος και σύνορα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ότι έχει όχι μόνο θεμελιωμένο δικαίωμα αλλά και εξίσου θεμελιωμένη υποχρέωση αμυντικής θωράκισης όλων, ανεξαιρέτως και δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Νησιών της στο Αιγαίο.</p>



<p>Β. Επιπλέον, το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας βρίσκει σταθερό έρεισμα και στις διατάξεις του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι συγκεκριμένοι κανόνες της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) το εγγυώνται, ιδίως όταν εφαρμόζονται σε συνδυασμό με αντίστοιχες διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου -εν προκειμένω του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ- που ήδη αποτελούν μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p>Ι. Το νομικό καθεστώς της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947</p>



<p>Προκαταρκτικώς διευκρινίζεται, ότι το καθεστώς της τελικής παραχώρησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (Απρίλιος του 1947) μεταξύ των Συμμάχων, νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και της Ιταλίας. Ιδιαίτερη σημασία, εντός αυτού του θεσμικού πλαισίου, έχουν οι διατάξεις του άρθρου 14 της ως άνω Συνθήκης, σύμφωνα με τις οποίες: «1. Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τας κατωτέρω απαριθμουμένας, ήτοι: Αστυπάλαιαν, Ρόδον, Χάλκην, Κάρπαθον, Κάσον, Τήλον, Νίσυρον, Κάλυμνον, Λέρον, Πάτμον, Λιψόν, Σύμην, Κω και Καστελλόριζον ως και τας παρακειμένας νησίδας. 2. Αι ανωτέρω νήσοι θα αποστρατιωτικοποιηθώσι και θα παραμείνωσιναποστρατιω-τικοποιημέναι». Από τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες με βάση το σύνολο του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου -άρα και με βάση τις γενικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου- συνάγονται και τ’ ακόλουθα, ως προς το σημερινό καθεστώς των Δωδεκανήσων.</p>



<p>Α. Οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 της Συνθήκης Ειρήνης</p>



<p>Η διατύπωση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης είναι τόσο σαφής, ώστε δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την ουσία και την έκταση της Κυριαρχίας της Ελλάδας επί των Δωδεκανήσων. Ειδικότερα:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Η Κυριαρχία αυτή είναι «πλήρης», πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ουδένα περιορισμό επιδέχεται κατά την άσκησή της. Το δε περιεχόμενο της «πλήρους» Κυριαρχίας προσδιορίζεται, ως προς τα Δωδεκάνησα, με βάση τους κανόνες του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος περί Κυριαρχίας, καθώς και με βάση τις περί Κυριαρχίας των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατάξεις ιδίως του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ. Οιαδήποτε, λοιπόν, αμφισβήτηση της ερμηνείας των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης συνιστά, αυτοθρόως, παραβίαση του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.</li>



<li>Η Κυριαρχία της Ελλάδας, με την ως άνω έννοια, εκτείνεται όχι μόνο σε όλα τα Νησιά που αναφέρονται ρητώς στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης αλλά, κατά την κατηγορηματική διατύπωση της κατά τ’ ανωτέρω παραγράφου, και επί των «παρακειμένων νησίδων», στο σύνολό τους. Επειδή δε οι διατάξεις αυτές ουδεμία διάκριση κάνουν εν προκειμένω, η διατύπωσή τους καταλαμβάνει τις κάθε είδους «παρακείμενες νησίδες», ανεξαρτήτως μεγέθους τους ή άλλου χαρακτηριστικού τους (π.χ. αν είναι κατοικημένες ή μη). Υπό το πρίσμα δε αυτό είναι προφανές πως και στην περιοχή των Δωδεκανήσων δεν είναι νοητές, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, «γκρίζες ζώνες», αναφορικά με την έκταση και το περιεχόμενο της Ελληνικής Κυριαρχίας στην ως άνω περιοχή.</li>
</ol>



<p>Β.Η εφαρμογή της αρχής του Διεθνούς Δικαίου «resinteraliosacta»</p>



<p>Ως προς την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων, την οποία προέβλεπαν οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 της Συνθήκης Ειρήνης, με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου ισχύουν τα εξής:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Τα περί αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 της Συνθήκης Ειρήνης, πρέπει να ερμηνεύονται και υπό το φως της εκ μέρους της Ελλάδας άσκησης, έναντι της Τουρκίας, του δικαιώματος «νόμιμης άμυνας» Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ, όπως αναλύεται εκτενέστερα στην συνέχεια.</li>



<li>Πέραν όμως της ως άνω επιχειρηματολογίας, η Τουρκία δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, δικαίωμα να επικαλείται την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Και τούτο διότι:</li>
</ol>



<p>α) Οι διατάξεις των άρθρων 34, 35 και 36 της Συνθήκης της Βιέννης περί του Δικαίου των Διεθνών Συνθηκών (1969) ορίζουν, μεταξύ άλλων, και ότι:</p>



<p>α1) Κάθε Συνθήκη ισχύει –επέκεινα δε δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις- μόνον μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Έναντι, λοιπόν, τρίτων κρατών η Συνθήκη συνιστά «resinteraliosacta».</p>



<p>α2) Εξ αυτού του λόγου, μια Συνθήκη ισχύει έναντι τρίτου κράτους μόνον υπό την διπλή προϋπόθεση ότι από την μια πλευρά αυτή είναι η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών. Και, από την άλλη πλευρά, το τρίτο κράτος έχει αποδεχθεί την υποχρέωση ρητώς και εγγράφως.</p>



<p>α3) Κατά λογική νομική ακολουθία, μια Συνθήκη δημιουργεί δικαίωμα για τρίτο κράτος μόνον υπό την, επίσης διπλή, προϋπόθεση ότι από την μια πλευρά τα συμβαλλόμενα μέρη επιδιώκουν δια της Συνθήκης εκχώρηση δικαιώματος στο τρίτο κράτος. Και, από την άλλη πλευρά, το τελευταίο συγκατατίθεται προς τούτο, ρητώς και εγγράφως.</p>



<p>β) Η Τουρκία δεν είναι, υφ’ οιανδήποτε νομικώς παραδεκτή έννοια, συμβαλλόμενο μέρος στην Συνθήκη Ειρήνης του 1947. Άρα η Συνθήκη αυτή, ως προς την οποία η Τουρκία είναι τρίτο κράτος, δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις υπέρ ή εις βάρος της αντιστοίχως. Επιπλέον:</p>



<p>β1) Ουδεμία διάταξη της Συνθήκης Ειρήνης -όπως άλλωστε αποδεικνύει η έως τώρα εφαρμογή της- τεκμηριώνει, έστω και καθ’ υποφοράν, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιδίωξαν δι’ αυτής να εκχωρήσουν οιοδήποτε δικαίωμα στην Τουρκία, πολλώ δε μάλλον δικαίωμα σχετικό με την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων. Πραγματικά, όπως ανενδοιάστως προκύπτει από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες είχε συναφθεί η Συνθήκη Ειρήνης το 1947, η αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων αποφασίσθηκε ύστερα από πρόταση της τότε Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου αυτή να δεχθεί την παραχώρησή τους στην Ελλάδα, λόγω των επιφυλάξεων της σοβιετικής πλευράς αναφορικά με την χρησιμοποίησή τους για στρατιωτικούς λόγους από Χώρα του δυτικού μπλοκ, όπως η Ελλάδα. Ουδεμία, δηλαδή, σχέση είχε η πρόβλεψη της αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων με την Τουρκία και την ασφάλειά της.</p>



<p>β2) Τ’ ανωτέρω ενισχύονται και από το ότι ουδέποτε ζητήθηκε συγκατάθεση της Τουρκίας για εκχώρηση τέτοιου δικαιώματος και ουδέποτε, κατά συνέπεια, υπήρξε εκ μέρους της τέτοια συγκατάθεση. Την ακρίβεια του επιχειρήματος τούτου τεκμηριώνει, και δη αμαχήτως, η ίδια η συμπεριφορά της Τουρκίας. Πραγματικά, π.χ. το 1975 η Τουρκία είχε απευθυνθεί –βλ. το τουρκικό AideMemoire της 3ης Απριλίου 1975- στα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης Ειρήνης καταγγέλλοντας δήθεν παραβιάσεις της, εκ μέρους της Ελλάδας, στην ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων. Η καταγγελία της αυτή κατέληγε με το εξής: «Εναπόκειται στις κυβερνήσεις των συμβαλλομένων χωρών… να απαιτήσουν από την Ελληνική Κυβέρνηση να συμμορφωθεί στο πνεύμα και στο γράμμα» της Συνθήκης Ειρήνης. Και μόνο από την διατύπωση αυτή προκύπτει, καταφανώς, πως ούτε η ίδια η Τουρκία ισχυρίσθηκε ότι αντλεί δικαίωμα προερχόμενο εκ της Συνθήκης Ειρήνης, ως προς το καθεστώς των Δωδεκανήσων. Η δε «εκκωφαντική» σιωπή των συμβαλλόμενων μερών σε αυτή την «καταγγελία» της Τουρκίας βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.</p>



<p>ΙΙ. Η έννοια της «νόμιμης άμυνας» έναντι «επικείμενης απειλής» και, afortiori, «απειλής χρήσης βίας»</p>



<p>Πέραν των λοιπών νομικών θεμελίων, κατά τις ειδικότερες διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, η Ελλάδα νομιμοποιείται να θωρακίζει αμυντικώς και τα Νησιά της στο Αιγαίο, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα που της παρέχουν ειδικές διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.</p>



<p>Α. Το νομικό θεμέλιο των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ</p>



<p>Πρόκειται για δικαίωμα, το οποίο έχει γεννηθεί υπέρ της Ελλάδας προ πολλών δεκαετιών, δεδομένης της διαχρονικής τουρκικής επιθετικότητας και προκλητικότητας. Ιδίως όμως έχει θεμελιωθεί, με αμάχητα τεκμήρια, ύστερα από την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, το 1974, κατεξοχήν δε μετά την «σύναψη», το 2019, του λεγόμενου «τουρκολιβυκού μνημονίου», μεταξύ της Τουρκίας και του φερόμενου ως πρωθυπουργού της Λιβύης.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Και τούτο, διότι αυτή και μόνη η τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο -και για όσο χρονικό διάστημα συνεχίζεται -συνιστά, οπωσδήποτε, απροκάλυπτη «επικείμενη απειλή» κατά της Ελλάδας ή και σαφή «απειλή χρήσης βίας» εναντίον της.</li>
</ol>



<p>α) Ενώ η διαρκώς διευρυνόμενη τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα στο Αιγαίο, κυρίως σε ό,τι αφορά την αμφισβήτηση των κυριαρχικών και άλλων δικαιωμάτων της Ελλάδας ως προς την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες- με αποκορύφωμα την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη- διαιωνίζει και επιτείνει την προμνημονευόμενη «επικείμενη απειλή» εκ μέρους της.</p>



<p>β) Ιδίως δε μετά την «σύναψη» του νομικώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου», η συμπεριφορά της Τουρκίας έχει υπερβεί κάθε όριο προκλητικότητας και ωμής παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, κυρίως δε του Δικαίου της Θάλασσας κατά την Συνθήκη του MontegoBay του 1982. Συνθήκη, η οποία δεσμεύει, ως προς όλες τις διατάξεις της, και την Τουρκία, μολονότι δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή. Και τούτο διότι η ως άνω Συνθήκη, λόγω του μεγάλου αριθμού των Κρατών-Μελών του ΟΗΕ που έχουν προσχωρήσει σε αυτήν -ως και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προσχωρήσει, ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ήδη από το 1998- παράγει, σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, γενικώς δεσμευτικούς εθιμικούς κανόνες ή, κατά την ορθότερη άποψη, εξίσου δεσμευτικούς «γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου».</p>



<ol class="wp-block-list" start="2">
<li>Το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες καθιερώνουν –και μάλιστα ως juscogens- το δικαίωμα της «νόμιμης άμυνας» Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ και σε περίπτωση «επικείμενης απειλής», πολλώ δε μάλλον σε περίπτωση «απειλής χρήσης βίας».</li>
</ol>



<p>α) Παρά την διατύπωση των ως άνω διατάξεων που, primafaciae, φαίνεται να θέτουν ως προϋπόθεση προσφυγής στην διαδικασία της κατά τ’ ανωτέρω «νόμιμης άμυνας» την εκδηλωμένη ένοπλη επίθεση, η μεγάλη πλειοψηφία των διεθνολόγων αλλά και η ίδια η διεθνής πρακτική δέχονται, ότι για την άσκηση του δικαιώματος τούτου αρκεί και η «επικείμενη απειλή», πολλώ μάλλον η «απειλή χρήσης βίας», η οποία και συνιστά ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Έτσι π.χ. οι ΗΠΑ, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, προσέφυγαν στην άσκηση του δικαιώματος «νόμιμης άμυνας» –και μάλιστα χωρίς χρονικό περιορισμό, αφού η απειλή εμφανίσθηκε επικείμενη επ’ αόριστο- ως νόμιμης προληπτικής δράσης λόγω επικείμενης απειλής και, κατ’ ακολουθία, επικείμενης επίθεσης. Την άποψη αυτή υιοθέτησε πλήρως ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, δηλώνοντας –στις 21 Μαρτίου 2005- μεταξύ άλλων και ότι: «Επικείμενες απειλές καλύπτονται πλήρως από το άρθρο 51, το οποίο διασφαλίζει το φυσικό δικαίωμα των κυρίαρχων κρατών να αμυνθούν εναντίον ένοπλης επίθεσης».</p>



<p>β) Ενόψει των προεκτεθέντων, afortiori η Ελλάδα νομιμοποιείται, όταν και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για την άμυνά της, να κάνει χρήση και ως προς τα Νησιά της στο Αιγαίο, εν γένει, του κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ δικαιώματος «νόμιμης άμυνας» έναντι της Τουρκίας, δίχως μάλιστα χρονικό περιορισμό. Και τούτο διότι, ιδίως μετά το 1974, κατά τ’ ανωτέρω, η «απειλή χρήσης βίας» εκ μέρους της Τουρκίας –άρα και η συνακόλουθη «επικείμενη απειλή»- είναι αφενός κάτι παραπάνω από προφανής, και δη με επανειλημμένες και διαφόρων μορφών προκλήσεις. Και, αφετέρου, διαρκής, όπως καταδεικνύει ακόμη και η σημερινή τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο, ιδίως μετά την «σύναψη» του νομικώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου». Συμπεριφορά, η οποία λόγω της αυθαίρετης προσπάθειας της Τουρκίας να εφαρμόσει στην πράξη το νομικώς ανυπόστατο «τουρκολιβυκό μνημόνιο», φέρει όλα τα χαρακτηριστικά και της «απειλής χρήσης βίας», υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια.</p>



<p>γ) Πρόσθετη απόδειξη αυτών συνιστά και το γεγονός του, εντελώς αντίθετου με κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου, «casusbelli» της Τουρκίας, ως προς την επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης της Ελλάδας. Το ως άνω το «casusbelli», πέραν του ότι αποφασίσθηκε -στις 8.6.1995, αμέσως μετά την θέση σε ισχύ της Συνθήκη του MontegoBay του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας- από την τουρκική Εθνοσυνέλευση κατά τρόπο αντίθετο ακόμη και με αυτό τούτο το σύνταγμα της Τουρκίας, συνιστά έκτοτε διαρκή «απειλή χρήσης βίας» εναντίον της Ελλάδας για τον εξής λόγο: Στην ουσία, η Τουρκία δηλώνει μέσω αυτού ότι αποτελεί «αιτία πολέμου» η εκ μέρους της Ελλάδας άσκηση του αναφαίρετου, κατά το Δίκαιο της Θάλασσας, δικαιώματός της να επεκτείνει την Αιγιαλίτιδα Ζώνη της στα 12 ναυτικά μίλια. Υπό τα δεδομένα αυτά, το ανωτέρω «casusbelli» αποτελεί «επιτομή» της «απειλής χρήσης βίας», κατά το Διεθνές Δίκαιο, ιδίως δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.</p>



<p>δ) Τέλος, την προαναφερόμενη «επικείμενη απειλή» ή και «απειλή χρήσης βίας», εκ μέρους της Τουρκίας και εναντίον της Ελλάδας, ολοκληρώνει ο σχηματισμός της λεγόμενης τουρκικής «Στρατιάς του Αιγαίου», τον Ιούλιο του 1975, και μάλιστα με πολυάριθμες αμφίβιες δυνάμεις. Πρόκειται για μετεξέλιξη και μετονομασία της 4ης Στρατιάς (4. Ordu) της Τουρκίας, η οποία εδρεύει στην Σμύρνη και, στην πραγματικότητα, έχει οργανωθεί προκειμένου να εκπαιδεύει τον τουρκικό στρατό για ενδεχόμενη επίθεση εναντίον των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου.</p>



<p>Β. Οι διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ ως μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και οι έννομες συνέπειες για την αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου</p>



<p>Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, πέραν της κατά τ’ ανωτέρω αυτοτελούς κανονιστικής τους ισχύος από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, παράγουν έννομα αποτελέσματα και ως μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Και τούτο διότι οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ παραπέμπουν ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, κατά την οργάνωση και θέση σε λειτουργία της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως είναι προφανές, η «όσμωση» αυτή Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, έχει σημαντικές έννομες συνέπειες ως προς την Ελλάδα. Και τούτο, τόσο σε ό,τι αφορά την ενεργοποίηση της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» απέναντι στην «επικείμενη απειλή» ή και στην «απειλή χρήσης βίας» εκ μέρους της Τουρκίας, όσο και σε ό,τι αφορά την ίδια την αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου τα οποία, αυτονοήτως, αποτελούν μέρος και της Ευρωπαϊκής Επικράτειας. Συγκεκριμένα:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Την προμνημονευόμενη ρήτρα «Αμοιβαίας Άμυνας» («MutualDefence» clause), στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, διαμορφώνουν ρυθμιστικώς, στην ολοκληρωμένη μορφή της που συμπεριλαμβάνει -φυσικά συμπληρωματικώς, και με εντελώς δευτερεύουσα σημασία στην προκείμενη περίπτωση- και την ρήτρα «Αλληλεγγύης» («Solidarity» clause), οι διατάξεις:</li>
</ol>



<p>α) Του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, κατά τις οποίες: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».</p>



<p>β) Του άρθρου 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, κατά τις οποίες: «Η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή. Η Ένωση κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη μέλη, για: α) την πρόληψη τρομοκρατικής απειλής στο έδαφος των κρατών μελών, την προστασία των δημοκρατικών θεσμών και του άμαχου πληθυσμού από ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση, την παροχή συνδρομής σε κράτος μέλος στο έδαφός του, μετά από αίτηση των πολιτικών του αρχών, σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης, β) την παροχή συνδρομής σε κράτος μέλος στο έδαφός του μετά από αίτηση των πολιτικών του αρχών, σε περίπτωση φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής».</p>



<ol class="wp-block-list" start="2">
<li>Οι συνδυαστικώς -αλλά και συμπληρωματικώς, όπως προεκτέθηκε- εφαρμοζόμενες ρήτρες «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης» είναι, από πλευράς κανονιστικής ισχύος, πλήρεις legesperfectae, άρα δεσμευτικές στο ακέραιο.</li>
</ol>



<p>α) Τούτο προκύπτει κυρίως από την Γνώμη, την οποία διατύπωσε -ύστερα από σχετικό αίτημα προς τούτο- η Νομική Υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το 2016. Για την ακρίβεια, στις 12.7.2016 η Νομική Υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αποφάνθηκε, με σειρά τεκμηριωμένων νομικών συλλογισμών, ότι οι κατά τ’ ανωτέρω ρήτρες παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, αντιστοίχως.</p>



<p>β) Κατά την ίδια Γνώμη, η θέση σ’ εφαρμογή του μηχανισμού των ρητρών «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης» μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή σειράς μέτρων, ιδίως δε διπλωματικών, διοικητικών, τεχνικών και -κατ’ εξοχήν μάλιστα- στρατιωτικών, δια της ενεργοποίησης των κατά περίπτωση ένοπλων δυνάμεων. Πρέπει δε να επισημανθεί μ’ έμφαση, ότι η ως άνω ενεργοποίηση μέσων και ένοπλων δυνάμεων προβλέπεται ρητώς από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.</p>



<p>β1) Είναι άκρως ενδεικτικό, ότι στην πρόσφατη Συνθήκη του Aachen, του 2019, μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2020 -και ειδικότερα στο άρθρο 4 εδάφιο β΄ αυτής, που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο 2 «Ειρήνη, Ασφάλεια και Ανάπτυξη»- θεσπίζεται ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, «συμπεριλαμβανομένης της χρήσης στρατιωτικής δύναμης», σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης στην επικράτεια ενός εκ των Μερών, υπό το πρίσμα, όπως ορίζεται επί λέξει στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου, των υποχρεώσεων των δύο Κρατών όχι μόνο με βάση το άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, αλλά και με βάση το άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ.</p>



<p>β2) Μάλιστα η Καγκελάριος Α. Merkel, στις δηλώσεις της κατά την υπογραφή της Συνθήκης, ανέφερε, όσον αφορά ειδικότερα τις διατάξεις του 2ου Κεφαλαίου για την αμυντική συνεργασία Γαλλίας και Γερμανίας, ότι πρόκειται για την «συνεισφορά της Γερμανίας στην έλευση ενός Ευρωπαϊκού Στρατού».</p>



<p>γ) Ουσιαστικώς, η ρήτρα «Αμοιβαίας Άμυνας» -όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ, με την παραπομπή και στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ- συνιστά εφαρμοστέο δίκαιο και στις διμερείς διακρατικές συμφωνίες των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες, ουσιαστικώς, προλειαίνουν το έδαφος της διαμόρφωσης μιας κοινής αμυντικής πολιτικής της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>



<ol class="wp-block-list" start="3">
<li>Από πλευράς πρακτικής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, ως προς τις ρήτρες «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης», υφίστανται ως τώρα δύο, τουλάχιστον, άκρως χαρακτηριστικά παραδείγματα:</li>
</ol>



<p>α) Τον Νοέμβριο του 2015, μετά τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, η Γαλλία, δια του Προέδρου της FrançoisHollande, ζήτησε και πέτυχε την ενεργοποίηση της εφαρμογής της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ. Ας σημειωθεί, ότι η Γαλλία στηρίχθηκε, εν προκειμένω, και στο προηγούμενο της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ από τις ΗΠΑ, κατά το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όπως ήδη επισημάνθηκε. Τονίζεται, ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αποφάσισε, συνειδητά, να επικαλεσθεί αποκλειστικώς την ρήτρα «Αμοιβαίας Άμυνας» του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και όχι την αντίστοιχη ρήτρα του άρθρου 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου. Μάλιστα, ο τότε Υπουργός Άμυνας και νυν Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Jean-YvesLeDrian, ανέφερε σε δήλωσή του ότι «η Γαλλία δεν μπορεί να κάνει τα πάντα», επικαλούμενος ευθέως, ως προς την παροχή στρατιωτικής συνδρομής των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες για την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Μέση Ανατολή και στην Αφρική. Στο «κάλεσμα» αυτό ανταποκρίθηκαν πολλά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>



<p>β) Ως τέτοιο προηγούμενο μπορεί να χαρακτηρισθεί και η αναφορά στις προμνημονευόμενες ρήτρες κατά την διάρκεια της Συνόδου των Υπουργών Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις 16.6.2020, και μάλιστα ακριβώς ενόψει των κρίσιμων δεδομένων που έχει δημιουργήσει η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, στο στοιχείο 6 των συμπερασμάτων η Σύνοδος αυτή: «Επαναλαμβάνει την σημασία της αλληλοβοήθειας ή και αλληλεγγύης, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 42(7) της ΣΕΕ και του άρθρου 222 της ΣΛΕΕ. Και συμφωνεί να συνεχισθεί η προσπάθεια για μια κοινή κατανόηση του άρθρου 42(7) της ΣΕΕ καθώς και την συναγωγή των σχετικών διδαγμάτων, οικοδομώντας πολιτικές, βασισμένες σε συγκεκριμένα σενάρια κατά τους προσεχείς μήνες».</p>



<ol class="wp-block-list" start="4">
<li>Υπό το φως των προηγούμενων διαπιστώσεων καθίσταται προφανές και ότι:</li>
</ol>



<p>α) Το δικαίωμα της Ελλάδας να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο βρίσκει έρεισμα και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μέσω του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου που περιλαμβάνει τις κρίσιμες, ως προς τούτο, διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου.</p>



<p>α1)Και για την ακρίβεια, η ευθεία αναφορά των διατάξεων του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ συνεπάγεται και το ότι η Ελλάδα δικαιούται να θωρακίζει αμυντικώς τα Νησιά του Αιγαίου και με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παγιωμένης πλέον ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Ήτοι όχι μόνον όταν υπάρχει ευθεία επίθεση εναντίον των Νησιών του Αιγαίου, αλλά και όταν υπάρχει «επικείμενη απειλή» ή, afortiori, «απειλή χρήσης βίας». Και η σημερινή στάση της Τουρκίας, η οποία διακρίνεται για την πρωτόγνωρη προκλητικότητά της, όχι μόνο φθάνει στα όρια της «επικείμενης απειλής» αλλά και τα υπερβαίνει κατά πολύ, τουλάχιστον στον βαθμό «απειλής χρήσης βίας».</p>



<p>α2) Την θέση αυτή επιβεβαιώνουν, «πανηγυρικώς», και τα συμπεράσματα της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης της 10ης Σεπτεμβρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορσικής, στο μέτρο που διαπιστώνουν ότι, υπό την τρέχουσα συγκυρία, η Τουρκία προβαίνει σε, κατά συρροήν μάλιστα, παραβιάσεις της Κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου. Ειδικότερα, στην παράγραφο 6 των ως άνω συμπερασμάτων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι συμμετέχοντες: «Εκφράζουν την πλήρη στήριξη και αλληλεγγύη τους στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για τις επανειλημμένες παραβιάσεις κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων όπως και για τις επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας». Συνακόλουθα, η Ελλάδα δικαιούται να θωρακίζει αμυντικώς τα Νησιά του Αιγαίου τόσο με βάση το Διεθνές, όσο και με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p>β) Επειδή οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ παραπέμπουν ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, ως προς την ενεργοποίηση του μηχανισμού της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» -συνδυαστικώς δε και συμπληρωματικώς και του μηχανισμού της ρήτρας «Αλληλεγγύης»- καθίσταται προφανές και τούτο:</p>



<p>β1) Λόγω του ότι η προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας βρίσκεται μέσα στα όρια -ή και υπερβαίνει πλέον τα όρια- της «επικείμενης απειλής», η Ελλάδα δικαιούται, ανά πάσα στιγμή και κατά την κρίση της, να ζητήσει από τ’ αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ενεργοποίηση του μηχανισμού της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας», σε συνδυασμό -όταν και εφόσον τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, κάτι που, βεβαίως, δεν συντρέχει στην ερευνώμενη εν προκειμένω περίπτωση- με την ενεργοποίηση του μηχανισμού της ρήτρας «Αλληλεγγύης», κατά τις διατάξεις των άρθρων, αντιστοίχως, 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.</p>



<p>β2) Το συμπέρασμα τούτο, στο πλαίσιο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ενισχύεται καταλυτικώς και από όλες τις δηλώσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και μεμονωμένων Ευρωπαίων Αξιωματούχων, οι οποίες αναφέρονται ευθέως στην τουρκική αυθαιρεσία εις βάρος της Ελλάδας. Ιδίως δε ενισχύονται από τα προμνημονευόμενα συμπεράσματα της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης της 10ης Σεπτεμβρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορσικής.</p>



<p>Επίλογος</p>



<p>Η ανάλυση που προηγήθηκε μπορεί να συμπυκνωθεί στ’ ακόλουθα συμπεράσματα:</p>



<p>Α. Αδιαπραγμάτευτη Εθνική μας Θέση είναι ότι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υφίσταται μια, και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριοθέτησης της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και των αντίστοιχων θαλάσσιων ζωνών. Ουδένα δε ζήτημα υφίσταται ως προς την αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Η Ελλάδα έχει το δικαίωμα -αλλά και την υποχρέωση, αφού τούτο αφορά την προστασία της Ελληνικής Επικράτειας- τόσο για δικό της λογαριασμό όσο και απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες Κράτος-Μέλος της, να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο, ανεξαρτήτως της έκτασης του εδάφους τους και του αν κατοικούνται ή όχι. Το δικαίωμα αυτό στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ περί «νόμιμης άμυνας» όχι μόνο σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον του, αλλά και σε περίπτωση «απειλής χρήσης βίας» ή ακόμη και «επικείμενης απειλής», όπως προκύπτει από την πρακτική αυτού τούτου του ΟΗΕ. Και είναι δεδομένο ότι η Τουρκία, ιδίως μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974, το εντελώς αυθαίρετο «casusbelli» ως προς την επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης και τον σχηματισμό της «Στρατιάς του Αιγαίου», απειλεί διαχρονικώς και ευθέως την Ελλάδα, και με την χρήση βίας -όπως αποδεικνύει, επιπροσθέτως, η πρόσφατη στάση της, μετά την «σύναψη» του λεγόμενου «τουρκολιβυκού μνημονίου»- παραβιάζοντας ευθέως το Διεθνές Δίκαιο και, κατ’ εξοχήν, το Δίκαιο της Θάλασσας κατά την Συνθήκη του MontegoBay του 1982. Συνθήκη, η οποία δεσμεύει και την Τουρκία, μέσω γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.</li>



<li>Πέραν τούτων, η Τουρκία ουδόλως και καθ’ οιονδήποτε τρόπο μπορεί να επικαλείται την Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων του 1947, δια της οποίας παραχωρήθηκαν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Και αυτό επειδή η Τουρκία δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω Συνθήκη, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ των Συμμάχων νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της Ιταλίας. Afortiori, η Τουρκία οφείλει να σέβεται, στο ακέραιο, την Συνθήκη Ειρήνης, η οποία συνιστά, έναντι αυτής, «resinteraliosacta».</li>
</ol>



<p>B. To ίδιο δικαίωμα -άρα και την ίδια υποχρέωση- αντλεί η Ελλάδα και με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, σύμφωνα με τις ακόλουθες διευκρινίσεις και υπό τα δεδομένα της διαρκώς εντεινόμενης προκλητικής και επιθετικής συμπεριφοράς της Τουρκίας απέναντί της η οποία, κατά τα συμπεράσματα της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης της 10ης Σεπτεμβρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορσικής, παραβιάζει ευθέως την Κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, οι οποίες κατοχυρώνουν τις θεσμικές εγγυήσεις ενεργοποίησης της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας», όταν απειλείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραπέμπουν ευθέως, ως προς τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης της ρήτρας αυτής, στις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Κατά τούτο, οι ως άνω διατάξεις αποτελούν μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, οπότε η Ελλάδα έχει το δικαίωμα αμυντικής θωράκισης των Νησιών του Αιγαίου εναντίον της τουρκικής απειλής και με βάση το θεσμικό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</li>



<li>Επιπλέον, και ενόψει της κατάφωρης τουρκικής προκλητικότητας και ευθείας απειλής εναντίον της, η Ελλάδα δικαιούται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει, ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενεργοποίηση της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας», κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή η Ελλάδα μπορεί να επικαλεσθεί την πρακτική, η οποία έχει έως τώρα ακολουθηθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ενεργοποίηση της ως άνω ρήτρας.»</li>
</ol>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προκόπης Παυλόπουλος: Το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο ως συστατικό στοιχείο του Βυζαντινού Πολιτισμού</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/09/20/%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%81%cf%89/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μαύρα Σαραντοπούλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 20 Sep 2023 20:07:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ομιλία]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=797853</guid>

					<description><![CDATA[Σε ομιλία του, κατά την Εκδήλωση του Δήμου Θεσσαλονίκης με τίτλο «Γιατί το Βυζάντιο;», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε με θέμα «Το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο ως συστατικό στοιχείο του Βυζαντινού Πολιτισμού» και επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Οι μελετητές ανακαλύπτουν, συν τω χρόνω, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><em>Σε ομιλία του, κατά την Εκδήλωση του Δήμου Θεσσαλονίκης με τίτλο «Γιατί το Βυζάντιο;», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε με θέμα «Το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο ως συστατικό στοιχείο του Βυζαντινού Πολιτισμού» και επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής:</em></h3>



<p>«Οι μελετητές ανακαλύπτουν, συν τω χρόνω, ολοένα και πιο «<em>συναρπαστικές</em>» πτυχές της πεμπτουσίας του Βυζαντινού Πολιτισμού που, συμβατικώς, θεωρούμε ότι είχε ως αφετηρία τον τέταρτο αιώνα και «<em>έπεσε</em>», μαζί με την Κωνσταντινούπολη, το 1453. Χρησιμοποιείται ο όρος «<em>συμβατικώς</em>», διότι οι αυστηροί χρονικοί προσδιορισμοί δεν αρκούν, φυσικά, για να περιγραφεί η πολύπλευρη φυσιογνωμία του Βυζαντίου, πολλώ μάλλον όταν ο πολιτισμικός «<em>φάρος»</em> του Βυζαντινού Πολιτισμού εξέπεμπε, ακόμη και πολύ μετά το 1453, την λάμψη του στην Δυτική Ευρώπη.&nbsp; Οι ως άνω πτυχές της πεμπτουσίας του Βυζαντινού Πολιτισμού&nbsp; αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και το πώς και γιατί ο Βυζαντινός Πολιτισμός συνέβαλλε, καθοριστικώς, αφενός στην «<em>αξιοποίηση</em>» της Χριστιανικής Διδασκαλίας για να καταστεί ο τρίτος πυλώνας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.&nbsp; Και, αφετέρου και συνακόλουθα,&nbsp; στην «<em>επιβίωση»</em> του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος και του Πολιτισμού του ως την Αναγέννηση. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να επισημανθεί, προς επίρρωση της τελευταίας διαπίστωσης, ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σίγουρα ξεκίνησε ως «<em>διάδοχος»</em> της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πλην όμως η, ραγδαίως εξελιχθείσα στην συνέχεια, Ελληνική επιρροή επ’ αυτής, σε όλα τα επίπεδα -ιδίως δε στο πνευματικό επίπεδο, σύμφωνα με όσα θα προστεθούν ως προς αυτό κατωτέρω- οδήγησε σύντομα στην γιγάντωση, ουσιαστικώς, της Ελληνικής «<em>πτυχής»</em> του Βυζαντίου.&nbsp;</p>



<p><strong>Ι. Βυζάντιο και Αρχαία Ελλάδα</strong></p>



<p>Οι δεσμοί του Βυζαντινού Πολιτισμού με τον Ελληνικό Πολιτισμό της Κλασικής Αρχαιότητας είναι «<em>ακατάλυτοι</em>». Και αυτό οφείλεται, εν πολλοίς, σε δύο στενώς συνδεόμενους μεταξύ τους λόγους, όπως τους έχει αναδείξει με ξεκάθαρο και εντυπωσιακώς τεκμηριωμένο τρόπο κυρίως ο Νίκος Σβορώνος, στην κλασική μελέτη του «<em>Από το Βυζάντιο στην Ευρώπη»</em> (εκδ. Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, 1987, μ’ έμφαση στο 4<sup>ο</sup> κεφ., που αφορά τον Ιωάννη Δαμασκηνό).&nbsp; Κατά πρώτο λόγο, το Βυζάντιο διέσωσε μεγάλο μέρος της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, την οποία συνδύασε αρμονικώς με τις αρχές του Χριστιανισμού μέσω της διδασκαλίας των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, ώστε από το αμάλγαμα αυτό να προκύψει εκείνο που θεωρείται ως η «<em>πεμπτουσία»</em> του Βυζαντινού Πολιτισμού.&nbsp; Και, κατά δεύτερο λόγο, το Βυζάντιο στην συνέχεια διέδωσε τα διασωθέντα έργα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στην Δυτική Ευρώπη.&nbsp; Γεγονός το οποίο έδωσε περαιτέρω ώθηση και στην εμπέδωση του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, ως πρώτου και θεμελιώδους, διαχρονικώς, πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, αλλά και στην καθιέρωση της Χριστιανικής Διδασκαλίας ως του τρίτου, πλέον, πυλώνα στήριξης του «<em>αετώματος»</em> του Πολιτισμού τούτου.</p>



<p><strong>Α. Αρχαία Αθήνα, Αρχαία Ρώμη, Κωνσταντινούπολη</strong></p>



<p>Ειδικότερα, είναι σχεδόν αδύνατο ν’ αμφισβητηθεί, με βάση τα δεδομένα της ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, ότι ο Βυζαντινός Πολιτισμός, ως πολιτισμικό «<em>αμάλγαμα»</em> το οποίο συνέδεσε, με ιδανικό -οιονεί φυσικό θα μπορούσαμε να πούμε- τρόπο την δική του πολιτισμική δημιουργία στο «<em>άρμα»</em> εκείνης της Αρχαιότητας εν γένει, για να «<em>περάσει»</em> &nbsp;η τελευταία στην Αναγέννηση, συνίσταται: &nbsp;</p>



<ol class="wp-block-list" type="1">
<li>Από την μια πλευρά σε μια τεραστίων διαστάσεων –τόσο ποσοτικώς όσο και ποιοτικώς– Γραμματεία, αποτελούμενη από σπουδαία έργα. Έργα που μαρτυρούν βαθύτατη φιλοσοφική παιδεία, αγωνιώδεις «<em>αναβάσεις</em>» στο «<em>δύσβατο όρος</em>» της θεογνωσίας, υπαρξιακές αναζητήσεις, αναλύσεις περί της ανθρώπινης ψυχής από τους Νηπτικούς Πατέρες -οι οποίοι ακόμη εκπλήσσουν τον μελετητή με την εμβρίθεια και την οξυδέρκειά τους- Τέχνη υψηλού επιπέδου, οι επιρροές της οποίας ανιχνεύονται και στους μοντερνιστές ζωγράφους του 20ού αιώνα, μουσική που δεν αποτελεί ένα «<em>συναυλιακό ακρόαμα</em>» αλλά διατηρεί πάντα την ζωντανή, λειτουργική, θέση της στην Ορθόδοξη Λατρεία.</li>



<li>Και, από την άλλη πλευρά, ο Βυζαντινός Πολιτισμός στηρίχθηκε σ’ ένα διοικητικό σύστημα και σ’ ένα Νομικό Πολιτισμό, που διέσωσαν και διαιώνισαν&nbsp; την Ελληνορωμαϊκή παράδοση, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στην γέννηση των ανθρωπιστικών στοιχείων της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, μέσω της εμπέδωσης της υιοθέτησης του σεβασμού στον Άνθρωπο, σύμφωνα με την ρήση του Αποστόλου Παύλου: «<em>Ο</em><em>ὐ</em><em>κ </em><em>ἔ</em><em>νι </em><em>Ἰ</em><em>ουδα</em><em>ῖ</em><em>ος ο</em><em>ὐ</em><em>δ</em><em>ὲ</em><em> </em><em>Ἕ</em><em>λλην, ο</em><em>ὐ</em><em>κ </em><em>ἔ</em><em>νι δο</em><em>ῦ</em><em>λος ο</em><em>ὐ</em><em>δ</em><em>ὲ</em><em> </em><em>ἐ</em><em>λεύθερος, ο</em><em>ὐ</em><em>κ </em><em>ἔ</em><em>νι </em><em>ἄ</em><em>ρσεν κα</em><em>ὶ</em><em> θ</em><em>ῆ</em><em>λυ· πάντες γ</em><em>ὰ</em><em>ρ </em><em>ὑ</em><em>με</em><em>ῖ</em><em>ς ε</em><em>ἷ</em><em>ς </em><em>ἐ</em><em>στε </em><em>ἐ</em><em>ν Χριστ</em><em>ῷ</em><em> </em><em>Ἰ</em><em>ησο</em><em>ῦ</em>» (Γαλ. 3,28).&nbsp; Το τελευταίο αυτό συστατικό του Βυζαντινού Πολιτισμού οδήγησε σ’ έναν, άκρως εξελιγμένο για τα δεδομένα της εποχής, δικό του Νομικό Πολιτισμό, στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώθηκε και το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο. Είναι δε χαρακτηριστική η μετέπειτα ουσιώδης επιρροή του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου στις Έννομες Τάξεις των Κρατών της Ηπειρωτικής Ευρώπης, στοιχεία του οποίου «<em>επιβιώνουν»</em> ως σήμερα.</li>
</ol>



<p><strong>Β. Ο Νομικός Πολιτισμός</strong></p>



<p>Πραγματικά, είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι δεν νοείται, ουσιαστικώς, η βαθύτερη γνώση βασικών στοιχείων των Έννομων Τάξεων των Κρατών αυτών, ιδίως στα πεδία του Ιδιωτικού αλλά και του Δημόσιου Δικαίου, δίχως αναδρομή και αναγωγή στ’ αντίστοιχα, οιονεί «<em>αρχετυπικά»,</em> στοιχεία του κλασικού Ρωμαϊκού Δικαίου τα οποία «<em>διέσωσε»</em> το Βυζάντιο, διαπλάθοντας το κανονιστικό πεδίο του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου.&nbsp;&nbsp;</p>



<ol class="wp-block-list" type="1">
<li>Το αυτό ισχύει και για το Ελληνικό Δίκαιο, όπως τούτο άρχισε να θεσμοθετείται αμέσως μετά την Εθνεγερσία του 1821. Κυρίως όμως μετά το 1830, όταν δια του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου ιδρύθηκε, θεσμικώς και πολιτικώς, το Νεότερο Ελληνικό Κράτος. Όπως δε και στα λοιπά Κράτη της Ηπειρωτικής Ευρώπης, καθώς σημειώθηκε αμέσως προηγουμένως, έτσι και στην Ελληνική Νομική Επιστήμη, και σήμερα, η επισταμένη μελέτη του Ιδιωτικού αλλά και του Δημόσιου Δικαίου προϋποθέτει «<em>επιστροφή» </em>στις ρίζες του κλασικού Ρωμαϊκού Δικαίου.</li>



<li>Τούτο ισχύει κυρίως ως προς τους κανόνες του Αστικού Δικαίου και ως προς την βαθύτερη κατανόηση της έννοιας του Κράτους και του Δημόσιου Συμφέροντος, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στο δεύτερο Κεφάλαιο, για την πολιτισμική «<em>κληρονομιά» </em>της Αρχαίας Ρώμης εν γένει.&nbsp;</li>
</ol>



<p><strong>ΙΙ. Η ιδιοσυστασία του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου και η «<em>διείσδυσή</em>» του στην Ελληνική Έννομη Τάξη</strong></p>



<p>Συγκεκριμένα, το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, ως «<em>Δίκαιον των αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων»,</em> ήταν το πρώτο, το οποίο εφαρμόσθηκε στο νεοσύστατο -μετά το 1830 κατά τ’ ανωτέρω- Ελληνικό Κράτος.&nbsp;</p>



<p><strong>Α. Η εξέλιξη του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου</strong></p>



<p>Ως προς την εν γένει εξέλιξη του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, μετά την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου «<em>Corpus</em><em> </em><em>Juris</em><em> </em><em>Civilis</em>» επί Ιουνστινιανού, είναι αναγκαίο να επισημανθούν και τα εξής:</p>



<ol class="wp-block-list" type="1">
<li>Κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Εικονομάχου Λέοντος Γ΄ -πιθανότατα δε το 740- συντάχθηκε, κατ’ εντολή του, η «<em>Εκλογή των Νόμων».</em> Επρόκειτο για «<em>απάνθισμα» </em>της πλειάδας των ρυθμίσεων, τις οποίες περιείχε το «<em>Corpus</em><em> </em><em>Juris</em><em> </em><em>Civilis</em><em>»</em>, και η σύνταξή του οφείλεται στην ανάγκη αφενός ν’ αντιμετωπισθούν οι δυσχέρειες πρόσβασης στις αρχικές πηγές της Ιουνστινιάνειας νομοθεσίας, μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος.&nbsp; Και, αφετέρου, να επιλυθούν τα προβλήματα κατανόησης της λατινικής γλώσσας, στην οποία είχαν διατυπωθεί οι κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις της Ιουνστινιάνειας νομοθεσίας.&nbsp; Η «<em>Εκλογή των Νόμων»</em> αφορούσε ιδίως θέματα ουσιαστικού ιδιωτικού δικαίου- και για την ακρίβεια οικογενειακού, ενοχικού και εμπράγματου δικαίου- ιδιωτικού δικονομικού δικαίου και μέρους του ποινικού δικαίου.&nbsp; Είναι δε αξιοσημείωτες εν προκειμένω εκείνες οι νομοθετικές παρεμβάσεις, με τις οποίες ρυθμίζονταν ζητήματα των επιβαλλόμενων ποινών, πρωτίστως δε ζητήματα δραστικού περιορισμού των εγκλημάτων, η τέλεση των οποίων συνεπαγόταν την επιβολή της θανατικής ποινής.</li>



<li><em>Corpus</em><em> </em><em>Juris</em><em> </em><em>Civilis</em><em>» </em>καθώς και η «<em>Επαναγωγή»</em> ή, ορθότερα, «<em>Εισαγωγή». &nbsp;</em>Με την τελευταία επιχειρήθηκε μια μορφή καθορισμού των καθηκόντων μεταξύ Αυτοκράτορα και Πατριάρχη, που τότε εμφανίζονταν ως οιονεί ισοδύναμοι θεσμικοί παράγοντες εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,&nbsp; βεβαίως καθένας στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του.&nbsp; Κατ’ αξιόπιστες ιστορικές πηγές, η «<em>Επαναγωγή» </em>ή<em> «Εισαγωγή»</em> συντάχθηκε ύστερα από πρωτοβουλία και επιρροή, ως προς τις επιμέρους ρυθμίσεις της, του Πατριάρχη Φωτίου.&nbsp; Αυτή η ιδιόμορφη «<em>δυαρχία»</em> μεταξύ Αυτοκράτορα και Πατριάρχη δεν επρόκειτο να διαρκέσει επί μακρόν, δοθέντος ότι, μετά την πολιτική και πολιτειακή ισχυροποίηση του Λέοντος&nbsp; ΣΤ΄, ουσιαστικώς καταργήθηκε, όταν ο τελευταίος προκάλεσε την εκτεταμένη «<em>αναθεώρηση»</em> της «<em>Επαναγωγής</em>» ή «<em>Εισαγωγής</em>».</li>
</ol>



<ul class="wp-block-list">
<li>Τέλος, κατά τον 11<sup>ο</sup> αιώνα συντάχθηκε το, ευρύτατης χρήσης μετέπειτα, αναλυτικό ευρετήριο των «<em>Βασιλικών»</em>, που έφερε τον τίτλο «<em>Τιπούκειτος»</em>, από το «<em>τι, που, κείται». </em>&nbsp;Κατά τον ίδιο αιώνα ο Ιωάννης Ξιφιλίνος συγκέντρωσε και ενοποίησε όλα τα σχόλια, τα οποία είχαν διατυπωθεί πάνω στις διατάξεις των «<em>Βασιλικών»</em>, διευκολύνοντας την ερμηνεία και εφαρμογή τους, τόσο στο επίπεδο διδασκαλίας του Δικαίου όσο και στο επίπεδο της νομικής πράξης.</li>



<li>Όπως ήταν αναμενόμενο, η κατά τ’ ανωτέρω τεράστια νομοθετική παραγωγή, αρχής γενομένης από το «<em>Corpus</em><em> </em><em>Juris</em><em> </em><em>Civilis</em><em>»</em> επί Ιουνστινιανού, βοήθησε τα μέγιστα και την εξέλιξη της Νομικής Επιστήμης στο Βυζάντιο.&nbsp; Εξέλιξη, η οποία κορυφώθηκε τον 11<sup>ο</sup> αιώνα, με το έργο συγγραφέων που δεν είχαν ως μόνη ενασχόληση την ερμηνεία και εφαρμογή του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου.&nbsp; Αντιθέτως, η πνευματική τους εμβέλεια ήταν πολύ ευρύτερη, γεγονός το οποίο διευκόλυνε την νομική συγγραφική τους δραστηριότητα, αν μάλιστα αναλογισθεί κανείς ότι η Νομική Επιστήμη, οιονεί εκ φύσεως, προϋποθέτει την γενικότερη Παιδεία των «<em>θεραπόντων»</em> της. Σπουδαιότεροι εκπρόσωποι της Νομικής Επιστήμης στο Βυζάντιο κατά την περίοδο αυτή υπήρξαν κατά πρώτο λόγο ο Μιχαήλ Ψελλός, συγγραφέας του έργου «<em>Σύνοψις Νόμων», </em>το οποίο ανέλυε νομικές έννοιες σε απλοποιημένη μορφή και το οποίο, μολονότι αρχικώς προοριζόταν για την εκπαίδευση του νεαρού τότε Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄, γνώρισε στην συνέχεια πολύ ευρύτερη κυκλοφορία.&nbsp; Και, κατά δεύτερο λόγο, ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, πιθανόν μαθητής του Μιχαήλ Ψελλού, ο οποίος συνέγραψε, μάλλον το 1072, κατ’ εντολή του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ ένα εξαιρετικά εύχρηστο βοήθημα των «<em>Βασιλικών», τον «Παραπινάκιον» </em>νομικό κώδικα, γνωστό ως «<em>Πόνημα Νομικόν»</em>.</li>
</ul>



<p><strong>Β. Η «Εξάβιβλος» του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου</strong></p>



<p>Η «<em>διείσδυση»</em> του υπό την κατά τ’ ανωτέρω έννοια του &nbsp;Βυζαντινού Δικαίου στην Ελληνική Έννομη Τάξη συνέβη κυρίως μέσω της «<em>Εξαβίβλου</em>» ή «<em>Προχείρου Νόμων»</em> <em>&nbsp;</em>του μεγάλου νομομαθούς και δικαστικού λειτουργού στην Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, ο οποίος την συνέγραψε, μεταξύ 1344-1345, συμπληρώνοντας και συστηματοποιώντας, μ’ εντυπωσιακό μεθοδολογικώς -και όχι μόνο- τρόπο, το παλαιότερο κωδικοποιητικό έργο, «<em>Τα Βασιλικά»</em> του 907, επί εποχής του Αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ΄.</p>



<ol class="wp-block-list" type="1">
<li>&nbsp;Έργο το οποίο επικαιροποίησε και συνέπτυξε το κολοσσιαίο κωδικοποιητικό εγχείρημα του Ιουστινιανού μέσω του «<em>Corpus</em><em> </em><em>Juris</em><em> </em><em>Civilis</em><em>», </em>που είχε αρχικώς ενοποιήσει τις διάσπαρτες διατάξεις του προϊσχύσαντος Ρωμαϊκού Δικαίου. Διευκρινίζεται ότι το «<em>Corpus</em><em> </em><em>Juris</em><em> </em><em>Civilis</em><em>», </em>έργο των μέσων του 6<sup>ου</sup> αιώνος, αποτελούσαν οι «<em>Εισηγήσεις»</em>, ο «<em>Πανδέτης», </em>ο «<em>Κώδιξ»</em> και, μεταγενεστέρως, οι «<em>Νεαρές»</em>.&nbsp; Ήτοι οι επίκαιρες ρυθμίσεις στα Ελληνικά που, τελικώς, προσέδωσαν στο «<em>Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο»</em> τις ευρέως εξελληνισμένες διαστάσεις του.&nbsp;&nbsp; Στην «<em>Εξάβιβλο» </em>ή «<em>Πρόχειρον Νόμων»</em>&nbsp; ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος «<em>συμπύκνωσε»</em> το σύνολο, σχεδόν, της ως τότε Βυζαντινής νομοθεσίας και νομολογίας, ανατρέχοντας ως τις ρίζες του Ρωμαϊκού Δικαίου στην βάση των «<em>Βασιλικών»</em>.&nbsp;</li>



<li>Οι τρεις πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 και ως την θέσπιση του οριστικού Συντάγματος του 1827, παρέπεμπαν, ως προς το ισχύον Αστικό Δίκαιο, γενικώς στους «<em>νόμους των αειμνήστων Χριστιανών Αυτοκρατόρων»</em>, ήτοι στα «<em>Βασιλικά». </em>Με τον τρόπο αυτό οι πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, ήθελαν, για λόγους Εθνικού συμβολισμού, να υποδηλώσουν ότι το Νέο Ελληνικό Κράτος εθεωρείτο ως συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. <em>&nbsp;</em>Λόγω των μεγάλων δυσχερειών προσφυγής των τότε δικαστικών αρχών -και όχι μόνο- στα «<em>Βασιλικά»</em>, ο Ιωάννης Καποδίστριας προκάλεσε την θέσπιση του Ψηφίσματος της 15<sup>ης</sup> Δεκεμβρίου 1828, το οποίο παρέπεμψε πλέον, ως προς το εφαρμοστέο στην ελεύθερη Ελλάδα Αστικό Δίκαιο, στην «<em>Εξάβιβλο»</em> ή «<em>Πρόχειρον Νόμων»</em> του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου.&nbsp; Και στην συνέχεια, με διάταγμα της Αντιβασιλείας του Όθωνα, το 1835 -διάταγμα της 23<sup>ης</sup> Φεβρουαρίου/7<sup>ης</sup> Μαρτίου 1835- η «<em>Εξάβιβλος»</em> ή «<em>Πρόχειρον Νόμων»</em> αποτέλεσε μέρος της Ελληνικής Έννομης Τάξης και ίσχυσε, ως προσωρινός «<em>Πολιτικός Κώδιξ»</em>, για μεγάλο χρονικό διάστημα -και υπό αρκετές πτυχές του μέχρι την ψήφιση του Αστικού Κώδικα, το 1946- ως ο πρώτος επίσημος Αστικός Κώδικας του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.</li>
</ol>



<p>Σε όλες τις «<em>πτυχές»</em> που προαναφέρθηκαν και κατ’ εξοχήν στις «<em>πτυχές» </em>αφενός του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού ως προς την πνευματική τουδιάσταση, και, αφετέρου, του Βυζαντινού Δικαίου ως προς την θεσμική του διάσταση, οφείλει το Βυζάντιο, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, και το γεγονός ότι ουδέποτε αποτέλεσε μέρος του Μεσαίωνα και του ζοφερού, καταστροφικού πολιτισμικώς, σκοταδισμού του. Συμπερασματικώς και εν είδει κατάληξης όλης αυτής της ανάλυσης, το Βυζάντιο οφείλει στην Αρχαία Ρώμη το θεσμικό «<em>οπλοστάσιο», </em>αναφορικά με την οργάνωση του Κράτους και την δόμηση και εφαρμογή της Έννομης Τάξης.&nbsp; Ενώ -και εδώ «<em>χτυπάει η καρδιά» </em>του Βυζαντινού Πολιτισμού- στην Αρχαία Ελλάδα και στον Πολιτισμό της οφείλει την εμβληματική πνευματική του, εν γένει, «<em>ταυτότητα»</em>, η οποία συνθέτει την «<em>ραχοκοκαλιά»</em> του τρίτου πυλώνα του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Π. Παυλόπουλος: Σύνταγμα του Άστρους του 1823</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/09/01/%cf%80-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%8d%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ac%cf%83%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%82-%cf%84%ce%bf/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μαύρα Σαραντοπούλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 18:34:15 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[εκδήλωση]]></category>
		<category><![CDATA[ομιλία]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα του Άστρους του 1823]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=793027</guid>

					<description><![CDATA[Μιλώντας στο Άστρος, κατά την εκδήλωση παρουσίασης του Επετειακού Τόμου για τα 200 χρόνια από την εκεί σύγκληση της Β΄ Εθνοσυνέλευσης και την ψήφιση του «Νόμου της Επιδαύρου» («Σύνταγμα του Άστρους του 1823»), ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε την επικαιρότητα του «Νόμου [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Μιλώντας στο Άστρος, κατά την εκδήλωση παρουσίασης του Επετειακού Τόμου για τα 200 χρόνια από την εκεί σύγκληση της Β΄ Εθνοσυνέλευσης και την ψήφιση του «Νόμου της Επιδαύρου» («Σύνταγμα του Άστρους του 1823»), ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε την επικαιρότητα του «Νόμου της Επιδαύρου» («Σύνταγμα του Άστρους του 1823») ως προς την υπεράσπιση της κανονιστικής υπεροχής του Συντάγματος μπροστά στο διαβρωτικό φαινόμενο της προσφάτως επιχειρούμενης σύμφωνης με τον Νόμο ερμηνείας και εφαρμογής του στην πράξη. </h3>



<p></p>



<p>Αναλυτικά, <strong>ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε</strong>: «Ο «Νόμος της Επιδαύρου» («Σύνταγμα του Άστρους του 1823») συνιστά μια μορφή κανονιστικής «γέφυρας» μεταξύ του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» και του «οριστικού», «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», του Συντάγματος της Τροιζήνας, το οποίο θεσπίσθηκε από την Γ΄ Εθνική Συνέλευση την 1η Μαΐου 1827. Πολλώ μάλλον όταν ο «Νόμος της Επιδαύρου» από την μια πλευρά διά της αναθεώρησης του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» του 1822 προετοίμασε, σε σημαντικό βαθμό, το όλο ρυθμιστικό πλαίσιο του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», του 1827. Και, από την άλλη πλευρά, καθιερώνοντας για πρώτη φορά -λόγω του ότι δεν συνιστούσε πια «προσωρινόν» Σύνταγμα- διατάξεις περί αναθεώρησής του και επιβεβαιώνοντας έτσι την κανονιστική του αρτιότητα, αφού ανταποκρινόταν σε βασικές απαιτήσεις της πεμπτουσίας ενός «αυστηρού» Συντάγματος, «άνοιγε τον δρόμο» στην Γ΄ Εθνική Συνέλευση, προκειμένου εκείνη να οριστικοποιήσει το αναγκαίο και επαρκές συνταγματικό πλαίσιο έως την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Συνταγματικό πλαίσιο, το οποίο κατά τις επιταγές της, «αναδυόμενης» τότε στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας όφειλε να εδραιώνει στην βάση αλλά και στην κορυφή της ιεραρχίας της Έννομης Τάξης το Σύνταγμα, ως Θεμελιώδη Νόμο που εγγυάται, κατ’ εξοχήν, την Διάκριση των Εξουσιών, το Κράτος Δικαίου και την ακώλυτη, κατά το δυνατόν, άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p>Α. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναθεωρητική πρωτοβουλία και οι σχετικές εργασίες της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης κατέληξαν επιτυχώς στην διατύπωση ενός Συντάγματος, του «Νόμου της Επιδαύρου», το οποίο κατέχει ιδιάζουσα και σημαίνουσα θέση στην Συνταγματική μας Ιστορία. Και τούτο λόγω της αδιαμφισβήτητης ενίσχυσης των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -με κυρίαρχα τα κοινοβουλευτικά της χαρακτηριστικά- κατά την πορεία, και μάλιστα υπό άκρως δυσχερείς πολιτικές και άλλες περιστάσεις, προς την σταδιακή εμπέδωση των στοιχειωδών δημοκρατικών και φιλελεύθερων θεσμών του υπό «εκκόλαψη» Νεότερου Ελληνικού Κράτους, ως Ανεξάρτητου Έθνους-Κράτους. Και δη του πρώτου Έθνους-Κράτους στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο των χρόνων εκείνων και παρά τους δισταγμούς ή και τις σφοδρές αντιδράσεις, ακόμη και σε βαθμό «εχθρότητας», των τότε Μεγάλων Δυνάμεων.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Οι συντάκτες του κειμένου του «Νόμου της Επιδαύρου» έμειναν πιστοί στους οραματισμούς των αγωνιζόμενων Ελλήνων, οι οποίοι αμέσως μετά την έναρξη της Εθνεγερσίας, την 25η Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα, και με πρώιμη αφετηρία τα «Τοπικά Πολιτεύματα», θέλησαν να εκδηλώσουν, ευθύς εξ αρχής, την πρόθεσή τους για την δημιουργία κρατικών θεσμών μ’ έντονα τα δημοκρατικά και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά τους. Με τον τρόπο αυτό ήθελαν να καταδείξουν και ότι οι αιώνες του τυραννικού οθωμανικού ζυγού είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί καθώς και ότι εννοούσαν, στο ακέραιο, την αυθεντική ουσία της καθολικώς υιοθετημένης οιονεί «κατηγορικής προσταγής» : «Ελευθερία ή Θάνατος». Υπ’ αυτό το πνεύμα ο «Νόμος της Επιδαύρου», βελτιώνοντας σε σημαντικό βαθμό το κανονιστικό πλαίσιο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» ως προς την εδραίωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας κατ’ εξοχήν μέσω της πληρέστερης εγγύησης τόσο της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου όσο και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έδωσε το «έναυσμα» προκειμένου να καταστεί εφικτή η επόμενη αναθεώρηση. Αναθεώρηση, η οποία έμελλε να καταλήξει σε «οριστικό» πλέον Σύνταγμα, όπως χαρακτηρίσθηκε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827.</li>



<li>Αυτό, άλλωστε, κατέστησαν σαφές οι ρυθμίσεις του «Νόμου της Επιδαύρου» περί «ἐπανακρίσεώς» του, όσο και αν η αναθεώρησή του αυτή καθυστέρησε προδήλως εξαιτίας των έκτακτων και Εθνικώς επώδυνων συνθηκών μεταξύ 1823 και 1827. Συνθηκών, οι οποίες πάντα μας διδάσκουν -και είναι ανάγκη αδιαλείπτως να μας διδάσκουν- τι μας έχει στοιχίσει η διχόνοια και ο διχασμός πριν και μετά την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Έχοντας αυτά τα «εφόδια» από το «θεσμικό οπλοστάσιο» του «Νόμου της Επιδαύρου» ως προς τις βάσεις της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μ’ έντονα φιλελεύθερο προσανατολισμό, το μετέπειτα «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827 δικαίως θεωρήθηκε -και εξακολουθεί να θεωρείται- ένα από τα πιο ολοκληρωμένα, κανονιστικώς και πολιτικώς, Συντάγματα στην Συνταγματική μας Ιστορία.</li>
</ol>



<p>Β. Πρέπει να επισημανθεί με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο «Νόμος της Επιδαύρου» («Σύνταγμα του Άστρους του 1823») παραμένει και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρος κατ’ εξοχήν ως προς τις καινοτομίες, τις οποίες θέσπισε εν γένει για τον «Θεμελιώδη Νόμο» του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, ήτοι για το Σύνταγμα. Κυρίως δε για τις καινοτομίες σχετικά αφενός μεν με την κανονιστική υπεροχή του, ως «κορωνίδας» της Έννομης Τάξης, έναντι του Νόμου και των λοιπών εκτελεστικών του κανόνων δικαίου. Και, αφετέρου, με την καθιέρωση της ακώλυτης άσκησης σημαντικών Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μένοντας στην πρώτη εκ των δύο ως άνω καινοτομιών, θεωρώ ότι αυτή η επικαιρότητα αιτιολογείται εκ του ότι ιδίως σήμερα παρατηρούνται δύο, τουλάχιστον, «φαινόμενα» ευθείας αμφισβήτησης της προμνημονευόμενης κανονιστικής υπεροχής του Συντάγματος, ως θεσμικού θεμελίου αλλά και θεσμικής «κορυφής» της Έννομης Τάξης μας:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Το πρώτο οφείλεται στην τάση μέρους -ευτυχώς περιορισμένης έκτασης- της Νομικής Επιστημονικής Κοινότητας στην Χώρα μας να θεωρεί οιονεί «δεδομένη», άνευ άλλου τινός, την κανονιστική υπεροχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου έναντι του Συντάγματος. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι και δεν υφίσταται ακόμη «τυπικό» Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με υπέρτερη, επίσης «τυπική», ισχύ. Αλλά και δεν φαίνεται αυτή η τάση ν’ ανταποκρίνεται -κάθε άλλο- στις θέσεις, τις οποίες υιοθετεί το μεγαλύτερο μέρος των Ανώτατων Δικαστηρίων των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με «πρωταγωνιστές» τα Ανώτατα Δικαστήρια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλίας, και μάλιστα με εντελώς πρόσφατες αποφάσεις τους.</li>
</ol>



<p></p>



<p>2. Και το δεύτερο «φαινόμενο» οφείλεται στην τάση της Εκτελεστικής Εξουσίας στην Χώρα μας, και ειδικότερα της Κυβέρνησης, να «ρέπει» -σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις- προς μια, έμμεση ή και άμεση, αμφισβήτηση της κατά τ’ ανωτέρω κανονιστικής υπεροχής του Συντάγματος κατά την εφαρμογή του στην πράξη. Αμφισβήτηση, η οποία εκδηλώνεται ιδίως με την μορφή της «υποδόριας» ερμηνείας του Συντάγματος σύμφωνα με τους νόμους που με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης ψηφίζει η Βουλή, πρωτίστως δε με τους νόμους που αφορούν την άσκηση κορυφαίας σημασίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κάτι το οποίο οδηγεί, οιονεί νομοτελειακώς, στο εξαιρετικά επικίνδυνο θεσμικό σύμπτωμα της αποδυνάμωσης της βασικής αρχής της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας του Νόμου και, συνακόλουθα, της «υποκατάστασής» της από την αρχή της σύμφωνης με τον Νόμο ερμηνείας του Συντάγματος. Τούτο είναι τόσο περισσότερο διαβρωτικό για την πεμπτουσία της κανονιστικής ισχύος και υπεροχής του Συντάγματος όσο παίρνει, εν τέλει και κατ’ ανάγκη, και τις διαστάσεις μιας έμμεσης αναθεώρησης των διατάξεων του Συντάγματος, φυσικά ευθέως αντίθετης προς τις επιμέρους ρυθμίσεις του άρθρου 110 αλλά και προς τον ίδιο τον «αυστηρό» χαρακτήρα του Συντάγματος.»</p>



<ol class="wp-block-list">
<li></li>
</ol>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προκόπης Παυλόπουλος: Ο καθοριστικός ρόλος της Ομογένειας για την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/08/05/%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%bf%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μαύρα Σαραντοπούλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 05 Aug 2023 19:00:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ομιλία]]></category>
		<category><![CDATA[Ομογένεια]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=785852</guid>

					<description><![CDATA[Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, κατά το 15ο Τακτικό Συνέδριο της «Μεσσηνιακής Αμφικτυονίας» που οργανώθηκε στο Costa Navarino την 5η Αυγούστου 2023, ανέπτυξε ομιλία με θέμα &#8220;Ο καθοριστικός ρόλος της Ομογένειας για την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων&#8221;.  &#8220;Με αισθήματα εξαιρετικής τιμής συμμετέχω [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, κατά το 15ο Τακτικό Συνέδριο της «Μεσσηνιακής Αμφικτυονίας» που οργανώθηκε στο Costa Navarino την 5η Αυγούστου 2023, ανέπτυξε ομιλία με θέμα &#8220;Ο καθοριστικός ρόλος της Ομογένειας για την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων&#8221;.</h3>



<p> </p>



<p></p>



<p> &#8220;Με αισθήματα εξαιρετικής τιμής συμμετέχω στις εργασίες του 15<sup>ου</sup> Τακτικού Συνεδρίου της «<em>Μεσσηνιακής Αμφικτυονίας</em>», ευχόμενος η μελλοντική πορεία της να είναι ευοίωνη και δημιουργική και να εξελιχθεί σε σημαντικό παράγοντα στήριξης και ανάδειξης της δράσης της εν γένει Ομογένειας ανά την Υφήλιο.</p>



<p><a><strong>Α.</strong></a> Μια τέτοια &nbsp;πορεία υπόσχεται αυτό τούτο το παρελθόν της «<em>Μεσσηνιακής Αμφικτυονίας</em>», αρχής γενομένης από το 1997, καθώς και η εργώδης προσπάθεια των μελών της που έχει ως σήμερα αναπτυχθεί μέσα από επώδυνες, δυστυχώς, δυσχέρειες.&nbsp; Γι’ αυτό και σας παρακαλώ ν’ αφήσετε πίσω τις διαιρέσεις και διχασμούς του χθες και να ενώσετε τις δυνάμεις σας, χωρίς ιδιοτέλεια και ατομικές φιλοδοξίες, έτσι ώστε η «<em>Μεσσηνιακή Αμφικτυονία</em>» ν’ ανταποκριθεί πλήρως στους στόχους εκείνους, οι οποίοι έθεσαν τις στέρεες βάσεις της γέννησής της.&nbsp; Κάτι που, οπωσδήποτε, ταιριάζει και στην όλη θεσμική και πολιτική «<em>φυσιογνωμία</em>» της «<em>Μεσσηνιακής Αμφικτυονίας</em>», νοούμενης ως αναπόσπαστου «<em>βραχίονα</em>» του Απόδημου Ελληνισμού.&nbsp; Η δράση του οποίου έχει καταδείξει, με αμάχητα τεκμήρια, ότι το Έθνος των Ελλήνων εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους, διασφαλίζοντας στην Πατρίδα μας μιαν ανεπανάληπτη διεθνή ακτινοβολία και συμβάλλοντας πολλαπλώς για τον σεβασμό της εκ μέρους πάντων.</p>



<p><strong>B</strong><strong>.</strong> Πάνω σε αυτή την βάση, που ουδείς δικαιούται ούτε μπορεί να υπονομεύσει, επιτρέψατέ μου να διατυπώσω τις σκέψεις, κατ’ ανάγκην σύντομες, που ακολουθούν.&nbsp; Σκέψεις, οι οποίες σχετίζονται με το πώς η Ομογένεια, μέσα στην εξαιρετικά δυσμενή σημερινή συγκυρία, μπορεί να υπερασπισθεί &nbsp;την Πατρίδα μας δια της αντίστοιχης υπεράσπισης των Εθνικών μας Θεμάτων και των Εθνικών μας Δικαίων.&nbsp; Ας μην ξεχνάμε ότι, πέραν των άλλων, αυτή η υπεράσπιση εμπεδώνει a fortiori την θέση της Ελλάδας &nbsp;στο πλαίσιο και της Διεθνούς Κοινότητας&nbsp; και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp; Και μια τέτοια εμπέδωση είναι τόσο περισσότερο ουσιαστική, όσο ορθώνει «<em>τείχος προστασίας</em>» κυρίως -αλλά όχι μόνο, όπως θα διευκρινίσω κατωτέρω- απέναντι στην εξώφθαλμη προκλητικότητα του αδίστακτου τουρκικού αναθεωρητισμού ο οποίος συνιστά, δίχως αμφιβολία, την σημαντικότερη απειλή για την Εθνική μας Κυριαρχία.&nbsp; Πολλώ μάλλον όταν οργανώνεται και δρα αγνοώντας, &nbsp;περιφρονητικώς, &nbsp;την Διεθνή Νομιμότητα.&nbsp; Με γνώμονα αυτή την, οπωσδήποτε σκληρή, &nbsp;πραγματικότητα θα προσπαθήσω να σας εκθέσω, εν συντομία φυσικά όπως τόνισα, τα κυριότερα επιχειρήματα ως προς το απολύτως δίκαιο των, κατ’ εξοχήν έναντι της Τουρκίας, Εθνικών μας Θέσεων, με καταληκτική προσθήκη&nbsp; τα δεδομένα για το Κυπριακό Ζήτημα.&nbsp; Ζήτημα το οποίο, βεβαίως, είναι πρωτίστως Διεθνές και Ευρωπαϊκό για να μην δημιουργούνται υπονομευτικές παρανοήσεις.</p>



<p><strong>Ι. Μία, και μόνη, διαφορά υφίσταται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας &nbsp;</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp; Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μας με την Τουρκία, όλα ξεκινούν από την εξής, αδιαπραγμάτευτη, βάση: Μία, και μόνη, διαφορά υφίσταται μεταξύ μας: Η οριοθέτηση της νησιωτικής -άρα όχι οιασδήποτε άλλης-&nbsp; Υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) &nbsp;στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.&nbsp; Διαφορά, &nbsp;η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνον ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κατά τις διατάξεις της Σύμβασης του Montego Bay του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας.&nbsp; Δίκαιο &nbsp;το οποίο δεσμεύει και την Τουρκία, μολονότι αυτή δεν έχει προσχωρήσει στην Σύμβαση αυτή δεδομένου ότι, κατά την πάγια νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν erga omnes. Συνεπώς, ο ευκρινής προσδιορισμός &nbsp;της ως άνω διαφοράς συνεπάγεται ότι οιαδήποτε άλλη πτυχή του καθ’ ολοκληρίαν αυθαίρετου τουρκικού αναθεωρητισμού είναι και θα είναι, a priori και χωρίς υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, αυτοδικαίως απορριπτέα εκ μέρους της Ελλάδας.&nbsp; Ειδικότερα:</p>



<p><strong>Α. Παρατηρήσεις σχετικά με την εν προκειμένω δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης</strong></p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp; </strong>Συμπληρωματικώς, &nbsp;προστίθενται στα όσα προεκτέθηκαν και τα εξής:</p>



<p><strong>1.</strong> Με την δήλωση του Υπουργείου των Εξωτερικών της 14<sup>ης</sup> Ιανουαρίου του 2015, η Ελλάδα εξήρεσε, κατ’ αρχήν, &nbsp;από την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης όλα τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με τον «<em>σκληρό πυρήνα</em>» της Εθνικής Κυριαρχίας μας, όπως είναι, εκτός των άλλων, π.χ. και τα δικαιώματα σε ό,τι αφορά την Αιγιαλίτιδα Ζώνη μας καθώς και σε ό,τι αφορά την Εθνική μας Άμυνα γενικώς.&nbsp; Συνακόλουθα, στην δικαιοδοσία του ως άνω Δικαστηρίου υπάγονται, grosso modo, ζητήματα τα οποία σχετίζονται μόνο με τα stricto sensu&nbsp; κυριαρχικά δικαιώματα, όπως είναι π.χ., κατά τα προαναφερθέντα, τα δικαιώματα που συνδέονται με την Υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.</p>



<p><strong>2.</strong> Ως προς την οριοθέτηση της Υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, &nbsp;η Ελλάδα έχει ως αδιαπραγμάτευτη θέση την ερμηνεία εκείνη -υιοθετημένη πλέον και από Διεθνή Δικαιοδοτικά Όργανα- &nbsp;των διατάξεων της Σύμβασης του Montego Bay του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία αναγνωρίζει και Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στα Νησιά μας που μπορούν να συντηρήσουν αυτοδυνάμως είτε ανθρώπινη ζωή είτε και απλή οικονομική δραστηριότητα, με πιο απτό παράδειγμα αυτό του Καστελλόριζου.&nbsp;</p>



<p><strong>3. </strong>Στο σημείο τούτο είναι ανάγκη να επισημανθεί ότι, απότην πλευρά της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει, ευθύς εξ αρχής, καταστεί σαφές ότι το λεγόμενο «<em>τουρκολιβυκό μνημόνιο</em>», του Νοεμβρίου 2019, &nbsp;υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα, είναι νομικώς ανυπόστατο και δεν παράγει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, έννομα αποτελέσματα.&nbsp; Άκρως χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά προς αυτή την κατεύθυνση είναι και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 12<sup>ης</sup> Δεκεμβρίου 2019, σύμφωνα με τα οποία το «<em>τουρκολιβυκό μνημόνιο</em>» πάσχει από&nbsp; βαρύτατες νομικές πλημμέλειες, αφού παραβιάζει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών.&nbsp; Επομένως, ουδένα έρεισμα βρίσκει στο Δίκαιο της Θάλασσας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα.&nbsp; Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η Ελλάδα οφείλει, προκειμένου ν’ ακυρώσει από την πλευρά της και να καταστήσει ανενεργό στην πράξη το «<em>τουρκολιβυκό μνημόνιο</em>», να επεκτείνει αμέσως στα 12 ν.μ. την Αιγιαλίτιδα Ζώνη της στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ως έχει μάλιστα αναφαίρετο δικαίωμα σύμφωνα με την Σύμβαση του Montego Bay του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας.</p>



<p><strong>Β.</strong> <strong>Η υποχρέωση σύμπραξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την &nbsp;&nbsp;οριοθέτηση της Υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ της Ελλάδας</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp; Είναι θεσμικώς αυτονόητο ότι &nbsp;αφού τα σύνορα της Ελλάδας συνιστούν, κατά το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ της Ελλάδας συνιστούν, αυτοθρόως, και Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp; Υπ’ αυτό το πρίσμα τίθεται το νομικό -και, κατ’ επέκταση, πολιτικό- ζήτημα της δυνατότητας και της μορφής σύμπραξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην όλη διαδικασία οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ κάθε Κράτους-Μέλους, κυρίως με τρίτα προς αυτήν Κράτη.&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> Για ν’ αναχθούμε, υπό αυστηρώς νομικούς όρους, στην γενική θεωρία του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, οι μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνίες οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ λειτουργούν «<em>ενδοστρεφώς</em>», ήτοι εντός του πεδίου της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του εν γένει Διεθνούς Δικαίου -εν προκειμένω δε της Σύμβασης του Montego Bay του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, που αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει, ως&nbsp; αυτοτελές νομικό πρόσωπο, προσχωρήσει σε αυτή- οπότε η αυτοτελής σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την κατάρτισή της &nbsp;παρίσταται, κανονιστικώς, ουσιαστικώς δευτερεύουσα. Πολλώ μάλλον όταν τα επιμέρους αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν, ούτως ή άλλως, υποχρέωση εποπτείας της lege artis -δηλαδή σύμφωνα με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου- κατάρτισης και εφαρμογής των ως άνω συμφωνιών οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, με αντισυμβαλλόμενα μέρη Κράτη-Μέλη της.&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Επιπλέον, και όπως είναι&nbsp; αυτονόητο, η σύμπραξη αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως για οριοθέτηση με τρίτα κράτη, νοείται στο σύνολο της διαδικασίας οριοθέτησης με αυτά. Ήτοι από το προκαταρκτικό στάδιο του προσδιορισμού των εκατέρωθεν ακτών ως το κύριο στάδιο, που καταλήγει στην σύναψη της αντίστοιχης συμφωνίας ύστερα από την χάραξη, αναλόγως, της μέσης γραμμής ή της μέσης απόστασης μεταξύ των κρατών, από την εξέταση της ιδιομορφίας της ad hoc περιοχής και από την εντεύθεν αναζήτηση της, επίσης ad hoc, «<em>δίκαιης λύσης</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>Γ. Το δικαίωμα αμυντικής θωράκισης όλων, ανεξαιρέτως, των Νησιών μας στο Αιγαίο</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp; Η Ελλάδα έχει το δικαίωμα -αλλά και την υποχρέωση, αφού τούτο αφορά την προστασία της Ελληνικής Επικράτειας- τόσο για δικό της λογαριασμό όσο και απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πλήρες Κράτος-Μέλος της, να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο, ανεξαρτήτως της έκτασης του εδάφους τους και του αν κατοικούνται ή όχι.&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> Το δικαίωμα αυτό στηρίζεται κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ περί «<em>νόμιμης άμυνας</em>» όχι μόνο σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον του, αλλά και σε περίπτωση «<em>απειλής χρήσης βίας</em>» ή ακόμη και «<em>επικείμενης απειλής</em>», όπως προκύπτει από την πρακτική αυτού τούτου του ΟΗΕ, και όχι μόνο.</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp; Και είναι δεδομένο ότι η Τουρκία, ιδίως μετά την βάρβαρη εισβολή στην Κύπρο το 1974 και τον σχηματισμό της &nbsp;προδήλως «<em>αποβατικής»</em> «<em>Στρατιάς του Αιγαίου</em>» καθώς και μετά το εντελώς αυθαίρετο «<em>casus</em><em> </em><em>belli</em>» ως προς την επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης στα 12 ν.μ. απειλεί διαχρονικώς και ευθέως την Ελλάδα και με την χρήση βίας -όπως αποδεικνύει, επιπροσθέτως, η πρόσφατη στάση της, μετά την «<em>σύναψη</em>» του λεγόμενου «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>»- παραβιάζοντας ευθέως το Διεθνές Δίκαιο και, κατ’ εξοχήν, το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982.&nbsp; Σύμβαση, η οποία δεσμεύει, όπως διευκρινίσθηκε, και την Τουρκία, μέσω γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp; Πέραν τούτων, η Τουρκία ουδόλως και καθ’ οιονδήποτε τρόπο μπορεί να επικαλείται για να διεκδικήσει μια τέτοια αποστρατικοποίηση την Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων του 1947, δια της οποίας παραχωρήθηκαν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.&nbsp; Και αυτό επειδή η Τουρκία δεν υπήρξε, αμέσως ή εμμέσως, συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω Συνθήκη, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ των Συμμάχων νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της Ιταλίας, άρα συνιστά για την Τουρκία «<em>res</em><em> </em><em>inter</em><em> </em><em>alias</em><em> </em><em>acta</em><em>».</em></p>



<p><strong>2.</strong> Το ίδιο δικαίωμα, άρα και την ίδια υποχρέωση, αντλεί η Ελλάδα και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο –που καταδεικνύουν, με αμάχητα τεκμήρια, ότι δεν υπάρχουν «<em>γκρίζες ζώνες»</em> στο Αιγαίο, με πρόσθετη πλην καθοριστική κανονιστικώς βάση το Πρόγραμμα «<em>Natura</em><em>»</em> του 2000- &nbsp;σύμφωνα με τις ακόλουθες διευκρινήσεις:</p>



<p><strong>α)</strong> Οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), οι οποίες κατοχυρώνουν τις θεσμικές εγγυήσεις ενεργοποίησης της ρήτρας «<em>Αμοιβαίας Άμυνας</em>» όταν απειλείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραπέμπουν ευθέως, ως προς τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης της ρήτρας αυτής, στις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.&nbsp; Κατά τούτο, οι ως άνω διατάξεις αποτελούν μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, οπότε η Ελλάδα έχει το δικαίωμα αμυντικής θωράκισης των νησιών του Αιγαίου εναντίον της τουρκικής απειλής και με βάση το θεσμικό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p><strong>β)</strong> Κατά θεσμική λογική ακολουθία, και ενόψει της κατάφωρης τουρκικής προκλητικότητας και ευθείας απειλής εναντίον της, η Ελλάδα δικαιούται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει, ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενεργοποίηση της ρήτρας «<em>Αμοιβαίας Άμυνας</em>», κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ.&nbsp; Προς την κατεύθυνση αυτή η Ελλάδα μπορεί να επικαλεσθεί και την πρακτική, η οποία έχει έως τώρα ακολουθηθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργοποίηση της ως άνω ρήτρας.</p>



<p><strong>Δ. Η εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης</strong></p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp;&nbsp; </strong>Στην διαδρομή των 100 και πλέον χρόνων από την ενσωμάτωσή της στον Εθνικό μας Κορμό, η Ελληνική -και Ευρωπαϊκή πλέον- Θράκη εξελίσσεται ως το πεδίο εκείνο, όπου η Τουρκία κάνει, δυστυχώς αδιαλείπτως, πραγματική «<em>επίδειξη</em>» της περιφρόνησής της προς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο -και μάλιστα όταν, όπως δηλώνει κατά το δοκούν, «<em>φιλοδοξεί»</em> να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης- διαστρέφοντας προκλητικώς την αλήθεια και εγείροντας, συνεχώς, νέα ζητήματα θεσμικώς και πολιτικώς παντελώς αυθαίρετων διεκδικήσεων.</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp; Ιδίως δε κατά την τρέχουσα περίοδο, η Ελληνική Θράκη υφίσταται, και αυτή, ορισμένες από τις συνέπειες των σχεδόν γραφικών -πλην όχι λιγότερο επικίνδυνων- «<em>σουλτανικών</em>» φαντασιώσεων του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.&nbsp; Ταυτοχρόνως όμως -και εν πολλοίς χάρη στο απαράμιλλο φρόνημα, με το οποίο όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια αντιμετώπισαν αποτελεσματικώς την τουρκική προκλητικότητα οι κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης, και μάλιστα ανεξαρτήτως Θρησκεύματος- η περιοχή αυτή αναδεικνύεται και σε πεδίο Εθνικής έμπνευσης, σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων και, επέκεινα, των Εθνικών μας Δικαίων έναντι των ιταμών προκλήσεων της Τουρκίας.</p>



<p><strong>2.</strong>&nbsp; Βασική Εθνική Θέση μας είναι κατ’ εξοχήν το ότι η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 -και όλες οι μεταγενέστερες, κάθε μορφής, εκτελεστικές της ρυθμίσεις- δεν επιδέχεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αναθεώρηση ή τροποποίηση.&nbsp; Άρα, το σύνολο των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 αποτελούν &#8211; και θ’ αποτελούν αδιαλείπτως στο μέλλον- το συμπαγές θεσμικό και πολιτικό θεμέλιο των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τόσον ως προς τα μεταξύ τους σύνορα όσο και ως προς όλα τα επιμέρους ζητήματα, τα οποία εμπίπτουν στο ρυθμιστικό τους πλαίσιο. Πρωτίστως δε ως προς το ζήτημα, κατά το οποίο η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, με πλειάδα διατάξεων που «<em>πηγάζουν»</em> από την πλήρως ενσωματωμένη σε αυτή Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας της 30ής Ιανουαρίου 1923, προσδιορίζει σαφώς την Μειονότητα στην Θράκη ως «<em>Ελληνική Μουσουλμανική Μειονότητα</em>», ήτοι ως Θρησκευτική Μειονότητα.&nbsp; Την δε Μειονότητα της Κωνσταντινούπολης ως «<em>Ελληνική Μειονότητα</em>», ήτοι ως αμιγώς Εθνική Μειονότητα.</p>



<p><strong>α)</strong> &nbsp;Η Ελλάδα έχει αποδείξει, με αμάχητα ιστορικά τεκμήρια, ότι σέβεται, στο ακέραιο, τους κάθε είδους κανόνες της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, πρωτίστως δε τους κανόνες της που αφορούν την Ελληνική Θράκη, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι κανόνες για την Θρησκευτική Μουσουλμανική Μειονότητα.&nbsp; Ιδίως δε τους κανόνες της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923&nbsp; αλλά και άλλους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που αφορούν τα εκπαιδευτικά ζητήματα της Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας, το καθεστώς διορισμού του Μουφτή ως διφυούς οργάνου, ήτοι ως θρησκευτικού λειτουργού αλλά και ως δικαστικού λειτουργού &nbsp;-με παρεμφερή, μάλιστα, τρόπο προς εκείνον, κατά τον οποίον ορίζεται ο Μουφτής στην Τουρκία- καθώς και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.&nbsp; Και η Ελλάδα το πράττει, όπως καταδεικνύει η εντελώς πρόσφατη νομοθεσία της, ακόμη και όταν κάποια μέλη της Θρησκευτικής Μειονότητας στην Θράκη προβαίνουν στην άσκησή του επικαλούμενα το δικαίωμα του «<em>αυτοπροσδιορισμού»</em> μάλλον για να προσφέρουν τις «<em>καλές υπηρεσίες</em>» τους στην Τουρκία, επιχειρώντας έτσι, ταυτοχρόνως, &nbsp;αλλοίωση του αμιγώς θρησκευτικού χαρακτήρα της Μειονότητας κατ’ εξόφθαλμη καταστρατήγηση της Συνθήκης της Λωζάνης.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp; Όλως αντιθέτως, και ειδικότερα ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων, η Τουρκία είναι εκείνη, η οποία καταστρατηγεί, προκλητικώς και συστηματικώς, το ρυθμιστικό πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως ιστορικώς αμαχήτως αποδεικνύει η τακτική της, που έχει οδηγήσει σχεδόν στον αφανισμό της πάλαι ποτέ κραταιάς Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, στα Πριγκηπόνησα και στα Περίχωρά τους.&nbsp; Η βαρβαρότητα των φρικτών ωμοτήτων του πογκρόμ του Σεπτεμβρίου&nbsp; του 1955 και της περιόδου 1963-1964, σε συνδυασμό με την απροκάλυπτη παραβίαση ιδίως των κάθε είδους περιουσιακών δικαιωμάτων της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, δείχνουν, εν προκειμένω, το πραγματικό πρόσωπο της Τουρκίας, η οποία δεν έχει διδαχθεί τίποτα από το απεχθές βάρβαρο παρελθόν της που «<em>απαριθμεί»</em> σειρά στυγερών Γενοκτονιών, συμπεριλαμβανομένων των Γενοκτονιών του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.&nbsp; Τέλος, την «<em>βύθιση</em>» της Τουρκίας στον σουνιτικό ισλαμικό «<em>φονταμενταλισμό</em>» αναδεικνύει σήμερα και η προδήλως παράνομη και αυθαίρετη μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας -Μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, κατά την Σύμβαση των Παρισίων του 1972- σε «<em>τεμένη-τζαμιά</em>».</p>



<p><strong>ΙΙ. Εθνικές μας Θέσεις πέραν εκείνων που αφορούν στις σχέσεις μας με την Τουρκία</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp; Από τις λοιπές Εθνικές μας Θέσεις, που αφορούν Εθνικά μας Θέματα πέραν εκείνων που αναφέρονται στις σχέσεις μας με την Τουρκία, επισημαίνονται κυρίως οι εξής:</p>



<p><strong>Α. Το ζήτημα του κατοχικού δανείου και των επανορθώσεων της γερμανικής κατοχής.</strong></p>



<p>Διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικά, από νομική άποψη, θέματα. Ήτοι:</p>



<p><strong>1. </strong>Πρώτον, με το κατοχικό δάνειο, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικώς –ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της κατοχικής Ελληνικής κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς «<em>συντήρηση</em>» των στρατευμάτων κατοχής.&nbsp; Εδώ πρόκειται, λοιπόν, από νομική σκοπιά για ενοχή εκ συμβάσεως.&nbsp; Άρα, η αντίστοιχη εκ της συμβάσεως απαίτηση της Ελλάδας είναι ενδοσυμβατικής -και όχι αδικοπρακτικής- προέλευσης.</p>



<p><strong>α)</strong> Σε αυτήν την απαίτηση προστίθενται ποσά, τα οποία προκύπτουν από συναφείς προς την δανειακή σύμβαση αιτίες, όπως είναι ιδίως οι τόκοι υπερημερίας λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης.</p>



<p><strong>β)</strong> Για την απαίτηση αυτή δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής ούτε θέμα παραίτησης.&nbsp; Τίθεται μόνο ζήτημα συνολικού υπολογισμού της ως σήμερα.&nbsp; Ας σημειωθεί, ότι η Ελληνική θέση γίνεται νομικώς τόσο περισσότερο ισχυρή, όσο η αποπληρωμή του δανείου είχε αρχίσει ήδη από την κατοχική περίοδο.</p>



<p><strong>2.</strong> Και,&nbsp; δεύτερον, με τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής.</p>



<p><strong>α)</strong> Επισημαίνεται, πριν απ’ όλα, ότι το 1946, στην Διάσκεψη των Παρισίων, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό τέτοιων αποζημιώσεων προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων. Κυρίως δε επισημαίνεται μ’ έμφαση ότι το 1953, με την Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «<em>χαρίσθηκαν</em>» στη Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά «<em>τεχνηέντως</em>» φαίνεται να διατείνεται.&nbsp;</p>



<p><strong>α1) </strong>Η Συμφωνία αυτή απλώς έθεσε «<em>σε αδράνεια</em>» τις οφειλές της Γερμανίας ως την υπογραφή, κατά το Διεθνές Δίκαιο («<em>Δίκαιο του Πολέμου</em>»), «<em>Συμφώνου Ειρήνης</em>» μεταξύ της τελευταίας και των Δυνάμεων που νίκησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.&nbsp; Πρόκειται νομικώς για ένα είδος «<em>αναβλητικής αίρεσης</em>» (lato sensu), σχετικά με την εξόφληση των υποχρεώσεων της Γερμανίας, επειδή τότε θεωρήθηκε ότι αυτή δεν διέθετε –λόγω της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική- την κατά το Διεθνές Δίκαιο απαιτούμενη πολιτειακή υπόσταση για ανάληψη και εκπλήρωση συναφών διεθνών υποχρεώσεών της.</p>



<p><strong>α2) </strong>Τούτο –ήτοι η ικανότητα σύναψης «<em>Συμφώνου Ειρήνης</em>»- επήλθε το 1990.&nbsp; Όταν, μετά την επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία απέκτησε ενιαία νομικώς πολιτειακή υπόσταση και κυριαρχία.&nbsp; Ειδικότερα, το 1990 υπογράφηκε το λεγόμενο «<em>Σύμφωνο 2 + 4</em>» μεταξύ της ενωμένης πλέον Γερμανίας και ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Γαλλίας και Αγγλίας.</p>



<p><strong>α3) </strong>Γίνεται δε σήμερα γενικώς και επισήμως δεκτό –και de facto το έχει αποδεχθεί και η Γερμανία, αφού στην βάση αυτή στηρίζει την εν γένει κυριαρχία της- ότι το ως άνω Σύμφωνο επέχει την θέση του <em>«Συμφώνου Ειρήνης</em>» που προβλέπει, κατά το Διεθνές Δίκαιο, η προαναφερόμενη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953.&nbsp; Και τούτο διότι μόνον έκτοτε η Γερμανία μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο «<em>Σύμφωνο</em>», δεδομένου ότι μόνο τότε, κατά τα ως άνω, απέκτησε την ενότητά της και την ενιαία κυριαρχία της μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.</p>



<p><strong>α4)</strong> Το «<em>Σύμφωνο 2 + 4</em>» καλύπτει, λόγω της νομικής φύσης του αλλά και γενικότητάς του, και τα μη συμβαλλόμενα πλην όμως παθόντα από την γερμανική κατοχή Κράτη, όπως η Ελλάδα.&nbsp; Είναι δηλαδή νομικό κείμενο γενικής εφαρμογής.</p>



<p><strong>β)</strong> Η από Ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι οποίες κωδικοποίησαν και τις ως τότε διατάξεις του Δικαίου του Πολέμου.&nbsp;</p>



<p><strong>β1) </strong>Κατά τις διατάξεις αυτές, «<em>ο εμπόλεμος όστις ήθελε παραβιάσει τας διατάξεις του Κανονισμού θα υποχρεούται, αν συντρέχει λόγος, εις αποζημίωσιν, θα είναι δε υπεύθυνος δια πάσας τας πράξεις τας διαπραχθείσας υπό των προσώπων των μετεχόντων της στρατιωτικής του δυνάμεως</em>».&nbsp; Επέκεινα, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του «<em>Κανονισμού Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην ξηρά</em>», ο οποίος είναι προσαρτημένος στη Δ΄ Σύμβαση της Χάγης του 1907, καθιερώνουν και τις δύο θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου του Πολέμου, ήτοι τις αρχές της προστασίας του σεβασμού του Ανθρώπου και της ατομικής ιδιοκτησίας.&nbsp; Όλες αυτές τις αρχές επικαιροποίησε η απόφαση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης του 1946.</p>



<p><strong>β2) </strong>Αυτό είχε αποδεχθεί, έναντι της Ελληνικής Κυβέρνησης, επισήμως το 1965 ο τότε Καγκελάριος Λούτβιχ Έρχαρτ.&nbsp; Ο ίδιος δε είχε μιλήσει για επανορθώσεις ύψους 500 εκ. γερμανικών μάρκων.</p>



<p><strong>3. </strong>Από τα όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι οι ως άνω αξιώσεις μας, από τις οποίες ουδέποτε και κατά κανένα τρόπο έχουμε παραιτηθεί, είναι πάντα νομικώς ενεργές –πράγμα που σημαίνει ότι δεν τίθεται κανένα θέμα παραγραφής- και δικαστικώς επιδιώξιμες.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός, ως μέρος του εν γένει κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού που συντίθεται από τις διατάξεις αλλά και από τις θεμελιώδεις αρχές και τις αξίες της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας, επιβάλλει την σχετική απόφαση να την λάβει αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum, με βάση το σύνολο του εφαρμοζόμενου, εν προκειμένω, Διεθνούς Δικαίου.&nbsp; Η θέση αυτή είναι, κυριολεκτικώς, Εθνική και, κατά συνέπεια, αδιαπραγμάτευτη. Πολλώ μάλλον όταν την θέση αυτή ενισχύει, πλέον, καταλυτικώς η πρόσφατη Γνωμοδότηση (2019) της «<em>Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εμπειρογνωμόνων του Γερμανικού Κοινοβουλίου</em>» (Bundestag), η οποία αφενός αναγνωρίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα παραίτησης ή παραγραφής των αξιώσεων αυτών. Και, αφετέρου, προτρέπει, «expressis verbis», την Γερμανική πλευρά ν’ αποδεχθεί την προσφυγή Ελλάδας και Γερμανίας στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. &nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Κατά τούτο, μόνο προβληματισμό προκαλούν η από 18.10.2019 απόρριψη της, από τον Ιούνιο του ίδιου έτους, πλήρως τεκμηριωμένης ρηματικής διακοίνωσης της Ελλάδας -αλλά και μεταγενέστερες, άμεσες ή έμμεσες, απορρίψεις-αναφορικά με την προοπτική προσφυγής στο αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum για την οριστική επίλυση της σχετικής διαφοράς, ως προς τις αξιώσεις της Ελλάδας αναφορικά με το κατοχικό δάνειο και τις κατά τα ως άνω αποζημιώσεις. Η προαναφερόμενη άρνηση της Γερμανικής Κυβέρνησης, αγνοώντας όλα τα κατά τ’ ανωτέρω, πλήρως τεκμηριωμένα, νομικά επιχειρήματα, εμφανίζεται παντελώς αναιτιολόγητη, δοθέντος ότι έρχεται σε αντίθεση και προς την Ευρωπαϊκή και την Διεθνή Νομιμότητα.&nbsp; Η Ελλάδα δεν μπορεί ν’ αποδεχθεί την άρνηση αυτή, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να επανέλθει εν προκειμένω,&nbsp; δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έκταση και έμφαση στα νομικά -και όχι μόνο- επιχειρήματά της.</p>



<p><strong>Β.</strong> <strong>Η Επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα</strong></p>



<p>Πριν απ’ όλα είναι εξαιρετικά συμβολικό αλλά και ουσιαστικό το ότι ακριβώς απέναντι από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης δεσπόζει πλέον το Μουσείο της Ακρόπολης, τα εγκαίνια του οποίου τελέσθηκαν την 20<sup>ή</sup> &nbsp;Ιουνίου 2009.</p>



<ol class="wp-block-list" type="1">
<li>Ένα Μουσείο το οποίο, όπως όλη η Διεθνής Κοινότητα γνωρίζει και αναγνωρίζει, ανεγέρθηκε με κύριο προορισμό την φιλοξενία των Γλυπτών του Παρθενώνα μετά τον «<em>επαναπατρισμό</em>» τους, αναιρώντας και το τελευταίο, έστω και καταφανώς προσχηματικό, «<em>επιχείρημα</em>» αυτών που επιμένουν να συγκαλύπτουν το ιερόσυλο έγκλημα του Έλγιν. &nbsp;</li>
</ol>



<p><strong>α) </strong>Ότι, δήθεν, η Ελλάδα δεν διέθετε κατάλληλο χώρο στέγασης των Γλυπτών του Παρθενώνα, αντίστοιχο μ’ εκείνον του Βρετανικού Μουσείου, δηλαδή αντίστοιχο με τον χώρο όπου «<em>κρατούνται</em>» τα Γλυπτά ως «<em>λάφυρα</em>» της κλοπής του Έλγιν! &nbsp;Κατ’ αρχάς πρέπει να διευκρινισθεί, <em>urbi</em><em> </em><em>et</em><em> </em><em>orbi</em> και ιδίως προς το Βρετανικό Μουσείο, ότι ο αγώνας των Ελλήνων και του Ελληνισμού για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα και την Επανένωσή τους στον Τόπο ο οποίος, κατά την θέση που γίνεται καθολικώς δεκτή στο πεδίο της αρμόδιας Επιστημονικής Κοινότητας παγκοσμίως, συνιστά την ιστορική και πολιτισμική «<em>κοιτίδα» </em>τους είναι μακροχρόνιος και, κυρίως, αδιάλειπτος.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Και τούτο, διότι ουσιαστικώς άρχισε λίγο μετά την συντέλεση του ιερόσυλου εγκλήματος του Έλγιν. Εγκλήματος «<em>διαρκούς</em>», το οποίο διαπράχθηκε όταν ο Λόρδος Έλγιν, πρεσβευτής από το 1799 της Μεγάλης Βρετανίας στην «<em>Υψηλή Πύλη</em>», το συνέλαβε και το εκτέλεσε μεταξύ 1801-1804.&nbsp; Ήταν τότε που προέβη στην απάτη της ειδεχθούς σύλησης του Μνημείου του Παρθενώνα και στην συνακόλουθη πολιτισμική τυμβωρυχία, επικαλούμενος, δήθεν, «<em>ανασκαφικές δραστηριότητες</em>» μέσα στον ευρύτερο Αρχαιολογικό Χώρο.&nbsp; Και, στην συνέχεια, ολοκλήρωσε το έγκλημά του «<em>φυγαδεύοντας»</em>, ως κοινός κλέπτης και στυγνός κερδοσκόπος αρχαιοκάπηλος -και μάλιστα υπό όρους διακινδύνευσης που δείχνουν τον αδίστακτο και προσβλητικό για τον Πολιτισμό μας χαρακτήρα του-δια της θαλασσίας οδού τα Γλυπτά του Παρθενώνα στην Μεγάλη Βρετανία.</p>



<p><strong>2. </strong>Όπως επισημάνθηκε, ο αδιάλειπτος αγώνας της Ελλάδας για τον τερματισμό αυτού του ειδεχθούς «<em>διαρκούς</em>» εγκλήματος του Έλγιν κατά της Παγκόσμιας Πολιτισμικής Κληρονομιάς ξεκίνησε ενωρίς.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Ειδικότερα εμείς, οι Έλληνες, ως θεματοφύλακες της μεγάλης Πολιτισμικής μας Κληρονομιάς, έχουμε χρέος, ακόμη και έναντι της Παγκόσμιας Πολιτισμικής Κληρονομιάς, ν’ αποτίουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής κατ’ εξοχήν στον Λόρδο Βύρωνα, έναν Πολίτη της Μεγάλης Βρετανίας, ο οποίος πρώτος -και μάλιστα επτά, μόλις, χρόνια από την διάπραξή του- ανέδειξε και κατήγγειλε, με τον πιο υπεύθυνο και κατηγορηματικό τρόπο, το πολιτισμικό ανοσιούργημα της τυμβωρυχίας του Έλγιν εις βάρος της «<em>κοιτίδας»</em> και του «<em>λίκνου</em>» του κοινού μας Πολιτισμού, του Παρθενώνα.&nbsp;</p>



<p><strong>α1) </strong>Κατά το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, μόλις είκοσι τριών ετών, ο Λόρδος Βύρων, το 1811, μέσ’ από μια πραγματική διανοητική «<em>έκρηξη</em>» ρομαντισμού -ας μην ξεχνάμε ότι ο Ρομαντισμός υπήρξε ένα γνήσιο «<em>επαναστατικό-ανατρεπτικό</em>» πνευματικό κίνημα- έστειλε μήνυμα στην Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε όλη την Ευρώπη και την Δύση για το ποιος ήταν ο Έλγιν. Ποια ήταν&nbsp; τα κίνητρά του, κίνητρα ωμής και&nbsp; στυγνής κερδοσκοπικής αρχαιοκαπηλίας και ποιές ήταν οι επιπτώσεις της σύλησης των Γλυπτών του Παρθενώνα για τον Παγκόσμιο Πολιτισμό.&nbsp; Η «<em>Κατάρα της Αθηνάς</em>», αυτό το αθάνατο ποίημα του Λόρδου Βύρωνα, απαύγασμα των «<em>μπενθαμικών</em>» ρομαντικών του καταβολών, ήταν, είναι και θα είναι η άτεγκτη «<em>Ερινύα</em>» στον «<em>ύπνο</em>» των υπευθύνων του Βρετανικού Μουσείου για την διαχρονική συνέργειά τους στο ανόσιο πολιτισμικό έγκλημα του Έλγιν.&nbsp;</p>



<p><strong>α2) </strong>Την «<em>Κατάρα της Αθηνάς</em>» προεξέτεινε και επέτεινε ο Λόρδος Βύρων ένα, μόλις, χρόνο αργότερα, το 1812, μ’ ένα άλλο ποίημά του, εξίσου λαμπρό λογοτεχνικό -και πάλι ρομαντικής έμπνευσης- «<em>πετράδι</em>» στο «<em>περιδέραιο</em>» του Πολιτισμού μας, το «<em>Προσκύνημα του </em><em>Childe</em><em> </em><em>Harold</em>». Την υπέροχη αυτή στάση του Λόρδου Βύρωνα υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα συμπυκνώνει το ακόλουθο απόσπασμα από την επιστολή του, γραμμένη στην Ραβέννα στις 7 Φεβρουαρίου 1821, προς τον John Murray: «<em>Αντιτάχθηκα και θα αντιταχθώ για πάντα στη ληστεία των Μαρμάρων από την Αθήνα, τάχα για να διδαχτούν οι Εγγλέζοι γλυπτική (οι οποίοι είναι τόσο ικανοί στη γλυπτική όσο οι Αιγύπτιοι στις παγοδρομίες)· αλλά γιατί το έκανα αυτό;&nbsp; Τα Μάρμαρα θα είναι το ίδιο ποιητικά στο Πικαντίλλι όσο και στον Παρθενώνα, αλλά ο Παρθενώνας και ο βράχος του θα είναι λιγότερο ποιητικοί χωρίς αυτά.&nbsp; Έτσι είναι η Ποίηση της Τέχνης</em>». (Μετάφραση Ζαφείρη Γουργουλιάτου, από το βιβλίο, «Lord Byron: <em>Selected</em><em> </em><em>prose</em>», edited by Peter Gunn, Penguin Books, 1972).&nbsp;</p>



<p><strong>α3) </strong>Πώς, άραγε, η Ελλάδα, έστω και αν ακόμη το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος έδινε πραγματική «<em>μάχη επιβίωσης</em>», θα μπορούσε να μην πάρει την «<em>σκυτάλη</em>» της διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα, όπως την είχαν αδράξει «<em>σφιχτά</em>», σ’ έναν «<em>ιερό αγώνα δρόμου</em>», οι προαναφερόμενες σκέψεις του εμβληματικού εκπροσώπου του Πνεύματος και του Πολιτισμού μας, του Λόρδου Βύρωνα;</p>



<p><strong>β) </strong>Όμως, και η Γαλλική Τέχνη έδωσε ενωρίς το «<em>παρών</em>» στον αγώνα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.&nbsp; Άκρως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα η δήλωση του Rodin -κοιτάζοντας τα φειδιακά γλυπτά, φυλακισμένα μέσα στο Βρετανικό Μουσείο- στον Άγγελο Σικελιανό, όπως ο μεγάλος μας ποιητής την κατέγραψε στο δοκίμιό του «<em>Η διδασκαλία της Εκάβης</em>» (Πεζός λόγος, Δ΄, Ίκαρος, Αθήνα, 1951, 1983): «<em>Όλα τα ηλεκτρικά φώτα δεν θα τα εμποδίσουν ν’ αποζητούν αδιάκοπα το γλυκό φως του Ομήρου</em>».</p>



<p><strong>3. </strong>Πάνω λοιπόν και σε αυτή την βάση, ήδη από το 1842, η Ελλάδα άρχισε να διεκδικεί, με κάθε νόμιμο και πολιτισμένο μέσο, την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Πρώτος σταθμός, η εναντίον του Έλγιν καταγγελία του τότε Γραμματέα της «<em>εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας</em>» Αλέξανδρου Ραγκαβή.</p>



<p><strong>α) </strong>Το αίτημα της Ελλάδας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα είχε, ήδη από το 1943, έναν «<em>απρόσμενο</em>» σύμμαχο στο πρόσωπο του Λόρδου Kenneth Clark, ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων Ιστορικών Τέχνης του 20<sup>ου</sup> αιώνα, κυρίως ως συγγραφέας έργων για την σημειολογία της Ευρωπαϊκής Γλυπτικής, καθώς και για τους Λεονάρντο ντα Βίντσι, Μποτιτσέλι και Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα. Και ο οποίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, μετείχε στην διοίκηση των σημαντικότερων σχετικών Βρετανικών Ιδρυμάτων, όπως π.χ. του Βρετανικού Μουσείου, της Εθνικής Πινακοθήκης, του&nbsp; Εθνικού&nbsp; Θεάτρου, της Βασιλικής Όπερας ενώ, επιπλέον, διετέλεσε Έφορος της Βασιλικής Συλλογής των Ανακτόρων του Ουίνδσορ.&nbsp;</p>



<p><strong>α1) </strong>Πηγή, από την οποία προκύπτει η κατά τ’ ανωτέρω «<em>συνηγορία</em>» του Λόρδου Kenneth Clark, είναι η μελέτη του James Stourton, «<em>Kenneth</em><em> </em><em>Clark</em><em>, </em><em>Life</em><em>, </em><em>Art</em><em> </em><em>and</em><em> </em><em>Civilisation</em>» (έκδ. William Collins, London, 2017, σελ. 318).&nbsp; Σε αυτή την μελέτη καταγράφεται μια επιστολή του Kenneth Clark, με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1943 -ήτοι μέσα στην δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου- προς τον Ιρλανδό Καθηγητή και διάσημο Ιστορικό Τέχνης Thomas Bodkin, η οποία φυλάσσεται στην Tate Gallery του Λονδίνου. Σταχυολογώ, από την ως άνω επιστολή, το ακόλουθο απόσπασμα: «<em>Κατά τρόπο παράλογο, είμαι υπέρ της επιστροφής των Ελγινείων στην Ελλάδα.&nbsp; Όχι όμως για να επανατοποθετηθούν στον Παρθενώνα, αλλά για να εκτεθούν σ’ ένα όμορφο κτίριο στην άκρη της Ακρόπολης, την κατασκευή του οποίου, νομίζω, θα έπρεπε να πληρώσει η Βρετανική Κυβέρνηση.&nbsp; Θα το έκανα για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, ως έκφραση της υποχρέωσής μας στην Ελλάδα</em>». (Tate, 8212, 1-1-17).&nbsp;</p>



<p><strong>α2) </strong>Με βάση αυτό το παράδειγμα μπορεί κανείς να κρίνει πόση ευγένεια ψυχής και ποιο μέγεθος πολιτισμικού ήθους εκπροσωπεί, εν ονόματι της παράδοσης της Μεγάλης Βρετανίας, ο Kenneth Clark, εκφράζοντας έτσι και τον σεβασμό του στην Παγκόσμια Πολιτισμική Κληρονομιά και στις ρίζες του Πολιτισμού μας.&nbsp; Και πόσο «<em>μίζερη</em>» και εντελώς ανάξια της ως άνω παράδοσης της Μεγάλης Βρετανίας είναι η&nbsp; στάση των υπευθύνων του Βρετανικού Μουσείου σήμερα.&nbsp; Οι οποίοι, κατ’ αποτέλεσμα, αναδεικνύονται αφενός κατώτεροι των περιστάσεων ως προς την υπεράσπιση της Παγκόσμιας Πολιτισμικής Κληρονομιάς και του κοινού μας Πολιτισμού.&nbsp; Και, αφετέρου, αμετανόητοι συνεργοί του εγκληματικού πολιτιστικού ανοσιουργήματος του Έλγιν.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Η κρίσιμη καμπή της διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα από την Ελλάδα ήλθε το 1984, με «<em>ψυχή</em>» την «<em>οραματική»</em> αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, υπό την ιδιότητά της ως Υπουργού Πολιτισμού.&nbsp;</p>



<p><strong>β1) </strong>Την αφετηρία αυτή συνέθεσαν από την μια πλευρά η υποβολή επίσημου αιτήματος, προς το Βρετανικό Μουσείο, για τον τερματισμό του εγκλήματος του Έλγιν και την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα εκεί που ανήκουν, με την δέσμευση της προηγούμενης ανέγερσης ειδικού προς τούτο Μουσείου.&nbsp; Και, από την άλλη πλευρά, το ταυτόχρονο αίτημα προς την UNESCO, το οποίο ενεγράφη αμέσως στην Ημερήσια Διάταξη της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την επιστροφή Πολιτισμικών Αγαθών στις Χώρες Προέλευσης ή την απόδοσή τους σε αυτές όταν -όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Παρθενώνα- πρόκειται περί παράνομης κτήσης τους.</p>



<p><strong>β2) </strong>Για την ολοκλήρωση της εικόνας των πρωτοβουλιών της εποχής εκείνης πρέπει ν’ αναφερθούν δύο, ακόμη, «<em>σταθμοί</em>»:&nbsp; Το ψήφισμα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, κατά το συνέδριο της «<em>Association</em><em> </em><em>Internationale</em><em> </em><em>des</em><em> </em><em>Critiques</em><em> </em><em>d</em><em>’ </em><em>Art</em>» στο Ελσίνκι, στις 4 Ιουνίου 1983 και η επικύρωση του ψηφίσματος αυτού, τον επόμενο χρόνο κατά το ίδιο συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε στην Ακρόπολη και, συγκεκριμένα, στην Πνύκα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1984.</p>



<p><strong>ΙΙΙ. Οι θέσεις Ελλάδας και Κύπρου για το Κυπριακό Ζήτημα</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp; Όπως ήδη διευκρινίσθηκε, το Κυπριακό Ζήτημα είναι κατ’ εξοχήν Διεθνές και Ευρωπαϊκό Ζήτημα και πρέπει να επιλυθεί με πλήρη σεβασμό του συνόλου του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος τόσο της Διεθνούς Κοινότητας όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα»</em> της, της Ευρωζώνης.&nbsp; Και είναι αδιανόητο αλλά και απαράδεκτο η Κυπριακή Δημοκρατία να παραμένει, ως προς σημαντικό τμήμα της, υπό τουρκική κατοχή εδώ και πενήντα, σχεδόν, χρόνια.&nbsp; Για εμάς, τους Έλληνες γενικώς, η Εθνεγερσία του 1821 συνεχίζεται έως ότου απελευθερωθεί και η τελευταία σπιθαμή του εδάφους της Μαρτυρικής Κύπρου και λυθεί, επιτέλους, το Κυπριακό Ζήτημα.</p>



<p><strong>Α. Οι προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος</strong></p>



<p>Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να επισημανθεί μ’ έμφαση ότι, κατά τα προαναφερθέντα, λύση του Κυπριακού Ζητήματος νοείται μόνον υπό τις ακόλουθες επτά, κατ’ ελάχιστο, προϋποθέσεις:</p>



<p><strong>1. </strong>Πρώτον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή το πολύ Ομοσπονδιακού Κράτους, κατά τα Διεθνή και κυρίως κατά τα Ευρωπαϊκά αντίστοιχα πρότυπα.&nbsp; Ουδεμία μορφή Συνομοσπονδίας, ευθεία ή συγκεκαλυμμένη, είναι ανεκτή.&nbsp; Και τούτο πρωτίστως διότι πέραν του ότι μια τέτοια «<em>λύση»</em> είναι, εξ ορισμού, «<em>θνησιγενής»</em> και εξυπηρετεί μόνο τις βλέψεις και τα συμφέροντα της Τουρκίας με το να οδηγεί σε ουσιαστική πολιτειακή αποσύνθεση την Κυπριακή Δημοκρατία, έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τον «<em>πυρήνα»</em> του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου. &nbsp;Κυρίως δε με τις διατάξεις της ΣΕΕ, ως προς την πολιτειακή μορφή και την κυριαρχία των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp; Πραγματικά, αποτελεί κοινό νομικό και πολιτικό «<em>τόπο</em>» ότι Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν μπορεί να είναι Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δοθέντος ότι δεν δύναται, εκ φύσεως, ν’ ανταποκριθεί, μεταξύ άλλων, και στις απαιτήσεις επαρκούς τήρησης του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p><strong>2.</strong> Δεύτερον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να στηρίζεται, καθ’ ολοκληρία, στις θεμελιώδεις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως θεσμικής εγγύησης της Ελευθερίας <em>in</em><em> </em><em>globo</em><em>.</em> Άρα ως θεσμικής εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όχι μόνο κατά το Εθνικό Δίκαιο αλλά και κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>3.</strong> Τρίτον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει, ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Διεθνή Νομική Προσωπικότητα.</p>



<p><strong>4.</strong> Τέταρτον, στην Κυπριακή Δημοκρατία νοείται μία, και μόνον, Ιθαγένεια.</p>



<p><strong>5.</strong> Πέμπτον, η Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πλήρης, μ’ εξίσου πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των διατάξεων του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.&nbsp; Τούτο σημαίνει πληρότητα και της <em>stricto sensu</em> Κυριαρχίας της -π.χ. σε ό,τι αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, τα σύνορά της, την αιγιαλίτιδα ζώνη της κ.λπ.- &nbsp;και της <em>lato sensu</em> Κυριαρχίας της, άρα την πλήρη άσκηση όλων, δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Κυριαρχικών της Δικαιωμάτων, μ’ επίκεντρο τα Δικαιώματά της επί του συνόλου των Θαλάσσιων Ζωνών της κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση του Montego Bay του 1982), π.χ. επί της Υφαλοκρηπίδας της και της ΑΟΖ της. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί επ’ αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, το ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στην ως άνω Διεθνή Σύμβαση, αφού αυτή, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίοι ισχύουν <em>erga omnes</em>.</p>



<p><strong>6. </strong>Έκτον -και κατά συνέπεια- επί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν, κατ’ ουδένα τρόπο, στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν, επίσης κατ’ ουδένα τρόπο, εγγυήσεις τρίτων.&nbsp; Και στις «<em>εγγυήσεις»</em> αυτές περιλαμβάνονται ενδεχόμενες «<em>εγγυήσεις»</em> και της Μεγάλης Βρετανίας, ιδίως αφότου συντελέσθηκε το Brexit.</p>



<p><strong>7. </strong>&nbsp;Και, έβδομον, τα προαναφερόμενα συνεπάγονται ότι από την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει ν’ αποχωρήσουν, χωρίς προϋποθέσεις, οι «<em>έποικοι», </em>τους οποίους εγκατέστησε παρανόμως -σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- η Τουρκία και να επανέλθουν οι αναγκαστικώς αποχωρήσαντες από τις εστίες τους, λόγω της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες, ανακτώντας πλήρως όλα τα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και κατά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαιώματά τους.</p>



<p><strong>Β. Προκλήσεις για την Διεθνή Κοινότητα και την Ευρωπαϊκή Ένωση</strong></p>



<p>Η συνεχιζόμενη επί πενήντα, σχεδόν, χρόνια τουρκική κατοχή στην Μαρτυρική Κύπρο δημιουργεί και τις ακόλουθες προκλήσεις για την Διεθνή Κοινότητα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση:</p>



<ol class="wp-block-list" type="1">
<li>Για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ, η κατ’ αποτέλεσμα «<em>ισότιμη»</em> αντιμετώπιση Τουρκίας και Κύπρου -δηλαδή του «<em>θύτη»</em> με το «<em>θύμα»</em> της βάρβαρης τουρκικής εισβολής και κατοχής- κατά την λογική της ανοχής των ατέρμονων και κενών περιεχομένου συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών, δείχνει πόσο στις μέρες μας το Διεθνές Δίκαιο, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ, συντίθεται όχι τόσο από <em>leges</em><em> </em><em>perfectae</em>, αλλά σε πολλές τουλάχιστον περιπτώσεις από <em>leges</em><em> </em><em>minus</em><em> </em><em>quam</em><em> </em><em>perfectae</em><em> </em>ή και <em>leges</em><em> </em><em>imperfectae</em>. Το αυτό ισχύει, περίπου, και για το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, λόγω της ανάλογης αδράνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. &nbsp;&nbsp;Ελλάδα και Κύπρος, λοιπόν, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν αυτή την οιονεί «<em>χειμερία νάρκη»</em> της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας&nbsp;πρέπει να θέσουν, ως Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Διεθνούς Κοινότητας, προ των ευθυνών τους τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και εκείνους της Διεθνούς Κοινότητας επισημαίνοντας, χωρίς περιστροφές, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, και τα εξής:</li>



<li>&nbsp;Όπως όλοι στεκόμαστε σήμερα στο πλευρό της Ουκρανίας, &nbsp;καταδικάζοντας απεριφράστως και εμπράκτως το βάρβαρο πολεμικό έγκλημα της Ρωσίας, στην ίδια γραμμή υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει να καταδικασθεί -με χρησιμοποίηση του veto αν χρειασθεί σε μελλοντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ-&nbsp; απεριφράστως και εμπράκτως και η συνεχιζόμενη εγκληματική τακτική της Τουρκίας εις βάρος της Μαρτυρικής Κύπρου.&nbsp; Διότι η επιλεκτική εφαρμογή της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας οδηγεί, μοιραίως, στην ουσιαστική αναίρεσή τους.&nbsp;</li>
</ol>



<p><strong>Επίλογος</strong></p>



<p>Από τα όσα εκτέθηκαν καθίσταται προφανές το πόσο, υπό την σημερινή εξαιρετικά κρίσιμη Διεθνή και Ευρωπαϊκή συγκυρία, η υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων και των Εθνικών μας Δικαίων συνιστά αντίστοιχο, και μάλιστα πρωτεύον, Εθνικό Πρόταγμα, το οποίο αφορά την υπεράσπιση της ίδιας της Πατρίδας μας.</p>



<p><strong>Α. </strong>Εθνικό Πρόταγμα το οποίο οφείλει να επωμισθεί το σύνολο του Έθνους των Ελλήνων και, επέκεινα, του Ελληνισμού όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Υφήλιο, υπό όρους αρραγούς ενότητας και δίχως ίχνος -ούτε καθ’ υποφοράν- υποχώρησης και υπαναχώρησης έναντι πάντων.&nbsp; Ήτοι τόσο έναντι της Τουρκίας όσο όμως και έναντι της Διεθνούς Κοινότητας, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>



<p><strong>Β.</strong> Η Ελληνική Ομογένεια, στο σύνολό της, ως «<em>οχυρό»</em> αλλά και «<em>σηματωρός»</em> θωράκισης της Πατρίδας μας και της Εθνικής μας Κυριαρχίας, υπό την ευρεία του όρου έννοια -που περιλαμβάνει και τον Κυπριακό Ελληνισμό- είμαι βέβαιος ότι θα πράξει, στο ακέραιο, το δικό της χρέος προς αυτή την κατεύθυνση.  Το έχει αποδείξει η ως τώρα ανεκτίμητη προσφορά της προς το Έθνος μας, ιδίως όταν η κρισιμότητα των καιρών το απαίτησε.  Είναι λοιπόν ώρα εμείς, οι Έλληνες, ν’ αποδείξουμε, urbi et orbi, ότι είμαστε διατεθειμένοι να φέρουμε σε πέρας το υπέρτατο Εθνικό Καθήκον μας, ακόμη και μόνοι αν χρειασθεί.  Και αυτός ο Εθνικός Στόχος είναι απολύτως εφικτός&#8221;.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος για Παύλο Γιαννακόπουλο: Στον δρόμο της δημιουργίας με άμεμπτη αξιοπρέπεια και κοινωνική ευαισθησία</title>
		<link>https://www.libre.gr/2022/09/20/paylopoylos-gia-paylo-giannakopoylo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μανώλης Δράκος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 20 Sep 2022 17:44:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[Προκόπης Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=677782</guid>

					<description><![CDATA[Στην εκδήλωση για την επίσημη ανακοίνωση της λειτουργίας του Ιδρύματος «ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ-PAVLOS D. GIANNAKOPOULOS FOUNDATION» παρευρέθηκε ο Προκόπης Παυλόπουλος τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά την διάρκεια της ομιλίας του είπε μεταξύ άλλων: «Ευχαριστώ θερμώς την Οικογένεια του αείμνηστου Παύλου Γιαννακόπουλου –και ιδιαιτέρως τον γιο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην εκδήλωση για την επίσημη ανακοίνωση της λειτουργίας του Ιδρύματος «ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ-PAVLOS D. GIANNAKOPOULOS FOUNDATION» παρευρέθηκε ο <strong>Προκόπης Παυλόπουλος</strong> τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.</h3>



<p><strong>Κατά την διάρκεια της ομιλίας του είπε μεταξύ άλλων:</strong></p>



<p>«Ευχαριστώ θερμώς την Οικογένεια του αείμνηστου Παύλου Γιαννακόπουλου –και ιδιαιτέρως τον γιο του και συνεχιστή του Δημήτρη- για την εξαιρετική τιμή που μου περιποιεί δίνοντάς μου την ευκαιρία ν’ αποτίσω φόρο τιμής στην μνήμη του, με την ευκαιρία της επίσημης ανακοίνωσης της λειτουργίας του Ιδρύματος «ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ-PAVLOS D. GIANNAKOPOULOS FOUNDATION». Θα μπορούσα δε να συνοψίσω τις λίγες σκέψεις, τις οποίες θα σας εκθέσω &#8211; διευκρινίζοντας πως οι σκέψεις αυτές απορρέουν και από προσωπικά μου βιώματα αφού, λόγω της στενής φιλίας που μας συνέδεε, έζησα εκ του σύνεγγυς μέρος της πολυδιάστατης πορείας του- επισημαίνοντας ότι ο Παύλος Γιαννακόπουλος υπήρξε υπόδειγμα Έλληνα, ο οποίος κατά την δραστηριοποίησή του στον επιχειρηματικό τομέα πορεύθηκε τον δρόμο της δημιουργίας συνδυάζοντας, αρμονικά και ιδανικά, την άμεμπτη αξιοπρέπεια με την κοινωνική ευαισθησία.</p>



<p><strong>Ι.</strong>&nbsp;Γεννημένος την 20ή Αυγούστου 1922 στην Αθήνα, με καταγωγή από την Σελλασία Λακωνίας, φοίτησε στην τότε ΑΣΟΕΕ ενώ, παραλλήλως, εργαζόταν στο φαρμακείο του πατέρα του Δημήτρη, στην οδό Πειραιώς. Ήταν αυτή η εμπειρία του αλλά και το άκρως ανήσυχο και διορατικό επιχειρηματικό του «δαιμόνιο» που τον οδήγησαν, το 1960, να ιδρύσει την «ΦΑΡΜΑΓΙΑΝ», εταιρεία εισαγωγής φαρμακευτικών σκευασμάτων διεθνών φαρμακευτικών οίκων, στην οδό Σωκράτους. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το 1971 και αφού είχε εξαπλωθεί, με μεγάλη επιτυχία, και σε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ίδρυσε την «ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.». Η οποία έμελλε ν’ αναδειχθεί -κυρίως μετά το 1995, όταν και ιδρύθηκε η θυγατρική «ΒΙΑΝ Α.Ε» -σε πραγματικό «κολοσσό», για τα ελληνικά δεδομένα τουλάχιστον, στον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων, υπό την ευρεία του όρου έννοια που περιλαμβάνει και παραφαρμακευτικά καθώς και ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Εξ ού και η δραστηριοποίηση της «ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.» πολύ πέρα από τα όρια του Τόπου μας, με όρους πλήρους διαφάνειας και αποφυγής κάθε είδους διαπλοκής, η οποία έχει τόσο ταλανίσει και συνεχίζει να ταλανίζει την Ελληνική Οικονομία. Και εδώ οφείλω ν’ αναδείξω ότι, παρά την γενικότερη στάση του να μην κοινολογεί τις αγαθοεργές πράξεις του- είναι, άλλωστε, σε όλους γνωστό πως ο Παύλος Γιαννακόπουλος και η οικογένειά του απέφευγαν και αποφεύγουν συστηματικά κάθε είδος δημοσιότητας και αντίστοιχης προβολής- πλειάδα προσφορών του ή και ευεργεσιών του ήλθαν, εκ των πραγμάτων, στο φως αποκαλύπτοντας, έστω και εν μέρει, το μέγεθος της κοινωνικής του ευαισθησίας και της προσήλωσής του στις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης.</p>



<p><strong>ΙΙ.</strong>&nbsp;Όσο και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, σε αυτό το πλαίσιο της κοινωνικής του ευαισθησίας και προσφοράς εντάσσεται και η όλη του ενασχόληση με τον Αθλητισμό. Ενασχόληση, η οποία τον κατέστησε ιδρυτή και ιστορικό ηγέτη της «ΚΑΕ Παναθηναϊκός». Και τούτο διότι η ίδια η «απαστράπτουσα» εξέλιξη της «ΚΑΕ Παναθηναϊκός» αποδεικνύει ότι, χάρη στον Παύλο Γιαννακόπουλο και την έμπνευσή του, ο «μπασκετικός» Παναθηναϊκός υπήρξε και είναι ο πιο επιτυχημένος «σύλλογος» τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Μια ΚΑΕ, η οποία έκανε γνωστό το Ελληνικό «μπάσκετ» σε όλη την Ευρώπη, και όχι μόνο, κατακτώντας το κορυφαίο της πρωτάθλημα έξι φορές! Κάτι το οποίο φαντάζει δύσκολο-μακάρι, βεβαίως, να διαψευσθώ για το καλό του Ελληνικού Αθλητισμού- να «καταρριφθεί» στο εγγύς μέλλον. Με άλλα λόγια η απαράμιλλη διεθνής καταξίωση της «ΚΑΕ Παναθηναϊκός» ήταν και ο τρόπος, με τον οποίο ο Παύλος Γιαννακόπουλος κατάφερε να προσφέρει στην Πατρίδα μας αυτό που μπορούσε, έτσι ώστε να τονωθεί η διεθνής παρουσία της και το διεθνές κύρος της στον Αθλητισμό, και μαζί η διεθνής παρουσία της και το διεθνές κύρος της γενικότερα. Και αυτό, όταν η Ελλάδα είχε μεγάλη ανάγκη να δείξει την αξία της και τις συνακόλουθες δυνατότητές της πέρα από τα σύνορά της.</p>



<p>Είμαι πεπεισμένος ότι, μέσα από την ίδρυση και λειτουργία του Ιδρύματος «ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ-PAVLOS D. GIANNAKOPOULOS FOUNDATION», η οικογένεια του Παύλου Γιαννακόπουλου, και πρωτίστως ο αγαπημένος του γιος Δημήτρης, θα συνεχίσουν την μεγάλη παράδοση του «γενάρχη» τους και έτσι θα τιμήσουν και την όλη πολύτιμη «κληρονομιά» του στο μέλλον, στηρίζοντας και την κοινωνία μας. Όπως είμαι πεπεισμένος ότι όλοι οι πραγματικοί και ανιδιοτελείς φίλοι του Παύλου Γιαννακόπουλου θα σταθούμε αρωγοί και συμπαραστάτες σε αυτή την προοπτική».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
