<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Παυλόπουλος &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-2/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Tue, 06 May 2025 18:48:22 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>Παυλόπουλος &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Παυλόπουλος:  Οι “αυταπάτες” του σχεδίου Ανάν και η αλήθεια για την Διάσκεψη του Crans-Montana</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/05/06/pavlopoulos-oi-aftapates-tou-sched/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρούλα Μαντή]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 06 May 2025 18:48:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Κυπριακό]]></category>
		<category><![CDATA[Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1038586</guid>

					<description><![CDATA[Σε ομιλία του με θέμα «Το Κυπριακό Ζήτημα στο πλαίσιο του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου», κατά την εκδήλωση που οργάνωσε η Περιφέρεια AΗEPA Ελλάδος, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Τους τελευταίους ιδίως μήνες, και παρά την [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σε ομιλία του με θέμα «Το Κυπριακό Ζήτημα στο πλαίσιο του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου», κατά την εκδήλωση που οργάνωσε η Περιφέρεια AΗEPA Ελλάδος, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. <a href="https://www.libre.gr/2025/05/04/pavlopoulos-me-afati-odyni-apochairet/">Προκόπιος Παυλόπουλος</a> επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<p>Τους τελευταίους ιδίως μήνες, και παρά την συνεχιζόμενη  -ή και εντεινόμενη ενίοτε-  προκλητική αδιαλλαξία της <strong>Τουρκίας</strong>, γίνεται και πάλι λόγος<strong> </strong>για την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχύτερης επίλυσης του<strong> Κυπριακού Ζητήματος. </strong> Κάτι το οποίο, όπως προκύπτει και από σχετικές πρόσφατες δηλώσεις, αποδέχονται οι Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου  -αποφασισμένες μάλιστα να κινηθούν εν προκειμένω με τον απαιτούμενο «<em>ρεαλισμό</em>» μπροστά στον «<em><strong>άτεγκτο</strong></em>» έως απροκαλύπτως κυνικό κόσμο των Διεθνών Σχέσεων- ενώ «<em>ωθούν</em>» προς την ως άνω κατεύθυνση τόσον ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι έχουν <em>«βιώσει»</em> και έχουν επανειλημμένως καταδικάσει, δυστυχώς όμως χωρίς την απαιτούμενη αυστηρότητα και μάλιστα δίχως ίχνος αποτελεσματικών κυρώσεων, την όλη τουρκική στάση μετά το 1974.</p>



<p><strong>Α.</strong><strong> </strong><strong></strong>Η τακτική αυτή<strong> </strong>των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου πρέπει ν’ αξιολογηθεί ως κατ’ αρχήν ορθή, αφού η «<em>μη λύση</em>» του Κυπριακού Ζητήματος όχι μόνο δεν συνιστά «<em>λύση</em>» του, αλλά καθιστά ολοένα και πιο επισφαλή&nbsp; -κατ’ επιεική δε θεώρηση-&nbsp; την κατάσταση που δημιούργησε η πάνω από πενήντα χρόνια κατοχή του ενός τρίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, ύστερα από την βάρβαρη εισβολή της στην Μαρτυρική Κύπρο το 1974.<strong>&nbsp; </strong>Πλην όμως, και όπως είναι ευνόητο,<strong> </strong>η επίτευξη λύσης του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον είναι δίκαιη και βιώσιμη.&nbsp; Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω ότι η λύση αυτή είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον υπηρετεί, τουλάχιστον ως προς τα σχετικά βασικά ρυθμιστικά της στοιχεία, «<em>αξιοπρεπώς</em>»&nbsp; -και όχι κατ’ επίφαση, υπό το κράτος απαράδεκτων συμβιβασμών ή και εκβιασμών από συγκεκριμένες πλευρές-&nbsp; την Διεθνή Νομιμότητα και την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα αλλά και την «<em>βιωσιμότητα</em>» της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, κυρίως δε ως πλήρους Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα</em>» της, της Ευρωζώνης.&nbsp; Διότι το αντίθετο οδηγεί, αναποδράστως, σ’ επικίνδυνες ατραπούς ακόμη πιο επώδυνης θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα τούτο απαιτεί τόσο «<em>επιμελέστερη</em>» προετοιμασία, με την ανάλογη προσοχή και προνοητικότητα,&nbsp; όσο η Τουρκία έχει καταστήσει -με περισσό θράσος που, δυστυχώς, το ενισχύει η προεκτεθείσα θλιβερή Διεθνής, ακόμη και Ευρωπαϊκή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανοχή προς αυτή-&nbsp; σαφές πως ως αρχή «<em>λύσης</em>» του Κυπριακού Ζητήματος δεν αποδέχεται, κατ’ ουδένα τρόπο, το στοιχειώδες κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια,&nbsp; πρότυπο του Ομοσπονδιακού Κράτους.&nbsp; Και κάνει λόγο, ευθέως, για δύο Κράτη, ή το πολύ για έναν τύπο Συνομοσπονδιακού Κράτους στην βάση μιας εξαιρετικά χαλαρής συνομοσπονδίας, η οποία μάλιστα&nbsp; δεν ανταποκρίνεται καν στα δεδομένα μιας πραγματικής&nbsp; διζωνικής-δικοινοτικής κρατικής και&nbsp; πολιτειακής οντότητας.&nbsp; <strong>&nbsp;&nbsp;</strong></p>



<p><strong>Β.</strong> Υπό το πνεύμα αυτό είναι προφανές πως δεν μπορεί -ορθότερα δε δεν είναι επιτρεπτό-&nbsp; ν’ αρχίσει οιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό Ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Αν γίνει, από Ελληνικής και Κυπριακής πλευράς, το λάθος να υποτιμηθεί ο κίνδυνος της έναρξης διαλόγου για το Κυπριακό Ζήτημα δίχως μιαν ουσιώδη υποχώρηση της Τουρκίας από τις κατά τ’ ανωτέρω ακραίες θέσεις της, τότε ο «<em>διάλογος</em>» με την τουρκική πλευρά μας οδηγεί στην διακινδύνευση να υποχωρήσουμε μοιραίως εμείς, έστω και κατά ένα μέρος, στους απαράδεκτους τουρκικούς εκβιασμούς και στο ενδεχόμενο πλήρους ευτελισμού του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp; Επιπροσθέτως, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι πάντοτε η «<em>προσφιλής</em>» τακτική της Τουρκίας όταν επιχειρεί να προωθήσει και τις πιο αδιανόητες «<em>διεκδικήσεις</em>» της έναντι του Ελληνισμού εν γένει, στηριζόμενη με πρόδηλο διεθνές θράσος στην παγίωση των «<em>τετελεσμένων</em>» εφόσον διαπιστώσει τάσεις δισταγμών, ανοχής και υποχωρητικότητας από τις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.&nbsp; Και κατά τούτο πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι στις σχέσεις μας με την Τουρκία,&nbsp; ακόμη και όταν αυτή δείχνει προς εμάς «<em>αγαθές προθέσεις</em>», ισχύει στο ακέραιο το «<em>timeo Danaos et dona ferentes</em>». Το ίδιο δε ισχύει –ή πρέπει να ισχύει- προφανώς και για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δεδομένο ότι έχουν βιώσει και υποστεί, σε σειρά περιπτώσεων κατά το απώτερο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν, την ιταμή στάση της Τουρκίας αναφορικά με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.</p>



<p><strong>Ι.</strong><strong> </strong><strong>Τα κανονιστικά δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όπως λοιπόν συνάγεται ευχερώς από τα προεκτεθέντα, ασφαλείς «<em>δείκτες πορείας</em>» για την δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος είναι, και μάλιστα αποκλειστικώς, πρώτον, το Διεθνές Δίκαιο.&nbsp; Kαι, δεύτερον, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Mε την πρόσθετη επισήμανση ότι το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως οντότητα με αυτοτελή νομική προσωπικότητα, είναι πλήρες μέλος της Διεθνούς Κοινότητας, αρχής γενομένης από τον ΟΗΕ.&nbsp;</p>



<p><strong>Α.</strong> <strong>Το Διεθνές Δίκαιο</strong>&nbsp;</p>



<p>Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.</p>



<p><strong>1.</strong> Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας&nbsp; τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, απεριφράστως καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. &nbsp; Υπενθυμίζεται, ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας&nbsp; υπήρξαν&nbsp; -και παραμένουν-&nbsp; προεχόντως τα εξής:</p>



<p><strong>α)</strong><strong> </strong>Πριν απ’ όλα το&nbsp; αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp; Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; -ιδίως λόγω της συνέχισης&nbsp; και&nbsp; επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων-&nbsp; με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, 1.8.1974, αρ. 355/1974, 14.8.1974, αρ. 357/1974, 15.8.1974, αρ. 358/1974, 15.8.1974, αρ. 359/1974, 16.8.1974, αρ. 360/1974, 30.8.1974, αρ. 361/1974 και 13.12.1974, αρ. 364/1974.</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong>Και ύστερα το,&nbsp; καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε,&nbsp; επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «<em>Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου</em>».&nbsp; Σημειωτέον, ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος,&nbsp; με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, 11.5.1984, αρ. 550/1984, 12.3.1990, αρ. 649/1990, 10.4.1992, αρ. 750/1992, 25.11.1992, αρ. 789/1992 και 29.6.1999, αρ. 1251/1999.&nbsp; Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε&nbsp; -και έκτοτε γίνεται παγίως-&nbsp; δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος,&nbsp; με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους-&nbsp; ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα&nbsp; κατηγορηματικώς, κάθε «<em>προοπτική</em>» διχοτόμησης ή απόσχισης.</p>



<p><strong>2.</strong> Περαιτέρω, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος&nbsp; βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).&nbsp; Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την stricto sensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.</p>



<p><strong>α)</strong><strong> </strong>Σύμβασης,&nbsp; η οποία καταρτίσθηκε το 1982&nbsp; -ως «<em>Σύμβαση του Montego Bay</em>»-&nbsp; και άρχισε να ισχύει από το 1994.&nbsp; Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς&nbsp; -ήτοι ως νομικό πρόσωπο πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της- &nbsp; η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998.&nbsp; Γεγονός&nbsp; που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί&nbsp; έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της.&nbsp; Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη, όπως π.χ. η Τουρκία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong>Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή&nbsp; -όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς οιονεί erga omnes.&nbsp; Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί.&nbsp; Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει,&nbsp; αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας «<em>κατά το δοκούν</em>», όπως προκύπτει προδήλως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>», του 2019.&nbsp; Επισημαίνεται&nbsp; -προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και «<em>καθαρότητα</em>»-&nbsp; ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε <em>«πρωτοκόλληση»</em> του <em>«μνημονίου»</em> τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει&nbsp; αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων <em>«πρωτοκολλήσεων»</em> διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία που ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της <em>«κανονιστικής δυναμικής» </em>των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.</p>



<p><strong>Β.</strong> <strong>Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p>Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου.&nbsp; Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε,&nbsp; η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα</em>» της, της Ευρωζώνης.&nbsp; Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.&nbsp; Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), θέτει τις ακόλουθες προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση ν’ αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της.&nbsp; Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, de jure και de facto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>1.</strong> Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-12 της ΣΕΕ, το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχει μία και μόνη Νομική Προσωπικότητα διεθνώς.&nbsp; Αυτό προκύπτει π.χ. κυρίως από τις διατάξεις του άρθρου 5 της ΣΕΕ, ως προς τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-Μελών της.&nbsp; Καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 της ΣΕΕ, ως προς την εκπροσώπηση του Κράτους-Μέλους στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,&nbsp; και ιδίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Διότι, όπως είναι ευνόητο, ένας τέτοιος καταμερισμός αρμοδιοτήτων καθώς και μια τέτοια εκπροσώπηση προϋποθέτουν Κράτος-Μέλος, το οποίο είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί πλήρως ως προς όλα αυτά τα κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο καθήκοντα κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική <em>«απορρόφηση»</em> του συνόλου&nbsp; του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p><strong>2.</strong><strong> </strong>Από την προμνημονευόμενη προϋπόθεση της μίας και μόνης Νομικής Προσωπικότητας διεθνώς απορρέει, αυτοθρόως,&nbsp; και η προϋπόθεση της μίας και μόνης Ιθαγένειας.&nbsp; Πολλώ μάλλον όταν διεθνώς δεν υφίσταται παράδειγμα Κράτους με μία νομική προσωπικότητα διεθνώς που αναγνωρίζει εντός αυτού περισσότερες της μίας ιθαγένειες. Δεν πρέπει δε να υποτιμάται το γεγονός ότι η αναγνώριση περισσότερων της μίας ιθαγενειών «<em>ανοίγει</em>», και δη «<em>διάπλατα</em>», τον δρόμο για την αναγνώριση και περισσότερων του ενός Κρατών ή και για την επιβολή ενός πολιτειακού καθεστώτος χαλαρής συνομοσπονδίας. Καθεστώτος το οποίο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια, δεν μπορεί να ισχύσει για την Κυπριακή Δημοκρατία κατά το Διεθνές Δίκαιο, και κατ’ εξοχήν κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>3.</strong> Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι Κυρίαρχο, όπως συνάγεται ευχερώς ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.&nbsp; Τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία («<em>essentialia</em> <em>negotii</em>») της εσωτερικής και της εξωτερικής Κυριαρχίας ενός Κράτους -κατά βάση ως της ικανότητας της αυτοδύναμης επιβολής της εξουσίας του χωρίς να περιορίζεται από άλλη βούληση- είναι κοινώς γνωστά με βάση τους κανόνες του Συνταγματικού Δικαίου διεθνώς.&nbsp; Επομένως, στο σημείο αυτό αρκεί η ειδικότερη αναφορά στις προϋποθέσεις που καθιερώνουν οι ως άνω ρυθμίσεις της ΣΕΕ:</p>



<p><strong>α)</strong> Κατά πρώτο λόγο το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές της ΣΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει τις θεμελιώδεις λειτουργίες του.&nbsp; Ιδίως δε την διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, την διασφάλιση της Δημόσιας Τάξης και την προστασία της Εθνικής Ασφάλειας.&nbsp; Αφού στην αντίθετη περίπτωση η Κυριαρχία καθίσταται, άνευ άλλου τινός, «<em>γράμμα κενό περιεχομένου</em>» intra και extra muros.&nbsp; Κάτι το οποίο καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους-Μέλους και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, συνακόλουθα δε «<em>υπονομευτική</em>» για την δομή και την λειτουργία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong>Άρα Κράτος ικανό ν’ ασκήσει, στο ακέραιο, τα κατά το Διεθνές Δίκαιο δικαιώματα της stricto sensu Κυριαρχίας του καθώς και όλα τα εντεύθεν επιμέρους Κυριαρχικά του Δικαιώματα.&nbsp; Πρόκειται, προεχόντως,&nbsp; για το προμνημονευόμενο Δίκαιο της Θάλασσας, κατά την σχετική Σύμβαση του ΟΗΕ (UNCLOS)&nbsp; -«<em>Σύμβαση του Montego Bay</em>», του 1982-&nbsp; η οποία, κατά τα προεκτεθέντα,&nbsp; ισχύει από το 1994.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>γ)</strong><strong> </strong>Ειδικότερα, μεταξύ άλλων το Δίκαιο της Θάλασσας καθορίζει από την μια πλευρά τον θεσμικό πυρήνα της stricto sensu Κυριαρχίας του κάθε Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, η οποία ασκείται πλήρως πέραν της Ηπειρωτικής Επικράτειας και στα Χωρικά Ύδατα ή Χωρική Θάλασσα -δηλαδή στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη-&nbsp; πρωτίστως κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. της Σύμβασης αυτής του ΟΗΕ.&nbsp; Και, από την άλλη πλευρά, τον θεσμικό πυρήνα της lato sensu Κυριαρχίας, η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα επιμέρους αναγνωρισμένα από το Διεθνές Δίκαιο Κυριαρχικά Δικαιώματα κάθε Κράτους.&nbsp; Κατά βάση δε τα Κυριαρχικά Δικαιώματα τα σχετικά με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 55 επ. της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και με την Υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76 επ. της ίδιας Σύμβασης.</p>



<p><strong>4.</strong> Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται στην βάση των θεσμικοπολιτικών «<em>συντεταγμένων</em>» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αφού κατά το άρθρο 10 παρ.1<strong> </strong>της ΣΕΕ η όλη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώνεται στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.&nbsp; Υπό τα δεδομένα αυτά δεν νοείται και Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο δεν στηρίζεται, ουσιαστικώς και στην πράξη, στο όλο θεσμικοπολιτικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Τούτο επιβάλλει, συνακόλουθα,&nbsp; εκ μέρους του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης:</p>



<p><strong>α)</strong> Πλήρη σεβασμό της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και των βασικών θεσμικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 2 της ΣΕΕ.&nbsp; Και ως προς την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών διευκρινίζεται ότι αυτή,&nbsp; μεταξύ άλλων,&nbsp; αφενός επιτρέπει&nbsp; την «<em>διασταύρωσή</em>» τους μόνο στο μέτρο που το προβλέπει με τους ειδικότερους επιμέρους κανόνες δικαίου το δημοκρατικώς θεσπισμένο Σύνταγμα.&nbsp; Και, αφετέρου, δεν ανέχεται «<em>εκπτώσεις</em>» κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την λειτουργία του κυρωτικού μηχανισμού της Δικαστικής Εξουσίας, υπό το καθεστώς των εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών που την στελεχώνουν. &nbsp; Ως προς δε το Κράτος Δικαίου, είναι προφανές ότι το θεσμικό του «<em>οπλοστάσιο</em>» επιβάλλει, οπωσδήποτε, και την ύπαρξη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών για κάθε παραβίαση της Αρχής της Νομιμότητας από τα κρατικά όργανα, με «<em>προεξάρχοντα</em>» τον κατά τ’ ανωτέρω μηχανισμό της Δικαστικής Εξουσίας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong>Και πλήρη σεβασμό όλων,&nbsp; ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και πάλι συμβαίνει&nbsp; άλλωστε και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση,&nbsp; κατά τις διατάξεις του ως άνω άρθρου&nbsp; 2<strong> </strong>και του άρθρου 6<strong> </strong>της ΣΕΕ.&nbsp; Ας σημειωθεί, ότι μια τέτοια&nbsp; προϋπόθεση είναι τόσο περισσότερο «<em>συνυφασμένη</em>» με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όσο κατά την ιστορική της διαδρομή αυτή εμπεδώθηκε, από θεσμική και πολιτική έποψη, ως «<em>καθεστώς</em>» εγγύησης της Ελευθερίας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις&nbsp; -και προεχόντως υπό την έκφανση&nbsp; της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- σύμφωνα με την εξίσου θεμελιώδη για το σύγχρονο δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος Δημοκρατική Αρχή.</p>



<p><strong>5.</strong> Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3<strong> </strong>της ΣΕΕ,&nbsp; το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώνει στο ακέραιο και όλες τις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώσεις του.&nbsp; Ιδίως δε την «<em>απορρόφηση</em>» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, ως προς το σύνολο των κανονιστικών του συντεταγμένων.&nbsp; Με βάση δε το κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Κράτος Δικαίου, κυρώσεις επιβάλλονται σε&nbsp; περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων αυτών εκ μέρους του Κράτους-Μέλους, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 7<strong> </strong>της ΣΕΕ.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>6.</strong> Από τ’ ανωτέρω συνάγεται και ότι το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται με βάση μία&nbsp; και ενιαία δημοκρατικώς νομιμοποιημένη Έννομη Τάξη.&nbsp;</p>



<p><strong>α)</strong><strong> </strong>Έννομη Τάξη «<em>επικεφαλής</em>» της οποίας είναι το Εθνικό Σύνταγμα, ως «<em>εμβληματική</em>» εγγύηση της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong>Όπως είναι προφανές, μόνον υπ’ αυτή την προϋπόθεση της ιεραρχικώς δομημένης και δημοκρατικώς νομιμοποιημένης Έννομης Τάξης είναι εφικτό να γίνουν πλήρως σεβαστές στην πράξη οι εγγυήσεις αποτελεσματικής εφαρμογής των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Επέκεινα δε και οι εγγυήσεις <em>«αγαστής»</em> συνύπαρξής της με την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη και, κατά λογική νομική ακολουθία, οι εγγυήσεις ομαλής και αδιάλειπτης&nbsp; «<em>απορρόφησης»</em> από αυτή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στο σύνολό του, όπως ήδη επεξηγήθηκε.</p>



<p><strong>7.</strong> Στις ως άνω προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος πρέπει να προστεθούν και οι εξής δύο οι οποίες απορρέουν, και αυτές,&nbsp; αμέσως ή εμμέσως από το Διεθνές Δίκαιο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο:</p>



<p><strong>α)</strong> Στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κυρίαρχου Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να ισχύουν εγγυήσεις κάθε είδους τρίτων Κρατών ούτε να υπάρχουν στο έδαφός της στρατεύματα κατοχής.&nbsp; Το παράδειγμα της οριστικής ενοποίησης της Γερμανίας, ως <em>«Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας»</em>,&nbsp; το 1990 μόνον ύστερα από την αποχώρηση και του τελευταίου σοβιετικού στρατιώτη τεκμηριώνει πλήρως την βασιμότητα της προϋπόθεσης αυτής, και κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong>Από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει ν’ αποχωρήσουν σταδιακώς και όλοι οι έποικοι που «<em>εγκατέστησε</em>» εκεί η Τουρκία.&nbsp; Και να επανέλθουν στις εστίες τους οι νόμιμοι, κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κατά την νομολογία του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κύριοι των κατεχόμενων από τους έποικους ακινήτων.&nbsp;</p>



<p><strong>ΙΙ.</strong> <strong>Η εντός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κανονιστική ανεπάρκεια του προτύπου του Συνομοσπονδιακού Κράτους κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Στις προμνημονευόμενες προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου, και κατά κύριο λόγο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, μπορεί ν’ ανταποκριθεί ένα Κράτος μόνον εφόσον εμφανίζεται ως ενιαίο ή έχει τα χαρακτηριστικά το πολύ ενός σύγχρονου ομοσπονδιακού προτύπου.&nbsp; Ως προς δε το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, η ίδια η εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αποδεικνύει, π.χ. με την άκρως αντιπροσωπευτική περίπτωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, «<em>υποδειγματικού</em>» θεσμικώς Κράτους-Μέλους με αμιγή ομοσπονδιακή δομή.&nbsp; Ειδικότερα, δεν νοείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συνομοσπονδιακή πολιτειακή μορφή και δομή -η οποία ούτως ή άλλως έχει σχεδόν εκλείψει διεθνώς,&nbsp; διότι κατ’ ουσία δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί ούτε καν στις βασικές προϋποθέσεις του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου ως προς τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ- αφού ένα τέτοιο Κράτος&nbsp; δεν μπορεί να εκπληρώσει στοιχειώδεις υποχρεώσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τα δεδομένα της Έννομης Τάξης της, όπως προκύπτει ιδίως από το ότι:</p>



<p><strong>Α.</strong><strong> </strong><strong>Η απουσία ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν διαθέτει μία και ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, αλλά τόσες επιμέρους νομικές προσωπικότητες διεθνώς όσα τα συνομόσπονδα κράτη που το συνθέτουν.&nbsp;&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> Άρα υπάρχουν τεράστιες δυσχέρειες έως πλήρης αδυναμία σταθερής εκπροσώπησής του και,&nbsp; επομένως, πλήρους συμμετοχής του στον ΟΗΕ και σε Διεθνείς Οργανισμούς εν γένει.&nbsp; Και κυρίως σε Οργανισμό με την θεσμικοπολιτική διεθνή ιδιαιτερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp; Και τούτο διότι υπό το ιδιόμορφο θεσμικό καθεστώς του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν θα ήταν δυνατό, με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, να γίνει ως προς αυτό λόγος για ένα και μόνο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά για περισσότερα, σαφώς ιδιόμορφα, Κράτη-Μέλη της, όπως άλλωστε έχει καταδείξει και η διεθνής πρακτική, και αυτή μόνο στο απώτερο παρελθόν.&nbsp; Φαινόμενο το οποίο είναι καταφανώς ασύμβατο με την όλη θεσμική και κανονιστική ιδιοσυστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Έννομης Τάξης της.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Καθίσταται λοιπόν επιπροσθέτως προφανές και ότι για ν’ αποτελέσει ένα Συνομοσπονδιακό Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπρεπε να μεταβληθεί εκ βάθρων αυτό τούτο το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Γεγονός το οποίο, βεβαίως, θα συνεπαγόταν και πλήρη αλλοίωση της όλης θεσμικοπολιτικής φυσιογνωμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αδιανόητη, επίσης θεσμικοπολιτική, υπονόμευση της πορείας&nbsp; της και της γενικότερης προοπτικής της στο άμεσο και απώτερο μέλλον, σε ό,τι αφορά την δικαίωση της ίδρυσής της και την ολοκληρωμένη επιτέλεση του ρόλου της τόσο έναντι των Κρατών-Μελών της όσο και σε παγκόσμια κλίμακα.&nbsp; Κατά τούτο ουδείς μπορεί να διανοηθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν διατεθειμένη να προβεί σε τέτοιες, οπωσδήποτε «<em>διαλυτικές</em>» για την δομή και λειτουργία της, θεσμικές «<em>μετατροπές</em>»,&nbsp; έτσι ώστε να μπορεί να «<em>φιλοξενήσει</em>» στους κόλπους της ως Μέλη και Κράτη με συνομοσπονδιακή πολιτειακή οντότητα.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong><strong> </strong><strong>Η έλλειψη της μίας και μόνης επικράτειας και ιθαγένειας</strong></p>



<p>Κατά το μέτρο δε που μια συνομοσπονδιακή κρατική οντότητα συνιστά στην ουσία μια <em>«τεχνητή»</em> και εντελώς ατελή <em>«συγκόλληση»</em> επιμέρους κυρίαρχων Κρατών, στο Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν νοείται μία μόνον επικράτεια, αλλά τόσες όσα και τα συνομόσπονδα κράτη.&nbsp; Όπως επίσης στο Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν υφίσταται μία μόνον ιθαγένεια, αλλά τόσες όσες και τα συνομόσπονδα κράτη.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong>Κάτι το οποίο κατ’ ουδένα τρόπο συμβιβάζεται με τις ως άνω απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου ως προς την δομή και την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτείνοντας έτσι τα μειονεκτήματα της προαναφερόμενης απουσίας μίας και&nbsp; ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας στο πλαίσιο του Συνομοσπονδιακού Κράτους.</p>



<p><strong>2.</strong> Για παράδειγμα, τα προμνημονευόμενα κενά του Συνομοσπονδιακού Κράτους δημιουργούν ανυπέρβλητα εμπόδια και ως προς την ομαλή λειτουργία σειράς βασικών πυλώνων της lato sensu οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σπουδαιότερο εκείνο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός αυτής.&nbsp; Στην ουσία δε ενόψει των κενών τούτων&nbsp; η Ευρωπαϊκή Ένωση ουδεμία, σχεδόν, από τις κύριες πολιτικές της θα μπορούσε να φέρει σε πέρας, θέτοντας δι’ αυτού του τρόπου σε άμεση διακινδύνευση την ίδια την θεσμική και πολιτική της υπόσταση.&nbsp;</p>



<p><strong>Γ.</strong>&nbsp; <strong>Η «</strong><strong><em>αποσύνθεση</em></strong><strong>» της Εθνικής Κυριαρχίας</strong></p>



<p>Υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα στο Συνομοσπονδιακό&nbsp; Κράτος δεν νοείται «<em>συμπαγής»</em> Εθνική Κυριαρχία, κατ’ επέκταση δε διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, διατήρηση της Δημόσιας Τάξης και προστασία της Εθνικής Ασφάλειας.&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong>Αυτή η αρνητική ιδιαιτερότητα του Συνομοσπονδιακού Κράτους είναι άκρως ενδεικτική του πώς και γιατί και εξ αυτού του λόγου ένα τέτοιο Κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει, κατ’ ουδένα τρόπο, ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού δεν είναι σε θέση να διασφαλίζει θεμελιώδεις λειτουργίες του και να φέρει σε πέρας εξίσου θεμελιώδεις υποχρεώσεις του κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.</p>



<p><strong>2.</strong> Επισημαίνεται, ότι μια τέτοια αδυναμία έχει άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο σε ό,τι αφορά τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σε ό,τι αφορά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.&nbsp; Διότι, όπως είναι ευνόητο, μέσω της αποτελεσματικής διασφάλισης της Εδαφικής Ακεραιότητας, διατήρησης της Δημόσιας Τάξης και προστασίας της Εθνικής Ασφάλειας το κάθε Κράτος-Μέλος συμβάλλει, εμμέσως πλην σαφώς, κατά το μέρος που του αναλογεί στην εν γένει Εδαφική Ακεραιότητα -σημειωτέον ότι τα σύνορα των Κρατών-Μελών είναι, κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης in globo- στην Δημόσια Τάξη και στην Ασφάλεια της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεσμικοπολιτικού συνόλου.&nbsp; Βεβαίως, όπως αυτές οι μορφές Ευρωπαϊκού «<em>δημόσιου συμφέροντος</em>» οριοθετούνται από τις in concreto ρυθμίσεις της Έννομης Τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Δ.</strong> <strong>Η αδυναμία λειτουργίας της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν έχει κοινά όργανα των τριών Εξουσιών, αλλά μια μορφή συνέλευσης των εκπροσώπων των Κρατών-Μελών του.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> Κυρίως δε δεν έχει Βουλή ή Βουλές, κατά το πρότυπο που αρμόζει στο πολιτειακό καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp; Οπότε η ως άνω συνέλευση προσιδιάζει όχι σε κρατικό όργανο -έστω και lato sensu- αλλά σε μια μορφή Διεθνούς Διάσκεψης.&nbsp; Άλλωστε, και επιπροσθέτως,&nbsp; το τεκμήριο αρμοδιότητας δεν ανήκει στο Συνομοσπονδιακό Κράτος αλλά στα Κράτη-Μέλη της Συνομοσπονδίας, ήτοι στα συνομόσπονδα κράτη.&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Άρα στο πλαίσιο του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, τουλάχιστον σύμφωνα με τις θεμελιώδεις θεσμικές και κανονιστικές της ιδιότητες, η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.&nbsp; Και κατά τούτο εντός του Συνομοσπονδιακού Κράτους η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία υπολειτουργεί επικινδύνως, και προφανώς κατά τρόπο μη συμβατό, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή, με τις επιταγές της διάταξης του κατά τ’ ανωτέρω άρθρου 10 της ΣΕΕ περί γενικής εφαρμογής των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σε ό,τι αφορά την ίδια και σε ό,τι αφορά τα Κράτη-Μέλη της.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Ε.</strong> <strong>Το «</strong><strong><em>κενό</em></strong><strong>» της ενιαίας Έννομης Τάξης</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν έχει ενιαία και ιεραρχικώς δομημένη, υπό ένα Εθνικό Σύνταγμα,&nbsp; Έννομη Τάξη.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong>Αυτό οφείλεται στο ότι οι «<em>αρμοί</em>» του Συνομοσπονδιακού Κράτους βασίζονται στο κείμενο ίδρυσής του το οποίο συνίσταται, σχεδόν πάντοτε, σ’ ένα είδος Διεθνούς Συνθήκης.&nbsp; Είναι δε προφανές ότι μια τέτοια Έννομη Τάξη δεν μπορεί, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, να συνυπάρξει και να «<em>συλλειτουργήσει</em>» με την Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με τις Έννομες Τάξεις των λοιπών Κρατών-Μελών της, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ως άνω συνύπαρξη και «<em>συλλειτουργία</em>» καθορίζει κατ’ ουσία καίριο μέρος της όλης θεσμικής και πολιτικής οντότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και πρωτίστως την ενότητα και την συνοχή της Έννομης Τάξης της.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Το συμπέρασμα τούτο προκύπτει, αβιάστως, εκ του ότι σύμφωνα με τα πρωταρχικά θεσμικά συστατικά της η&nbsp; Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να συνυπάρξει και να «<em>συλλειτουργήσει»</em> μόνο με τις Έννομες Τάξεις των Κρατών-Μελών της, οι οποίες έχουν grosso modo τα αυτά βασικά θεσμικά χαρακτηριστικά.&nbsp; Και κατ’ εξοχήν μια ιεραρχικώς δομημένη Έννομη Τάξη, η οποία έχει ως θεμέλιο αλλά και «<em>κορυφή»</em> το δημοκρατικώς θεσπισμένο και νομιμοποιημένο Εθνικό Σύνταγμα, εναρμονιζόμενη πλήρως με την κανονιστική πεμπτουσία της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης, που έχει ως θεμέλιο αλλά και «<em>κορυφή</em>» το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Ως προς τούτο δε η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναμφιβόλως «<em>εύγλωττη</em>».&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>ΣΤ.</strong><strong> </strong><strong>Η ανύπαρκτη &nbsp; εκτελεστότητα των αποφάσεων των οργάνων των επιμέρους συνομόσπονδων κρατών</strong></p>



<p>Σχεδόν όλες οι σημαντικές αποφάσεις των οργάνων του Συνομοσπονδιακού<strong> </strong>Κράτους δεν είναι νομικώς δυνατό να εφαρμοσθούν αμέσως.&nbsp; Και τούτο διότι για να ισχύσουν πρέπει να μετατραπούν σ’ <em>«εσωτερικό δίκαιο»</em> από τ’ αρμόδια όργανα του κάθε συνομόσπονδου μέλους του.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong>Και μόνον αυτό καθιστά από επισφαλή έως αδύνατη την εκ μέρους Συνομοσπονδιακού Κράτους «<em>απορρόφηση</em>» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, έστω και σε ό,τι αφορά τις στοιχειώδεις συνιστώσες του.&nbsp; Περαιτέρω δε και την δυνατότητά του να εφαρμόζει στο ακέραιο τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Το ως άνω «<em>έλλειμμα» </em>&nbsp;προστίθεται, άρα, ως αναγκαία αρνητική συνέπεια σ’ εκείνο του κατά τα προεκτεθέντα «<em>κενού»</em> της ενιαίας Έννομης Τάξης, επιτείνοντας έτσι και την αδυναμία ομαλής συνύπαρξης και «<em>συλλειτουργίας»</em> των εντός του Συνομοσπονδιακού Κράτους εφαρμοζόμενων κανόνων δικαίου με τους κανόνες δικαίου της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.&nbsp;</p>



<p><strong>Ζ.</strong> <strong>Η περιορισμένη χρονική διάρκεια του Συνομοσπονδιακού Κράτους</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος είναι οιονεί «<em>εκ γενετής</em>» θνησιγενές, διότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαλυθεί με αντίθετη Διεθνή Συμφωνία των συνομόσπονδων μελών του.</p>



<p><strong>1.</strong> Κάτι τέτοιο όμως είναι αδιανόητο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, για Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Και αυτό διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ιδρυθεί και λειτουργεί στην βάση των προϋποθέσεων της συνέχειας και της διάρκειας –και κατά πρώτο λόγο της συνοχής και της διάρκειας της ισχύος και της εφαρμογής των κανόνων της Έννομης Τάξης της- ικανών να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της αποστολής της εν γένει. E contrario, μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία λειτουργεί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της με «<em>διαλείψεις</em>» συνιστά contradictio in adjecto, σύμφωνα με αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.<strong>2.</strong> Είναι, επομένως, πρόδηλο από θεσμική και πολιτική έποψη ότι μια ένωση Κρατών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Έννομη Τάξη της θα υπονομεύονταν, αναμφίβολα, έχοντας ως Κράτος-Μέλος μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, το οποίο δεν πληροί στοιχειωδώς τις ως άνω προϋποθέσεις συνέχειας και διάρκειας.  Με άλλες λέξεις υπό τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης ένα Συνομοσπονδιακό Κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνιστούσε «<em>ξένο σώμα</em>», και ως προς την ίδια και ως προς τα λοιπά Κράτη-Μέλη της, γεγονός το οποίο ουδόλως συμβιβάζεται με την όλη θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία της.</p>



<p>Ως αναγκαίο και λογικό «<em>επιστέγασμα»</em> της ανάλυσης που προηγήθηκε, αναφορικά με τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, πρέπει να προβληθεί in parvo και το εξής, λαμβάνοντας υπόψη την «<em>προϊστορία</em>» των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος:</p>



<p><strong>Α.</strong>  Ακόμη και τώρα ακούγονται αρκετές «<em>φωνές» </em>ειδικών, κυρίως στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό Ζήτημα ήταν μια «<em>χαμένη ευκαιρία»</em>.  Οι «<em>φωνές</em>» αυτές ηχούν ως σύγχρονος «<em>αντίλαλος</em>» των απόψεων εκείνων, οι οποίες υιοθετήθηκαν πριν είκοσι χρόνια στηρίζοντας, σχεδόν «<em>αναφανδόν</em>» και άνευ προϋποθέσεων, το Σχέδιο Ανάν σ’ Ελλάδα και Κύπρο.  Όμως τα επιχειρήματα που προεκτέθηκαν αποδεικνύουν, και δη με αρκούντως πειστικά   τεκμήρια, ότι το Σχέδιο Ανάν δεν συνιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, «<em>χαμένη</em> <em>ευκαιρία</em>».  Και τούτο διότι η απόρριψή του επιβαλλόταν από την ίδια την φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, εν τέλει, από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. </p>



<p>Πραγματικά, μία υπό το θεσμικό και πολιτικό status του Σχεδίου Ανάν Κυπριακή Δημοκρατία δεν θ’ αποτελούσε, ούτε καθ’ υποφοράν, Κράτος ομοσπονδιακού τύπου. Θα στηριζόταν πολύ περισσότερο σε μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, εντελώς ασύμβατου με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της δομής και λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αποτελεσματικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως ήδη επισημάνθηκε επανειλημμένως. </p>



<p>Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό και ενδεικτικό της μάλλον «<em>επιφανειακής</em>» προσέγγισης, με βάση την οποία αξιολογήθηκε από τους προμνημονευόμενους υποστηρικτές  του Σχεδίου Ανάν, το ότι αυτοί δεν φαίνεται ν’ ασχολήθηκαν επισταμένως με το αν και κατά πόσο το πολιτειακό<em> «μόρφωμα» </em>που προόριζε για την Κυπριακή Δημοκρατία ανταποκρινόταν στις βασικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p>  Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν στην πράξη θα οδηγούσε, σχεδόν νομοτελειακώς, σε ουσιαστική έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση -αφού, όπως επαρκώς τονίσθηκε, θα ήταν αδιανόητο ν’ αναμένει κανείς «<em>προσαρμογή» </em>του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα «<em>κανονιστικά κελεύσματα»</em> του Σχεδίου Ανάν-  εκτός του ότι είναι σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε και σε γενικότερη κρατική αποσύνθεσή της.  Και οι κατά τ’ ανωτέρω διαχρονικώς υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν δεν πρέπει να υποτιμούν -και πολύ περισσότερο να λησμονούν- ότι μια τέτοια, μοιραία και απευκταία, κατάληξη της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά «<em>διακαή πόθο»</em> της Τουρκίας. </p>



<p> Και μάλιστα ως τελική «<em>δικαίωση»</em> της βαρβαρότητάς της κατά την εισβολή, το 1974, στην Μαρτυρική Κύπρο.   Επομένως,  η σημερινή κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει την ειλικρινή και αποφασιστική αποδοχή και πραγμάτωση του ακόλουθου, κατ’ ουσία Εθνικού, «<em>προτάγματος</em>»: Όλος ο Ελληνισμός έχει χρέος ν’ αντισταθεί, υπό όρους αρραγούς ενότητας, απέναντι στην συντέλεση ενός τέτοιου «<em>ειδεχθούς εγκλήματος»</em> εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και εις βάρος της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας.  Και το χρέος αυτό βαρύνει, όπως είναι ευνόητο, και την Διεθνή Κοινότητα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ιδίως δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι αναπόσπαστο Κράτος-Μέλος της και η τύχη της συνδέεται αρρήκτως με την υπόστασή της και με την εν γένει προοπτική της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, επέκεινα δε και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.</p>



<p><strong>Β. </strong>Τέλος, πρέπει να επισημανθεί εμφατικώς πως το ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί οιαδήποτε λύση του Κυπριακού Ζητήματος, η οποία θα είναι πλήρως συμβατή με το Διεθνές Δίκαιο και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, στοχεύοντας κατ’ ουσία μακροπρόθεσμα στην περιέλευση της Κύπρου υπό τον ολοκληρωτικό έλεγχό της, προκύπτει και από τα όσα συνέβησαν κατά την Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις στο Crans-Montana της Ελβετίας, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2017.</p>



<p>  Όπως τεκμηριώνεται ευχερώς ιδίως από τα διαμειφθέντα στην διάσκεψη αυτή -προεχόντως με βάση τα απόρρητα πρακτικά του ΟΗΕ και την Έκθεση του Γ.Γ. του ΟΗΕ Α. Γκουτέρες-  και κατ’ εξοχήν από πολυάριθμες τότε δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ναι μεν η Τουρκία φαινόταν να συνηγορεί υπέρ της μετονομασίας της Συνθήκης Εγγυήσεως σε Συνθήκη Εφαρμογής και σε μια μορφή μελλοντικής, δίχως χρονικό περιορισμό,  «<em>αναθεώρησης</em>» (“<em>review</em>”) της τελευταίας,  πλην όμως τούτο στόχευε να την καταστήσει περισσότερο ευνοϊκή για την Τουρκία.  Άρα σαφώς πιο δυσμενή, και από την αρχική, για την προοπτική δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού Ζητήματος πάνω στο πρότυπο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. </p>



<p> Με άλλες λέξεις στο Crans-Montana η Τουρκία κατ’ αποτέλεσμα «<em>τορπίλισε</em>», με προδιαγεγραμμένο μάλιστα σχέδιο, κάθε λύση του Κυπριακού Ζητήματος σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και κυρίως σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Τούτο δε καθίσταται φανερό και εκ του ότι εκεί η τουρκική πλευρά κάθε άλλο παρά δέχθηκε να συζητήσει, έστω και καθ’ υποφοράν, το θέμα μια «<em>ρήτρας τερματισμού</em>» (“<em>sunset clause</em>”) του κατά την προμνημονευόμενη Συνθήκη Εφαρμογής καθεστώτος στρατιωτικής παρουσίας και του μονομερούς δικαιώματος επέμβασης.  </p>



<p>Κατά συνέπεια, η Τουρκία στην Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις στο Crans-Montana πρότεινε την κατά τα προαναφερθέντα «<em>αναθεώρηση</em>» της ως άνω Συνθήκης με μια διπλή, κυριολεκτικώς καταστροφική για το Κυπριακό Ζήτημα, στόχευση: Και συγκεκριμένα αφενός για να ενισχύσει την στρατιωτική παρουσία της στην Κύπρο -και δη επ’ αόριστο-  για λόγους μάλιστα στήριξης της πολιτικής της στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Και, αφετέρου,  για να διατηρήσει, στο ακέραιο και καθ’ όλα ενεργό, το  δικαίωμα της περί μονομερούς επέμβασης, ανά πάσα στιγμή, στην Κύπρο.<br></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η πρωτοπορία του Λόρδου Βύρωνα στον αγώνα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/11/28/pavlopoulos-i-protoporia-tou-lordou-v/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρούλα Μαντή]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 28 Nov 2024 19:40:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[Λόρδος Βύρωνας]]></category>
		<category><![CDATA[Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=973421</guid>

					<description><![CDATA[Σε ομιλία του, κατά την εκδήλωση για τα διακόσια έτη από το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών και το «Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα: «Λόρδος Βύρων: Η εμβληματική πρωτοπορία του στον [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σε ομιλία του, κατά την εκδήλωση για τα διακόσια έτη από το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών και το «Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα: «Λόρδος Βύρων: Η εμβληματική πρωτοπορία του στον αγώνα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην “εστία” τους». </h3>



<p><strong>Στο πλαίσιο της ομιλίας του  επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</strong></p>



<p>Είναι πλέον ιστορικώς πλήρως τεκμηριωμένο ότι ο Λόρδος Βύρων &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; -George Gordon Byron, ο οποίος γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 και πέθανε, υπό τις γνωστές «<em>θρυλικές</em>» συνθήκες, στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου1824- &nbsp; ιδίως μέσω του ρομαντικού του προσανατολισμού&nbsp; και της βάσει αυτού δράσης του, κυρίως αφότου βίωσε «<em>δια ζώσης</em>» στην Πατρίδα μας την εποποιία της Εθνεγερσίας του 1821, προδήλως επηρέασε, και δη ουσιωδώς, την ευόδωση της όλης εξέλιξης της «<em>γέννησης</em>» του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους. Όμως εντός της γενικότερης αυτής, γνησίως και πολυπρισματικώς Φιλελληνικής, επιρροής του πρέπει ν’ αναδειχθεί δεόντως και&nbsp; η ειδικότερη εκείνη «<em>πτυχή»</em> της, η οποία αφορά την «<em>δρομολόγηση»</em> του αγώνα των Ελλήνων για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχέγονη «<em>εστία» </em>τους, ύστερα από την «<em>ιερόσυλη</em>» κλοπή τους και τον εντεύθεν «<em>ακρωτηριασμό</em>» του Παρθενώνα με ιταμό δράστη τον διαβόητο Λόρδο Έλγιν.<em> </em>&nbsp;Ακριβέστερα:</p>



<p><strong>Α. </strong>Η «<em>κυοφορία</em>» του πρώτου Έθνους-Κράτους στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους, κάθε άλλο παρά εύκολη μπορεί να χαρακτηρισθεί.&nbsp; Και τούτο διότι πολλές, προ του 1821, προσπάθειες των αγωνιζόμενων Ελλήνων απέβησαν άκαρπες, ενώ και η μετά το 1821 πορεία πέρασε κάτω από τα «<em>καυδιανά δίκρανα»</em> πολυάριθμων και μεγάλων εμποδίων και αντίστοιχων, επώδυνων για το Έθνος των Ελλήνων,&nbsp; διακυμάνσεων. &nbsp; Αυτό οφείλεται, οπωσδήποτε δε σε μεγάλο βαθμό, και στην αμφιθυμία και στην επέκεινα διστακτικότητα των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, ήτοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.&nbsp; Οι οποίες, έχοντας και αντικρουόμενα συμφέροντα ως προς τούτο, για καιρό δεν έστεργαν να υιοθετήσουν μια κοινή στάση αναφορικά με την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μολονότι αυτή έδειχνε από καιρό πολλαπλά και απτά δείγματα ραγδαίας αποδυνάμωσης.&nbsp; &nbsp; Όσο και αν κάτι τέτοιο φαίνεται, prima faciae, αντιφατικό, η κυρίαρχη την εποχή εκείνη ιδεολογία του Διαφωτισμού υπήρξε, εμμέσως πλην σαφώς, «<em>σύμμαχος</em>» της στάσης αυτής των Μεγάλων Δυνάμεων. Διότι είναι αλήθεια ότι τον Διαφωτισμό, ως τρόπο σκέψης και lato sensu πολιτικής πράξης, ελάχιστα -ή και καθόλου- απασχόλησε ο προβληματισμός ο σχετικός με την «<em>γέννηση</em>» του Έθνους-Κράτους ως ιστορικώς νομοτελειακής μετεξέλιξης του προτύπου των έως τότε κυρίαρχων&nbsp; δεσποτικών Αυτοκρατοριών.&nbsp; Επιπλέον, δεν πρέπει να υποτιμάται το ότι ο Διαφωτισμός δεν υπήρξε «<em>επαναστατικό</em>» -κατά κυριολεξία- κίνημα, αλλά πολύ περισσότερο ένα κίνημα εξορθολογισμού του ευρύτερου «<em>συντηρητισμού</em>» ως προς την πολιτική και κοινωνική οργάνωση, έτσι ώστε αυτός να προσαρμοσθεί στα ραγδαίως μεταβαλλόμενα δεδομένα της εποχής, δίχως όμως και ν’ απωλέσει την «<em>επικυριαρχία»</em> του.&nbsp; Άρα -και συνακόλουθα- συνιστούσε και ένα κίνημα που αποσκοπούσε όχι στην «<em>πτώση»</em>&nbsp; των ως άνω Αυτοκρατοριών, αλλά πολύ περισσότερο στον εξορθολογισμό της οργάνωσης και λειτουργίας τους κατ’ εξοχήν μέσω της διασφάλισης της ακώλυτης άσκησης συγκεκριμένων, θεμελιωδών για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p><strong>Β.</strong> Κατά ένα σαφώς προφανή τρόπο, στον αντίποδα του Διαφωτισμού ο Ρομαντισμός εμφανίσθηκε και κινήθηκε, με τις πολύπλευρες εκφάνσεις του πεδίου επιρροής του, ως γνήσιο επαναστατικό κίνημα, προεχόντως με την έννοια της επινόησης και της στήριξης της πραγματοποίησης ριζοσπαστικών αλλαγών. Μία δε&nbsp; -ίσως η κορυφαία για την εποχή εκείνη- από τις αλλαγές αυτές αφορούσε και τον τρόπο σύλληψης του οιονεί «<em>ιδανικού»</em> κρατικού προτύπου για τον Άνθρωπο ως φορέα δικαιωμάτων,&nbsp; δια μέσου της υιοθέτησης της δομής και της αντίστοιχης θεσμικοπολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας του Έθνους-Κράτους.&nbsp; Το παράδειγμα της «<em>κυοφορίας</em>» του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές:&nbsp; Με «<em>ηγήτορα</em>» τον Λόρδο Βύρωνα, το εκτεταμένο πια στην Ευρώπη Φιλελληνικό ρεύμα, όπως «<em>άνθησε»</em> μετά την πολιορκία και την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου&nbsp; &nbsp; &nbsp; -μεταξύ 9 και 10 Απριλίου 1826- συνέβαλε καθοριστικώς στο ν’ αποφασίσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις αρχικά, το 1827, την δημιουργία Ελληνικού Έθνους-Κράτους. Και, τρία χρόνια αργότερα, το 1830, την επίσημη ίδρυσή<em> </em>&nbsp;του με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου.&nbsp; Ένα Έθνος-Κράτος το οποίο έμελλε, μέσα σε λίγες δεκαετίες, ν’ αποτελέσει την αφετηρία της εμφάνισης και τελικής εμπέδωσης του κανόνα ως προς το κρατικό πρότυπο που θα επικρατούσε οριστικώς στην Ευρώπη, όπως απέδειξαν οι μετέπειτα εξελίξεις π.χ. για το Βέλγιο, για την Ιταλία, για την Γερμανία και για τα τότε Κράτη της Βαλκανικής. Καθώς ήδη επισημάνθηκε, η αγωνιζόμενη ακόμη Ελλάδα βρήκε, πολύ ενωρίς, στο πρόσωπο του ρομαντικού οραματιστή Λόρδου Βύρωνα και τον πρωτοπόρο υπέρμαχο της επιστροφής στην «<em>εστία»</em> τους&nbsp; -δηλαδή στον βαριά «<em>τραυματισμένο»,</em> ιδίως από τον βομβαρδισμό του Ενετού Φραντσέσκο Μοροζίνι, Παρθενώνα-&nbsp; των Γλυπτών, τα οποία είχε μετέπειτα συλήσει, ως κοινός εγκληματίας, ο Λόρδος Έλγιν, «<em>ακρωτηριάζοντας</em>» κατ’ αποτέλεσμα αυτό το Μνημείο-σύμβολο του Παγκόσμιου Πολιτισμού.&nbsp; Όπως δε θα καταδειχθεί στην συνέχεια, ήταν αυτός ο λαμπρός αγωνιστικός «<em>δρόμος»</em> που άνοιξε ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος ενέπνευσε εξ αρχής -και εξακολουθεί βεβαίως να εμπνέει- την Ελλάδα και τους Έλληνες προς την ίδια κατεύθυνση έως την τελική δικαίωση.&nbsp; Ενώ επηρέασε και επηρεάζει καθοριστικώς την, ολοένα και περισσότερο εντεινόμενη και διευρυνόμενη, διεθνοποίηση του ως άνω στόχου, προσδίδοντάς του μάλιστα χαρακτηριστικά που τον εντάσσουν στον «<em>πυρήνα</em>» της υπεράσπισης αυτού τούτου του Παγκόσμιου Πολιτισμού.</p>



<p><strong>Ι. Η ποίηση του Λόρδου Βύρωνα ως άτεγκτη διαχρονική «</strong><strong><em>Ερινύα» </em></strong><strong>για το πολιτισμικό ανοσιούρηγμα του Λόρδου Έλγιν</strong></p>



<p>Ο αγώνας για την Επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι ήδη μακρύς και αδιάλειπτος, αφού ουσιαστικά άρχισε λίγο μετά την συντέλεση του βάρβαρου εγκλήματος του Έλγιν.&nbsp; Εγκλήματος «<em>διαρκούς»</em>, το οποίο διαπράχθηκε όταν ο Λόρδος Έλγιν, πρεσβευτής από το 1799 της Μεγάλης Βρετανίας για την «<em>Υψηλή Πύλη</em>» στην Κωνσταντινούπολη, το συνέλαβε και το εκτέλεσε μεταξύ 1801-1804. &nbsp; Ήταν τότε που μετήλθε την απάτη της ειδεχθούς σύλησης του Μνημείου του Παρθενώνα και την αντίστοιχη «<em>αυτόθροη</em>» πολιτισμική τυμβωρυχία, προσποιούμενος δήθεν «<em>ανασκαφικές δραστηριότητες</em>» μέσα στον ευρύτερο Αρχαιολογικό Χώρο με ανύπαρκτο μάλιστα, όπως έχει ιστορικώς αποδειχθεί και όπως θα τονισθεί στην συνέχεια, τουρκικό φιρμάνι. &nbsp; Και στην συνέχεια ολοκλήρωσε το έγκλημά του μεταφέροντας -και δη υπό όρους διακινδύνευσης που αποκαλύπτουν τον αδίστακτο και προσβλητικό για τον Πολιτισμό μας χαρακτήρα του- δια της θαλασσίας οδού τα Γλυπτά του Παρθενώνα στην Μεγάλη Βρετανία.&nbsp;</p>



<p><strong>Α. Το ιστορικό της ποιητικής δημιουργίας του Λόρδου Βύρωνα για το πολιτισμικό ανοσιούργημα του Λόρδου Έλγιν</strong></p>



<p>Κατά τα εκτεθέντα αμέσως προηγουμένως,&nbsp; ο αδιάλειπτος αγώνας της Ελλάδας για τον τερματισμό αυτού του ειδεχθούς «<em>διαρκούς</em>» εγκλήματος του Έλγιν εναντίον της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς ξεκίνησε νωρίς.&nbsp; Κατ’ ακρίβεια, από το 1842 η Ελλάδα άρχισε να διεκδικεί, με κάθε νόμιμο και πολιτισμένο μέσο, την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Με πρώτο «<em>σταθμό»</em> την εναντίον του Έλγιν επίσημη καταγγελία εκ μέρους του τότε Γραμματέα της «<em>Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας»,&nbsp; </em>Αλεξάνδρου Ραγκαβή<em>. </em>Εμείς, οι Έλληνες, ως θεματοφύλακες της μεγάλης Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς, έχουμε χρέος, ακόμη και έναντι της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ν’ αποτίουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον Λόρδο Βύρωνα, έναν Πολίτη της Μεγάλης Βρετανίας.&nbsp; Ο οποίος πρώτος -και μάλιστα επτά, μόλις, χρόνια μετά την διάπραξή του- ανέδειξε και κατήγγειλε, με τον πιο θαρραλέο και κατηγορηματικό τρόπο, το πολιτισμικό ανοσιούργημα της τυμβωρυχίας του Έλγιν εις βάρος της «<em>κοιτίδας</em>» και του «<em>λίκνου</em>» του κοινού μας Δυτικού Πολιτισμού, του Παρθενώνα.&nbsp;&nbsp;</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Κατά το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, στην νεαρή ηλικία των είκοσι τριών ετών, ο Λόρδος Βύρων, το 1811, μέσ’ από μια πραγματική διανοητική «<em>έκρηξη»</em> ρομαντισμού -ας μην ξεχνάμε ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε προηγουμένως, ο Ρομαντισμός υπήρξε ούτως ή άλλως ένα γνήσιο «<em>επαναστατικό-ανατρεπτικό»</em> πνευματικό κίνημα- έστειλε, με δύο εξαίσια δείγματα του πρώιμου ακόμη ποιητικού του ταλέντου, μήνυμα στην Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε όλη την Ευρώπη της εποχής εκείνης για το ποιός ήταν ο Έλγιν και ποιά υπήρξαν τα πραγματικά τα κίνητρά του. Κίνητρα ωμής και στυγνής κερδοσκοπικής αρχαιοκαπηλίας, τα οποία επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τις επιπτώσεις της σύλησης των Γλυπτών του Παρθενώνα για τον Παγκόσμιο Πολιτισμό. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο Λόρδος Βύρων ξεκίνησε να γράφει τα ποιήματά του αυτά αμέσως μόλις έφθασε στην Πατρίδα μας για να πραγματοποιήσει το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα&nbsp; -και έχοντας προηγουμένως ταξιδέψει, συνοδευόμενος από τον επιστήθιο φίλο του John Cam Hobhouse, από την Μάλτα διαδοχικώς στην Πρέβεζα, στα Ιωάννινα, στην Κέρκυρα, στο Μεσολόγγι και στους Δελφούς- αποβιβάσθηκε στην Πάτρα την 25<sup>η</sup> Σεπτεμβρίου 1809, για να επιστρέψει τρία χρόνια μετά στην Αγγλία, τον Ιούλιο του 1811.&nbsp; Ας προστεθεί σε αυτό ότι ο Λόρδος Βύρων έγραψε τα ποιήματά του -αρχικώς στο Μοναστήρι των Καπουτσίνων, στην Πλάκα-&nbsp; χωρίς να έχει ποτέ γνωρίσει τον Λόρδο Έλγιν, ο οποίος είχε αναχωρήσει από την Αθήνα επτά χρόνια πριν το ως άνω πρώτο ταξίδι του Λόρδου Βύρωνα, ήτοι το 1803.&nbsp; Πρέπει να σημειωθεί με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Λόρδος Βύρων απέφυγε, επιμελώς και χωρίς να το αποκρύψει καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να συναντηθεί με τον Λόρδο Έλγιν,&nbsp; καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του.&nbsp;&nbsp;</li>



<li>Σημειωτέον επίσης, ότι ευθύς όταν εγκαταστάθηκε τότε στην Αθήνα ο Λόρδος Βύρων ξεναγήθηκε στον Παρθενώνα από τον επικεφαλής του συνεργείου –και <em>«συνεργού»</em> του εγκλήματός του- του Λόρδου Έλγιν, τον Giovanni Battista Lusieri. Και αμέσως εξαπέλυσε την δημόσια «<em>πολεμική</em>» του εναντίον του Λόρδου Έλγιν, αντιλαμβανόμενος και πειθόμενος ότι έχει διαπράξει ένα πραγματικό πολιτισμικό ανοσιούργημα άνευ προηγουμένου.&nbsp; Είναι μάλλον βέβαιο πως ο Λόρδος Βύρων γνώριζε από τότε&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; -όταν τα «<em>πειστήρια του εγκλήματος</em>» ήταν ακόμη «<em>νωπά</em>» &#8211; αυτό το οποίο είναι πια πλήρως αποδεδειγμένο και αποδέχονται προσφάτως ακόμη και στην Τουρκία: Ότι, δηλαδή, ουδέποτε υπήρξε σουλτανικό «<em>φιρμάνι</em>» το οποίο εξουσιοδοτούσε, δήθεν, τον Λόρδο Έλγιν να «<em>συλήσει</em>» τα Γλυπτά του Παρθενώνα.&nbsp; Πραγματικά, και με δεδομένο ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο της εποχής και τα Γλυπτά του Παρθενώνα εν γένει ανήκαν στην «<em>ιδιοκτησία</em>» του Σουλτάνου&nbsp; -τότε του Σελίμ Γ΄- ήταν απαραίτητο για κάθε επέμβαση στον Παρθενώνα ένα «<em>σουλτανικό φιρμάνι</em>».&nbsp; «<em>Φιρμάνι</em>», το οποίο κατά την οθωμανική γραφειοκρατία έφερε συγκεκριμένο τύπο επίσημου εγγράφου, έχοντας οπωσδήποτε στην κορυφή του την «<em>tu</em>ğ<em>ra</em>», καλλιτεχνικό «<em>έμβλημα-μονόγραμμα</em>» του Σουλτάνου.&nbsp; Όλως αντιθέτως, ο Λόρδος Έλγιν ομολογούσε ευθέως ότι δεν διέθετε ένα τέτοιο «<em>φιρμάνι</em>», αλλ’ απλώς μια «<em>επιστολή</em>» υπό την μορφή «<em>άδειας</em>»&nbsp; -που ουδείς γνώριζε αν ήταν γνήσια και πώς αποκτήθηκε-&nbsp; του αναπληρωτή Βεζίρη Sayid Abdullah, ο οποίος αναπλήρωνε τον Μεγάλο Βεζίρη Kör Yusuf Ziyaüddin Pasha.&nbsp; Επιπλέον, ο Λόρδος Έλγιν δεν επεκαλείτο το πρωτότυπο έστω και αυτής της «<em>άδειας</em>», αλλά μια ιταλική μετάφραση («<em>lettera</em>»), της οποίας μάλιστα ουδέποτε αποδείχθηκε η γνησιότητα (βλ. περισσότερα in Νικολάου Σταμπολίδη, «<em>Ο Παρθενώνας και ο Βύρωνας</em>», εκδ. του Μουσείου της Ακρόπολης, Αθήνα, 2024, σελ.91 επ.).</li>
</ol>



<ol start="3" class="wp-block-list">
<li>Την όλη γενναία στάση του Λόρδου Βύρωνα υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχέγονη «<em>εστία»</em> τους&nbsp; συμπυκνώνει και το ακόλουθο απόσπασμα από την επιστολή του, γραμμένη στην Ραβέννα την 7<sup>η</sup> Φεβρουαρίου 1821, προς τον John Murray: «<em>Αντιτάχθηκα και θα αντιταχθώ για πάντα στη ληστεία των Μαρμάρων από την Αθήνα, τάχα για να διδαχθούν οι Εγγλέζοι γλυπτική (οι οποίοι είναι τόσο ικανοί στην γλυπτική όσο οι Αιγύπτιοι στις παγοδρομίες)· αλλά γιατί το έκανα αυτό; Τα Μάρμαρα θα είναι το ίδιο ποιητικά στο Πικαντίλι όσο και στον Παρθενώνα, αλλά ο Παρθενώνας και ο βράχος του θα είναι λιγότερο ποιητικοί χωρίς αυτά.&nbsp; Έτσι είναι η Ποίηση της Τέχνης». (</em>Μετάφραση Ζαφείρη Γουργουλιάτου, από το βιβλίο, «<em>Lord Byron: Selected prose</em>», edited by Peter Gunn, Penguin Books, 1972).&nbsp;</li>
</ol>



<p><strong>Β.</strong> <strong>Οι δύο «</strong><strong><em>επικές</em></strong><strong>» ποιητικές δημιουργίες του Λόρδου Βύρωνα</strong></p>



<p>Πώς, άραγε, η Ελλάδα, έστω και αν ακόμη το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος έδινε πραγματική «<em>μάχη επιβίωσης»</em>, θα μπορούσε να μην πάρει την «<em>σκυτάλη»</em> της διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα, όπως την είχαν κλείσει «<em>σφιχτά»</em>, σ’ έναν «<em>ιερό αγώνα δρόμου</em>», τα χέρια ενός αυθεντικού εκπροσώπου του αληθινού&nbsp; Πνεύματος του Πολιτισμού μας, του Λόρδου Βύρωνα (πρβλ. Νικολάου Σταμπολίδη, «<em>Ο Παρθενώνας και ο Βύρωνας</em>», όπ. παρ., σελ.67 επ.);</p>



<p><strong>1. «</strong><strong><em>Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ</em></strong>»</p>



<p>Η πρώτη από τις προμνημονευόμενες δύο, ιστορικές με την πλήρη του όρου έννοια, ποιητικές συμβολές του Λόρδου Βύρωνα υπέρ της απερίφραστης καταδίκης του Λόρδου Έλγιν και, κατά λογική ακολουθία, υπέρ της ανάγκης επιστροφής του συνόλου των Γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχέγονη «<em>εστία» </em>τους,&nbsp; εμπεριέχεται στο ποίημά του «<em>Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ»</em>.&nbsp; Ποίημα το οποίο συνθέτουν τέσσερα «<em>άσματα»</em>, με το πρώτο να δημοσιεύεται το 1812 και το τέταρτο το 1818.&nbsp; Ολοκληρωμένο το ποίημα αυτό εκδόθηκε το 1825.&nbsp; Τα τρία αποσπάσματα που έπονται είναι αρκούντως αντιπροσωπευτικά για να εκφράσουν το μέγεθος, το οποίο είχε προσλάβει η «<em>μήνις» </em>του Λόρδου Βύρωνα εναντίον του Λόρδου Έλγιν (Λόρδου Βύρωνα «<em>Τα τραγούδια του για την Ελλάδα</em>», μτφρ. Στέφανος Μύρτας):</p>



<p><strong>α)</strong> «<em>Εδώ, στην πέτρα τη βαριά, τώρα ας καθίσω μόνος·</em></p>



<p><em>σε μαρμαρένιο κι άσειστον ακόμα στυλοβάτη,</em></p>



<p><em>εδώ που ο παντοδύναμος και διαλεχτός σου θρόνος</em></p>



<p><em>ήταν, του Κρόνου ως Ολύμπιε γιε, ψάχνοντας δώθε κάτι</em></p>



<p><em>πάντα κανείς απ’ το κρυφό το μεγαλείο θα βρει.</em>»</p>



<p>………….</p>



<p><strong>β) </strong>«<em>Μ’ απ’ όλους όσους το Ναό κουρσέψαν κει ψηλά,</em></p>



<p><em>όπου η Παλλάδα ίσαμε χτες λημέρευε μονάχη,</em></p>



<p><em>πονώντας και μη θέλοντας ν’ αφήσει τα στερνά</em></p>



<p><em>της δύναμής της λείψανα· σαν ποια πατρίδα να ’χει</em></p>



<p><em>γραφτό ήταν ο υστερότερος στην φαύλην αρπαγή;</em></p>



<p><em>Καληδονία, κοκκίνισε, γιατί είχε μάνα εσένα.</em></p>



<p><em>Αγγλία, δόξα σου, που εσύ δεν είχες τέτοια γέννα,</em></p>



<p><em>τι δεν αγγίζει ελεύθερο παρά όποιος σκλαβοβγεί.</em></p>



<p><em>Και όμως εβιάσαν και έφεραν κάθε ιερό θλιμμένο</em></p>



<p><em>πα σε γιαλό πολύ καιρόν αποτροπιασμένο.»</em></p>



<p><em>……………….</em></p>



<p><em>«Οι Πίκτοι να και σήμερα τι θε ν’ αφήσουν χνάρια</em></p>



<p><em>περήφανα· ρημάγματα ναούς και Παρθενώνες,</em></p>



<p><em>που σεβαστήκαν Βάνδαλοι, Γότθοι, Τουρκιά κι αιώνες.</em></p>



<p><em>Ω της Αθήνας τα στερνά παντέρμα απομεινάρια!</em></p>



<p><em>Όσοι ν’ αρπάξουν σκέφτηκαν απ’ τη γαλάζια χώρα,</em></p>



<p><em>μοιάζει η καρδιά τους η στεγνή το στέρφο τους κεφάλι,</em></p>



<p><em>στους βράχους της πατρίδας τους που κόβουν τ’ ακρογιάλι.</em></p>



<p><em>Και, ωιμέ, προστάτες αχαμνοί μπρος στους βωμούς της τώρα,</em></p>



<p><em>να, τα παιδιά της, που ο καημός της μάνας τους σπαράζει</em></p>



<p><em>τα σίδερά τους νιώθοντας με πιο πικρό μαράζι.»</em></p>



<p><em>…………….</em></p>



<p><strong>γ) </strong>«<em>Ω! είναι από πέτρα όποιος για σε δε νιώθει, ωραία Ελλάδα,</em></p>



<p><em>ό,τι εραστής όπου θεωρεί μπρος του νεκρή ερωμένη,&nbsp;</em></p>



<p><em>κι αναίσθητη έχει την καρδιά που αβούρκωτη απομένει,</em></p>



<p><em>μετόπες, τείχη και βωμούς βλέποντας σκόνη, αράδα</em></p>



<p><em>να σου τα γδύνουν Βρετανοί, που θα ’πρεπε ταμένοι</em></p>



<p><em>να στέκουν φυλακάτορες στα λείψανα τεμένη.</em></p>



<p><em>Ανάθεμά τη τη στιγμή κουρσάροι που αρμενίζαν</em></p>



<p><em>απ’ το νησί τους, κι έσκιζαν τα στήθη σου ξανά</em></p>



<p><em>τα πληγωμένα, αρπάζοντας να παν στα βορινά</em></p>



<p><em>και μισητά τους κλίματα, θεούς που ανατριχιάζαν.»</em></p>



<p><em>…………….</em></p>



<p><strong>2. «</strong><strong><em>Η Κατάρα της Αθηνάς»</em></strong></p>



<p>Το δεύτερο ποίημα του Λόρδου Βύρωνα για την καταδίκη του Λόρδου Έλγιν αναφορικά με την βάρβαρη σύληση των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι «<em>Η Κατάρα της Αθηνάς»</em>.&nbsp; Γραμμένο την ίδια, σχεδόν, περίοδο μ’ εκείνη της γραφής του «<em>Προσκυνήματος του Τσάιλντ Χάρολντ»</em>, το νεανικό αυτό ποίημα του Λόρδου Βύρωνα ήταν για χρόνια πολύ λιγότερο γνωστό, δυστυχώς με την <em>«συνέργεια»</em> των τότε <em>«υπευθύνων»</em> της ίδιας της Μεγάλης Βρετανίας.&nbsp; Ο Λόρδος Βύρων άρχισε να το γράφει πριν φύγει από την Αθήνα, το 1811, και το ολοκλήρωσε στο Λονδίνο.&nbsp; Λόγω του «<em>μένους»</em> του ποιητή κατά του Λόρδου Έλγιν καθώς και λόγω των σφοδρών επικρίσεών του κατά της Μεγάλης Βρετανίας γενικότερα, ορισμένοι φίλοι του τον παρακινούσαν να μην το δημοσιεύσει.&nbsp; Τελικά ο Λόρδος Βύρων πήρε την απόφαση και το δημοσίευσε, το 1812, σε λίγα αντίτυπα και το μοίρασε αρχικώς μόνο σε μερικούς οικείους και γνωστούς του, αντιμετωπίζοντας στην συνέχεια τις αντιδράσεις που επισημάνθηκαν αμέσως πιο πάνω. Τα τέσσερα αποσπάσματα&nbsp; της «Κ<em>ατάρας της Αθηνάς»</em>, τα οποία παρατίθενται στην συνέχεια, επεξηγούν με πληρότητα το κατά τα ως άνω «<em>περιπετειώδες» </em>ιστορικό συγγραφής και δημοσίευσής της (μετάφραση Πάνος Καραγιώργος, 2018).&nbsp;</p>



<p><strong>α)</strong><em>«</em><em>Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,</em><em><br></em><em>θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,</em><em><br></em><em>όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,</em><em><br></em><em>η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μεσ’ στο ναό της!»</em></p>



<p><em>…………………..</em></p>



<p><strong>β) </strong>«<em>Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα</em><em><br></em><em>Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ευγενές ακόμα,</em><em><br></em><em>μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,</em><em><br></em><em>τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.</em><em><br></em><em>Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·</em><em><br></em><em>την αιτία θες να μάθεις; – ιδέ τριγύρω σου και ’μπρος.</em><em><br></em><em>Νά, εγώ είδα πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν</em><em><br></em><em>κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.</em><em><br></em><em>Τούρκου και Γότθων αντάμα γλίτωσα ’γω το κακό,</em><em><br></em><em>μα η χώρα σου μου στέλνει έναν κλέφτη πιο τρανό.</em><em><br></em><em>Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,</em><em><br></em><em>και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.</em><em><br></em><em>Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,</em><em><br></em><em>ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,</em><em><br></em><em>και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει, –</em><em><br></em><em>μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.</em><em><br></em><em>Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,</em><em><br></em><em>τ’ όνομα το μισητό του πάει και στον ναό μου γράφει,</em><em><br></em><em>σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,</em><em><br></em><em>κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του!</em><em><br></em><em>Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο</em><em><br></em><em>είν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.</em><em><br></em><em>Ο Αλάριχος τα πάντα είχε άγρια καταστρέψει</em><em><br></em><em>με το δίκιο του πολέμου, μα ο Έλγιν για να κλέψει</em><em><br></em><em>όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος</em><em><br></em><em>είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος ;</em><em><br></em><em>Το ’κανε, όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι</em><em><br></em><em>και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει</em><em><br></em><em>και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα</em><em><br></em><em>απ’ του λέοντα ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.»</em></p>



<p>………………………</p>



<p><strong><em>γ) </em></strong><em>«Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,</em><em><br></em><em>και σαν Βρετανός που είμαι, διαμαρτύρομαι εντόνως.</em><em><br></em><em>Μην κακίζεις την Αγγλία, Αθηνά! Απ’ τη Σκωτία</em><em><br></em><em>ήτανε ο συλητής σου. – Κοίταξε τη Βοιωτία</em><em><br></em><em>από της Φυλής τους λόφους τους ωραίους κοίτα γύρω,</em><em><br></em><em>του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία.</em><em><br></em><em>Και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα</em><em><br></em><em>της Σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.</em><em><br></em><em>Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,</em><em><br></em><em>που τα σπέρματά της είναι όλα περιορισμένα</em><em><br></em><em>και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,</em><em><br></em><em>χώρα τσιγκουνιάς κι ομίχλης αλλά και της σοφιστείας,</em><em><br></em><em>που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια</em><em><br></em><em>κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σαν ρημάδια.»</em></p>



<p><em>……………………..</em></p>



<p><strong>δ) </strong><em>«Και στο τέλος, μεσ’ στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,</em><em><br></em><em>θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·</em><em><br></em><em>λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,</em><em><br></em><em>θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.</em><em><br></em><em>Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος,</em><em><br></em><em>και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος!</em><em><br></em><em>Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σε ’κείνου θα γράψει</em><em><br></em><em>του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.</em><em><br></em><em>Κι η κατάρα μου πιο πέρα κι απ’ τον τάφο του να πάει</em><em><br></em><em>Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν σε σελίδες παραμένουν</em><em><br></em><em>που είναι στιγματισμένες και με στίχους όπου καίνε·</em><em><br></em><em>έτσι πάντα είναι γραμμένοι και οι δυό καταραμένοι,</em><em><br></em><em>μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει…»</em></p>



<p><em>…………………</em></p>



<p><strong>&nbsp;ΙΙ.</strong> &nbsp; <strong>Ο σύγχρονος «</strong><strong><em>απόηχος</em></strong><strong>» της εκκωφαντικής «</strong><strong><em>κραυγής</em></strong><strong>» του Λόρδου Βύρωνα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα&nbsp;</strong></p>



<p>Επισημάνθηκε ευκρινώς, στο πλαίσιο της ανάλυσης που προηγήθηκε &nbsp; ότι ο Λόρδος Βύρων εκπροσώπησε, «<em>λόγω και έργω</em>»,&nbsp; τον θαρραλέο&nbsp; «<em>αφέτη</em>» της «<em>εκκίνησης</em>» ενός μακρού αγώνα αντοχής τόσο για την urbi et orbi καταδίκη της «<em>ιερόσυλης</em>» κλοπής των Γλυπτών του Παρθενώνα από τον Λόρδο Έλγιν, όσο και για την τελική επιστροφή τους στην αρχέγονη «<em>εστία</em>» τους. &nbsp; Αυτός ο «<em>αγώνας αντοχής</em>» έχει μέσα στα χρόνια προσλάβει, ακριβώς λόγω και της «<em>ακτινοβολίας</em>» του ρομαντισμού του Λόρδου Βύρωνα, διαστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ την αμέριστη στήριξη των Ελλήνων και του Ελληνικού Κράτους στην πορεία για μια τέτοια ιστορική διεκδίκηση. Και τούτο, διότι οι συμβολισμοί της εν προκειμένω πνευματικής&nbsp; -και όχι μόνο-&nbsp; ρομαντικής «<em>εξέγερσης</em>» του Λόρδου Βύρωνα έδωσαν, από τότε, στον αγώνα για την καταδίκη του Έλγιν και για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα εκεί που πολιτισμικώς ανήκουν πολυδιάστατες διεθνείς προεκτάσεις.&nbsp; Και οπωσδήποτε σε τέτοιο βαθμό, ώστε το ζήτημα της επιστροφής αυτής να έχει καταστεί μείζον διακύβευμα σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση αυτού τούτου του Παγκόσμιου Πολιτισμού.&nbsp; Έτσι σήμερα δεν αμφιβάλλει σχεδόν κανείς -πλην βεβαίως του Βρετανικού Μουσείου, το οποίο δίνει απέλπιδα «<em>μάχη χαρακωμάτων</em>» προκειμένου να κρατήσει «<em>φυλακισμένα</em>» τα Γλυπτά του Παρθενώνα στους σκοτεινούς του θαλάμους, αναδεικνυόμενο ολοένα και περισσότερο σ’ ευτελή «<em>κλεπταποδόχο</em>» της εγκληματικής «<em>λείας»</em> του Λόρδου Έλγιν- για το ότι η θέση των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι στο Μουσείο της Ακρόπολης.&nbsp; Ένα Μουσείο το οποίο δημιουργήθηκε αποκλειστικώς για τον σκοπό αυτό, αφαιρώντας και το τελευταίο –αναμφιβόλως ανίσχυρο εξ υπαρχής-&nbsp; επιχείρημα του Βρετανικού Μουσείου, κατά το οποίο τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν μπορούσαν να επιστραφούν στην Ελλάδα αφού, «<em>δήθεν</em>»,&nbsp; εκεί δεν υπήρχε γι’ αυτά η αρμόζουσα στην απαστράπτουσα πολιτισμική αίγλη τους «<em>στέγη</em>».&nbsp; Σ’ επίρρωση της εμβέλειας και της αποτελεσματικότητας&nbsp; αυτής της διεθνοποίησης της καταδίκης του εγκλήματος του Λόρδου Έλγιν και της υπεράσπισης της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, ιδίως χάρη στον αγώνα του Λόρδου Βύρωνα, παρατίθενται στην συνέχεια ορισμένα, άκρως αντιπροσωπευτικά, παραδείγματα αδιαμφι-σβήτητης εμπέδωσής της στην πράξη.&nbsp; Εμπέδωσης, η οποία μάλιστα επήλθε πολύ πριν επισυμβεί η εκ μέρους της Ελλάδας κρίσιμη καμπή για την διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα,&nbsp; το 1984, με «<em>ψυχή</em>» την «<em>οραματική</em>» Μελίνα Μερκούρη, υπό την ιδιότητά της ως Υπουργού Πολιτισμού.&nbsp; Και είναι άξιο ιδιαίτερης μνείας το γεγονός ότι τα ως άνω παραδείγματα «<em>ανατρέχουν</em>» στην περίοδο, η οποία ξεκινάει μέσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και φθάνει έως το τέλος της δεκαετίας του 1950.&nbsp; Με την απαραίτητη «<em>επισημείωση</em>», ότι τα επιχειρήματα τα στηριζόμενα επί των παραδειγμάτων αυτών πρέπει&nbsp; -κάτι το οποίο δεν έχει έως τώρα συμβεί στον αρμόζοντα βαθμό-&nbsp; να καταστούν, μ’ επιμονή και διάρκεια, «<em>αιχμηρά βέλη</em>» άμεσης και πολυπρισματικής χρήσης στην «<em>φαρέτρα</em>» της επιχειρηματολογίας μας εναντίον της προκλητικής διαστρέβλωσης της αλήθειας εκ μέρους του Βρετανικού Μουσείου.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Α.</strong> <strong>Η κορυφαία «</strong><strong><em>μαρτυρία</em></strong><strong>» του Λόρδου Kenneth Clark</strong></p>



<p>Μέσα στην δίνη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, και κατ’ ακρίβεια το 1943, «<em>είδε το φως</em>» ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός υπέρ των θέσεων της Ελλάδας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.&nbsp; Και μάλιστα ένα γεγονός,&nbsp; το οποίο προκλήθηκε από μια κορυφαία φυσιογνωμία της Μεγάλης Βρετανίας στον τομέα του Πολιτισμού.&nbsp; Εξ ού και η τάση της «<em>Γηραιάς Αλβιώνας</em>» να υποβαθμίζει έκτοτε «<em>επιμελώς</em>» την σημασία του, αφού στην περίπτωση αυτή τα «<em>πυρά</em>» εναντίον της στείρας αρνητικής στάσης του Βρετανικού Μουσείου ήταν, πέραν της μεγάλης διεθνούς πολιτισμικής τους εμβέλειας,&nbsp; τόσο περισσότερο «<em>επώδυνα</em>» όσο είχαν τον οξύτατο χαρακτήρα των «<em>φίλιων</em>».</p>



<p><strong>1.</strong> Πραγματικά,&nbsp; το αίτημα της Ελλάδας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα είχε, ήδη από το 1943, έναν «<em>απρόσμενο</em>» σύμμαχο στο πρόσωπο του Λόρδου Kenneth Clark, o oποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των σπουδαιότερων ιστορικών Τέχνης του 20ού αιώνα.&nbsp; Και ο οποίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, μετείχε στην διοίκηση των σημαντικότερων σχετικών Βρετανικών Ιδρυμάτων.&nbsp; Πηγή, από την οποία προκύπτει η κατά τ’ ανωτέρω «<em>συνηγορία</em>» του Λόρδου Kenneth Clark, είναι η μελέτη του James Stourton, «<em>Kenneth Clark, Life, Art and Civilization</em>» (εκδ. William Collins, London, 2017, σελ. 318).&nbsp; Σε αυτή την μελέτη καταγράφεται μια επιστολή του Λόρδου Kenneth Clark, με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1943, προς τον Ιρλανδό ιστορικό Τέχνης Thomas Bodkin,&nbsp; η οποία φυλάσσεται στην Tate Gallery του Λονδίνου.</p>



<p><strong>2.</strong> Άκρως ενδεικτικό της καταλυτικής πολιτισμικής βαρύτητας της προμνημονευόμενης επιστολής είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «<em>Κατά τρόπο παράλογο, είμαι υπέρ της επιστροφής των Ελγινείων στην Ελλάδα.&nbsp; Όχι όμως για να επανατοποθετηθούν στον Παρθενώνα, αλλά για να εκτεθούν σ’ ένα όμορφο κτίριο στην άκρη της Ακρόπολης, την κατασκευή του οποίου, νομίζω, θα έπρεπε να πληρώσει η Βρετανική Κυβέρνηση.&nbsp; Θα το έκανα για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, ως έκφραση της υποχρέωσής μας στην Ελλάδα.</em>» <em>(Tate, 8212, 1-1-17</em>).</p>



<p><strong>3.</strong> Όπως καθίσταται πρόδηλο από το ίδιο το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, η σημασία της για το δίκαιο του αιτήματος επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχέγονη «<em>εστία»</em> τους αποκτά τόσο μεγαλύτερη «<em>βαρύτητα»</em>, όσο ο Λόρδος Kenneth Clark όχι μόνο το στηρίζει απεριφράστως. Αλλά και αναδεικνύει, στον μέγιστο βαθμό, τις τεράστιες ευθύνες του Βρετανικού Μουσείου για την ανοχή του εγκλήματος του Λόρδου Έλγιν με το να προτείνει -μάλλον ως μια μορφή «<em>εξιλέωσης»</em>&#8211; την ανέγερση στην Αθήνα του κατάλληλου Μουσείου για την «σ<em>τέγασή» </em>&nbsp;των Γλυπτών του Παρθενώνα μ’ έξοδα της ίδιας της Βρετανικής Κυβέρνησης.&nbsp;</p>



<p><strong>Β. Η συγκλονιστική «</strong><strong><em>αλληγορία</em></strong><strong>» του Rodin</strong></p>



<p>Λίγα χρόνια μετά την προεκτεθείσα «<em>μαρτυρία</em>» του Λόρδου Kenneth Clark ήρθε να προστεθεί μια συγκλονιστική «<em>αλληγορία</em>», η οποία κατέστησε ακόμη πιο ηχηρό τον διεθνή αντίκτυπο υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχαία «<em>εστία</em>» τους.&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> Αυτή την φορά ο πολιτισμικός χώρος,&nbsp; από τον οποίο εκπορεύθηκε η νέα «<em>συνηγορία</em>» υπέρ του αγώνα της Ελλάδας και εναντίον της πάγιας άρνησης του Βρετανικού Μουσείου ν’ «<em>αποκηρύξει</em>» το έγκλημα του Λόρδου Έλγιν, ήταν εκείνος της Γαλλίας.&nbsp; Και εκφραστής της ήταν ένας Γάλλος γλύπτης, ο οποίος άφησε το «<em>αποτύπωμά</em>» του βαθιά στην γλυπτική του 20ού αιώνα, ο François Auguste René Rodin.</p>



<p><strong>2.&nbsp; </strong>Tην ανάδειξη της «<em>αλληγορίας</em>» αυτής του Rodin την οφείλουμε στον μεγάλο ποιητή μας Άγγελο Σικελιανό.&nbsp; Με τον οποίο ο Rodin φαίνεται να διατηρούσε, για ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον, μια γόνιμη πνευματική επικοινωνία.&nbsp; Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Άγγελος Σικελιανός «<em>καταγράφει</em>», στο δοκίμιό του «<em>Η διδασκαλία της Εκάβης</em>»&nbsp; -που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «<em>Πεζός Λόγος</em>», Δ΄ (εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1951, 1983)-&nbsp; την εξής δήλωση του Rodin, όπως ο τελευταίος του την κοινοποίησε ύστερα από μια επίσκεψή του στο Βρετανικό Μουσείο και μπροστά στην «<em>θέα</em>» των «<em>φυλακισμένων</em>» Φειδιακών γλυπτών: «<em>Όλα τα ηλεκτρικά φώτα δεν θα τα εμποδίσουν ν’ αποζητούν αδιάκοπα το γλυκό φως του Ομήρου</em>».&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Γ. Ο πολιτισμικός&nbsp; «</strong><strong><em>ύμνος</em></strong><strong>» του André Malraux για τον Παρθενώνα ως «</strong><strong><em>λίκνο</em></strong><strong>» των Γλυπτών που τον «</strong><strong><em>κοσμούσαν</em></strong><strong>» μέσα στους αιώνες</strong></p>



<p>Το πνεύμα του Λόρδου Βύρωνα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα «<em>πλανιέται</em>», χωρίς αμφιβολία, και στις σκέψεις που διατύπωσε ο André Malraux, όταν ως Υπουργός Πολιτισμού της Γαλλικής Δημοκρατίας εκφώνησε τον μνημειώδη λόγο του κατά την πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης, στις 28 Μαΐου 1959.&nbsp; Και μάλιστα στον ίδιο ακριβώς χώρο όπου συντελέσθηκε, σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν, το έγκλημα του Λόρδου Έλγιν.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>&nbsp; Μελετώντας προσεκτικά το σύνολο της ομιλίας αυτής, ο αναγνώστης εύκολα αντιλαμβάνεται ότι ο André Malraux αρχίζει επιχειρηματολογώντας από την ίδια αφετηρία, από την οποία «<em>εκπορεύθηκε</em>»,&nbsp; «<em>εκ γενετής</em>»,&nbsp; η τεκμηρίωση&nbsp; της βασιμότητας του αγώνα της Ελλάδας για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, μ’ «<em>εδραίο</em>» στήριγμα και την κατά τ’ ανωτέρω ποίηση του Λόρδου Βύρωνα. Δηλαδή από το ότι είναι παγκοσμίως αποδεκτό πως τα Γλυπτά αυτά ανήκουν, «<em>δικαιωματικώς</em>» από πολιτισμική έποψη, στον Παρθενώνα και στα Μνημεία του.&nbsp; Και τούτο διότι χωρίς τα Γλυπτά αυτά ο Παρθενώνας, βαριά λαβωμένος -«<em>ακρωτη-ριασμένος</em>», όπως σημειώθηκε και πιο πριν- από μιαν «<em>ιερόσυλη</em>» πράξη βανδαλισμού και λεηλασίας, η οποία καλύπτεται εδώ και πάνω από δύο αιώνες από την «<em>λεοντή</em>» μιας δήθεν «<em>αρχαιολατρίας</em>» που πλήττει ευθέως την Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά, δεν μπορεί να συμβολίσει και, επέκεινα, να εκπέμψει προς την Ανθρωπότητα το αιώνιο, αειθαλές και μοναδικό πολιτισμικό μήνυμα που του αναλογεί.</li>



<li>&nbsp;Τα επόμενα τρία αποσπάσματα δίνουν, με χαρακτηριστική καθαρότητα, το «<em>στίγμα</em>» της ως προς τούτο σκέψης του André Malraux (μετ. της Βάσως Μέντζου, στο βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «<em>Μαλρώ: Οι μεταμορφώσεις της κρυφής Ελλάδας», έκδ. του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης, Αθήνα, 1996, σελ. 9 επ.</em>):</li>
</ol>



<p><strong>α)</strong><strong> </strong><strong></strong>Ξεκινώντας την ομιλία του ο Αndré Malraux είχε επισημάνει, βασιζόμενος στην παγκόσμια πολιτισμική εμβέλεια του Παρθενώνα και στα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, με τα οποία πλέον το κατά τον Θουκυδίδη μήνυμα-έκκληση του Περικλέους μπορεί να εκπέμπεται σε ολόκληρη την Ανθρωπότητα: «<em>Ο πρώτος παγκόσμιος πολιτισμός άρχισε</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>β)</strong><strong> </strong><strong></strong>Και αμέσως στην συνέχεια ο Αndré Malraux, με την imperatoria brevitas που χαρακτήριζε τον λόγο του, «<em>αποθεώνει</em>» την μοναδικότητα του, αναλλοίωτου στους αιώνες και πανανθρώπινου, μηνύματος του Παρθενώνα με τις εξής φράσεις: «<em>Μέσω αυτού του πολιτισμού και προς δόξαν του φωταγωγείται η Ακρόπολη, η οποία καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα που κανείς άλλος πολιτισμός δεν έθεσε. Το πνεύμα της Ελλάδας εμφανίστηκε αρκετές φορές στον κόσμο, δεν ήταν όμως πάντοτε το ίδιο.&nbsp; Ήταν λαμπρό στην Αναγέννηση, πόσο μάλλον που η Αναγέννηση πολύ λίγο γνώριζε την Ασία</em><strong><em><sup>· </sup></em></strong><em>είναι εξίσου λαμπρό και συνταρακτικό σήμερα, που γνωρίζουμε την Ασία.&nbsp; Σε λίγο καιρό, θεάματα όπως αυτό θα ζωντανέψουν τα μνημεία της Αιγύπτου και της Ινδίας, θα δώσουν φωνή στα φαντάσματα όλων των στοιχειωμένων τόπων.&nbsp; Η Ακρόπολη όμως είναι ο μοναδικός τόπος του κόσμου που κατοικείται ταυτόχρονα από το πνεύμα και από το θάρρος</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>γ)</strong><strong> </strong><strong></strong>Τέλος, λίγο πιο κάτω ο Αndré Malraux συμπυκνώνει, μέσω του μηνύματος του Παρθενώνα, την ουσία του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού ως συστατικού στοιχείου του διαχρονικού Παγκόσμιου Πολιτισμού ως εξής: «<em>Δεν θα πάψουμε ποτέ να το διακηρύσσουμε: Ό,τι σημαίνει για μας η τόσο συγκεχυμένη λέξη παιδεία –το σύνολο των έργων της τέχνης και του πνεύματος- η Ελλάδα το μετέτρεψε, προς δόξαν της, σε μείζον μέσον διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου.&nbsp; Είναι ο πρώτος πολιτισμός χωρίς ιερό βιβλίο, όπου η λέξη ευφυΐα σήμαινε να θέτεις ερωτήματα. Ερωτήματα που έμελλε να γεννήσουν την κατάκτηση του κόσμου από το πνεύμα, της μοίρας από την τραγωδία, του θείου από την τέχνη και τον άνθρωπο</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>Επίλογος</strong></p>



<p>Η κατά τα προεκτεθέντα εντυπωσιακή πολιτισμική «<em>παρακαταθήκη»</em> του ρομαντισμού του Λόρδου Βύρωνα υπέρ της επίτευξης του στόχου της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα και της όσο το δυνατόν&nbsp; εξάλειψης των επιπτώσεων από την <em>«ιερόσυλη»</em> κλοπή του Λόρδου Έλγιν είναι, και μάλιστα διαχρονικώς, αναντιρρήτως πολύτιμη και πολλαπλώς διδακτική. Πολύτιμη, διότι αναδεικνύεται μέσα στον χρόνο σχεδόν αναντικατάστατη αναφορικά και με την ευόδωση του αγώνα για την υπεράσπιση αυτού τούτου του Παρθενώνα, ως κορυφαίου Μνημείου της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και ως εξίσου κορυφαίου συμβόλου του Παγκόσμιου Πολιτισμού εν γένει.&nbsp; Και διδακτική -και δη πολλαπλώς- επειδή πέραν των άλλων «<em>φωτίζει»</em>, με «<em>ανέφελη»</em> καθαρότητα, τον δρόμο για την κατά τ’ ανωτέρω αποτελεσματική υπεράσπιση η οποία πρέπει να επιδιωχθεί, με συνέπεια και δίχως αλυσιτελείς ή και επικίνδυνες υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, έως την τελική δικαίωση.&nbsp;</p>



<p><strong>Α. </strong>Μπορεί να έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από την συντέλεση του ειδεχθούς πολιτισμικού εγκλήματος του Λόρδου Έλγιν και από την έναρξη του ιστορικού εγχειρήματος -με αφετηρία έμπνευσης, όπως επανειλημμένως επισημάνθηκε προηγουμένως, την ποίηση του Λόρδου Βύρωνα- για την επιστροφή και την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα.&nbsp; Όπως όμως όλα δείχνουν, αυτή η «<em>μάχη διαρκείας»</em> δεν είναι, κατ’ ουδένα τρόπο, μια μάταιη προσπάθεια, μια «<em>πορεία στην έρημο»</em> που αναλώνεται στον εντοπισμό «<em>αντικατοπτρισμών</em>».&nbsp; Ίσως, βεβαίως,&nbsp; αυτή να είναι η εντύπωση, την οποία με πρωτόγνωρη εμμονή προσπαθεί να καλλιεργήσει το Βρετανικό Μουσείο και την οποία ενισχύει, τεχνηέντως, όσο η προοπτική της επικράτησής της «<em>θολώνει»</em> στον διεθνή ορίζοντα.&nbsp; Στην πραγματικότητα, όλα δείχνουν πως το Βρετανικό Μουσείο χάνει συνεχώς «<em>έδαφος»</em> και απομονώνεται<em> </em>όχι μόνο διεθνώς, αλλά και μέσα στην ίδια την Μεγάλη Βρετανία.&nbsp; Η στάση ακόμη και κορυφαίων εκπροσώπων του Τύπου στην Μεγάλη Βρετανία το αποδεικνύει μ’ έμφαση, ενώ η επινόηση ολοένα και περισσότερο ευτελών επιχειρημάτων από την πλευρά του Βρετανικού Μουσείου πρέπει να εκληφθεί και να ερμηνευθεί ως σύμπτωμα «<em>πανικού» </em>των <em>«υπευθύνων»</em> του μπροστά στην γενικευόμενη διεθνή κατακραυγή.&nbsp; Με βάση τα δεδομένα αυτά θα συνιστούσε αδιανόητη αλλά ανεπίτρεπτη οπισθοδρόμηση από την πλευρά της Ελλάδας η υιοθέτηση μιας τακτικής «<em>συμβιβασμού»</em> με το Βρετανικό Μουσείο &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; -δήθεν ως δείγμα «<em>ρεαλισμού»</em>&#8211; υπό το κράτος της επώδυνης ψευδαίσθησης ότι, στην σκληρή και κυνική διεθνώς εποχή μας, επίτευξη μεγάλων στόχων δεν νοείται δίχως συμβιβασμούς!</p>



<p><strong>Β.</strong> Τέτοιοι λοιπόν συμβιβασμοί από την πλευρά της Ελλάδας δεν είναι νοητοί και λόγω του ότι η ισχύς, θεσμική και πολιτική, των επιχειρημάτων που διαθέτει για την επίτευξη του στόχου της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι εντυπωσιακή, κάτι το οποίο εμπεδώνεται ως πεποίθηση και διεθνώς, προϊόντος του χρόνου.&nbsp; Έτσι στο Βρετανικό Μουσείο μένει χαραγμένο, ανεξίτηλα, το «<em>στίγμα»</em> του «<em>κλεπταποδόχου»</em> των «<em>σπαραγμάτων</em>» του Παρθενώνα που σύλησε με βέβηλο τρόπο ο Λόρδος Έλγιν.&nbsp; «Σ<em>τίγμα»</em> το οποίο η Ελλάδα πρέπει ν’ αναδεικνύει και να καταγγέλλει&nbsp; αδιαλείπτως, urbi et orbi.&nbsp; Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο κάνοντας, δήθεν, κάποιες «<em>υποχωρήσεις»</em> τα τελευταία χρόνια, το Βρετανικό Μουσείο πρότεινε στην Ελλάδα την για ορισμένο χρόνο επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχέγονη <em>«εστία»</em> τους με κάποια μορφή «<em>δανεισμού»</em>.&nbsp; Όμως κάθε προσφυγή σε οιαδήποτε μέθοδο δανεισμού πρέπει να θεωρείται, άνευ άλλου τινός, απορριπτέα από Ελληνικής πλευράς.&nbsp; Και τούτο διότι κατά βάθος πρόκειται, και δη οφθαλμοφανώς, για μια κακοστημένη παγίδα του Βρετανικού Μουσείου στο πλαίσιο της επιδίωξής του να «<em>ξεπλύνει»</em> τελικώς το πολιτισμικό ανοσιούργημα του Λόρδου Έλγιν και την δική του μακροχρόνια, εξίσου πολιτισμικώς καταδικαστέα, ανοχή και συγκάλυψη. Επομένως, αποδοχή οιασδήποτε μεθόδου και πρακτικής δανεισμού των Γλυπτών του Παρθενώνα με «<em>δανειολήπτη»</em> την Ελλάδα θα σήμαινε, κατ’ ουσία, προηγούμενη αποδοχή εκ μέρους της ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι και θα είναι στο διηνεκές «<em>νόμιμος κύριος»</em>, «<em>απαλλαγμένος»</em> εφεξής από τις βαρύτατες ευθύνες του για την συγκάλυψη του εγκλήματος του Λόρδου Έλγιν.&nbsp; Οπότε η μόνη πρέπουσα απάντηση της Ελλάδας σε τέτοιες μεθοδεύσεις είναι η, χωρίς περιστροφές και «<em>δεύτερες σκέψεις»,</em> άνευ όρων απόρριψή τους, καθώς και η «<em>προτροπή»</em> προς το Βρετανικό Μουσείο να διαβάσει καλά τον ακόλουθο στίχο από τον «<em>Άξιον Εστί» («Προφητικόν»</em>) του Οδυσσέα Ελύτη: «<em>Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν…..» </em><strong>»</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: &#8220;Διαχρονικά και επικίνδυνα κενά στην Μεταναστευτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/03/26/pavlopoulos-diachronika-kai-epikindyna-kena-stin-metanasteftiki-politiki-tis-evropaikis-enosis/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 26 Mar 2024 20:43:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=871245</guid>

					<description><![CDATA[Στην ομιλία του με τίτλο «Πρόσφατες εξελίξεις της Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης», στο πλαίσιο σχετικής εκδήλωσης που οργάνωσαν την 26η Μαρτίου 2024 το «Μεσογειακό Κέντρο Πολιτικών Μετανάστευσης και Ασύλου» («MedMΑ») και ο «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Δημόσιου Δικαίου» («EPLO»), ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην ομιλία του με τίτλο «Πρόσφατες εξελίξεις της Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης», στο πλαίσιο σχετικής εκδήλωσης που οργάνωσαν την 26η Μαρτίου 2024 το «Μεσογειακό Κέντρο Πολιτικών Μετανάστευσης και Ασύλου» («MedMΑ») και ο «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Δημόσιου Δικαίου» («EPLO»), ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<h4 class="wp-block-heading">Πρόλογος</h4>



<p>Αποτελεί πια κοινή πεποίθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρέος, ιδίως στους, παγκοσμίως, ταραγμένους καιρούς μας ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, συνδυάζοντας αρμονικά πρωτίστως τις κατά την Ιστορία της και τον Πολιτισμό της αρχές του Ανθρωπισμού και της Δικαιοσύνης και την ανάγκη διασφάλισης των συνόρων της -και, άρα, των συνόρων των Κρατών-Μελών της- και το προσφυγικό ζήτημα καθώς και το εν γένει ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης. Όπως επίσης οφείλει, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να θωρακίσει και τ’ αναφαίρετα σχετικά Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, τα οποία απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρέος από την μια πλευρά να φέρεται στους πρόσφυγες και στους παράνομους μετανάστες με όρους πλήρους σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου, συνακόλουθα δε πλήρους σεβασμού όλων, ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων τους. Και, από την άλλη πλευρά, να εγγυάται αποτελεσματικώς τα σύνορά της αλλά και να επιβάλλει την κατά το δυνατόν αναλογικώς δίκαιη κατανομή των προσφύγων και των παράνομων μεταναστών μεταξύ των Κρατών-Μελών. Διότι το μείζον αυτό διακύβευμα αφορά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν νοείται, από την σκοπιά της καθοριστικής σημασίας αρχής της αναλογικής Iσότητας, διαχείρισή του αποκλειστικώς με αυθαίρετα, σε πολλές περιπτώσεις, γεωγραφικά κριτήρια.</p>



<p><strong>Ι. Το αρχικό «Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο» του 2008</strong></p>



<p>Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε, βεβαίως με πολλές ελλείψεις και ανάλογα κενά, το αρχικό «Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο», του 2008. Το εν λόγω Σύμφωνο στηρίχθηκε σε πέντε θεσμικούς «κίονες», οι οποίοι συνδέονταν αναποσπάστως μεταξύ τους:<br>Α. Ο πρώτος «κίονας» αφορούσε από την μια πλευρά την οργάνωση της νόμιμης μετανάστευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες υποδοχής κάθε Κράτους-Μέλους. Και, από την άλλη πλευρά, την ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των νόμιμων μεταναστών μέσω των κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, φυσικά με την ενεργό συμβολή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφού μόνο μέσω αυτής θα ήταν εφικτό να θεσμοθετηθούν τα κατάλληλα κοινά μέσα και να εξευρεθούν αλλά και να κατανεμηθούν δικαίως οι στοιχειωδώς απαιτούμενοι προς τούτο πόροι.</p>



<p>Β. Ο δεύτερος «κίονας» αφορούσε την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Πρώτη και βασική προτεραιότητα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η εξασφάλιση της λειτουργίας των μηχανισμών εκείνων, δια των οποίων θα καθίστατο δυνατή η προβλεπόμενη και ασφαλής επιστροφή των παράνομων μεταναστών στην Χώρα καταγωγής τους ή σε Χώρα διέλευσής τους, χωρίς να θίγονται η αξία, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.</p>



<p>Γ. Ο τρίτος «κίονας» αφορούσε την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνοριακών ελέγχων. Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στους ελέγχους που θα έπρεπε να διενεργούνται στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης -άρα και στα σύνορα των επιμέρους Κρατών-Μελών- με κινητήριο μοχλό προεχόντως τον Οργανισμό «FRONTEX», οπωσδήποτε με την προοπτική ταχείας μετεξέλιξής του σε ολοκληρωμένο Ευρωπαϊκό Οργανισμό κατά το πρότυπο της «EUROPOL». Και τούτο διότι κατά τις ρυθμίσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, θεσμικώς τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τα σύνορα των Κρατών-Μελών, όπως οριοθετούνται κυριάρχως από αυτά.</p>



<p>Δ. Ο τέταρτος «κίονας» αφορούσε την συγκρότηση της Ευρώπης ως όσο το δυνατόν «Ενιαίου Χώρου Ασύλου», εντός του οποίου εφαρμόζονται, στο ακέραιο, οι παραδοσιακές Ευρωπαϊκές αρχές του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης και της προάσπισης της Δημοκρατίας, μ’ επίκεντρο τον σεβασμό των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και κατά το Διεθνές Δίκαιο.</p>



<p>Ε. Και ο πέμπτος «κίονας» αφορούσε την δημιουργία διαύλων και μέσων ολοκληρωμένης σύμπραξης με τις Χώρες καταγωγής και διέλευσης προκειμένου να ευνοείται, σε σταθερή βάση, η συνέργεια –άρα και η θετική αλληλεπίδραση- μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης. Διότι είναι ευνόητο πως, χωρίς την διασφάλιση της σταθερής αναπτυξιακής πορείας των Χωρών καταγωγής και διέλευσης, η εν γένει διαχείριση της μετανάστευσης συνιστά μια μορφή «ουτοπίας», η οποία δεν συνάδει και προς την ενδεδειγμένη πολιτική αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>



<p><strong>ΙΙ. Προς ένα νέο «Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο»</strong></p>



<p>Δυστυχώς, οι προαναφερόμενοι πέντε «κίονες» της Ευρωπαϊκής Μεταναστευτικής Πολιτικής δεν εφαρμόσθηκαν εμπράκτως στον απαιτούμενο βαθμό αποτελεσματικότητας. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις συνέβη ακριβώς το αντίθετο, κυρίως αφενός λόγω της ασυνεννοησίας μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, της ολιγωρίας αλλά και της μη αποφασιστικής δράσης των κορυφαίων αρμόδιων οργάνων της. Συγκεκριμένα:</p>



<p>Α. Ως προς τον πρώτο «κίονα», κατά κανόνα δεν λήφθηκε, στο πεδίο διαμόρφωσης της γενικότερης Ευρωπαϊκής Μεταναστευτικής Πολιτικής εντός του πλαισίου εφαρμογής του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο», σοβαρά υπόψη η πραγματική δυνατότητα «απορρόφησης» μεταναστών από την πλευρά του κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αποτέλεσμα οι αντίστοιχες ροές να προσανατολίζονται, κατά προφανή παραβίαση και της αρχής της Αλληλεγγύης, μονομερώς στον Ευρωπαϊκό Νότο, όπως εξηγείται αναλυτικότερα στην συνέχεια. Ενώ η ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των μεταναστών προσέκρουσε στο, δήθεν, εμπόδιο της «έλλειψης πόρων» ως προς την οργάνωση και εφαρμογή των προς τούτο κατάλληλων ορθολογικών και αποδοτικών πολιτικών.</p>



<p>Β. Ως προς τον δεύτερο «κίονα», η Ευρωπαϊκή Ένωση, έως την «κορύφωση» του μεταναστευτικού ζητήματος σε όλη του την ένταση και έκταση, υποτίμησε το αυτονόητο: Ήτοι την ανάληψη σοβαρών, γενικευμένων, πρωτοβουλιών σύναψης συμφωνιών επανεισδοχής, αφήνοντας στα επιμέρους Κράτη-Μέλη την σχετική ευθύνη.</p>



<p>1. Τούτο είχε ως μοιραία συνέπεια οι κανόνες του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο» να μένουν, στην ουσία, γράμμα κενό περιεχομένου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο των «Συμφωνιών» με την Τουρκία, η οποία αποτελούσε και αποτελεί πάντα την μεγαλύτερη και πιο αντιδραστική, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, «πηγή» προώθησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση -και ιδίως στην Ελλάδα- παράνομων μεταναστών. Οι «Συμφωνίες» αυτές, οι οποίες επιπροσθέτως ουδέποτε απέκτησαν τυπικό -και επομένως πλήρως δεσμευτικό- χαρακτήρα, θεσμοθετήθηκαν την 23η Σεπτεμβρίου 2015 και επαναβεβαιώθηκαν μετέπειτα, με κομβικό σημείο την «Δήλωση-Συμφωνία» Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016. Έως και σήμερα μάλιστα η Τουρκία κωλυσιεργεί ή και αρνείται να εκπληρώσει έστω και στοιχειωδώς τις υποχρεώσεις της, καταφεύγοντας συχνά και σε τακτικές ευτελούς αλλά και απροκάλυπτου εκβιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τούτο μολονότι η Ελλάδα την έχει επισήμως αναγνωρίσει, για τις ανάγκες των «Συμφωνιών» αυτών, ως «ασφαλή Χώρα».</p>



<p>2. Επιβεβαίωση των κατά τ’ ανωτέρω αρνητικών δεδομένων συνιστά και η πρόσφατη απόφαση ΣτΕ(Ολ.) 177/2023, η οποία απηύθυνε, μεταξύ άλλων, και το εξής σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το αν και κατά πόσον η Τουρκία μπορεί να χαρακτηρισθεί πλέον ως «ασφαλής Χώρα», υπό την εξής εκδοχή: «α) Το άρθρο 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική (κανονιστική) ρύθμιση, με την οποία χαρακτηρίζεται ως γενικώς ασφαλής για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία τρίτη χώρα, η οποία έχει μεν αναλάβει την νομική υποχρέωση να επιτρέπει την επανεισδοχή στο έδαφός της των εν λόγω κατηγοριών αιτούντων διεθνή προστασία, προκύπτει, όμως, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει τους είκοσι μήνες) η χώρα αυτή αρνείται την επανεισδοχή και δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε το ενδεχόμενο να μεταβληθεί η στάση της χώρας στο προσεχές μέλλον;».</p>



<p>Επιπλέον, η Τουρκία όχι μόνο δεν κάνει ελέγχους στα θαλάσσια σύνορα αλλά συχνά διευκολύνει, και δη κατά τρόπο απροκάλυπτο, τους διακινητές -σύγχρονους απεχθείς «δουλεμπόρους»- να μεταφέρουν παράνομους μετανάστες στην Ελλάδα. Και στο σημείο αυτό καθίσταται κάτι παραπάνω από προφανές ότι οι ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρμόδιων οργάνων της καθίστανται ακόμη περισσότερο εμφανείς και συγκεκριμένες, δοθέντος ότι απέφυγαν, τουλάχιστον κατά κανόνα, ν’ αντιδράσουν εγκαίρως και δυναμικώς εις βάρος της Τουρκίας, επιβάλλοντάς της το σύνολο των προβλεπόμενων, για τέτοιες παραβάσεις του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κυρώσεων.</p>



<p>Γ. Ως προς τον τρίτο «κίονα», οι συνοριακοί έλεγχοι ουδέποτε απέκτησαν τις βάσεις εκείνες, οι οποίες θα ήταν εφικτό να εγγυηθούν την δέουσα και lege artis διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης, προεχόντως έναντι των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχονταν -και εξακολουθούν να δέχονται- τον μεγαλύτερο όγκο παράνομων μεταναστών.</p>



<p>1. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους ελέγχους στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού ο «FRONTEX», λόγω ανεπαρκούς δομής και λειτουργίας -ακόμη δεν έχει αποκτήσει status ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού Οργανισμού τύπου «EUROPOL»-μάλλον έχει έως και τώρα συμβολική παρουσία στο πεδίο αντιμετώπισης τόσο των διογκωμένων ροών των παράνομων μεταναστών. Όσο και –αυτό δε είναι το σπουδαιότερο εν προκειμένω- των «δουλεμπόρων», οι οποίοι αποτελούν μάστιγα για την αξία του Ανθρώπου και, άρα, πραγματικό στίγμα για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Με την εκ νέου υπενθύμιση ότι γι’ αυτό η κύρια και καίρια ευθύνη βαρύνει, αναμφιβόλως, την Τουρκία.</p>



<p>Βεβαίως, ελπίδες για το μέλλον καλλιέργησε η θέσπιση του «Οργανισμού Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής» (Κανονισμός 1896/2019, με έναρξη ισχύος την 14η Δεκεμβρίου 2019), ο οποίος στοχεύει στην ολοκληρωμένη διαχείριση των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή της πολιτικής επιστροφών, με βασικό επιχειρησιακό «βραχίονα» το μόνιμο σώμα 10.000 συνοριοφυλάκων που προβλέπεται να επιλεγούν και να προσληφθούν έως το 2027. Στον «Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής» ενσωματώθηκε το «EUROSUR» και διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του, με παράλληλη κατάργηση του προγενέστερου Κανονισμού 1052/2013.</p>



<p>2. Πρέπει όμως να τονισθεί μ’ έμφαση ότι ναι μεν ο «Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής» αποσκοπεί στην ουσιαστική ενδυνάμωση του «FRONTEX» -κάτι το οποίο ούτως ή άλλως απομένει ν’ αποδειχθεί στην πράξη- πλην όμως δεν τον διαφοροποιεί εκ βάθρων. Αυτό οφείλεται στο ότι ο «FRONTEX» διατηρεί πάντα την ίδια νομική προσωπικότητα και, επομένως, την ίδια γενική δομή και λειτουργία οι οποίες, όπως τονίσθηκε, απέχουν ακόμη πολύ από την δομή και λειτουργία της «EUROPOL», που έχει φθάσει στο επίπεδο ενός πραγματικού και ικανοποιητικώς ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού Οργανισμού.</p>



<p>Δ. Ως προς τον τέταρτο «κίονα», και με την επισήμανση ότι η πλήρης εμπέδωσή του προϋποθέτει την θέσπιση ενός «Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» όπου ο σχετικός χαρακτηρισμός των in concreto δικαιούχων αφορά όλα τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο μηχανισμός του Ευρωπαϊκού Ασύλου υπολειτούργησε -και εξακολουθεί, παρά τις κάποιες βελτιώσεις, να υπολειτουργεί- όταν μάλιστα οι πολεμικές επιχειρήσεις εξαπλώθηκαν ταχύτατα ιδίως στις περιοχές της Μέσης Ανατολής.</p>



<p>1. Και τούτο διότι η «λογική» της Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» (Κανονισμός 343/2003) -που είχε επανειλημμένως αμφισβητηθεί τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από αυτό τούτο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως με την απόφασή του της 21ης Δεκεμβρίου 2011- «φόρτωνε» όλα, σχεδόν, τα βάρη του Ασύλου στις Χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Αυτό συνάγεται εκ του ότι οι ως άνω Χώρες, προεχόντως δε η Ελλάδα, συνιστούν, κατά κανόνα, πύλη πρώτης εισόδου των αιτούντων άσυλο, καθιστώντας έτσι την διαχείριση του αντίστοιχου ζητήματος από άκρως δυσχερή έως κυριολεκτικώς αδύνατη. Με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται ως προς την όλη εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τον σεβασμό της αξίας του Ανθρώπου και τις εγγυήσεις των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του. Εξ ου και, όπως ήδη αναφέρθηκε, εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης -με «πρωταγωνιστές» το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- αναγνωρίσθηκε πριν από καιρό η επιτακτική ανάγκη αναθεώρησης της Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ».</p>



<p>2. Άλλωστε, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η Συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙ» αντικαταστάθηκε (Κανονισμός 604/2013, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014), από την Συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙΙ», οι ρυθμίσεις της οποίας «φιλοδοξούν» -δυστυχώς όχι με μεγάλη επιτυχία έως σήμερα- να καθιερώσουν ένα πιο δίκαιο και αποδοτικό «Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου», που κατά τα προεκτεθέντα θα ήταν η μόνη ασφαλής και δίκαιη λύση εν προκειμένω. Οι κυριότερες βελτιώσεις -βεβαίως και αυτές «διστακτικές» και εν πολλοίς ανεπαρκείς- σε σχέση με την Συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙ» της νέας Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙΙ» εντοπίζονται στην κατάργηση του αυθαίρετου κριτηρίου της πρώτης Χώρας υποδοχής και στην υιοθέτηση ενός συνδυασμού κριτηρίων για τον καθορισμό της «υπεύθυνης Χώρας», όπως είναι ιδίως τα οικογενειακά κριτήρια, το κριτήριο της πρόσφατης κατοχής θεώρησης ή άδειας διαμονής σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το κριτήριο του αν και κατά πόσον ο αιτών εισήλθε νομίμως ή παρανόμως σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>



<p>Ε. Και ως προς τον πέμπτο «κίονα», η συνέργεια μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης μοιάζει με «πουκάμισο αδειανό», κατά τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη.</p>



<p>1. Διότι, όπως αποδείχθηκε ευχερώς στην πράξη, από το 2008 έως πριν λίγες ημέρες –ιδίως δε μετά την δραματική επιδείνωση της οικονομικής κρίσης- δύσκολα μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποια ίχνη ουσιαστικής Ευρωπαϊκής αναπτυξιακής σύμπραξης με τις Χώρες καταγωγής και διέλευσης μεταναστών, πρωτίστως δε με τις δεινώς χειμαζόμενες Χώρες της Αφρικής. Εξ ου και, όπως φαίνεται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, το μεγαλύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν -και θ’ αντιμετωπίσουν περισσότερο στο άμεσο μέλλον- οι Χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου συνίσταται στην ραγδαία διόγκωση των μεταναστευτικών ροών από τις ως άνω Χώρες της Αφρικής. Είναι δε μάλλον αυτή η δραματική εξέλιξη η οποία «αφύπνισε», επιτέλους, την Ευρωπαϊκή Ένωση να συνάψει εντελώς προσφάτως σχετική Συμφωνία με την Αίγυπτο, για την οποία γίνεται λόγος αμέσως στην συνέχεια.</p>



<p>2. Την κατά τα προαναφερόμενα αποδυνάμωση, κατά την επιεικέστερη εκδοχή, του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο» του 2008 επιβεβαίωσε στην πράξη η, έστω και καθυστερημένη, έναρξη της διαδικασίας ευρείας αναθεώρησής του πριν λίγους μήνες, συγκεκριμένα δε την 20ή Δεκεμβρίου 2023, με στόχο την θέσπιση νέου «Συμφώνου». Το «Σύμφωνο» αυτό θα εμπεριέχει αρκετές, θετικές, διαφοροποιήσεις σε σχέση με το αρχικό, μεταξύ άλλων και προκειμένου οι ρυθμίσεις του να συνδυασθούν με την κατά τα προμνημονευόμενα Συνθήκη «Δουβλίνο</p>



<p><strong>ΙΙΙ». Και τούτο έστω και αν ο προβλεπόμενος «Μηχανισμός Αλληλεγγύης» είναι ελλιπής, αφού αφήνει περιθώρια άρνησης σε Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λάβουν αναλογικό αριθμό αιτούντων και να προσφέρουν οικονομικό αντάλλαγμα στις Χώρες πρώτης εισόδου. Εξαιρετικά ενημερωτικό ως προς τ’ ανωτέρω είναι το από 8 Φεβρουαρίου 2024 Δελτίο Τύπου για την έγκριση, από τους Αντιπροσώπους των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της κατά τα ήδη επισημανθέντα προσωρινής συμφωνίας της 20ής Δεκεμβρίου 2023, και το οποίο αναφέρει τ’ ακόλουθα ως προς τους πέντε βασικούς νόμους που θα μεταρρυθμίσουν το «Σύστημα Ασύλου και Μετανάστευσης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης: «Οι πέντε Ενωσιακοί νόμοι του Συμφώνου αφορούν όλα τα στάδια διαχείρισης του ασύλου και της μετανάστευσης.</strong></p>



<p>Η επικαιροποίηση του Κανονισμού για το Eurodac (τη βάση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων) θα κάνει δυνατή την καλύτερη αντιμετώπιση παράτυπων μετακινήσεων και την παρακολούθηση της πορείας των αιτούντων άσυλο και των προσώπων που βρίσκονται σε αντικανονική κατάσταση σε ολόκληρη την ΕΕ. Στόχος του Κανονισμού για τον έλεγχο διαλογής είναι να ενισχυθούν οι&nbsp; έλεγχοι των προσώπων στα εξωτερικά σύνορα. Διασφαλίζει επίσης ταχύ προσδιορισμό της ορθής διαδικασίας — όπως επιστροφή στη Χώρα καταγωγής τους ή έναρξη διαδικασίας ασύλου — όταν ένα πρόσωπο εισέρχεται στην ΕΕ χωρίς να πληροί τις κατάλληλες προϋποθέσεις εισόδου. Ο Κανονισμός για τη διαδικασία ασύλου θεσπίζει κοινή διαδικασία, την οποία πρέπει να ακολουθούν τα Κράτη-Μέλη όταν υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας. Εξορθολογίζει τις διαδικαστικές ρυθμίσεις και θέτει πρότυπα για τα δικαιώματα του αιτούντος άσυλο. Θεσπίζει υποχρεωτική διαδικασία στα σύνορα, προκειμένου να αξιολογείται ταχέως στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ εάν οι αιτήσεις ασύλου είναι αβάσιμες ή απαράδεκτες. Ο Κανονισμός για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης θα αντικαταστήσει τον ισχύοντα Κανονισμό του Δουβλίνου. Θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν ποιο Κράτος-Μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου.</p>



<p>Για να εξισορροπηθεί το ισχύον σύστημα, σύμφωνα με το οποίο λίγα Κράτη-Μέλη είναι υπεύθυνα για τη συντριπτική πλειονότητα των αιτήσεων ασύλου, θα θεσπισθεί ένας νέος μηχανισμός αλληλεγγύης. Οι νέοι κανόνες συνδυάζουν&nbsp;υποχρεωτική αλληλεγγύη&nbsp;για τη στήριξη των Κρατών-Μελών που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στον αριθμό των αντικανονικών αφίξεων στο έδαφός τους, με&nbsp;ευελιξία για τα Κράτη-Μέλη&nbsp;όσον αφορά την επιλογή των συνεισφορών τους. Το πέμπτο σκέλος του Συμφώνου είναι ένας νέος Κανονισμός, με τον οποίο θεσπίζεται πλαίσιο που επιτρέπει στα Κράτη-Μέλη να αντιμετωπίζουν καταστάσεις κρίσης στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης. Θα τους επιτρέπεται να αναπροσαρμόζουν ορισμένους κανόνες, για παράδειγμα όσον αφορά την καταχώριση των αιτήσεων ασύλου ή τη διαδικασία ασύλου στα σύνορα. Αφετέρου, οι Χώρες αυτές θα μπορούν να ζητούν μέτρα αλληλεγγύης και στήριξης από την ΕΕ και τα Κράτη-Μέλη της.»</p>



<h4 class="wp-block-heading">Επίλογος</h4>



<p>Έστω και τώρα ας ελπίσουμε ότι το εν λόγω «Σύμφωνο», όταν και στο μέτρο που θα οριστικοποιηθεί, θα εφαρμοσθεί αποτελεσματικώς στην πράξη. Έχοντας πάντα μπροστά μας την ορατή προοπτική γιγάντωσης της παράνομης μετανάστευσης κυρίως από τις Χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Αφρικής, καθώς και από Χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμες ζώνες -με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνες της Μέσης Ανατολής- οφείλουμε, όλοι οι Εταίροι εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, να κατανοήσουμε την κρισιμότητα του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο» και να προσηλωθούμε στην μελλοντική πιστή εφαρμογή του αλλά και στην συνεπή «επικαιροποίηση» και βελτίωσή του, εφόσον και όποτε κάτι τέτοιο καταστεί αναγκαίο.</p>



<p>Πολλώ μάλλον όταν αυτή η στάση μπορεί να θωρακίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση -και μάλιστα υπό όρους Ανθρωπισμού, Δημοκρατίας και Πολιτισμού- από ακραία φαινόμενα και ανάλογες κρίσεις που δεν ταιριάζουν στις ιδρυτικές αρχές και αξίες της, οι οποίες ήταν και πρέπει να είναι προσηλωμένες κατ’ εξοχήν στον σεβασμό του Ανθρωπισμού, της Δικαιοσύνης και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η τρέχουσα επικαιρότητα φαίνεται να γεννά κάποιες ελπίδες για το άμεσο και απώτερο μέλλον προς αυτή την κατεύθυνση, μετά την υπογραφή στο Κάιρο, την 17η Μαρτίου 2024, της «Συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αιγύπτου».</p>



<p>Πρόκειται για μια «Συνολική και Στρατηγική Εταιρική Σχέση» έξη θεσμικών και οικονομικών «πυλώνων», η οποία έχει ως βασική στόχευση την ανακοπή του μεγάλου όγκου ροών παράνομων μεταναστών, κυρίως από την Αίγυπτο, προς τις Χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ύστερα μάλιστα από τις δυσοίωνες προοπτικές των πολυαίμακτων πολεμικών επιχειρήσεων στην Γάζα μετά την αδιανόητη τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο έδαφος του Κράτους του Ισραήλ. Η προαναφερόμενη «Συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αιγύπτου» προβλέπει, μεταξύ άλλων, και ενίσχυση ύψους 7,4 δις ευρώ για την στήριξη της χειμαζόμενης Οικονομίας της Αιγύπτου.</p>



<p>Και μόνο το παράδειγμα αυτό είναι αρκετό για ν’ αποδείξει, με αδιάσειστα τεκμήρια, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα σήμερα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αποφύγει ευθύς εξ αρχής την μετέπειτα «επιμηθεϊκή» τακτική εφαρμογής του «Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο», του 2008, και είχε ειλικρινώς αφοσιωθεί στον πλήρη σεβασμό των ρυθμίσεών της. Υπό τα ως άνω δεδομένα η Συμφωνία αυτή «δείχνει τον δρόμο» και για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται εφεξής η Ευρωπαϊκή Ένωση στα παγκοσμίως κορυφαία και άκρως ευαίσθητα σχετικά ζητήματα, όχι μόνο για να δράσει αποτελεσματικώς υπέρ των Κρατών-Μελών της και, συνακόλουθα, υπέρ της εσωτερικής της συνοχής. Αλλά και προκειμένου να διαδραματίσει, και στο συγκεκριμένο πεδίο, τον «πλανητικό» ρόλο, ο οποίος της αναλογεί κατά την Ιστορία της και κατά τον Πολιτισμό της.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η Συνθήκη της Λωζάνης κορυφαίο παράδειγμα της προκλητικής παραβατικότητας της Τουρκίας</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/11/13/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%cf%89%ce%b6%ce%ac%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 13 Nov 2023 11:07:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[Παυλόπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=817300</guid>

					<description><![CDATA[Σε ομιλία του, στο πλαίσιο Ημερίδας της Σχολής Εθνικής Άμυνας, με θέμα «Η Συνθήκη της Λωζάνης και το ζήτημα των Μειονοτήτων : Η διεθνώς προκλητική παραβατικότητα της Τουρκίας», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε,  μεταξύ άλλων, και τα εξής: Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητη ιστορική [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σε ομιλία του, στο πλαίσιο Ημερίδας της Σχολής Εθνικής Άμυνας, με θέμα «Η Συνθήκη της Λωζάνης και το ζήτημα των Μειονοτήτων : Η διεθνώς προκλητική παραβατικότητα της Τουρκίας», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε,  μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<p>Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με το κορυφαίο πολιτικό του ήθος και το εμβληματικό διεθνές κύρος του διαδραμάτισε καταλυτικό, κυριολεκτικώς, ρόλο ως προς την διατύπωση και την τελική σύναψη της Συνθήκης της Λωζάνης, συμμετέχοντας στην Συνδιάσκεψη της Λωζάνης μεταξύ 1922 και 1923. <strong>Επισημαίνεται -για πολλοστή φορά λόγω της απαράδεκτης διαχρονικής <em>«αναθεωρητικής» </em>τουρκικής τακτικής- πως η Συνθήκη της Λωζάνης ισχύει και θα ισχύει στο ακέραιο, δοθέντος ότι από την ίδια της την θεσμική φύση και υπόσταση δεν είναι δυνατό νομικώς να αναθεωρηθεί.</strong></p>



<p><strong>Α. </strong>Με «<em>χαίνουσες» </em>ακόμη τις Εθνικές μας πληγές από την Μικρασιατική Καταστροφή και την φρικτή Γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, η τριμελής ηγεσία της Επαναστατικής Επιτροπής -η οποία, στο μεταξύ, είχε αναλάβει τις τύχες του Τόπου υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης- που αποτελούσαν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς και ο υποπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, απευθύνθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος τότε βρισκόταν στο Παρίσι.&nbsp; Βάζοντας, ως αυθεντικός πολιτικός Ταγός και πραγματικός Πατριώτης που «<em>επιστρατεύεται»</em> κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες συνθήκες, στο περιθώριο την πικρή εμπειρία του εντελώς πρόσφατου παρελθόντος, ο θριαμβευτής της Συνθήκης των Σεβρών&nbsp; της 10<sup>ης</sup> Αυγούστου 1920 και ουσιαστικός διαμορφωτής της, σύμφωνα με αυτήν, «<em>Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε Θαλασσών</em>» δέχθηκε, ανεπιφυλάκτως, να εκπληρώσει εκ νέου το Εθνικό Χρέος του για την «<em>ανασύνταξη</em>» της υπό κατάρρευση Πατρίδας.&nbsp; Δίχως ψευδαισθήσεις, αλλά με τον υπερήφανο και ανεπιτήδευτο ρεαλισμό μεγάλου ηγέτη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσήλθε επικεφαλής της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στην Συνδιάσκεψη της Λωζάνης για να περισώσει ό,τι ήταν δυνατό από το υπό διάλυση, άλλοτε λαμπρό, «<em>οικοδόμημα»</em> της Συνθήκης των Σεβρών.</p>



<p><strong>Β.</strong> Καθ’ όλη την διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, από την 1<sup>η</sup> Νοεμβρίου 1922 έως την 24<sup>η</sup> Ιουλίου 1923, ο Ελευθέριος Βενιζέλος «<em>ξεδίπλωσε»</em>, με μεγάλη διεθνή απήχηση, το κύρος του, τις γνώσεις του και ιδίως τις εμπειρίες του για όλα τ’ «<em>ανοικτά μέτωπα» </em>της Ελλάδας.&nbsp; Μ’ έμφαση στα ζητήματα των συνόρων μας, των Νησιών του Αιγαίου, της αποτελεσματικής προστασίας του Πατριαρχείου, της αντίκρουσης των περί πολεμικών αποζημιώσεων εξωπραγματικών τουρκικών αξιώσεων και του ολοκληρωμένου καθορισμού του νομικού καθεστώτος των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία αντιστοίχως. &nbsp; Καίτοι η επιτυχία του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν, υπό τις τραγικές περιστάσεις της εποχής, οφθαλμοφανής, ο ίδιος απέφυγε κάθε θριαμβολογία, με πλήρη επίγνωση ότι ο «<em>γολγοθάς»</em> δεν είχε τελειώσει για την Πατρίδα.&nbsp; Ενδεικτικό είναι ότι αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, την 24<sup>η</sup> Ιουλίου 1923, μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και των Συμμάχων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τηλεγράφησε στους Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά: «<em>Ευχαρίστως αγγέλω υμίν ότι σήμερον, μεταμεσημβρίαν, εις την μεγάλην αίθουσαν του Πανεπιστημίου Λωζάννης, υπεγράφη η Συνθήκη της Ειρήνης μετά πασών των σχετικών συμβάσεων, δηλώσεων και πρωτοκόλλων.&nbsp; Η Συνθήκη αύτη, συναφθείσα μετά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν, δεν σημαίνει, ατυχώς, Ελληνικόν θρίαμβον.&nbsp; Αλλά η Επανάστασις δύναται να είναι υπερήφανος ότι αναδιοργανώσασα Εθνικόν Στρατόν έδωκε τα μέσα εις την Αντιπροσωπείαν της να επιτύχη την συνομολόγησιν εντίμου ειρήνης, ήτις επιτρέπει εις την Ελλάδα να επιστρέψη εις τα έργα ειρήνης και να αφοσιωθή εις το έργον της εσωτερικής περισυλλογής.»</em>&nbsp;</p>



<p><strong>Ι.</strong> <strong>Οι περί των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία ρυθμίσεις των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης</strong></p>



<p>Η περαιτέρω ανάλυση θα επικεντρωθεί, πρωτίστως, στο ζήτημα Μειονοτήτων εντός των ορίων της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης.&nbsp; Και στο σημείο αυτό διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι το σημαντικότερο επίτευγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν εκείνες οι ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες καθορίζουν ότι η μεν Μειονότητα στην Ελλάδα είναι Θρησκευτική, ήτοι Μουσουλμανική, ενώ η Μειονότητα στην Τουρκία είναι Εθνική, ήτοι Ελληνική.&nbsp; Και με δεδομένο ότι, όπως η Ελλάδα -και όχι μόνο- έχει καταστήσει urbi et orbi σαφές, από την ίδια την νομική φύση της η Συνθήκη της Λωζάνης δεν καταργείται ούτε αναθεωρείται, περαιτέρω συνάγεται, με σαφήνεια, πως οι διατάξεις της ισχύουν και θα ισχύουν, στο ακέραιο, μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, άρα και έναντι της Τουρκίας.&nbsp; Αυτή δε η διαρκής και αδιάλειπτη ισχύς της Συνθήκης της Λωζάνης επιτρέπει, ανά πάσα στιγμή, να κριθούν αλλά και να συγκριθούν, αντιστοίχως, η στάση της Ελλάδας καθώς και η στάση της Τουρκίας ως προς την εφαρμογή της, από την έναρξη της ισχύος της έως σήμερα.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;Α. Η Σύμβαση της 30</strong><strong><sup>ής </sup></strong><strong>Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών και οι έννομες συνέπειές της ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων</strong></p>



<p><strong></strong>Της Συνθήκης της Λωζάνης προηγήθηκε, πάντοτε στο πλαίσιο της κατά τ’ ανωτέρω Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, η Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών -μετά του σχετικού Πρωτοκόλλου- η οποία υπογράφηκε, μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, την 30ή Ιανουαρίου 1923.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Κρίσιμες, ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία, είναι οι διατάξεις της ως άνω Σύμβασης που εμπεριέχονται στα άρθρα:</li>
</ol>



<p><strong>α) </strong>2, σύμφωνα με τις οποίες: «<em>Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν: α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912. Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.&nbsp;</em></p>



<p><strong>β) </strong>3, σύμφωνα με τις οποίες: «<em>Οι Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι, οι εγκαταλείψαντες ήδη από της 18</em><em><sup>ης</sup></em><em> Οκτωβρίου 1912 τα εδάφη, ων οι Έλληνες και Τούρκοι κάτοικοι θέλουσιν αμοιβαίως ανταλλαγή, θα θεωρηθώσι περιλαμβανόμενοι εν τη ανταλλαγή τη προβλεπομένη εν τω 1 άρθρω.</em></p>



<p><strong>γ) </strong>5, σύμφωνα με τις οποίες: «<em>Υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 της παρούσης Συμβάσεως, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και αι απαιτήσεις των εν Τουρκία Ελλήνων ή των εν Ελλάδι Μουσουλμάνων, ουδόλως θέλουσι θιγή συνεπεία της γενησομένης δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως ανταλλαγής.&nbsp;</em></p>



<p><strong>2. </strong>Οι προμνημονευόμενες διατάξεις της Σύμβασης περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών αποτελούν, έκτοτε, αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις:</p>



<p><strong>α) </strong>Του άρθρου 19 της Σύμβασης αυτής, σύμφωνα με τις οποίες:&nbsp; &nbsp; «<em>Η παρούσα Σύμβασις θα έχη το αυτό κύρος και την αυτήν ισχύν έναντι των ώδε Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, ωσεί περιελαμβάνετο αύτη εν τη Συνθήκη Ειρήνης, ήτις θέλει συναφθή μετά της Τουρκίας.&nbsp; Η ισχύς ταύτης άρξεται αμέσως μετά την επικύρωσιν της ειρημένης Συνθήκης παρά των δυο υψηλών Συμβαλλομένων Μερών».&nbsp;</em></p>



<p><strong>β) </strong>Του άρθρου 142 της Συνθήκης της Λωζάνης, σύμφωνα με τις οποίες: «<em>Η συνομολογηθείσα την 30</em><em><sup>ην</sup></em><em> Ιανουαρίου 1923 μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας ειδική Σύμβασις περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών θα έχη μεταξύ των δύο τούτων Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών την αυτήν ισχύν και κύρος, ως εάν περιελαμβάνετο εν τη παρούση Συνθήκη».&nbsp;</em></p>



<p><strong>Β. Η γραμματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης της 30ής Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών και της Συνθήκης της Λωζάνης, ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων</strong></p>



<p><em></em>Από την γραμματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 142 της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της και τις ρυθμίσεις των διατάξεων των προμνημονευόμενων άρθρων 2,3 και 5 της Σύμβασης περί ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών της 30ής Ιανουαρίου 1923, συνάγεται, και μάλιστα ανενδοιάστως, ότι:&nbsp;</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Οι διατάξεις αυτές προέβλεψαν, μεταξύ άλλων, και την ανταλλαγή των Μειονοτήτων.&nbsp;</li>
</ol>



<p><strong>α) </strong>Με την έννοια της αμοιβαίας μετεγκατάστασης Τούρκων υπηκόων, Ελληνικού Ορθόδοξου Θρησκεύματος, στην Ελλάδα και Ελλήνων υπηκόων, Μουσουλμανικού Θρησκεύματος, στην Τουρκία. &nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Όμως, η Συνθήκη της Λωζάνης εξαίρεσε, ρητώς, από την ρύθμιση αυτή τόσο τους Μουσουλμάνους μόνιμους κατοίκους της Δυτικής Θράκης, όσο και, τους Έλληνες μόνιμους κατοίκους της Περιφέρειας της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, εγκατεστημένων στην Τουρκία προ της 30<sup>ής</sup> Οκτωβρίου 1918. &nbsp;</p>



<p><strong>2. </strong>Εκ τούτων συνάγεται, επίσης ανενδοιάστως, και ότι:</p>



<p><strong>α) </strong>Οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης συνιστούν αμιγώς «<em>Θρησκευτική Μειονότητα»</em> και είναι, κατά πάντα, Έλληνες ως προς την ιθαγένειά τους.&nbsp; Επέκεινα:</p>



<p><strong>α1) </strong>Αφενός μπορούν να διεκδικήσουν, με κάθε νόμιμο μέσο, την ακώλυτη άσκηση και όλων, ανεξαιρέτως, των δικαιωμάτων που, κατά το Σύνταγμά μας, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο, αναγνωρίζονται στα μέλη Θρησκευτικών Μειονοτήτων.&nbsp; Κυρίως δε τα δικαιώματα, τα οποία σχετίζονται με την Θρησκευτική Ελευθερία και την συνακόλουθη απόρριψη κάθε μορφής αντίθετων προς αυτή διακρίσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, αμέσως ή εμμέσως, ιδίως σε παραβίαση της αρχής της Ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) και των γενικών ρητρών του σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).&nbsp;</p>



<p><strong>α2) </strong>Αφετέρου, όμως, δεν μπορούν να διεκδικήσουν την υπεράσπιση δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων η οποία, αμέσως ή εμμέσως, θα έθετε εν αμφιβόλω την Ελληνική ιθαγένειά τους.&nbsp; Πολλώ δε μάλλον δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων που θα ήταν σε θέση, και πάλι αμέσως ή εμμέσως, ν’ αλλοιώσουν την φύση της ως αμιγώς Θρησκευτικής Μειονότητας, προσδίδοντάς της χαρακτηριστικά Εθνικής Μειονότητας, π.χ. Τουρκικής Μειονότητας.</p>



<p><strong>β) </strong>Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία προ της 30<sup>ής</sup> Οκτωβρίου 1918, είναι μέλη αμιγώς Εθνικής Μειονότητας.&nbsp; Επέκεινα, το Κράτος της Τουρκίας:</p>



<p><strong>β1) </strong>Δεν νομιμοποιείται, κατ’ ουδένα τρόπο, να τους απαγορεύει, αμέσως ή εμμέσως, την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επίκληση της Ελληνικής τους καταγωγής και την υπεράσπιση των κάθε είδους δικαιωμάτων ή και έννομων συμφερόντων, τα οποία συνδέονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με την ως άνω επίκληση.&nbsp;</p>



<p><strong>β2) </strong>Επίσης δεν νομιμοποιείται, και πάλι κατ’ ουδένα τρόπο, να προβαίνει, με απώτερο σκοπό την «<em>στόχευση»</em> της Ελληνικής τους καταγωγής, σε διακρίσεις ή, a fortiori, σε διώξεις εις βάρος τους κατά την άσκηση των κάθε είδους δικαιωμάτων, τα οποία τους αναγνωρίζει το Σύνταγμα της Τουρκίας και, κυρίως, το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, καθ’ ό μέτρο τούτο επηρεάζει εν προκειμένω και την Έννομη Τάξη της Τουρκίας, λόγω των Ευρωπαϊκών της δεσμεύσεων κατά την, όποια έως σήμερα, ενταξιακή της πορεία και προοπτική.&nbsp;</p>



<p><strong>ΙΙ. Η διαχρονική πορεία εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάνης, αναφορικά με τις περί Μειονοτήτων διατάξεις της, από την Ελλάδα&nbsp;</strong></p>



<p>Η ανάλυση του όλου κανονιστικού πλαισίου των περί Μειονοτήτων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία προηγήθηκε, επιτρέπει, με μεγάλη θεσμική αλλά και πολιτική ευχέρεια και ακρίβεια, την ως σήμερα αποτίμηση του κατά πόσον η Ελλάδα και η Τουρκία σεβάσθηκαν η μεν πρώτη τις υποχρεώσεις της έναντι της Θρησκευτικής Μειονότητας των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, η δε δεύτερη τις υποχρεώσεις της έναντι της Εθνικής Μειονότητας των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918.&nbsp; Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης -η οποία, ας σημειωθεί, περιλαμβάνει και Πομάκους, καθώς και Ρομά-&nbsp; η Ελλάδα έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο πλήρως σύμφωνο με την Συνθήκη της Λωζάνης αλλά και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το εν γένει Διεθνές Δίκαιο, ως προς τα κάθε είδους Δικαιώματα των Μειονοτήτων, θρησκευτικά ή μη.&nbsp; Τα όσα δε ισχυρίζεται περί του αντιθέτου η Τουρκία, όσον αφορά τα ζητήματα αφενός των Μουφτήδων και, αφετέρου, του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, είναι παντελώς έωλα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τα εξής:</p>



<p><strong>&nbsp;Α. Το καθεστώς του Μουφτή</strong></p>



<p>Το νομικό καθεστώς του Μουφτή διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 137 επ. του ν. 4964/2022 (ΦΕΚ, Α΄, 30.7.2022), με τις οποίες επήλθε ουσιώδης εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας των Μουφτειών Θράκης.&nbsp; Όπως συνέβαινε και κατά την προϊσχύσασα νομοθεσία, έτσι και κατά τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 3 του ως άνω νόμου ο Μουφτής είναι δημόσιος υπάλληλος. Και μάλιστα δημόσιος υπάλληλος που κατέχει θέση προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης.&nbsp; &nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;1.&nbsp; </strong>Ειδικότερα, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4964/2022, ο Μουφτής διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 156).&nbsp; &nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Του διορισμού αυτού προηγείται δημόσια προκήρυξη (άρθρο 151), σύνταξη καταλόγου&nbsp; υποψηφίων (άρθρο 152) και διατύπωση&nbsp; απλής αιτιολογημένης γνώμης –χωρίς συγκριτική&nbsp; αξιολόγηση– για τα προσόντα, κωλύματα, ασυμβίβαστα και την επάρκεια των υποψηφίων, από Συμβουλευτική Επιτροπή εκ 33 μελών, Ελλήνων πολιτών της Μουσουλμανικής Μειονότητας Θράκης (άρθρα 153-155).&nbsp; Ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επιλέγει, κατά διακριτική ευχέρεια, εφόσον όμως αυτός έχει τα κατά νόμο προσόντα, τον Μουφτή μεταξύ των υποψηφίων, ως προς τους οποίους γνωμοδότησε η αρμόδια Συμβουλευτική Επιτροπή.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;β)</strong> Ο Μουφτής δεν είναι μόνο θρησκευτικός λειτουργός.&nbsp; Είναι και δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά τις διατάξεις του άρθρου&nbsp; 146 παρ. 8 έχει συγκεκριμένη δικαιοδοσία επί διαφορών&nbsp; που εισάγονται ενώπιόν του, εφόσον το ζητήσουν τα διάδικα μέρη αποδεχόμενα και&nbsp; την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου για την επίλυσή τους.&nbsp; Πρόκειται, κυρίως, για διαφορές οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, ειδικότερα δε για διαφορές επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, εποπτειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και εξ αδιαθέτου διαδοχής.&nbsp; Οι δικαιοδοτικής φύσης αποφάσεις του Μουφτή πρέπει, για να παράγουν δεδικασμένο και εκτελεστότητα, να κηρυχθούν προηγουμένως εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου εδρεύει ο Μουφτής.&nbsp;</p>



<p><strong>2.&nbsp; </strong>Από το γράμμα και το πνεύμα των προμνημονευόμενων διατάξεων προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων του &#8211; κατά βάση θρησκευτικής φύσης- ο Μουφτής εξακολουθεί ν’ ασκεί, εντός της Ελληνικής Έννομης Τάξης, και δημόσιου δικαίου καθήκοντα. Και για την ακρίβεια καθήκοντα δικαιοδοτικής υφής &#8211; καθήκοντα «<em>ιεροδίκη</em>»- ανάλογα μ’ εκείνα των τακτικών δικαστηρίων.&nbsp; Άρα, ως προς αυτά τα καθήκοντα ο Μουφτής είναι όργανο του Ελληνικού Κράτους, το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία.&nbsp;</p>



<p><strong>α) </strong>Κατά τούτο ορθώς ο Μουφτής διορίζεται, επί θητεία (πενταετή), υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 143 επ. του ν. 4964/2022,&nbsp; κατά τ’ ανωτέρω.&nbsp; Αυτό δε είναι απολύτως σύμφωνο με το Σύνταγμά μας, με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αλλά και με το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο έχει καταστεί μέρος της Έννομης Τάξης μας.&nbsp; Πραγματικά, στην θεωρία αλλά και στην πράξη του Δημόσιου Δικαίου γίνεται καθολικώς δεκτό ότι τα όργανα του Κράτους, τα οποία ασκούν οιασδήποτε μορφής δημόσια εξουσία, διορίζονται από τις κατά νόμο οριζόμενες αρχές.&nbsp; Μόνο δε μέσω της πράξης διορισμού τούς εκχωρείται νομίμως το μέρος δημόσιας εξουσίας, το οποίο μπορούν ν’ ασκήσουν.&nbsp; Συνακόλουθα, η πράξη διορισμού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αφενός οριοθετεί επακριβώς την έκταση της παραχωρούμενης στα όργανα αυτά δημόσιας εξουσίας και, αφετέρου, τα νομιμοποιεί ως προς την κατά το Σύνταγμα άσκησή της.&nbsp; Εκλογή οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Δικαστικής Εξουσίας είναι κατά το Σύνταγμά μας νοητή και επιτρεπτή, εκτός των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου που η αυτοδιοίκησή τους κατοχυρώνεται συνταγματικώς (π.χ. ΟΤΑ, ΑΕΙ),&nbsp; μόνο στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας σωματειακής μορφής νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου &#8211; κλασικό παράδειγμα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και άλλοι, ανάλογης υφής, επαγγελματικοί σύλλογοι &#8211; και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, αλλά μόνον εφόσον αποτελούν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μέρος του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;β) </strong>Συνεπώς, κατά το Σύνταγμα εκλογή του Μουφτή από ένα είδος «<em>λαϊκής βάσης</em>» δεν είναι επιτρεπτή.&nbsp; Οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Τουρκίας είναι παντελώς αυθαίρετοι -ας μην παραβλέπεται το γεγονός ότι ούτε στην ίδια την Τουρκία υπάρχει οργανωμένο καθεστώς εκλογής Μουφτή- πράγμα το οποίο σημαίνει, αυτοθρόως, ότι οι «<em>εκλεγμένοι μουφτήδες</em>» στην Ελληνική Θράκη δρουν παρανόμως, ήτοι εκτός των ρυθμίσεων του Ελληνικού Συντάγματος και της εκτελεστικής του νομοθεσίας, και επομένως δεν αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Κράτος.&nbsp; Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Τουρκίας ότι η Ελλάδα πρέπει να προβεί, ως προς τον Μουφτή, σε πλήρη διαχωρισμό μεταξύ «<em>θρησκευτικού λειτουργού</em>» και «<em>ιεροδίκη</em>», όχι μόνο συνιστούν ωμή και παράνομη επέμβαση στο εσωτερικό της Ελληνικής Έννομης Τάξης και, κατά συνέπεια, στις αρμοδιότητες του Ελληνικού Κράτους.&nbsp; Αλλά, επιπροσθέτως, τυχόν αποδοχή τους θα οδηγούσε σε πλήρη σύγχυση ως προς τις αρμοδιότητες του Μουφτή, η οποία θ’ απέβαινε εις βάρος αυτού τούτου του κοινού αισθήματος της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται για την ειρηνική διαβίωση στο εσωτερικό της Μειονότητας.&nbsp; Αυτή δε η τελευταία διαπίστωση καθιστά ακόμη πιο ύποπτη την εμμονή της Τουρκίας σε τέτοιες, παντελώς αβάσιμες, αιτιάσεις, όταν μάλιστα υπό το σημερινό καθεστώς του Μουφτή η κοινωνική ζωή της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη είναι απολύτως ομαλή και αρμονική, παρά τα κατά καιρούς θρασύτατα και εντελώς παράνομα «<em>απονενοημένα διαβήματα</em>» των τουρκικών αρχών και των «<em>φερέφωνών» </em>τους κυρίως εντός του τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής.&nbsp;</p>



<p><strong>Β.&nbsp; Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι</strong></p>



<p>Η Ελλάδα ενεργεί, πάντοτε, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο και ως προς το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι όσων μελών της Μουσουλμανικής Μειονότητας διεκδικούν, με προφανείς στοχεύσεις και δρώντας καταφανώς παρανόμως, την ίδρυση σωματείων στην βάση της λεγόμενης «<em>συλλογικής τουρκικής εθνοτικής ταυτότητας</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>1. </strong>Συγκεκριμένα δε, τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας αποφασίζουν με βασικό γνώμονα την Συνθήκη της Λωζάνης, πρωτίστως με βάση την προαναφερθείσα πρόβλεψή της ότι ειδικώς η Μουσουλμανική Μειονότητα της Ελληνικής Θράκης είναι αμιγώς Θρησκευτική Μειονότητα.&nbsp; Επιπλέον, τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας λαμβάνουν υπόψη, ως άλλωστε οφείλουν, εν προκειμένω και όλες τις συνταγματικώς, αλλά και από πλευράς Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου, καθιερωμένες ρυθμίσεις, ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν γένει άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι.&nbsp; Γεγονός το οποίο, δυστυχώς, δεν θέλουν ν’ αποδεχθούν και να κατανοήσουν&nbsp; ορισμένα μέλη της Μουσουλμανικής Μειονότητας που δεν μπορούν να κρύψουν τα πραγματικά τους κίνητρα.&nbsp; Δοθέντος ότι συμπεριφέρονται ως εάν δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Ελλήνων Πολιτών εν γένει, όταν προσφεύγουν π.χ. ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με αντικείμενο την άσκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp; &nbsp; α) </strong>Την ακρίβεια της κατά τ’ ανωτέρω διαπίστωσης καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του ν. 4491/2017, καθ’ ό μέτρο τροποποίησαν και τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.&nbsp; Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4491/2017: «<em>Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται εδάφια ως εξής: “Η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης του πρώτου εδαφίου επιτρέπεται, επίσης, μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κρίνεται ότι η δικαστική απόφαση που δέχθηκε ή απέρριψε την αρχική αίτηση εκδόθηκε κατά παράβαση δικαιώματος που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στις επιμέρους διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της πρόληψης του εγκλήματος, της προστασίας της υγείας ή ηθικής και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία που καθίσταται οριστική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου</em>.”»</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp; &nbsp; β)</strong> Και κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 4491/2017: <em>«Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου καταλαμβάνει και τις υποθέσεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πριν από τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά και σύμφωνα με τους περιορισμούς της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις λοιπές διατάξεις της Σύμβασης αυτής, καθώς και τις διεθνείς συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία άσκησης της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης είναι ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος.»</em></p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp; 2.&nbsp;</strong> Οι διατάξεις αυτές των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017 ικανοποιούν πλήρως και τις απαιτήσεις εκτέλεσης, στο ακέραιο, των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι οποίες εκδόθηκαν μετά τις προσφυγές π.χ. του «<em>Συλλόγου Μειονότητας Ν. Έβρου</em>», του «<em>Πολιτιστικού Συλλόγου Τούρκων Γυναικών Νομού Ροδόπης</em>» και της «<em>Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης</em>», που αφορούσαν απορρίψεις των αρμόδιων Ελληνικών αρχών αναφορικά με την σύσταση αντίστοιχων σωματειακών ενώσεων.&nbsp; Πρόκειται για τις αποφάσεις, κατά σειρά, ΕΔΔΑ, Bekir-Ousta κατά Ελλάδας, 11.10.2007, ΕΔΔΑ, Emin κ.ά. κατά Ελλάδας, 27.3.2008 και ΕΔΔΑ, Tourkiki Enosi Xanthis κ.ά. κατά Ελλάδας, 27.3.2008.&nbsp; Υπό τα δεδομένα των διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017, οι προμνημονευόμενες ενώσεις αποκτούν, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα κατάθεσης αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των προηγούμενων εις βάρος τους δικαστικών αποφάσεων, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της νέας παρ. 1 του άρθρου 758 του ν. 4491/2017.&nbsp; Είναι φανερό, πάντα υπό το φως των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017, ότι το εν προκειμένω αρμόδιο δικαστήριο θα κρίνει τις αιτήσεις αυτές με βάση τις ακόλουθες νομοθετικές προβλέψεις:</p>



<p><strong>&nbsp; α) </strong>Κατά πρώτο λόγο το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του ότι οι κάθε είδους αρμόδιες Ελληνικές αρχές, κατά την εξέταση των αιτήσεων και για την σύσταση τέτοιων ενώσεων, νομιμοποιούνται αλλά και υποχρεούνται να ελέγξουν, φυσικά με ειδικώς αιτιολογημένη κρίση, αν και κατά πόσον οι αιτήσεις αυτές είναι σύμφωνες και με τις διατάξεις του εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τις οποίες: «<em>Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».&nbsp;</em></p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp; β) </strong>Και κατά δεύτερο λόγο το δικαστήριο υποχρεούται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 4491/2017, να κρίνει τις σχετικές αιτήσεις και υπό το φως των δεσμεύσεων, οι οποίες προκύπτουν από άλλες «<em>Διεθνείς Συνθήκες</em>», όπως είναι για την Ελληνική Θράκη κατ’ εξοχήν η Συνθήκη της Λωζάνης.&nbsp;</p>



<p><strong>&nbsp;&nbsp; β1)</strong> Οπωσδήποτε δε βαρύνουσα σημασία κατά την διαμόρφωση της&nbsp; ως άνω δικαστικής κρίσης έχουν οι προβλέψεις της Συνθήκης της Λωζάνης, κατά τις οποίες -όπως ήδη διευκρινίσθηκε- η Μουσουλμανική Μειονότητα της Ελληνικής Θράκης είναι αμιγώς «<em>Θρησκευτική</em>» και κατ’ ουδένα τρόπο «<em>Εθνική</em>».&nbsp; Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ότι το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εγκρίνει την σύσταση σωματείων, τα οποία αποβλέπουν, αμέσως ή και εμμέσως, στην αναγνώριση δήθεν «<em>τουρκικής μειονότητας</em>» οιασδήποτε μορφής, στην Ελληνική Θράκη.&nbsp; Αφού κάτι τέτοιο έρχεται σ’ ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης που, όπως προεκτέθηκε, εμμέσως πλην σαφώς απαγορεύουν την θεσμική «<em>μετάπτωση»</em> της αμιγώς Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας σε Εθνική, π.χ. Τουρκική. &nbsp;</p>



<p>&nbsp; &nbsp; <strong>β2)</strong> Επιπροσθέτως, η κατά τ’ ανωτέρω δικαστική οπτική, αναφορικά με τον πλήρη σεβασμό της Συνθήκης της Λωζάνης ως προς τις Μειονότητες, συμβαδίζει με το γράμμα και το πνεύμα των ως άνω διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp; Και τούτο, αφενός διότι η αναφορά στα «<em>αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία</em>» περιλαμβάνει, αναμφιβόλως, τον αδιάστικτο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου εν συνόλω -επομένως και της Σύμβασης της Λωζάνης- δοθέντος ότι, e contrario, δημοκρατική κοινωνία δεν υφίσταται όπου δεν διασφαλίζεται ο πλήρης σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου.&nbsp; Και, αφετέρου, διότι και μόνον η αναγνώριση «<em>Τουρκικής</em>» -ήτοι «<em>Εθνικής</em>»- Μειονότητας, κατά προφανή παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης, είναι ικανή να οδηγήσει σε περιστολή της προστασίας «<em>των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων</em>», οι οποίοι, με βάση την Συνθήκη της Λωζάνης, επιδιώκουν να υπερασπισθούν την ιδιότητά τους ως μελών της αμιγώς Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας.&nbsp;</p>



<p><strong>Επίλογος</strong></p>



<p>Στην διαδρομή των 100 και πλέον χρόνων από την ενσωμάτωσή της στον Εθνικό μας Κορμό, η Ελληνική -και Ευρωπαϊκή πλέον- Θράκη εξελίσσεται ως το πεδίο εκείνο, όπου η Τουρκία κάνει, δυστυχώς αδιαλείπτως, πραγματική «<em>επίδειξη</em>» της περιφρόνησής της προς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αμφισβητώντας προκλητικώς την αλήθεια και εγείροντας, συνεχώς, νέα ζητήματα θεσμικώς και πολιτικώς αδιανόητων διεκδικήσεων. &nbsp;</p>



<p><strong>Α. </strong>Ιδίως δε κατά την τρέχουσα περίοδο, η Ελληνική Θράκη υφίσταται, και αυτή, ορισμένες από τις συνέπειες των σχεδόν γραφικών -πλην όχι λιγότερο επικίνδυνων- «<em>σουλτανικών</em>» φαντασιώσεων του τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπως φάνηκε προσφάτως, τον περασμένο Σεπτέμβριο, και από τις προκλητικές δηλώσεις του τούρκου ΥΠΕΞ για την Μουσουλμανική Μειονότητα στην Θράκη. Ταυτοχρόνως όμως -και εν πολλοίς χάρη στο απαράμιλλο φρόνημα, με το οποίο όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια αντιμετώπισαν αποτελεσματικώς την τουρκική προκλητικότητα οι κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης, και μάλιστα ανεξαρτήτως Θρησκεύματος- η περιοχή αυτή αναδεικνύεται και σε πεδίο Εθνικής έμπνευσης, σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων και, επέκεινα, των Εθνικών μας Δικαίων έναντι των ιταμών προκλήσεων της Τουρκίας.&nbsp; Βασική Εθνική Θέση μας είναι και το ότι η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 -και όλες οι μεταγενέστερες, κάθε μορφής, εκτελεστικές της ρυθμίσεις- δεν επιδέχονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αναθεώρηση ή τροποποίηση.&nbsp; Άρα, το σύνολο των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης αποτελούν -και θ’ αποτελούν και στο μέλλον- το συμπαγές θεσμικό και πολιτικό θεμέλιο των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τόσον ως προς τα μεταξύ τους σύνορα όσο και ως προς όλα τα επιμέρους ζητήματα, τα οποία εμπίπτουν στο κανονιστικό τους πλαίσιο.&nbsp; Εφόσον δε καταστεί αναγκαίο, η Τουρκία θα πάρει την δέουσα απάντηση όχι μόνο στα Διεθνή και Ευρωπαϊκά Fora, αλλά και «<em>επί του πεδίου».&nbsp; </em>Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας το αποδεικνύουν καθημερινά.&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong> <strong>Σύμφωνα με τ’ ανωτέρω είναι προφανές ότι σε οποιαδήποτε φάση διαπραγμάτευσης με την Τουρκία είναι αδιανόητο να προβούμε έστω και στην ελάχιστη υποχώρηση σε ό,τι αφορά εκείνα που μας διασφαλίζει, στο ακέραιο, το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Πολλώ μάλλον σήμερα, όταν ο στόχος της Τουρκίας είναι προφανής: Επαναφορά στην ατυχέστατη&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; -κατά την επιεικέστερη εκδοχή- «<em>φρασεολογία</em>» της Συμφωνίας της Μαδρίτης, του Ιουλίου 1997, η οποία υπογράφηκε μεταξύ Κ. Σημίτη και Σ. Ντεμιρέλ. Ήταν η συμφωνία που αναγνώριζε, δυστυχώς, «<em>νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα που έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία»</em> της Τουρκίας στο Αιγαίο και της «<em>άνοιξε τον δρόμο»&nbsp; </em>προκειμένου να κάνει λόγο για «<em>γκρίζες ζώνες»</em> στο Αιγαίο.&nbsp; Το επώδυνο αυτό ολίσθημα της Εξωτερικής μας Πολιτικής ακυρώθηκε, de jure και de facto, κατ’ εξοχήν από την Κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή αλλά και κατά την διάρκεια της Προεδρίας μου, πρωτίστως δε κατά την επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα, την 7</strong><strong><sup>η</sup></strong><strong> Δεκεμβρίου 2017. Θέλω να πιστεύω ότι το μείζον αυτό «<em>κεκτημένο»</em> της Εξωτερικής μας Πολιτικής δεν θα τεθεί, αμέσως ή εμμέσως, υπό διακινδύνευση σήμερα και στο μέλλον</strong>.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ποιοι συνεργάτες του πρωθυπουργού δεν θέλουν&#8230;Παυλόπουλο- &#8220;Unfair&#8221; με προβολή άρθρου που χλευάζει τον ΠτΔ</title>
		<link>https://www.libre.gr/2020/01/10/poioi-synergates-prothypoyrgoy-theloyn-paylopoylo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Γεωργία Κριεμπάρδη]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Jan 2020 11:53:30 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Editorial]]></category>
		<category><![CDATA[Headlines]]></category>
		<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Μητσοτάκης]]></category>
		<category><![CDATA[Παυλόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόεδρος Δημοκρατίας]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωθυπουργός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.anatropinews.gr/?p=372993</guid>

					<description><![CDATA[Ενώ όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο πρωθυπουργός έχει καταλήξει στην επιλογή του σχετικά με το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι πληροφορίες θέλουν τους βασικούς του συνεργάτες να έχουν χωριστεί σε στρατόπεδα σχετικά με τις επιλογές που έχουν πέσει στο τραπέζι. Ένα άρθρο, μάλιστα, του φανατικού επικριτή του ΣΥΡΙΖΑ και του Προκόπη Παυλόπουλου [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h3>Ενώ όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο πρωθυπουργός έχει καταλήξει στην επιλογή του σχετικά με το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι πληροφορίες θέλουν τους βασικούς του συνεργάτες να έχουν χωριστεί σε στρατόπεδα σχετικά με τις επιλογές που έχουν πέσει στο τραπέζι.</h3>
<p>Ένα άρθρο, μάλιστα, του φανατικού επικριτή του ΣΥΡΙΖΑ και του Προκόπη Παυλόπουλου αρθρογράφου της &#8220;Καθημερινής&#8221; Τάκη Θεοδωρόπουλου, έρχεται να ταράξει τα νερά και πιθανώς να αποκαλύπτει τις πρωθυπουργικές προθέσεις.</p>
<p>Στο άρθρο του ο Τάκης Θεοδωρόπουλος χλευάζει τον Αλέξη Τσίπρα και τον ΠτΔ αλλά το ενδιαφέρον εστιάζεται στο γεγονός ότι δύο πολύ στενοί συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη έσπευσαν να αναπαράγουν το σχετικό tweet προβολής του. Ο διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης (που είναι και ανηψιός του) και ο υφυπουργός και κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας ανάρτησαν το άρθρο στο twitter δημιουργώντας εύλογα την αίσθηση πως συμφωνούν με την &#8220;τοξική&#8221; ρητορική κατά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης -λίγο πριν ο Αλέξης Τσίπρας συναντηθεί με τον πρωθυπουργό!- και κατά του Προκόπη Παυλόπουλου.</p>
<p><img decoding="async" src="https://www.avgi.gr/documents/10179/0/565676767867%CE%94%CE%A6%CE%A6%CE%94%CE%93.jpg/ce459b98-669f-4895-8b85-0a353b7373ce?t=1578607636592" alt="https://www.avgi.gr/documents/10179/0/565676767867%CE%94%CE%A6%CE%A6%CE%94%CE%93.jpg/ce459b98-669f-4895-8b85-0a353b7373ce?t=1578607636592" title="Ποιοι συνεργάτες του πρωθυπουργού δεν θέλουν...Παυλόπουλο- &quot;Unfair&quot; με προβολή άρθρου που χλευάζει τον ΠτΔ 2"></p>
<p>Μερικές ώρες πριν τις συναντήσεις Μητσοτάκη με τους πολιτικούς αρχηγούς, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας, αναπαρήγαγε μέσω Τwitter άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου από την Καθημερινή, που χλευάζει εκτός από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα, και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο.</p>
<p>Οι πληροφορίες θέλουν τους Στέλιο Πέτσα, Γρηγόρη Δημητριάδη και τον σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής (που διετέλεσε και διευθυντής της εφημερίδας &#8220;Τα Νέα&#8221;) Δημήτρη Μητρόπουλο να συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό να μην επιλέξει τον Προκόπη Παυλόπουλο. Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο συντονιστής της κυβέρνησης Άρης Σκέρτσος, πολύ στενός συνεργάτης, επίσης, του Κυριάκου Μητσοτάκη.</p>
<p>Μόνο ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης έχει αφήσει να εννοηθεί πως θα προτιμούσε την επανεκλογή Παυλόπουλου, αν και έχει καταθέσει και εναλλακτική πρόταση για την πρώην πρόεδρο του ΣτΕ Αικατερίνη Σακελαροπούλου.</p>
<p>Το κλίμα στο Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφώς κατά της επανεκλογής του σημερινού Προέδρου και προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται και οι δημοσιογράφοι που έχουν προσληφθεί στις υπηρεσίες του πρωθυπουργού.</p>
<p>Αλλά και δημοσιογράφοι που επηρεάζουν τον πρωθυπουργό, όπως ο εκδότης του &#8220;Φιλελεύθερου&#8221; Θανάσης Μαυρίδης -που μετέχει ενίοτε και στην επικοινωνιακή ομάδα- έχει ταχθεί κατά του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας. Με άρθρο του, μάλιστα, στο liberal.gr, μέμφεται έμμεσα τα κορυφαία στελέχη της Ν.Δ που δημοσίως έχουν λάβει θέση υπέρ της επανεκλογής Παυλόπουλου, όπως ο Νικήτας Κακλαμάνης, η ΌΛγα Κεφαλογιάννη, ο Ευριπίδης Στυλιανίδης κ.ά.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
