<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Wed, 29 Apr 2026 19:12:37 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Παρέμβαση Παυλόπουλου για υποκλοπές: Καίριο πλήγμα στην καρδιά του Κράτους Δικαίου</title>
		<link>https://www.libre.gr/2026/04/29/paremvasi-pavlopoulou-gia-ypoklopes/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 29 Apr 2026 19:12:31 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1216115</guid>

					<description><![CDATA[«Καίριο πλήγμα στην καρδιά του κράτους δικαίου», χαρακτήρισε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος την απόφαση του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών. ]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">«Καίριο πλήγμα στην καρδιά του κράτους δικαίου», χαρακτήρισε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας <a href="https://www.libre.gr/2026/04/29/vouli-ypoklopes-poia-kommata-tha-psifis/">Προκόπης Παυλόπουλος</a> την απόφαση του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών. </h3>



<p>Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος απηύθυνε χαιρετισμό σε εκδήλωση που οργάνωσαν η&nbsp;<strong>Ένωση Ελλήνων Συνταγματολόγων</strong>&nbsp;και το&nbsp;<strong>Διοικητικό Επιμελητήριο Ελλάδος</strong>&nbsp;με κεντρικό θέμα: «<strong>Ωρα ριζικών αλλαγών στο Κράτος και στη Δημόσια Διοίκηση».&nbsp;&nbsp;</strong></p>



<p>Ο <strong>Προκόπης Παυλόπουλος</strong> τόνισε ότι απόφαση του <strong>Αρείου Πάγου</strong> αφήνει στο σκοτάδι της ανοχής ή και της συγκάλυψης πρακτικές οφθαλμοφανούς παραβίασης. «Το <strong>σκάνδαλο </strong>των <strong>υποκλοπών</strong>, και μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις, έχει καταφέρει <strong>καίριο πλήγμα</strong> στην <strong>καρδιά </strong>του <strong>κράτους δικαίου</strong>. <strong>Πλήγμα </strong>το οποίο <strong>εκπορεύεται </strong>και από την <strong>εκτελεστική εξουσία</strong> -και για την <strong>ακρίβεια </strong>από την <strong>κυβέρνηση</strong>– αλλά και, δυστυχώς, από χειρισμούς της ίδιας της <strong>Δικαιοσύνης</strong>. </p>



<p>Διότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν <strong>υιοθετήσουμε </strong>την <strong>εκδοχή </strong>του <strong>απλού σφάλματος εκτίμησης</strong>, οι <strong>χειρισμοί </strong>αυτοί <strong>αφήνουν </strong>στο <strong>σκοτάδι </strong>της <strong>ανοχής </strong>ή και της <strong>συγκάλυψης πρακτικές οφθαλμοφανούς</strong> <strong>παραβίασης </strong>τουλάχιστον του <strong>θεμελιώδους δικαιώματος</strong> του <strong>απορρήτου </strong>των <strong>επικοινωνιών</strong>, κατά το <strong>άρθρο 19 </strong>του <strong>Συντάγματος</strong>. </p>



<p>Παραβίασης η οποία καθίσταται τόσο περισσότερο καταδικαστέα όσο <strong>θίγει </strong>τον <strong>πυρήνα </strong>του ίδιου του υπό την <strong>ευρεία έννοια πολιτικού συστήματος</strong> μέσα από την, αποδεδειγμένη άλλωστε, παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, ακόμη δε και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ανεξάρτητα από το ποιος φορέας, δημόσιος ή ιδιωτικός, μετήλθε των επιμέρους μεθόδων της παρακολούθησης αυτής».</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-wp-embed is-provider-libre wp-block-embed-libre"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="tXaSM666id"><a href="https://www.libre.gr/2026/04/29/vouli-ypoklopes-poia-kommata-tha-psifis/">Βουλή-Υποκλοπές: Ποια κόμματα θα ψηφίσουν την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για εξεταστική Επιτροπή</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted"  title="&#8220;Βουλή-Υποκλοπές: Ποια κόμματα θα ψηφίσουν την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για εξεταστική Επιτροπή&#8221; &#8212; Libre" src="https://www.libre.gr/2026/04/29/vouli-ypoklopes-poia-kommata-tha-psifis/embed/#?secret=wRxWGPnRfO#?secret=tXaSM666id" data-secret="tXaSM666id" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στα Συντάγματα της περιόδου της Εθνεγερσίας του 1821</title>
		<link>https://www.libre.gr/2026/03/16/pavlopoulos-ta-themeliodi-dikaiomata/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 16 Mar 2026 18:10:54 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1192842</guid>

					<description><![CDATA[Σε ομιλία του, με θέμα: «Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στα Συντάγματα της περιόδου της Εθνεγερσίας του 1821», κατά την Πανηγυρική Εκδήλωση του «Πατριωτικού Ομίλου Απογόνων Αγωνιστών του 1821 και Ιστορικών Γενών της Ελλάδος» για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σε ομιλία του, με θέμα: «Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στα Συντάγματα της περιόδου της Εθνεγερσίας του 1821», κατά την Πανηγυρική Εκδήλωση του «Πατριωτικού Ομίλου Απογόνων Αγωνιστών του 1821 και Ιστορικών Γενών της Ελλάδος» για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. <a href="https://www.libre.gr/2026/03/16/mitsotakis-erchontai-metra-gia-ti-ener/">Προκόπιος Παυλόπουλος</a> επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<h4 class="wp-block-heading">Πρόλογος</h4>



<p>Η περίοδος μετά την Εθνεγερσία της 25ης Μαρτίου 1821 και έως την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 χαρακτηρίζεται, τουλάχιστον υπό θεσμικοπολιτική έποψη, ιδίως από τον αποκαλούμενο «συνταγματισμό» των Ελλήνων και την συνακόλουθη τάση κατοχύρωσης, προεχόντως μέσω των Συνταγμάτων της περιόδου αυτής, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Βεβαίως, ψήγματα ρυθμίσεων ως προς τα δικαιώματα αυτά εμπεριέχονται και στα «Τοπικά Πολιτεύματα» της περιόδου του 1821, όπως προκύπτει π.χ. από τις «περί χρεών ή καθηκόντων του Πολιτικού Συντάγματος» διατάξεις του «Στρατοπολιτικού Διοργανισμού της Νήσου Σάμου» της 12ης Μαΐου 1821, από τις «περί των γενικών δικαιωμάτων των κατοίκων της Νήσου Κρήτης» διατάξεις του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Νήσου Κρήτης» της 20ής Μαΐου 1822, από τις διατάξεις του Πρώτου Κεφαλαίου του «Οργανισμού της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος» της 9ης Νοεμβρίου 1821, από τις διατάξεις περί «Πολιτικών» και περί «Διακηρύξεως Δικαιωμάτων και Χρεών του Έλληνος» της «Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» της 15ης Νοεμβρίου 1821 και από τις διατάξεις του «Πρώτου Κεφαλαίου» του «Οργανισμού της Πελοποννησιακής Γερουσίας» της 27ης Δεκεμβρίου 1821. Όμως, μία πιο συστηματική και εμπεριστατωμένη κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό την επιρροή κυρίως της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 και της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των ΗΠΑ του 1791 κατά τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ του 1787, επιχειρήθηκε από το 1822 έως το 1827 αρχικώς μέσω των Προσωρινών Συνταγμάτων της αγωνιζόμενης Ελλάδας (του 1822 και του 1823) και, εν τέλει, μέσω του οριστικού «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του 1827. Ο προμνημονευόμενος «συνταγματισμός» των Ελλήνων της επαναστατικής περιόδου διαπνεόταν από την ανάγκη θεσμικής εμπέδωσης του εγχειρήματος δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και αυτόνομου Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το οποίο ευοδώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το 1830. Ενώ η δια των Συνταγμάτων τούτων πρώιμη κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπνεόταν, αντιστοίχως, από την ανάγκη θεσμικής εμπέδωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των αγωνιζόμενων Ελλήνων ως έκφρασης στην πράξη της Ελευθερίας τους μετά από τέσσερις αιώνες μαρτυρίου εξαιτίας της τυραννίας του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού. Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το προοίμιο των δύο πρώτων προσωρινών Συνταγμάτων, ήτοι του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», του 1822 και του «Νόμου της Επιδαύρου», του 1823, το οποίο είχε ως εξής: “Το Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὑπὸ τὴν φρικώδη Ὀθωμανικὴν δυναστείαν, μὴ δυνάμενον νὰ φέρῃ τὸν βαρύτατον καὶ ἀπαραδειγμάτιστον ζυγὸν τῆς τυραννίας, καὶ ἀποσεῖσαν αὐτὸν μὲ μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διὰ τῶν νομίμων Παραστατῶν του, εἰς Ἐθνικὴν συνηγμένων Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, «τὴν Πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν»”.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Ι. Η θεσμική παρακαταθήκη του Ρήγα Βελεστινλή: «Τα Δίκαια του Ανθρώπου»</h4>



<p>Πρέπει ευθύς εξαρχής να τονισθεί εμφατικώς ότι η επιρροή των θεσμικών και πολιτικών θέσεων του Ρήγα Βελεστινλή στην σκέψη και στις προθέσεις των αγωνιζόμενων, ποικιλοτρόπως, Ελλήνων για την εν γένει οργάνωση του μελλοντικού ανεξάρτητου και αυτόνομου Ελληνικού Έθνους-Κράτους δεν είναι αμελητέα. Εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Εθνεγερσίας του 1821, ο Ρήγας Βελεστινλής επηρεάσθηκε, ενωρίς και εντόνως, από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Στα δε επιμέρους συγγράμματά του, γραμμένα στην δημώδη γλώσσα, είναι καταφανής η προσπάθειά του να φέρει σε επαφή τους Έλληνες με τις «νέες ιδέες», που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στην Ευρώπη της εποχής.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Α. Η «Νέα Πολιτική Διοίκησις» του Ρήγα Βελεστινλή ως οιονεί προπομπός της θεσμικής θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους</strong></h4>



<p>Η «Νέα Πολιτική Διοίκησις» του Ρήγα Βελεστινλή –υπό τον τίτλο «Ρήγα του φιλοπάτριδος, Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των νόμων –ελευθερία, ισονομία, αδελφότης– και της Πατρίδος», όπως τυπώθηκε το 1797 στην Βιέννη, φέρει όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός, έστω και πρωτόλειου, «σχεδίου Συντάγματος».</p>



<p><strong>1. Τα ουσιώδη θεσμικά χαρακτηριστικά της «Νέας Πολιτικής Διοικήσεως» του Ρήγα Βελεστινλή</strong></p>



<p>Η «Νέα Πολιτική Διοίκησις» εμπεριέχει το σύνολο των, άκρως φιλελεύθερων για την εποχή του, απόψεων του Ρήγα Βελεστινλή και αναδεικνύει, επιπροσθέτως, τις επαναστατικές του ιδέες με αποδέκτες τους απανταχού Έλληνες, προκειμένου να προετοιμασθεί η Εθνεγερσία για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Τούτο προκύπτει από τα τέσσερα επιμέρους τμήματα, τα οποία συνέθεσαν την «Νέαν Πολιτικήν Διοίκησιν», με την εξής κατάταξη:</p>



<p>α) Το πρώτο τμήμα –που αναδεικνύει τις, ήδη έκδηλες, επαναστατικές ιδέες του Ρήγα Βελεστινλή, κράμα Διαφωτισμού αλλά και μίας μορφής Ρομαντισμού, εν πολλοίς– εμπεριέχει την «Ἐπαναστατικὴν Προκήρυξιν ὑπὲρ τῶν Νόμων τῆς Πατρίδος». Άκρως αντιπροσωπευτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Ὁ μέχρι τοῦδε λέγω δυστυχὴς οὗτος λαὸς βλέπωντας ὅτι ὅλαι τοῦ αἱ θλίψεις καὶ ὀδύναι, τὰ καθημερινὰ δάκρυά του, ὁ ἀφανισμός του, προέρχονται ἀπὸ τὴν κακὴν καὶ ἀχρειεστάτην διοίκησιν, ἀπὸ τὴν στέρησιν καλῶν νόμων, ἀπεφάσισεν ἐνανδριζόμενος μίαν φορὰ νὰ ἀτενίση πρὸς τὸν οὐρανόν, νὰ ἐγείρη ἀνδρείως τὸν καταβεβαρημένον τράχηλόν του, καὶ ἐνοπλίζωντας ἐμμανῶς τοὺς βραχίονάς του μὲ τὰ ἅρματα τῆς ἐκδικήσεως καὶ τῆς ἀπελπισίας νὰ ἐκβοήση μεγαλοφώνως ἐνώπιον πάσης τῆς Οἰκουμένης, μὲ βροντώδη κραυγὴν τὰ ἱερὰ καὶ ἄμωμα δίκαια ὁποὺ θεόθεν τῷ ἐχαρίσθησαν διὰ νὰ ζήση ἡσύχως ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. Ὅθεν διὰ νὰ ἠμποροῦν ὁμοθυμαδὸν ὅλοι οἱ κάτοικοι νὰ συγκρίνωσι πάντοτε μὲ ἄγρυπνον ὄμμα τὰ κινήματα τῆς Διοικήσεως τῶν διοικούντων, μὲ τὸν σκοπὸν τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν νομοθεσίας, ἐκτινάζοντες ἀνδρικῶς τὸν οὐτιδανὸν ζυγὸν τοῦ δεσποτισμοῦ, καὶ ἐναγκαλιζόμενοι τὴν πολύτιμον ἐλευθερίαν τῶν ἐνδόξων προπατόρων των, νὰ μὴν ἀφεθῶσιν οὐδέποτε νὰ καταπατῶνται ὡς σκλάβοι εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὴν ἀπάνθρωπον τυραννίαν, νὰ ἔχη ἕκαστος ὡς ἂν λαμπρὸν καθρέπτην ἐμπροστὰ εἰς τὰ ὀμμάτιά του τὰ θεμέλια τῆς ἐλευθερίας, τῆς σιγουρότητος καὶ τῆς εὐτυχίας του, νὰ γνωρίζουν ἐμφανέστατα οἱ κριταὶ ποῖον εἶναι τὸ δυσαπόφευκτον χρέος των πρὸς τοὺς κρινομένους ἐλευθέρους κατοίκους, καὶ οἱ νομοθέται καὶ πρῶτοι τῆς διοικήσεως τὸν εὐθύτατον κανόνα καθ’ ὀν πρέπει νὰ ρυθμίζεται καὶ ν’ ἀποβλέπη τὸ ἐπάγγελμά των πρὸς εὐδαιμονίαν τῶν πολιτῶν, κηρύττεται λαμπροφανὼς ἡ ἀκόλουθος δημοσία φανέρωσις τῶν πολυτίμων δικαίων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ ἐλευθέρου κατοίκου τοῦ βασιλείου».</p>



<p>β) Το δεύτερο τμήμα, υπό τον τίτλο «Τα Δίκαια του ανθρώπου», αποτελεί ένα σχέδιο θεσμικής κατοχύρωσης, με συνταγματική βάση, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προφανώς επηρεασμένο περισσότερο από την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Στο τμήμα αυτό, και ιδίως στο άρθρο 1, ο Ρήγας Βελεστινλής φανερώνει τις επιρροές που είχε υποστεί από την θεωρία περί «Κοινωνικού Συμβολαίου» : «Ὁ σκοπὸς ὁποῦ ἀπ’ ἀρχῆς κόσμου οἱ ἄνθρωποι ἐσυμμαζώχθησαν ἀπὸ τὰ δάση τὴν πρώτην φορὰν διὰ νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὺ κτίζοντες χώρας καὶ πόλεις, εἶναι διὰ νὰ συμβοηθῶνται, καὶ νὰ ζῶσιν εὐτυχισμένοι, καὶ ὄχι νὰ συναντιτρώγωνται, ἢ νὰ ῥουφᾷ τὸ αἷμά τους ἕνας. Τότε ἔκαμαν βασιλέα διὰ νὰ ἀγρυπνῇ εἰς τὰ συμφέροντά των, διὰ νὰ ᾖναι βέβαιοι εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν φυσικῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ τοὺς τὰ ἀφαιρέσῃ κᾀνένας ἐπὶ τῆς γῆς.»</p>



<p>γ) Το τρίτο τμήμα φέρει τον τίτλο «Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας», σε 124 άρθρα. Πρόκειται περί ολοκληρωμένου σχεδίου Συντάγματος για το μελλοντικό Ελληνικό Κράτος, το οποίο μάλιστα ο Ρήγας Βελεστινλής οραματίζεται, όπως προκύπτει αβιάστως από τον σχετικό ως άνω τίτλο, οργανωμένο σε δημοκρατικά θεμέλια. Και μάλιστα θεμέλια μίας μορφής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, όπου κυριαρχούν οι αρμοδιότητες του σώματος των εκλεγμένων αντιπροσώπων, άρα αντιπροσώπων περιβεβλημένων με γνήσια δημοκρατική νομιμοποίηση, περίπου στο πρότυπο της «Κυβερνώσας Βουλής».</p>



<p>δ) Το τέταρτο τμήμα παραθέτει, ως κατακλείδα, τον «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή, πραγματικό «vademecum» των Νεοελλήνων έως την έκρηξη της Εθνεγερσίας του 1821 αλλά και μετέπειτα.</p>



<p><strong>2. Οι επιρροές πάνω στο θεσμικοπολιτικό έργο του Ρήγα Βελεστινλή.</strong></p>



<p>Από πλευράς Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το έργο του Ρήγα Βελεστινλή φέρει, όπως ήδη τονίσθηκε, έντονη την σφραγίδα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 –με τις μετέπειτα συμπληρώσεις της το 1792– δηλαδή των ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης, όπως προκύπτει από το προμνημονευόμενο δεύτερο τμήμα της «Νέας Πολιτικής Διοικήσεως» που καταγράφει τα «Δίκαια του ανθρώπου».</p>



<p>α) Σε ό,τι αφορά την πολιτειακή οργάνωση stricto sensu, η «Νέα Πολιτική Διοίκησις», με βάση το τρίτο τμήμα -που, όπως επίσης προαναφέρθηκε, φέρει τον τίτλο «το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας»– αποδεικνύει ότι ο Ρήγας Βελεστινλής επηρεάσθηκε από το Γαλλικό Σύνταγμα του 1792. Δηλαδή το Σύνταγμα, το οποίο ψηφίσθηκε από την «Convention Nationale», την 20ή Σεπτεμβρίου 1792, υπό την επιρροή των «Ορεινών» («Montagnards») που επικράτησαν, στην τελική ευθεία σύνταξης του Συντάγματος, των «Γιρονδίνων» («Girondins»). Ας σημειωθεί, ότι το ως άνω Σύνταγμα της Γαλλίας καθιερώνει ένα σύστημα άσκησης της πολιτικής εξουσίας κατά βάση από την Βουλή, ήτοι ένα σύστημα «Κυβερνώσας Βουλής». Επίσης, άφηνε μεγάλο περιθώριο λήψης αποφάσεων και νομοθέτησης μέσω δημοψηφισμάτων, επιχειρώντας μία επανασύνδεση με θεσμούς Άμεσης Δημοκρατίας.</p>



<p>β) Τέλος, σε ό,τι αφορά τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, το Γαλλικό Σύνταγμα του 1792 προσέθεσε αρκετά στην προαναφερόμενη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, όπως π.χ. τα δικαιώματα για λαϊκή βοήθεια, εργασία, εκπαίδευση και εξέγερση. Μάλιστα το τελευταίο μπορεί να θεωρηθεί και ως η απώτερη «μήτρα», η οποία «γέννησε» μετέπειτα αντίστοιχες διατάξεις σε πολλά άλλα Ευρωπαϊκά Συντάγματα –μεταξύ των οποίων και τα Ελληνικά– για τις εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος. Χαρακτηριστικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματός μας: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».</p>



<h4 class="wp-block-heading">Β. Τα σπουδαιότερα «Δικαιώματα του Ανθρώπου» στην σκέψη του Ρήγα Βελεστινλή</h4>



<p>Απλή επισκόπηση των σκέψεων του Ρήγα Βελεστινλή, όπως αυτές εκτίθενται στα 35 άρθρα περί των «Δικαίων του Ανθρώπου» κατά τ’ ανωτέρω, αρκεί για να αποδείξει ότι κατ’ αυτόν τα σπουδαιότερα Θεμελιώδη Δικαιώματα ενός πραγματικά Ελεύθερου Ανθρώπου είναι :<br>1. Τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις, και ιδίως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 3).<br>2. Το δικαίωμα των πολιτών να θεσπίζουν, από κοινού και εξ ίσου, τους νόμους οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και την λειτουργία της Πολιτείας (άρθρο 4).<br>3. Το δικαίωμα αναφορικά με την ίση πρόσβαση στα κάθε είδους αξιώματα καθώς και με την κατάργηση των κάθε είδους τίτλων ευγενείας (άρθρο 5).<br>4. Το δικαίωμα που συνίσταται στην άσκηση της ελευθερίας της γνώμης καθώς και στην ανεμπόδιστη έκφρασή της (άρθρο 7).<br>5. Το δικαίωμα σχετικά με την υπαγωγή καθενός στον φυσικό του δικαστή (άρθρο 10), το οποίο συνδέεται αναποσπάστως με την κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 13).<br>6. Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η συνακόλουθη διακήρυξη ότι η απαλλοτρίωση επιτρέπεται μόνον όταν συντρέχει σπουδαία δημόσια ωφέλεια (άρθρα 19 και 20).<br>7. Και το δικαίωμα αντίστασης εναντίον της καταπίεσης, από όποιον και αν προέρχεται (άρθρο 33), το οποίο κορυφώνεται από το δικαίωμα επανάστασης εναντίον του τυράννου και της τυραννίας (άρθρο 35).</p>



<p>ΙΙ. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» του 1822</p>



<p>Η Α΄ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στην Επίδαυρο υπήρξε η πρώτη συνέλευση Αντιπροσωπευτικού Σώματος για όλη την ελεύθερη έως τότε Ελλάδα, με συντακτικές και νομοθετικές εν γένει αρμοδιότητες, ύστερα από την έναρξη της Εθνεγερσίας της 25ης Μαρτίου 1821. Το έργο της επηρεάσθηκε εντόνως από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, και ιδίως από τις ιδέες της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Η Α΄ Εθνική Συνέλευση συνέταξε αφενός την «Διακήρυξιν της Εθνικής Συνελεύσεως», με την συμβολή του Αναστασίου Πολυζωίδη και, αφετέρου και κυρίως, το Σύνταγμα της Επιδαύρου, ως «Προσωρινόν Πολίτευμα» ή «Προσωρινήν Διοίκησιν της Ελλάδος». Ως προς αυτό καθοριστική υπήρξε η επιρροή των Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Θεόδωρου Νέγρη και του Ιταλού –φυγάδα επαναστάτη από την Σαρδηνία– Vincenzo Gallina. Την επιτροπή σύνταξης του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», το οποίο ψηφίσθηκε από την Α΄ Εθνική Συνέλευση την 1η Ιανουαρίου 1922, αποτελούσαν οι: Θεόδωρος Νέγρης, Γεώργιος Αινιάν, Δρόσος Μανσόλας, Ιωάννης Ορλάνδος, Πέτρος Σκυλίτζης, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης, Φώτιος Καραπάνου, Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, Πανούτζος Νοταράς και Αθανάσιος Κανακάρης.</p>



<p><strong>Α. Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος»</strong></p>



<p>Για τα δεδομένα της εποχής το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» μπορεί και πρέπει να χαρακτηρισθεί ως Φιλελεύθερο και Δημοκρατικό. Και δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι οι επ’ αυτού εργασίες της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης έγιναν και υπό το βάρος των αντιδράσεων της «Ιεράς Συμμαχίας», η οποία κάθε άλλο παρά ήταν σύμφωνη με την δημιουργία ενός Έθνους-Κράτους με αμιγώς δημοκρατικά και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά ως προς την οργάνωσή του. Το κείμενο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» αποτελούν 110 παράγραφοι, οι οποίοι διαιρούνται σε πέντε τίτλους και εννέα τμήματα. Τα περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εντάχθηκαν στον πρώτο τίτλο με δύο τμήματα, το ένα «Περί Θρησκείας» και το άλλο «Περί των Γενικών Δικαιωμάτων των κατοίκων της Επικρατείας της Ελλάδος», οι διατάξεις του οποίου έχουν ως εξής:</p>



<p>«§ α΄ – Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν, καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραγίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως.<br>§ β΄ – Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.<br>§ γ΄ – Ὅσοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ὅμοιοι ἐνώπιον τῶν νόμων ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως ἢ βαθμοῦ, ἢ κλάσεως, ἢ ἀξιώματος.<br>§ δ΄ – Ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες κατοικήσωσιν ἢ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσὶν ὅμοιοι μὲ τοὺς αὐτόχθονας κατοίκους ἐνώπιον τῶν Νόμων.<br>§ ε΄ – Ἡ Διοίκησις θέλει φροντίσει νὰ ἐκδώσῃ προσεχῶς νόμον περὶ πολιτογραφήσεως τῶν ξένων, ὅσοι ἔχουσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ γίνωσιν Ἕλληνες.<br>§ ς΄ – Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, εἰς ὅλα τὰ ἀξιώματα καὶ τιμὰς ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα· δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἡ ἀξιότης ἑκάστου.<br>§ ζ΄ – Ἡ ἰδιοκτησία, τιμὴ καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων.<br>§ η΄ – Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις πρέπει νὰ διανέμωνται δικαίως εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ κλάσεις τῶν κατοίκων, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας· κᾀμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται ἄνευ προεκδοθέντος Νόμου.»</p>



<p><strong>Β. Τα σπουδαιότερα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος»</strong></p>



<p>Ο ως άνω πρώτος τίτλος του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», «περί Θρησκείας» και «περί των Γενικών Δικαιωμάτων των κατοίκων της Επικρατείας της Ελλάδος», συνιστά την πρώτη συνταγματική κατοχύρωση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην συνταγματική ιστορία της Ελλάδας. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνονται, πρωτίστως, τα πολιτικά δικαιώματα. Σημαντική θέση κατέχει η κατοχύρωση της αρχής της Ισότητας, και μάλιστα υπό την στοιχειώδη αναλογική της έννοια, σε ό,τι αφορά τα δημόσια βάρη μέσω των εισπράξεων του Δημοσίου. Κατοχυρώνονται ρητώς, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα στην ιδιοκτησία, στην τιμή και στην ασφάλεια καθενός. Στα αξιοσημείωτα αυτής της πρώτης συνταγματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων συγκαταλέγεται και η, πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής, καθιέρωση της αρχής της αξιοκρατίας ως προς την πρόσβαση των Ελλήνων «εἰς ὅλα τὰ ἀξιώματα καὶ τιμᾶς», με την διάταξη «δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἡ ἀξιότης ἑκάστου».</p>



<p>ΙΙΙ. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στον «Νόμο της Επιδαύρου»</p>



<p>Το Σύνταγμα του Άστρους, δηλαδή το αναθεωρημένο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» της Επιδαύρου που, όπως ήδη εκτέθηκε, είχε θεσπίσει η Α΄ Εθνική Συνέλευση την 1η Ιανουαρίου 1822, θεσπίσθηκε από την Β΄ Εθνική Συνέλευση, την 13η Απριλίου 1823, για να μείνει στην Συνταγματική μας Ιστορία ως ο «Νόμος της Επιδαύρου». Αν ανατρέξουμε στο χρονικό της συγκυρίας, μέσα στην οποία η Β΄ Εθνική Συνέλευση οδηγήθηκε στην ψήφιση του Συντάγματος αυτού, μάλλον πρέπει να δεχθούμε ότι οι μελέτες που του έχουν αφιερωθεί δεν είναι –τόσο σε αριθμό όσο και, κυρίως, σε ουσία– εκείνες που του αναλογούν σύμφωνα με την σημασία του στο πλαίσιο της οργάνωσης των συνταγματικών αντηρίδων του, υπό «εκκόλαψη» ακόμη, Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Με άλλες λέξεις το Σύνταγμα του Άστρους του 1823 –εφεξής ο «Νόμος της Επιδαύρου»– αξίζει να ερευνηθεί, ιστορικώς και θεσμικώς, ακόμη περισσότερο, αν αναλογισθούμε την όλη συμβολή του στην σταδιακή εμπέδωση των συνταγματικών μας θεσμών εκείνη την κρίσιμη και ταραγμένη περίοδο της Εθνεγερσίας του 1821, που προηγήθηκε της κατά τα προμνημονευόμενα ίδρυσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το οποίο υπογράφηκε από την Αγγλία, την Γαλλία και την Ρωσία την 3η Φεβρουαρίου 1830.</p>



<p><strong>Α. Οι περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διατάξεις του «Νόμου της Επιδαύρου»</strong></p>



<p>Ο «Νόμος της Επιδαύρου» επέφερε σημαντικές και, οπωσδήποτε, βελτιωτικές αλλαγές ως προς τις εγγυήσεις της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διευρύνοντας τον αριθμό τους και «εμπλουτίζοντας» ουσιωδώς τις σχετικές ρυθμίσεις του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος». Ήταν ακριβώς αυτή η τομή του «Νόμου της Επιδαύρου», η οποία προσέθεσε νέα και άκρως θετικά χαρακτηριστικά ως προς την δημοκρατική του διάσταση στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και, συνακόλουθα, ως προς την προοδευτική φιλελεύθερη δομή και λειτουργία του. Τούτο προκύπτει σαφώς από τις ίδιες τις διατάξεις του πρώτου («περί Θρησκείας») και του δεύτερου («Περί των Πολιτικών Δικαιωμάτων των Ελλήνων») Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου», οι οποίες έχουν ως εξής:<br>«§ α΄. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν, καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραγίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως.<br>§ β΄. Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ὁμοίως Ἕλληνές εἰσι, καὶ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἀπολαμβάνουσιν, ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν φωνὴν πάτριον ἔχοντες, καὶ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες ζητήσωσι, παῤῥησιαζόμενοι εἰς τοπικὴν Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας Ἀρχήν, νὰ ἐγκαταριθμηθῶσι δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας.<br>γ΄. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ἶσοι ἐνώπιον τῶν Νόμων, ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως.<br>δ΄. Ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες κατοικήσωσιν, ἢ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσἰν ἶσοι μὲ τοὺς Ἕλληνας ἐνώπιον τῶν νόμων.<br>ε΄. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ ἐπίσης εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά, καὶ εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς τιμάς· δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἑκάστου ἡ ἀξιότης.<br>ς΄. Ἡ ἰδιοκτησία, τιμή, καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου Ἕλληνος, καὶ παντὸς ἀνθρώπου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Νόμων.<br>ζ΄. Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις πρέπει νὰ διανέμωνται δικαίως, καὶ ἀναλόγως εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπικρατείας· κἀμμία δ’ εἴσπραξις δὲν γίνεται ἄνευ προεκδοθέντος Νόμου· καὶ κἀνένας Νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται, εἰμὴ διὰ ἕν καὶ μόνον ἔτος.<br>η΄. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κοινοποιῶσιν ἄλλως τε καὶ διὰ τῶν τύπων τὰς δοξασίας των, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀκολούθους τρεῖς ὅρους·<br>α΄. Νὰ μὴ γίνεται λόγος κατὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.<br>β΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς κοινῶς ἀποδεδεγμένας ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς.<br>γ΄. Νὰ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν.<br>θ΄. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος δὲ παντὸς γένους, καὶ πάσης θρησκείας, ἅμα πατήσας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος, καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος.<br>ι΄. Κἀνένας δεν δύναται νὰ βιασθῇ νὰ διαφύγῃ τὸ ἀνῆκον κριτήριον.<br>ια΄. Καθένας δύναται νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸ Βουλευτικὸν ἐγγράφως προβάλλων τὴν γνώμην του περὶ παντὸς πράγματος.<br>ιβ΄. Ἡ Διοίκησις πολιτογραφεῖ ἀλλοεθνεῖς κατὰ τοὺς ἀκολούθους ὅρους·<br>α΄. Νὰ διατρίψωσι πέντε ὁλόκληρα ἔτη, καὶ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο νὰ μὴν ἀποδειχθῶσι ποτὲ ἐγκληματίαι, καὶ νὰ ἀποκτήσωσιν ἐντὸς τοῦ πενταετοῦς διαστήματος ἀκίνητα κτήματα ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ.<br>β΄. Τὰ μεγάλα ἀνδραγαθήματα, καὶ αἱ σημαντικαὶ ἐκδουλεύσεις εἰς τὰς χρείας τῆς Πατρίδος, ἑνούμεναι μὲ τὴν χρηστότητα τῶν ἠθῶν, εἶναι δικαιώματα ἱκανὰ εἰς πολιτογράφησιν.<br>ιγ΄. Ὁ πολιτογραφούμενος ἀπολαμβάνει ἀμέσως τὰ δικαιώματα, κατὰ τοὺς §. β΄. ς΄. καὶ ή. τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ Παραστάτου, μετὰ δέκα ἔτη τῆς πολιτογραφήσεως.»</p>



<p><strong>Β. Τα βασικά χαρακτηριστικά των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο του «Νόμου της Επιδαύρου»</strong></p>



<p>Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις του «Νόμου της Επιδαύρου» προκύπτουν και τα ακόλουθα ως προς την δι’ αυτών κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>1. Περί Θρησκείας και Πολιτικών Δικαιωμάτων</strong></h4>



<p>Με τις διατάξεις των άρθρων α΄ και β΄ του Α΄ και Β΄ Κεφαλαίου του Α΄ και Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» επανέλαβε κατά πρώτο λόγο τις εγγυήσεις που αφορούν την Θρησκευτική Ελευθερία, όπως αυτές είχαν καθιερωθεί από το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Πλην όμως ως προς την άσκηση των Πολιτικών Δικαιωμάτων επέφερε καίρια διεύρυνση, προς δύο κατευθύνσεις:<br>α) Από την μία πλευρά στους φορείς των Πολιτικών Δικαιωμάτων συμπεριέλαβε όχι μόνο τους αυτόχθονες κατοίκους της Ελληνικής Επικράτειας που «πιστεύουν εἰς Χριστόν» αλλά και όσους ήλθαν από την αλλοδαπή και μιλούσαν την Ελληνική Γλώσσα, εφόσον «πιστεύουν εἰς Χριστόν», και παρουσιάσθηκαν ενώπιον της αρμόδιας αρχής μιας Ελληνικής Επαρχίας και ζήτησαν την «πολιτογράφησίν» τους. Ας σημειωθεί ότι η προϋπόθεση της «πίστεως εἰς Χριστόν» δεν καθιερώθηκε τόσο για θρησκευτικούς, αμιγώς, λόγους όσο για να εγγυηθεί, σε αυτή την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη ευοδωθεί η Εθνεγερσία, την ομοιογένεια των Ελλήνων Πολιτών προκειμένου να είναι μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη η συμβολή τους στην οριστική αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, αφού είχαν νωπή την μνήμη των επί αιώνες φρικτών συνεπειών του.<br>β) Και, από την άλλη πλευρά –και πάλι σε ό,τι αφορά την άσκηση των Πολιτικών Δικαιωμάτων– επέφερε μια διόλου ευκαταφρόνητη διεύρυνση του Εκλογικού Σώματος, ορίζοντας ότι το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι «άνδρες», γενικώς, και όχι μόνον οι «γέροντες», όπως ίσχυε από το καθεστώς του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος». Επιπροσθέτως, μειώθηκε το όριο ηλικίας των εκλογίμων από τα 30 στα 25 έτη.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>2. Η κατάργηση της δουλείας</strong></h4>



<p>Ρηξικέλευθη και καθοριστική για τον όλο Ανθρωπιστικό χαρακτήρα του «Νόμου της Επιδαύρου» ήταν η διάταξη του άρθρου θ΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος για την κατάργηση της δουλείας, με την εξής όπως προαναφέρθηκε, εμβληματική, διατύπωση: «Εἰς τήν Ἑλληνικήν Ἐπικράτειαν, οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος. ἀργυρώνητος δέ παντός γένους, καί πάσης θρησκείας, ἅμα πατήσας τό Ἐλληνικόν ἔδαφος, εἷναι ἐλεὐθερος, καί ἀπό τόν δεσπότην αὐτού ἀκαταζήτητος». Είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη όχι μόνον επέφερε την κατάργηση της δουλείας εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Αλλά και καθιέρωσε, κατά τρόπο πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη διεθνώς, ένα είδος «ασύλου» εντός της Ελληνικής Επικράτειας ως προς αλλοδαπούς που τελούσαν υπό lato sensu καθεστώς δουλείας και εισέρχονταν στην Ελληνική Επικράτεια. Γι’ αυτούς το καθεστώς της δουλείας δεν υφίστατο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, από την στιγμή που πατούσαν σε Ελληνικό έδαφος. Είναι επίσης προφανές ότι η ως άνω διάταξη σηματοδοτούσε την αμετάκλητη πρόθεση και απόφαση των αγωνιζόμενων ακόμη Ελλήνων να κόψουν και τις τελευταίες ρίζες του τυραννικού ζυγού της Oθωμανικής Αυτοκρατορίας, στέλνοντας urbi et orbi το μήνυμα ότι τουλάχιστον ο Δημοκρατικός και Πολιτισμένος κόσμος των χρόνων εκείνων, πέραν της Ελληνικής Επικράτειας, δεν ήταν νοητό να αποδέχεται τις απεχθείς πρακτικές της, οι οποίες ήταν εντελώς αντίθετες με κάθε έννοια σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του υπό καθεστώς πραγματικής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Μίας Δημοκρατίας η οποία, εκ φύσεως, μπορεί να λειτουργήσει κατά την αποστολή της μόνον ως εγγύηση της ακώλυτης άσκησης όλων, ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>3. Η αρχή της Ισότητας</strong></h4>



<p>Με τις διατάξεις των άρθρων γ΄, δ΄, ε΄και ζ΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» καθιέρωσε πρόσθετες εγγυήσεις για την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της Ισότητας, υπό την αναλογική της έννοια, που σήμαινε ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων. Ιδιαίτερη δε έμφαση πρέπει να δοθεί στην διάταξη εκείνη του ως άνω άρθρου ζ΄, η οποία ρύθμισε με πιο ολοκληρωμένο τρόπο την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών στο ευρύτερο φορολογικό πεδίο, προσθέτοντας στην αντίστοιχη διάταξη του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» την εγγύηση ότι κάθε νόμος περί εισπράξεων υπέρ του Δημοσίου εκδίδεται και ισχύει για ένα, και μόνο, έτος.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>4. Λοιπά Ατομικά Δικαιώματα</strong></h4>



<p>Με τις διατάξεις του άρθρου στ΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» θεσμοθέτησε την προστασία της Ιδιοκτησίας, της Τιμής και της Ασφάλειας όχι μόνο για τους Έλληνες. Αλλά και για κάθε Άνθρωπο που βρίσκεται εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Όπως είναι προφανές, και οι διατάξεις αυτές έρχονται να προστεθούν στην τόνωση του ανόθευτου Ανθρωπιστικού και Δημοκρατικού χαρακτήρα του «Νόμου της Επιδαύρου», αφού οι προβλέψεις του διασφάλιζαν την προστασία του Ανθρώπου γενικώς, και όχι μόνο του Έλληνα Πολίτη. Με τις διατάξεις του άρθρου η΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» έθεσε τις βάσεις για την Ελευθερία του Τύπου, υπό τον όρο η Ελευθερία αυτή να μην προσβάλλει την Χριστιανική Θρησκεία και τις κοινώς αποδεκτές αρχές της Ηθικής και να μην επιτρέπει την διατύπωση προσωπικών ύβρεων. Με την διάταξη του άρθρου ια΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου» θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα του αναφέρεσθαι προς το «Βουλευτικόν», εγγράφως και για την διατύπωση γνώμης «περί παντός πράγματος». Αν αναχθούμε στα σύγχρονα συνταγματικά και κοινοβουλευτικά δεδομένα, η ως άνω ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί και ως προάγγελος μίας μορφής κοινοβουλευτικού ελέγχου για κάθε όργανο του Κράτους, και πρωτίστως για τα όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας. Η διάταξη του άρθρου ι΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου» έθεσε τις βάσεις για την κατοχύρωση του δικαιώματος του «φυσικού δικαστή», καθιερώνοντας την, επίσης πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, εγγύηση ότι ουδείς «δύναται νά βιασθῆ νά διαφύγη τό ἀνῆκον κριτήριον». Στην διάταξη αυτή πρέπει να προστεθεί και εκείνη του πβ΄ του Θ΄ Κεφαλαίου του Ζ΄ Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου», η οποία όριζε ότι ουδείς μπορεί να κρατηθεί στην φυλακή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το εικοσιτετράωρο, χωρίς να πληροφορηθεί επισήμως την αιτία της φυλάκισής του, και για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις τρεις ημέρες, χωρίς να αρχίσει η διαδικασία εκδίκασης της κατά περίπτωση εγκληματικής του πράξης.</p>



<h4 class="wp-block-heading">IV. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827</h4>



<p>Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 κατά γενική ομολογία –και ανεξάρτητα από τις μετέπειτα «περιπέτειες» εφαρμογής του λόγω της αρνητικής συγκυρίας που διαμορφώθηκε– θεωρείται ως ένα από τα αρτιότερα στην συνταγματική μας ιστορία, και μάλιστα με βάση τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Τούτο οφείλεται, κατ’ εξοχήν, στα θεσμικά του χαρακτηριστικά, τα οποία αναδεικνύουν την πρώιμη επιρροή και εμπέδωση εξαιρετικά προωθημένων φιλελεύθερων δημοκρατικών ιδεωδών, όπως αυτά είχαν αρχίσει να δημιουργούνται από την θεσμική και πολιτική «μήτρα» της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 και της εξ αυτής προκύψασας Διακήρυξης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί –για λόγους που αφορούν την πορεία εξέλιξης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους– ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», ήταν εκείνο, το οποίο άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη του υπό ίδρυση ακόμη Ελληνικού Κράτους. Και τούτο διότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 προέβλεπε –δίχως όμως να προσδιορίζει τον τρόπο εκλογής του, παραπέμποντας απλώς σε ειδικό εκτελεστικό νόμο– ως επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας, με ενισχυμένες εξουσίες, μονοπρόσωπο όργανο, τον «Κυβερνήτη», του οποίου η θητεία οριζόταν επταετής.</p>



<p><strong>Α. Οι περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διατάξεις του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος»</strong></p>



<p>Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», διακρίνεται εντόνως και σαφώς για την προσήλωσή του στις προωθημένες φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και όσον αφορά τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου. Χαρακτηριστικές εν προκειμένω, πέραν εκείνων του άρθρου 1 «Περί Θρησκείας» και ανεξιθρησκίας, είναι οι διατάξεις των άρθρων 5-29 (Κεφάλαιον Γ΄ «Δημόσιο Δίκαιον των Ελλήνων») του ως άνω Συντάγματος που έχουν ως εξής:</p>



<p>«5. Ἡ Κυριαρχία ἐνυπάρχει εἰς τὸ Ἔθνος· πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐξ αὐτοῦ, καὶ ὑπάρχει ὑπὲρ αὐτοῦ.</p>



<p>6. Οἱ Ἕλληνες εἶναι,<br>α΄. Ὅσοι αὐτόχθονες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, πιστεύουσιν εἰς Χριστόν.<br>β΄. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸν ζυγόν, πιστεύοντες εἰς Χριστόν, ἦλθαν καὶ θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, διὰ νὰ συναγωνισθῶσιν ἢ νὰ κατοικήσωσιν εἰς αὐτήν.<br>γ΄. Ὅσοι εἰς ξένας Ἐπικρατείας, εἶναι γεννημένοι ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα.<br>δ΄. Ὅσοι αὐτόχθονες καὶ μή, καὶ οἱ τούτων ἀπόγονοι, πολιτογραφηθέντες εἰς ξένας Ἐπικρατείας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος, ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, καὶ ὁρκισθῶσι τὸν Ἑλληνικὸν ὅρκον.<br>ε΄. Ὅσοι ξένοι ἔλθωσι καὶ πολιτογραφηθῶσιν.<br>7. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων.<br>8. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοί, ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς του ἀξίας, εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα, πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά.<br>Τὸ δικαίωμα τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Πληρεξουσιότητος θὰ κανονισθῇ εἰς τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδιορθωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν.<br>9. Ὅσοι ξένοι ἔλθωσι νὰ κατοικήσωσιν ἢ νὰ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Νόμων.<br>10. Αἱ εἰσπράξεις διανέμονται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπικρατείας δικαίως, καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Κἀμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται χωρὶς προεκδομένον νόμον, καὶ κἀνεὶς νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται εἰμὴ δι’ ἕν καὶ μόνον ἔτος.<br>11. Ὁ νόμος ἀσφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἑκάστου ἐλευθερίαν· κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐναχθῇ ἢ φυλακωθῇ εἰμὴ κατὰ τοὺς νομικοὺς τύπους.<br>12. Ἡ ζωή, ἡ τιμὴ καὶ τὰ κτήματα ἑκάστου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων.<br>13. Κἀμμία διαταγὴ περὶ ἐξετάσεως καὶ συλλήψεως ὁποιωνδήποτε προσώπων καὶ πραγμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδοθῇ, χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς ἱκανὰ δείγματα, καὶ νὰ περιγράφῃ τὸν τόπον τῆς ἐξετάσεως, καὶ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συλληφθῶσιν.<br>14. Εἰς ὅλας τὰς ἐγκληματικὰς διαδικασίας ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν αἰτίαν καὶ φύσιν τῆς εἰς αὐτὸν προσαφθείσης κατηγορίας, νὰ ἀντεξετάζεται πρὸς τοὺς κατηγόρους καὶ τοὺς μάρτυρας, νὰ παρουσιάζῃ μαρτυρίας ὑπὲρ ἑαυτοῦ, νὰ λαμβάνῃ εἰς βοήθειάν του συμβούλους, καὶ νὰ ζητῇ ταχεῖαν ἀπόφασιν ἀπὸ τὸ δικαστήριον.<br>15. Ἕκαστος πρὸ τῆς καταδίκης του δὲν λογίζεται ἔνοχος.<br>16. Κἀνεὶς δὲν κρίνεται δὶς δι’ ἕν καὶ τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα, καὶ δὲν καταδικάζεται οὐδὲ προσωρινῶς στερεῖται τὰ κτήματά του, χωρὶς προηγουμένην διαδικασίαν. Πᾶσα δὲ ὑπόθεσις, ἅπαξ ὁριστικῶς δικασθεῖσα, δεν ἀναθεωρεῖται.<br>17. Η Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν θυσίαν τῶν κτημάτων τινὸς διὰ δημόσιον ὄφελος, ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένον, ἀλλὰ διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.<br>18. Αἱ βάσανοι καὶ αἱ δημεύσεις ἀπαγορεύονται.<br>19. Ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν.<br>20. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συσταίνωσι καταστήματα παντὸς εἴδους, παιδείας, φιλανθρωπίας, βιομηχανίας καὶ τεχνῶν, καὶ νὰ ἐκλέγωσι διδασκάλους διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των.<br>21. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος. Ἀργυρώνητος δὲ ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρῃσκείας, καθὼς πατήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος.<br>22. Κἀνεὶς δεν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ ἀνῆκον δικαστήριον, οὐδὲ νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὸ νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτό.<br>23. Κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ μείνῃ εἰς φυλακὴν πλέον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, χωρὶς νὰ πληροφορηθῇ ἐπισήμως τὰς αἰτίας τῆς φυλακώσεώς του· καὶ πλειότερον τῶν τριῶν ἡμερῶν, χωρὶς ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐξέτασις.<br>24. Ὁ Κλῆρος, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς ἡμῶν Ἐκκλησίας, δὲν ἐμπεριπλέκεται εἰς κἀνὲν δημόσιον ὑπούργημα· μόνοι δὲ οἱ Πρεσβύτεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως.<br>25. Καθεὶς δύναται ν’ ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐγγράφως, προβάλλων τὴν γνώμην του περὶ παντὸς δημοσίου πράγματος.<br>26. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα, χωρὶς προεξέτασιν νὰ γράφωσι καὶ νὰ δημοσιεύωσιν ἐλευθέρως διὰ τοῦ τύπου ἢ ἀλλέως τοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰς γνώμας των, φυλάττοντες τοὺς ἀκολούθους ὅρους·<br>α΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Χριστιανικῆς θρῃσκείας.<br>β΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν σεμνότητα.<br>γ΄. Ν’ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν καὶ συκοφαντίαν.<br>27. Κἀνένας τίτλος εὐγενείας δὲν δίδεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν· καὶ κἀνεὶς Ἕλλην εἰς αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κυβερνήτου, νὰ λάβῃ ὑπούργημα, δῶρον ἀμοιβήν, ἀξίωμα ἢ τίτλον παντὸς εἴδους ἀπὸ κἀνένα Μονάρχην, Ἡγεμόνα, ἢ ἀπὸ ἐξωτερικὴν Ἐπικράτειαν.<br>28. Τὰ ἐπίθετα Ἐκλαμπρότατος, Ἐξοχώτατος, κ.τ.λ. δὲν δίδονται εἰς κἀνένα Ἕλληνα ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας.<br>Εἰς μόνον τὸν Κυβερνήτην δίδεται τὸ ἐπίθετον Ἐξοχώτατος· ἀλλὰ καὶ τοῦτο συμπαύει μὲ τὸ ἀξίωμά του.<br>29. Κἀνεὶς αὐτόχθων, ἢ πολιτογραφημένος Ἕλλην, κατοικῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἀπολαμβάνων τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, δὲν δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς προστασίαν ξένης Δυνάμεως· ἀλλέως παύει να ᾖναι πολίτης Ἕλλην.</p>



<p><strong>Β. Τα βασικά χαρακτηριστικά των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος»</strong></p>



<p>Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» προκύπτουν και τα ακόλουθα ως προς την δι’ αυτών κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:<br>1. Στο Α΄ Κεφάλαιο, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 1, καθιερώνεται μεν ως επικρατούσα θρησκεία εκείνη της «Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὅμως ἐξίσου καθιερώνεται ρητῶς, ὡς θεμελιῶδες δικαίωμα, ἡ Θρησκευτικὴ Ἐλευθερία: «Καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαγγέλλεται τὴν θρησκεία του ἐλευθέρως, καὶ διὰ τὴν λατρείαν αὐτῆς ἔχει ἴσην ὑπεράσπισιν».<br>2. Στο Γ΄ Κεφάλαιο, και υπό τον τίτλο «Δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων», εισάγεται, με εξαιρετικά προοδευτικό πνεύμα, σειρά ρυθμίσεων περί βασικών γενικών αρχών με συνταγματική ισχύ καθώς και περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων δεσπόζουσα είναι η θέση:</p>



<p>α) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 αρχής της Ισότητας: «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων». Οι επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου τούτου εξειδικεύουν την αρχή της Ισότητας, υιοθετώντας εγγυήσεις:<br>α1) Αναφορικά με την αρχή της αξιοκρατίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8: «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς του ἀξίας, εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα, πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά».<br>α2) Αναφορικά με την αρχή της Ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10: «Αἱ εἰσπράξεις διανέμονται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς ἐπικρατείας δικαίως, καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Καμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται χωρὶς προεκδεδομένον νόμον, καὶ κανεὶς νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται εἰμὴ δι’ ἐν καὶ μόνον ἔτος».<br>β) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 προσωπικής ελευθερίας: «Ὁ νόμος ἀσφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἑκάστου ἐλευθερίαν. κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐναχθῇ ἢ φυλακωθὴ εἰμὴ κατὰ τοὺς νομικοὺς τύπους».<br>γ) Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 δικαιώματος στην ιδιοκτησία, με παράλληλη μάλιστα εισαγωγή εγγυήσεων για την δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης: «Ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτήση τὴν θυσίαν τῶν κτημάτων τινός, διὰ δημόσιον ὄφελος, ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένον, ἀλλὰ διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως».<br>δ) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου: «Ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχη ὀπισθενεργὸν δύναμιν».<br>ε) Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 δικαιώματος του αναφέρεσθαι: «Καθεὶς δύναται ν’ ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐγγράφως, προβάλλων τὴν γνώμην τοῦ περὶ παντὸς δημοσίου πράγματος».<br>στ) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 ελευθερίας του τύπου: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα χωρὶς πρὸ ἐξέτασιν νὰ γράφωσι, καὶ νὰ δημοσιεύωσιν ἐλευθέρως διὰ τοῦ τύπου ἢ ἀλλέως τοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰ γνώμας των, φυλάττοντες τοὺς ἀκολούθους ὅρους: α΄ Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. β΄ Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν σεμνότητα. γ΄ Νὰ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν καὶ συκοφαντίαν».<br>3. Τέλος –καίτοι τούτο ενέχει περισσότερο συμβολική αξία– είναι χαρακτηριστικό ότι οι διατάξεις του άρθρου 27 διακηρύσσουν, πανηγυρικώς και εκτενώς, την απαγόρευση απονομής τίτλων ευγενείας: «Κανένας τίτλος εὐγενείας δὲν δίδεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ πολιτείαν. καὶ κανεὶς Ἕλλην εἰς αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κυβερνήτου, νὰ λάβη ὑπούργημα, δῶρον, ἀμοιβήν, ἀξίωμα, ἢ τίτλον παντὸς εἴδους ἀπὸ κανένα μονάρχη, ἡγεμόνα ἢ ἀπὸ ἐξωτερικὴν ἐπικράτειαν».</p>



<h4 class="wp-block-heading">Επίλογος</h4>



<p>Τα ιστορικά τεκμήρια αποδεικνύουν, με ενάργεια, ότι όραμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων, πριν και μετά την έκρηξη της Εθνεγερσίας του 1821, ήταν η δημιουργία ενός ανεξάρτητου και αυτόνομου Έθνους-Κράτους, βασισμένου στις φιλελεύθερες αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της κατοχύρωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις οποίες εγγυάται ένα δημοκρατικώς θεσπισμένο Σύνταγμα. Προς την κατεύθυνση αυτή είχαν συμβάλει, καθοριστικώς, τα ρεύματα του Διαφωτισμού αλλά και του Ρομαντισμού στην Ευρώπη, καθώς και ο Φιλελευθερισμός, από τον οποίο διαπνέονταν οι θεσμοί που είχαν προκύψει από την Αμερικανική Επανάσταση του 1776 και, ιδίως, από την Γαλλική Επανάσταση του 1789. Αυτό το όραμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων καταγράφεται, με διαφορετικές βεβαίως μορφές αλλά μ’ ενιαία εν τέλει κατάληξη, τόσο στο έργο του Ρήγα Βελεστινλή προ του 1821, όσο και σε όλα, σχεδόν, τα συνταγματικά κείμενα μετά την Εθνεγερσία του 1821, από τα Τοπικά Πολιτεύματα ως τα προσωρινά Συντάγματα που προηγήθηκαν του οριστικού «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», το 1827. Ενός Συντάγματος με πρωτοποριακές για την εποχή του δημοκρατικές διαστάσεις και με μεγάλη θεσμική πληρότητα, το οποίο παραμένει πραγματικό ορόσημο στην διαδρομή της όλης συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας. Πρέπει δε να αναδειχθεί το γεγονός ότι αυτή η συνταγματική εξέλιξη, πριν ακόμη ιδρυθεί το Νεότερο Ελληνικό Κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, διαμορφώθηκε παρά τους, ορατούς, κινδύνους αντίδρασης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής και της «Ιεράς Συμμαχίας», που δεν συναινούσαν στην δημιουργία του πρώτου, κατ’ ουσίαν, Έθνους-Κράτους στον Ευρωπαϊκό χώρο, οργανωμένου πάνω στην βάση των φιλελεύθερων θεσμών μιας γνήσιας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τα ίδια όμως ως άνω ιστορικά τεκμήρια αποδεικνύουν ότι αυτό το δημοκρατικό και φιλελεύθερο όραμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ως προς το Ελληνικό Έθνος-Κράτος, έμελλε να προσκρούσει, με καταστροφικές συνέπειες, κυρίως στις εμφύλιες αντιπαλότητες και στις αντίστοιχες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων, «προϊόν» του χρόνιου, οιονεί «εθνικού» μας, μειονεκτήματος, της διχόνοιας και του διχασμού. Έτσι τα κατά καιρούς Συντάγματα έμειναν, κατά κανόνα, «γράμμα κενό περιεχομένου», λόγω μη ουσιαστικής εφαρμογής τους.</p>



<h4 class="wp-block-heading">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ</h4>



<p>Ρήγα Βελεστινλή</p>



<p>«Τα Δίκαια του Ανθρώπου»</p>



<p>Ἄρθρ. 1. Ὁ σκοπὸς ὁποῦ ἀπ’ ἀρχῆς κόσμου οἱ ἄνθρωποι ἐσυμαζώχθησαν ἀπὸ τὰ δάση τὴν πρώτην φορὰν διὰ νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὺ κτίζοντες χώρας καὶ πόλεις, εἶναι διὰ νὰ συμβοηθῶνται, καὶ νὰ ζῶσιν εὐτυχισμένοι, καὶ ὄχι νὰ συναντιτρώγωνται, ἢ νὰ ῥουφᾷ τὸ αἷμά τους ἕνας.<br>Τότε ἔκαμαν βασιλέα διὰ νὰ ἀγρυπνῇ εἰς τὰ συμφέροντά των, διὰ νὰ ᾖναι βέβαιοι εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν φυσικῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ τοὺς τὰ ἀφαιρέσῃ κᾀνένας ἐπὶ τῆς γῆς.<br>Ἄρθρ. 2. Αὐτὰ τὰ φυσικὰ δίκαια εἶναι, πρῶτον τὸ νὰ εἴμεθα ὅλοι ἴσοι, καὶ ὄχι ὁ ἕνας κατώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον· – δεύτερον, νὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ ὄχι ὁ ἕνας σκλάβος τοῦ ἀλλουνοῦ· – τρίτον, νὰ εἴμεθα σύγουροι εἰς τὴν ζωήν μας, καὶ κᾀνένας νὰ μὴν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς τὴν πάρῃ ἀδίκως, καὶ κατὰ τὴν φαντασίαν· – καὶ τέταρτον, τὰ κτήματα ὁποῦ ἔχομεν, κᾀνένας νὰ μὴν ἠμπορῇ νὰ μᾶς ἐγγίζῃ, ἀλλ’ εἶναι ἰδικά μας καὶ τῶν κληρονόμων μας.<br>Ἄρθρ. 3. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Χριστιανοὶ καὶ Τοῦρκοι, κατὰ φυσικὸν λόγον εἶναι Ἴσοι· ὅταν πταίσῃ τινάς, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, ὁ νόμος εἶναι ὁ αὐτὸς διὰ τὸ πταῖσμα καὶ ἀμετάβλητος· ἤγουν δὲν παιδεύεται ὁ πλούσιος ὀλιγώτερον καὶ ὁ πτωχὸς περισσότερον διὰ τὸ αὐτὸ σφάλμα, ἂλλ’ Ἴσια Ἴσια.<br>Ἄρθρ. 4. Ὁ νόμος εἶναι ἐκείνη ἡ ἐλευθέρα ἀπόφασις, ὁποῦ μὲ τὴν συγκα- τάθεσιν ὅλου τοῦ λαοῦ ἔγεινεν· ἤγουν ὅλοι θέλομεν ὅτι ὁ φονεὺς νὰ φονεύεται, αὐτὸς λέγεται νόμος, καὶ εἶναι ὁ ἴδιος διὰ ὅλους μας εἰς τὸ νὰ παιδεύσῃ· καὶ πάλιν ἄλλος ὁποῦ ὑπερασπίζεται· ἤγουν ὅλοι θέλομεν νὰ ἐξουσιάζωμεν τὰ ὑποστατικά μας, κᾀνένας λοιπὸν δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ μᾶς πάρῃ δυναστικὼς τίποτες· αὐτὸς εἶναι νόμος, ἐπειδὴ μοναχοί μας τὸν δεχόμεθα καὶ τὸν θέλομεν. Ὁ νόμος ἔχει πάντοτε νὰ προστάξῃ ὅ,τι πρᾶγμα εἶναι δίκαιον καὶ ὠφέλιμον εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς ζωῆς μας, καὶ νὰ ἐμποδίζῃ ἐκεῖνο ὁποῦ μᾶς βλάπτει.<br>Ἄρθρ. 5. Ὅλοι οἱ συμπολῖται ἠμποροῦν νὰ ἔμβουν εἰς ἀξίας, καὶ δημόσια ὀφφίκια. Τὰ ἐλεύθερα γένη δὲν γνωρίζουν καμμίαν ἀξίαν προτιμήσεως εἰς τὰς ἐκλογάς των, παρὰ τὴν φρόνησιν καὶ τὴν προκοπήν· ἤγουν καθένας ὅταν ᾖναι ἄξιος καὶ προκομμένος διὰ μίαν δημοσίαν δούλευσιν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ· ἐξ ἐναντίας δέ, μὴν ὄντας ἄξιος ἀλλὰ χυδαῖος, δὲν πρέπει νὰ τῷ δοθῇ, διότι μὴν ἠξεύρωντας πῶς νὰ τὴν ἐκτελέσῃ προσκρούει, καὶ βλάπτει τὸ κοινὸν μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν ἀνεπιδεξιότητά του.<br>Ἄρθρ. 6. Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμις, ὅπου ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ νὰ κάμῃ ὅλον ἐκείνο, ὁποῦ δὲν βλάπτει εἰς τὰ δίκαια τῶν γειτόνων του· αὐτὴ ἔχει ὡς θεμέλιον τὴν φύσιν, διατὶ φυσικὰ ἀγαπῶμεν νὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι· ἔχει ὡς κανόνα τὴν δικαιοσύνην, διατὶ ἡ δικαία ἐλευθερία εἶναι καλή· ἔχει ὡς φύλακα τὸν νόμον, διατὶ αὐτὸς προσδιορίζει, ἕως ποῦ πρέπει νὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι. Τὸ ἠθικὸν σύνορον τῆς ἐλευθερίας εἶναι τοῦτο τὸ ῥητόν. Μὴν κάμῃς εἰς τὸν ἄλλον, ἐκεῖνο ὁποῦ δὲν θέλεις νὰ σὲ κάμουν.<br>Ἄρθρ. 7. Τὸ δίκαιον τοῦ νὰ φανερώνωμεν τὴν γνώμη μας καὶ τοὺς συλλογι- σμούς μας, τόσον μὲ τὴν τυπογραφίαν, ὅσον καὶ μὲ ἄλλον τρόπον· τὸ δίκαιον τοῦ νὰ συναθροιζώμεθα εἰρηνικῶς, ἡ ἐλευθερία κάθε εἴδους θρησκείας χριστιανισμοῦ, τουρκισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ, καὶ τὰ λοιπά, δὲν εἶναι ἐμποδισμένα εἰς τὴν παροῦσαν διοίκησιν.<br>Ὅταν ἐμποδίζωνται αὐτὰ τὰ δίκαια, εἶναι φανερὸν πῶς προέρχεται τοῦτο ἀπὸ τυραννίαν, ἢ πῶς εἶναι ἀκόμη ἐνθύμησις τοῦ ἐξοστρακισθέντος δεσποτισμοῦ, ὁποῦ ἀπεδιώξαμεν.<br>Ἄρθρ. 8. Ἡ σιγουρότης, εἶναι ἐκείνη ἡ διαφέντευσις, ὁποῦ δίδεται ἀπὸ ὅλον τὸ ἔθνος καὶ τὸν λαὸν εἰς τὸν κάθε ἄνθρωπον διὰ τὴν φύλαξιν τοῦ ὑποκειμένου του, τῶν δικαίων του, καὶ τῶν ὑποστατικῶν του· ἤγουν ὅταν βλάψῃ τινὰς ἕνα μόνον ἄνθρωπον, ἢ πάρῃ ἀδίκως τίποτες ἀπ’ αὐτόν, ὅλος ὁ λαὸς πρέπει νὰ σηκωθῇ κατ’ ἐπάνω ἐκείνου τοῦ δυνάστου, καὶ νὰ τὸν ἀποδιώξῃ.<br>Ἄρθρ. 9. Ὁ νόμος ἔχει χρέος νὰ διαφεντεύῃ τὴν κοινὴν ἐλευθερίαν ὅλου τοῦ ἔθνους, καὶ ἐκείνην τοῦ κάθε ἀνθρώπου, κατοίκου εἰς ταύτην τὴν αὐτοκρατορίαν, ἐναντίον τῆς καταθλίψεως καὶ τῆς δυναστείας τῶν διοικητῶν· ὅταν αὐτοὶ διοικοῦν καλῶς, νὰ τοὺς διαφεντεύῃ, εἰ δὲ κακῶς, νὰ τοὺς ἀποβάλλῃ.<br>Ἄρθρ. 10. Κανένας ἄνθρωπος νὰ μὴν ἐγκαλῆται εἰς κριτήριον, νὰ μὴ φυλακώνεται κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ καθὼς διορίζει ὁ νόμος, ἤγουν ὅταν πταίσῃ ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὄχι κατὰ τὴν φαντασίαν καὶ θέλησιν τοῦ κριτοῦ. Κάθε κάτοικος ὅμως ὅταν κραχθῇ εἰς τὴν κρίσιν, ἢ κατὰ νόμον πιασθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας τοῦ κρι- τηρίου, πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εὐθὺς καὶ νὰ πηγαίνῃ νὰ κριθῇ, διατὶ ἂν ἀντισταθῇ καὶ δὲν θέλῃ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὴν κρίσιν, γίνεται πταίστης, καὶ ἀρκετὸν σφάλμα εἶναι, ὅταν ὁ νόμος κράζῃ κᾀνέναν ἄνθρωπον, καὶ ἐκεῖνος ἀντιστέκεται μὲ τὸ κακόν, καὶ δὲν ὑπακούει νὰ πηγαίνῃ, ὄντας σίγουρος ὅτι δὲν παιδεύεται ἂν ᾖναι ἀθῶος.<br>Ἄρθρ. 11. Κάθε δυναστικὸν ἐπιχείρημα, ὁποῦ ἤθελαν κάμῃ ἐναντίον ἑνὸς ἀνθρώπου ὁποῦ δὲν ἔπταισε, καὶ χωρὶς προσταγὴν τοῦ νόμου θέλουν νὰ τὸν καταδικάσουν, ἐκεῖνο φαίνεται, πῶς εἶναι μόνον ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ κριτοῦ, καὶ ἔργον τυραννικόν. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ δυναστεύσουν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἔχει δίκαιον καὶ ἄδειαν νὰ ἀντισταθῇ ἐξ ὅλης του τῆς δυνάμεως, νὰ τὸ ἀποβάλῃ μὲ βίαν καὶ νὰ μὴν ὑποταχθῇ.<br>Ἄρθρ. 12. Ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐκδίδουν προσταγάς, ἢ ὁποῦ ἤθελε ταῖς ὑπογράψουν, ἢ ὁποῦ ἤθελε ταῖς ἐκτελέσουν, ἢ ὁποῦ ἤθελε βάλουν ἄλλους νὰ ταῖς τελειώσουν, λέγοντές ταις πῶς εἶναι πράγματα ἀναγκαῖα, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν εἴδησιν ἡ διοίκησις, εἶναι πταῖσται, καὶ ἔχουν νὰ τιμωρῶνται αὐστηρῶς.<br>Ἄρθρ. 13. Κάθε ἄνθρωπος ὁποῦ φαίνεται πῶς εἶναι ἀθῶος, ἂν τὸν συκοφαντήσουν πῶς ἔπταισεν, ἐν ὅσῳ νὰ βεβαιωθῇ πῶς εἶναι πταίστης, πῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ πιασθῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κριτηρίου, κάθε αὐστηρότης, καθὼς δέσιμον, ὑβρισμοί, δαρμοὶ ὁποῦ δὲν εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν κατακράτησιν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ἐν ὅσῳ νὰ κριθῇ, νὰ ᾖναι ἐμποδισμένα, καὶ μόνον ἀφοῦ ἀποδειχθῇ πταίστης, τότε νὰ γίνεται ἀρχὴ τῆς τιμωρίας εἰς τὸ ὑποκείμενόν του καθὼς διαλαμβάνει ὁ νόμος.<br>Ἄρθρ. 14. Κᾀνένας ἄνθρωπος νὰ μὴ κρίνεται, καὶ νὰ μὴ τιμωρῆται ἀλλέως παρὰ ἀφοῦ εἰπῇ ὅλα τὰ δικαιολογήματά του, καὶ ἀφοῦ κατὰ τοὺς νόμους κραχθῇ εἰς τὴν κρίσιν· καὶ τιμωρεῖται τότε μόνον ὅταν ᾖναι ἕνας νόμος καμωμένος, προτοῦ νὰ κάμῃ ἐκεῖνος τὸ πταῖσμα. Ὁ νόμος δὲ ὁποῦ ἤθελε τιμωρήσῃ ἐγκλήματα ἅπερ ἔγειναν εἰς τὸν καιρὸν ὁποῦ αὐτὸς δὲν εἶχε συστηθῇ, λέγεται τυραννία· καὶ τὸ νὰ τμωρήσῃ ἕνας νέος νόμος παλαιὰ ἐγκλήματα λέγεται ἀνομία. Ἤγουν ἕνας ἄνθρωπος ἐπῆρε, δὲν ἦτον κᾀνένας νόμος ὁποῦ τὸ ἐπῆρε, δὲν ἦτον κᾀνένας νόμος ὁποῦ νὰ ἐμπόδιζε ταύτην τὴν ἁρπαγήν, ἐξεδόθη ἔπειτα νόμος νὰ μὴν ἁρπάζῃ ἕνας τοῦ ἄλλου πράγματα· ὁ ἅρπαξ δίδει ὀπίσω τὸ βόδι, μὰ δὲν παιδεύεται, ἐπειδὴ αὐτὸς δὲν ἤξευρε πῶς ἡ ἁρπαγὴ εἶναι κακή.<br>Ἄρθρ. 15. Ὁ νόμος ἔχει νὰ προσδιορίζῃ παιδείας ἀκριβῶς καὶ ἀποδεικτικῶς ἀναγκαίας, αἱ παιδεῖαι αὗται νὰ ᾖναι ἀνάλογοι κατὰ τὸ ἔγκλημα, καὶ ὠφέλιμοι εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῶν πολιτῶν. Ἤγουν ἂν ἔδειρε τινὰς ἕναν ἄλλον, νὰ δαρθῇ μὰ ὄχι νὰ ἀποκεφαλισθῇ.<br>Ἄρθρ. 16. Τὸ δίκαιον τοῦ νὰ ἐξουσιάζῃ καθ’ ἕνας εἰρηνικῶς τὰ ὑποστατικά του, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς κάθε κάτοικον· ἤγουν νὰ τὰ χαίρεται, νὰ τὰ μεταχειρίζεται κατὰ τὴν θέλησίν του, νὰ ἀπολαμβάνῃ τὰ εἰσοδήματά του, τὸν καρπὸν τῆς τέχνης του, τῆς ἐργασίας του, καὶ τῆς φιλοπονίας του, χωρὶς νὰ ἠμπορέσῃ ποτὲ κᾀνένας νὰ τὸν πάρῃ στανικῶς μήτε ἕνα λεπτόν.<br>Ἄρθρ. 17. Δὲν εἶναι ἐμποδισμένον εἰς τοὺς κατοίκους κᾀνένα εἶδος ἐργασίας, τέχνης, γεωργικῆς, πραγματείας, ἢ ὁποιονδήποτε ἐπιχείρημα ὠφέλιμον εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Ἡ φιλοπονία ὅλων τῶν πολιτῶν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτείνεται εἰς ὅλας τὰς τέχνας καὶ μαθήσεις.<br>Ἄρθρ. 18. Κάθε ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ δουλεύσῃ ἕναν ἄλλον ὡς ὑπηρέτης, προσφέρωντας τὸν καιρόν του εἰς χρῆσιν ἐκείνου, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ πωλήσῃ τὸν ἑαυτό του μήτε ἄλλος νὰ τὸν πωλήσῃ, ἐπειδὴ καὶ τὸ ὑποκείμενόν του δὲν εἶναι εἰς μόνην τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ καὶ τῆς πατρίδος· ὁ νόμος δὲν γνωρίζει, κᾀμίαν ὑποδούλωσιν μήτε σκλαβίαν καὶ εἰς τοὺς ἰδίους δούλους, σώζεται μόνον μία ὑπόσχεσις νὰ φροντίζῃ ὁ ὑπηρέτης διὰ τὴν ἐργασίαν του, καὶ νὰ ᾖναι εὐγνώμων πρὸς ἐκεῖνον ὁποῦ τὸν πληρώνει μισθόν, ὅστις δὲν ἔχει ἄδειαν μήτε νὰ τὸν ὑβρίσῃ, μήτε νὰ τὸν δείρῃ· ἀναιρεῖ ὅμως τὴν συμφωνίαν, τὸν πληρώνει ἕως ἐκείνην τὴν στιγμήν, καὶ τὸν ἀποβάλλει.<br>Ἄρθρ. 19. Κᾀνένας δὲν ἔχει νὰ ὑστερηθῇ τὸ παραμικρότερον μέρος τῶν κτη- μάτων του χωρὶς τὸ θέλημά του· ἂν ὅμως καὶ εἶναι κᾀμμία δημοσία χρεία, ἤγουν ζητεῖ ἡ πατρίς τὸν κῆπόν του διὰ νὰ κάμῃ ἀγοράν, ἢ ἄλλο κᾀνένα κτίριον, τότε νὰ ξετιμᾶται ὁ κῆπος, νὰ πληρώνεται ὁ οἰκοκύρης, καὶ οὕτω νὰ γίνεται ἡ ἀγορὰ ἤτοι κτίριον.<br>Ἄρθρ. 20. Κάθε δόσιμον ἔχει νὰ γίνεται μόνον διὰ τὸ δημόσιον ὄφελος, καὶ ὄχι δι’ ἁρπαγὰς ἑνὸς καὶ ἅλλου. Ὅλοι οἱ ἐγκάτοικοι ἔχουν τὸ δίκαιον νὰ συντρέξουν εἰς τὸ ῥίψιμον τοῦ τευτερίου, νὰ ἀγρυπνοῦν εἰς τὸ σύνταγμα τῶν δοσιμάτων, καὶ νὰ παίρνουν λογαριασμὸν ἀπ’ ἐκεῖνον ὁποῦ τὰ ἐσύναξε.<br>Ἄρθρ. 21. Αἱ δημόσιοι συνδρομαὶ καὶ ἀνταμοιβαὶ εἶναι ἕνα ἱερὸν χρέος τῆς πατρίδος· τὸ κοινὸν χρεωστεῖ μίαν βοήθειαν εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐγκατοίκους, τόσον εἰς τὸ νὰ τοὺς προμηθεύσῃ νὰ ἔχουν τί νὰ ἐργάζωνται, ὅσον καὶ νὰ δώσῃ τρόπον ζωῆς εἰς ἐκείνους, ὁποῦ δὲν ἠμποροῦν πλέον νὰ δουλεύσουν· ἤγουν ἕνας γεωργὸς μὴν ἔχοντας βόδια κάθεται ἀργός, ἡ πατρὶς ἔχει χρέος νὰ τὸν δώσῃ καὶ νὰ τὸν προσμένῃ ὥστε νὰ τὰ πληρώσῃ· ἕνας ἐσακατεύθη εἰς τὸν ὑπὲρ πατρίδος πόλεμον, αὐτὴ πρέπει νὰ τὸν ἀναταμείψῃ καὶ νὰ τὸν τρέφῃ ἐν ὅσῳ ζῇ.<br>Ἄρθρ. 22. Ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεσιν ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα, ἡ πατρὶς ἔχει νὰ καταστήσῃ σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ παιδία. Ἐκ τῶν γραμμάτων γεννᾶται ἡ προκοπὴ μὲ τὴν ὁποίαν λάμπουν τὰ ἐλεύθερα ἔθνη· νὰ ἐξηγοῦνται οἱ παλαιοὶ ἱστορικοὶ συγγραφεῖς. Εἰς δὲ τὰς μεγάλας πόλεις νὰ παραδίδεται ἡ Γαλλική, καὶ ἡ Ἰταλικὴ γλῶσσα, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ νὰ ᾖναι ἀπαραίτητος.<br>Ἄρθρ. 23. Ἡ κοινὴ ἐπιβεβαίωσις καὶ σιγουρότης τοῦ κάθε πολίτου, συνίσταται εἰς τὴν ἐνέργειαν ὅλων τῶν πολιτῶν. Ἤγουν νὰ στοχαζώμεθα, πῶς ὅταν πάθῃ ἕνας τίποτες κακόν, ἐγγίζονται ὅλοι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ βεβαιώσωμεν εἰς τὸν καθ’ ἕνα τὴν μεταχείρισιν καὶ τὴν προφύλαξιν τῶν δικαίων του. Αὐτὴ ἡ σιγουρότης θεμελιώνεται ἐπάνω εἰς τὴν αὐτεξουσιότητα τοῦ ἔθνους, ἤγουν ὅλον τὸ ἔθνος ἀδικεῖται, ὅταν ἀδικῆται ἕνας μόνος πολίτης.<br>Ἄρθρ. 24. Αὕτη ἡ αὐτεξουσιότης δὲν ἔχει τὸ κῦρος, ἂν τὰ σύνορα τῶν δημοσίων ὀφφικίων δὲν ᾖναι προσδιωρισμένα ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ ἂν δὲν ᾖναι ἀποφασισμένον ῥητῶς τὸ νὰ δώσουν λογαριασμὸν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί.<br>Ἄρθρ. 25. Ἡ αὐτοκρατορία εἶναι θεμελιωμένη εἰς τὸν λαόν, αὐτὴ εἶναι μία, ἀδιαίρετος, ἀπροσδιόριστος, καὶ ἀναφαίρετος. Ἤγουν ὁ λαὸς μόνον ἠμπορεῖ νὰ προστάζῃ, καὶ ὄχι ἕνα μέρος ἀνθρώπων, ἢ μία πόλις, καὶ ἠμπορεῖ νὰ προστάζῃ δι’ ὅλα χωρὶς κᾀνένα ἐμπόδιον.<br>Ἄρθρ. 26. Κᾀνένα μέρος τοῦ λαοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν δύναμιν ὅλου τοῦ ἔθνους, κάθε μέλος ὅμως τοῦ αὐτοκράτορος λαοῦ συναγόμενον ἔχει δίκαιον νὰ εἰπῇ τὸ θέλημά του μὲ μίαν σωστὴν ἐλευθερίαν.<br>Ἄρθρ. 27. Κάθε ἄνθρωπος ὁποῦ ἤθελεν ἁρπάσῃ τὴν αὐτοκρατορίαν, καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἔθνους εὐθὺς νὰ φυλακώνεται ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους ἄνδρας, νὰ κρίνεται καὶ κατὰ τὸν νόμον νὰ παιδεύεται.<br>Ἄρθρ. 28. Ἕνα ἔθνος ἔχει τὸ δίκαιον πάντοτε νὰ μετασχηματίσῃ, καὶ νὰ μεταλλάξῃ, τὴν νομοθεσίαν του· μιᾶς γενεᾶς πρόσωπα δὲν ἠμποροῦν νὰ καθυποτάξουν εἰς τοὺς νόμους των τὰ πρόσωπα, ὁποῦ θέλουν γεννηθῇ κατόπιν τους.<br>Ἄρθρ. 29. Κάθε πολίτης ἔχει ἕνα ἴσον δίκαιον μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὸ νὰ συντρέξῃ νὰ κατασταθῇ ἕνας νόμος, ἢ νὰ ὀνοματίσῃ τοὺς ἀξιωματικούς, βουλευτάς, καὶ ἐπιτρόπους τοῦ ἔθνους.<br>Ἄρθρ. 30. Τὰ ὀφφίκια τῆς πατρίδος εἶναι καθ’ αὐτὸ πρὸς καιρόν, ὅσον θέλει καὶ κρίνει εὔλογον ἡ διοίκησις· αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς ξεχωρισταὶ τιμαί, μήτε ὡς ἀνταμοιβαί, ἀλλ’ ὡς χρέη ἀπαραίτητα τῶν πολιτῶν εἰς τὸ νὰ δουλεύσουν τὴν πατρίδα των.<br>Ἄρθρ. 31. Τὰ ἐγκλήματα τῶν ἐπιτρόπων τοῦ ἔθνους, καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ποτὲ δὲν ἔχουν νὰ μείνουν ἀτιμώρητα. Κᾀνένας δὲν ἔχει τὸ δίκαιον νὰ στοχάζεται τὸν ἑαυτόν του ἀπαραβίαστον περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἤγουν ὅταν σφάλλῃ μεγάλος ἢ μικρός, ὁ νόμος τὸν παιδεύει ἀφεύκτως κατὰ τὸ σφάλμα του, ἂς εἶναι καὶ ὁ πρῶτος ἀξιωματικός.<br>Ἄρθρ. 32. Τὸ δίκαιον τοῦ νὰ δίδῃ ὁ κάθε πολίτης ἔγγραφον ἀναφοράν, καὶ νὰ προσκλαίεται διὰ κᾀμμίαν ἐνόχλησιν, ὁποῦ τῷ γίνεται πρὸς ἐκείνους, ὁποῦ ἔχουν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἔθνους εἰς τὸ χέρι τους, δὲν ἔχει νὰ ἐμποδίζεται κατ’ οὐδένα τρόπον, μήτε νὰ τὸν εἰποῦν πῶς δὲν εἶναι καιρὸς ἢ τόπος, ἀλλ’ ὁποίαν ὥραν καὶ ἂν πηγαίνῃ ὁ παραπονούμενος πολίτης νὰ ᾖναι δεκτὴ ἡ ἀναφορά του.<br>Ἄρθρ. 33. Τὸ νὰ ἀντιστέκεται ὁ κάθε πολίτης, ὅταν τὸν καταθλίβουν καὶ τὸν ἀδικοῦν, εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἄνω ῥηθέντων δικαίων του· διότι κᾀνένας δὲν ἀντιστέκεται ὅταν ἠξεύρῃ πῶς θὲ νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ νόμου.<br>Ἄρθρ. 34. Ὅταν ἕνας μόνος κάτοικος τοῦ βασιλείου τούτου ἀδικηθῇ, ἀδικεῖται ὅλον τὸ βασίλειον· καὶ πάλιν ὅταν τὸ βασίλειον ἀδικῆται ἢ πολεμῆται, ἀδικεῖται ἢ πολεμεῖται κάθε πολίτης. Διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ εἰπῇ ὅτι ἡ τάδε χώρα πολεμεῖται, δὲν μὲ μέλει, διατὶ ἐγὼ ἡσυχάζω εἰς τὴν ἐδικήν μου· ἀλλ’ ἐγὼ πολεμοῦμαι ὅταν ἡ τάδε χώρα πάσχῃ, ὡς μέρος τοῦ ὅλου ὁποῦ εἶμαι· ὁ Βούλγαρης πρέπει νὰ κινῆται ὅταν πάσχῃ ὁ Ἕλλην, καὶ τοῦτος πάλιν δι’ ἐκεῖνον, καὶ ἀμφότεροι διὰ τὸν Ἀλβανὸν καὶ Βλάχον.<br>Ἄρθρ. 35. Ὅταν ἡ Διοίκησις βιάζῃ, ἀθετῇ, καταφρονῇ τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν εἰσακούῃ τὰ παραπονά του, τὸ νὰ κάμῃ τότε ὁ λαὸς ἢ κάθε μέρος τοῦ λαοῦ ἐπανάστασιν, νὰ ἁρπάζῃ τὰ ἅρματα, καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς τυράννους του, εἶναι πλέον ἱερὸν ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά του, καὶ τὸ πλέον ἀπαραίτητον ἀπ’ ὅλα τὰ χρέη του. Ἄν εὑρίσκωνται ὅμως εἰς τόπον, ὁποῦ εἶναι περισσότεροι τύραννοι, οἱ πλέν ἀνδρεῖοι πατριῶται καὶ φιλελεύθεροι πρέπει νὰ πιάσουν τὰ περάσματα τῶν δρόμων, καὶ τὰ ὕψη τῶν βουνῶν, ἐν ὅσῳ ν’ ἀνταμωθοῦν πολλοί, νὰ πληθύνῃ ὁ ἀριθμός των, καὶ τότε νὰ ἀρχίσουν τὴν ἐπιδρομὴν κατὰ τῶν τυράννων, κάμνοντες εἰς κάθε δέκα ἀνθρώπους ἕνα δέκαρχον, εἰς τοὺς 50 πεντηκόνταρχον, εἰς τοὺς ἑκατὸν ἑκατόνταρχον· ὁ χιλίαρχος ἔχει δέκα ἑκατοντάρχους, καὶ ὁ στρατηγὸς τρεῖς χιλιάρχους, ὁ δὲ ἀρχιστράτηγος πολλοὺς στρατηγούς.<br>Τὰ χρέη τῶν πόλεων, πολιτειῶν, χωρῶν, καὶ τῶν κατὰ μέρος πολιτῶν, ὁποῦ ἐχρεωστοῦντο παρθέντα πρὸ πέντε χρόνων, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἐπληρώνετο διάφορον εἰς τοὺς δανειστάς, ἡ παροῦσα διοίκησις τὰ ἀναιρεῖ, καὶ οἱ δανεισταὶ δὲν ἔχουν νὰ ζητοῦν εἰς τὸ ἑξῆς μήτε κεφάλαιον, μήτε διάφορον ἀπὸ τοὺς χρεώστας, ὡσὰν ὁποῦ ἐπῆραν τὰ δάνειά των, διότι διπλώνουν τὰ κεφάλαια εἰς πέντε χρόνους.</p>



<p>ΙΙ<br>Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου<br>στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος»<br>Α΄ Εθνική Συνέλευσις<br>ΤΜΗΜΑ Α΄<br>Περὶ Θρησκείας<br>§ α΄ – Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν, καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραγίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως.<br>ΤΜΗΜΑ Β΄<br>Περὶ τῶν Γενικῶν Δικαιωμάτων τῶν κατοίκων τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος<br>§ β΄ – Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.<br>§ γ΄ – Ὅσοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ὅμοιοι ἐνώπιον τῶν νόμων ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως ἢ βαθμοῦ, ἢ κλάσεως, ἢ ἀξιώματος.<br>§ δ΄ – Ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες κατοικήσωσιν ἢ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσὶν ὅμοιοι μὲ τοὺς αὐτόχθονας κατοίκους ἐνώπιον τῶν Νόμων.<br>§ ε΄ – Ἡ Διοίκησις θέλει φροντίσει νὰ ἐκδώσῃ προσεχῶς νόμον περὶ πολιτογραφήσεως τῶν ξένων, ὅσοι ἔχουσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ γίνωσιν Ἕλληνες.<br>§ ς΄ – Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, εἰς ὅλα τὰ ἀξιώματα καὶ τιμὰς ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα· δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἡ ἀξιότης ἑκάστου.<br>§ ζ΄ – Ἡ ἰδιοκτησία, τιμὴ καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων.<br>§ η΄ – Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις πρέπει νὰ διανέμωνται δικαίως εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ κλάσεις τῶν κατοίκων, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας· κᾀμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται ἄνευ προεκδοθέντος Νόμου.<br>ΙΙΙ<br>Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου<br>στον «Νόμο της Επιδαύρου»<br>Β΄ Εθνική Συνέλευσις</p>



<p>ΤΜΗΜΑ Α΄<br>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄<br>Περὶ Θρησκείας<br>§ α΄. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν, καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραγίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως.</p>



<p>ΤΜΗΜΑ Β΄<br>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄<br>Περὶ τῶν Πολιτικῶν Δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων<br>§ β΄. Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ὁμοίως Ἕλληνές εἰσι, καὶ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἀπολαμβάνουσιν, ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν φωνὴν πάτριον ἔχοντες, καὶ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες ζητήσωσι, παῤῥησιαζόμενοι εἰς τοπικὴν Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας Ἀρχήν, νὰ ἐγκαταριθμηθῶσι δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας.<br>γ΄. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ἶσοι ἐνώπιον τῶν Νόμων, ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως.<br>δ΄. Ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες κατοικήσωσιν, ἢ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσἰν ἶσοι μὲ τοὺς Ἕλληνας ἐνώπιον τῶν νόμων.<br>ε΄. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ ἐπίσης εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά, καὶ εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς τιμάς· δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἑκάστου ἡ ἀξιότης.<br>ς΄. Ἡ ἰδιοκτησία, τιμή, καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου Ἕλληνος, καὶ παντὸς ἀνθρώπου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Νόμων.<br>ζ΄. Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις πρέπει νὰ διανέμωνται δικαίως, καὶ ἀναλόγως εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπικρατείας· κἀμμία δ’ εἴσπραξις δὲν γίνεται ἄνευ προεκδοθέντος Νόμου· καὶ κἀνένας Νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται, εἰμὴ διὰ ἕν καὶ μόνον ἔτος.<br>ή. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κοινοποιῶσιν ἄλλως τε καὶ διὰ τῶν τύπων τὰς δοξασίας των, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀκολούθους τρεῖς ὅρους·<br>α΄. Νὰ μὴ γίνεται λόγος κατὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.<br>β΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς κοινῶς ἀποδεδεγμένας ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς.<br>γ΄. Νὰ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν.<br>θ΄. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος δὲ παντὸς γένους, καὶ πάσης θρησκείας, ἅμα πατήσας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος, καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος.<br>ι΄. Κἀνένας δεν δύναται νὰ βιασθῇ νὰ διαφύγῃ τὸ ἀνῆκον κριτήριον.<br>ια΄. Καθένας δύναται νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸ Βουλευτικὸν ἐγγράφως προβάλλων τὴν γνώμην του περὶ παντὸς πράγματος.<br>ιβ΄. Ἡ Διοίκησις πολιτογραφεῖ ἀλλοεθνεῖς κατὰ τοὺς ἀκολούθους ὅρους·<br>α΄. Νὰ διατρίψωσι πέντε ὁλόκληρα ἔτη, καὶ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο νὰ μὴν ἀποδειχθῶσι ποτὲ ἐγκληματίαι, καὶ νὰ ἀποκτήσωσιν ἐντὸς τοῦ πενταετοῦς διαστήματος ἀκίνητα κτήματα ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ.<br>β΄. Τὰ μεγάλα ἀνδραγαθήματα, καὶ αἱ σημαντικαὶ ἐκδουλεύσεις εἰς τὰς χρείας τῆς Πατρίδος, ἑνούμεναι μὲ τὴν χρηστότητα τῶν ἠθῶν, εἶναι δικαιώματα ἱκανὰ εἰς πολιτογράφησιν.<br>ιγ΄. Ὁ πολιτογραφούμενος ἀπολαμβάνει ἀμέσως τὰ δικαιώματα, κατὰ τοὺς<br>§. β΄. ς΄. καὶ ή. τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ Παραστάτου, μετὰ δέκα ἔτη τῆς πολιτογραφήσεως.</p>



<p>IV<br>Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου<br>στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος»<br>Γ΄ Εθνική Συνέλευσις<br>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄<br>Περὶ Θρησκείας<br>Ἄρθ. 1. Καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαγγέλλεται τὴν θρησκείαν του ἐλευθέρως, καὶ διὰ τὴν λατρείαν αὐτῆς ἔχει ἴσην ὑπεράσπισιν. Ἡ δὲ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι Θρῃσκεία τῆς Ἐπικρατείας.<br>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄<br>Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας<br>2. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος.<br>3. Σύγκειται ἀπὸ Ἐπαρχίας.<br>4. Ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὅσαι ἔλαβον καὶ θὰ λάβωσι τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς δυναστείας.<br> <br>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄<br>Δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων<br>5. Ἡ Κυριαρχία ἐνυπάρχει εἰς τὸ Ἔθνος· πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐξ αὐτοῦ, καὶ ὑπάρχει ὑπὲρ αὐτοῦ.<br>6. Οἱ Ἕλληνες εἶναι,<br>α΄. Ὅσοι αὐτόχθονες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, πιστεύουσιν εἰς Χριστόν.<br>β΄. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸν ζυγόν, πιστεύοντες εἰς Χριστόν, ἦλθαν καὶ θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, διὰ νὰ συναγωνισθῶσιν ἢ νὰ κατοικήσωσιν εἰς αὐτήν.<br>γ΄. Ὅσοι εἰς ξένας Ἐπικρατείας, εἶναι γεννημένοι ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα.<br>δ΄. Ὅσοι αὐτόχθονες καὶ μή, καὶ οἱ τούτων ἀπόγονοι, πολιτογραφηθέντες εἰς ξένας Ἐπικρατείας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος, ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, καὶ ὁρκισθῶσι τὸν Ἑλληνικὸν ὅρκον.<br>ε΄. Ὅσοι ξένοι ἔλθωσι καὶ πολιτογραφηθῶσιν.<br>7. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων.<br>8. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοί, ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς του ἀξίας, εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα, πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά.<br>Τὸ δικαίωμα τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Πληρεξουσιότητος θὰ κανονισθῇ εἰς τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδιορθωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν.<br>9. Ὅσοι ξένοι ἔλθωσι νὰ κατοικήσωσιν ἢ νὰ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Νόμων.<br>10. Αἱ εἰσπράξεις διανέμονται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπικρατείας δι- καίως, καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Κἀμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται χωρὶς προεκδομένον νόμον, καὶ κἀνεὶς νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται εἰμὴ δι’ ἕν καὶ μόνον ἔτος.<br>11. Ὁ νόμος ἀσφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἑκάστου ἐλευθερίαν· κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐναχθῇ ἢ φυλακωθῇ εἰμὴ κατὰ τοὺς νομικοὺς τύπους.<br>12. Ἡ ζωή, ἡ τιμὴ καὶ τὰ κτήματα ἑκάστου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων.<br>13. Κἀμμία διαταγὴ περὶ ἐξετάσεως καὶ συλλήψεως ὁποιωνδήποτε προσώπων καὶ πραγμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδοθῇ, χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς ἱκανὰ δείγματα, καὶ νὰ περιγράφῃ τὸν τόπον τῆς ἐξετάσεως, καὶ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συλληφθῶσιν.<br>14. Εἰς ὅλας τὰς ἐγκληματικὰς διαδικασίας ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν αἰτίαν καὶ φύσιν τῆς εἰς αὐτὸν προσαφθείσης κατηγορίας, νὰ ἀντεξετάζεται πρὸς τοὺς κατηγόρους καὶ τοὺς μάρτυρας, νὰ παρουσιάζῃ μαρτυρίας ὑπὲρ ἑαυτοῦ, νὰ λαμβάνῃ εἰς βοήθειάν του συμβούλους, καὶ νὰ ζητῇ ταχεῖαν ἀπόφασιν ἀπὸ τὸ δικαστήριον.<br>15. Ἕκαστος πρὸ τῆς καταδίκης του δὲν λογίζεται ἔνοχος.<br>16. Κἀνεὶς δὲν κρίνεται δὶς δι’ ἕν καὶ τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα, καὶ δὲν καταδικάζεται οὐδὲ προσωρινῶς στερεῖται τὰ κτήματά του, χωρὶς προηγουμένην διαδικασίαν. Πᾶσα δὲ ὑπόθεσις, ἅπαξ ὁριστικῶς δικασθεῖσα, δεν ἀναθεωρεῖται.<br>17. Η Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν θυσίαν τῶν κτημάτων τινὸς διὰ δημόσιον ὄφελος, ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένον, ἀλλὰ διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.<br>18. Αἱ βάσανοι καὶ αἱ δημεύσεις ἀπαγορεύονται.<br>19. Ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν.<br>20. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συσταίνωσι καταστήματα παντὸς εἴδους, παιδείας, φιλανθρωπίας, βιομηχανίας καὶ τεχνῶν, καὶ νὰ ἐκλέγωσι διδασκάλους διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των.<br>21. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος. Ἀργυρώνητος δὲ ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρῃσκείας, καθὼς πατήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος.<br>22. Κἀνεὶς δεν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ ἀνῆκον δικαστήριον, οὐδὲ νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὸ νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτό.<br>23. Κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ μείνῃ εἰς φυλακὴν πλέον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, χωρὶς νὰ πληροφορηθῇ ἐπισήμως τὰς αἰτίας τῆς φυλακώσεώς του· καὶ πλειότερον τῶν τριῶν ἡμερῶν, χωρὶς ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐξέτασις.<br>24. Ὁ Κλῆρος, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς ἡμῶν Ἐκκλησίας, δὲν ἐμπεριπλέκεται εἰς κἀνὲν δημόσιον ὑπούργημα· μόνοι δὲ οἱ Πρεσβύτεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως.<br>25. Καθεὶς δύναται ν’ ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐγγράφως, προβάλλων τὴν γνώμην του περὶ παντὸς δημοσίου πράγματος.<br>26. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα, χωρὶς προεξέτασιν νὰ γράφωσι καὶ νὰ δημοσιεύωσιν ἐλευθέρως διὰ τοῦ τύπου ἢ ἀλλέως τοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰς γνώμας των, φυλάττοντες τοὺς ἀκολούθους ὅρους·<br>α΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Χριστιανικῆς θρῃσκείας.<br>β΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν σεμνότητα.<br>γ΄. Ν’ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν καὶ συκοφαντίαν.<br>27. Κἀνένας τίτλος εὐγενείας δὲν δίδεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν· καὶ κἀνεὶς Ἕλλην εἰς αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κυβερνήτου, νὰ λάβῃ ὑπούργημα, δῶρον ἀμοιβήν, ἀξίωμα ἢ τίτλον παντὸς εἴδους ἀπὸ κἀνένα Μονάρχην, Ἡγεμόνα, ἢ ἀπὸ ἐξωτερικὴν Ἐπικράτειαν.<br>28. Τὰ ἐπίθετα Ἐκλαμπρότατος, Ἐξοχώτατος, κ.τ.λ. δὲν δίδονται εἰς κἀνένα Ἕλληνα ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας.<br>Εἰς μόνον τὸν Κυβερνήτην δίδεται τὸ ἐπίθετον Ἐξοχώτατος· ἀλλὰ καὶ τοῦτο συμπαύει μὲ τὸ ἀξίωμά του.<br>29. Κἀνεὶς αὐτόχθων, ἢ πολιτογραφημένος Ἕλλην, κατοικῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἀπολαμβάνων τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, δὲν δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς προστασίαν ξένης Δυνάμεως· ἀλλέως παύει να ᾖναι πολίτης Ἕλλην.»</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-wp-embed is-provider-libre wp-block-embed-libre"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="8EzWGDubJG"><a href="https://www.libre.gr/2026/03/16/mitsotakis-erchontai-metra-gia-ti-ener/">Μητσοτάκης: Έρχονται μέτρα για τη ενεργοβόρο βιομηχανία-Οι επενδύσεις ξεπέρασαν το 17% του ΑΕΠ</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted"  title="&#8220;Μητσοτάκης: Έρχονται μέτρα για τη ενεργοβόρο βιομηχανία-Οι επενδύσεις ξεπέρασαν το 17% του ΑΕΠ&#8221; &#8212; Libre" src="https://www.libre.gr/2026/03/16/mitsotakis-erchontai-metra-gia-ti-ener/embed/#?secret=WkMN6N8q1S#?secret=8EzWGDubJG" data-secret="8EzWGDubJG" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ο Προκόπης Παυλόπουλος για τις διεθνείς εξελίξεις (vid)</title>
		<link>https://www.libre.gr/2026/01/19/o-prokopis-pavlopoulos-gia-tis-diethne/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 Jan 2026 09:15:49 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1160302</guid>

					<description><![CDATA[Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παραχώρησε συνέντευξη στο MEGANEWS (αναμετάδοση από το ONE Channel) και στην δημοσιογράφο κα Βούλα Κεχαγιά. Οι απαντήσεις του κινήθηκαν στο πλαίσιο των εξής πάγιων θέσεών του: Η δεύτερη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η «Νέα Τάξη Πραγμάτων»&#160;σε πλανητικό επίπεδο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παραχώρησε συνέντευξη στο MEGANEWS</strong> <strong>(αναμετάδοση από το ONE</strong> <strong>Channel) και στην δημοσιογράφο κα Βούλα Κεχαγιά. Οι απαντήσεις του κινήθηκαν στο πλαίσιο των εξής πάγιων θέσεών του:</strong></h3>



<p><strong>Η δεύτερη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η «</strong><strong><em>Νέα Τάξη Πραγμάτων»</em></strong><strong>&nbsp;</strong><strong>σε πλανητικό επίπεδο</strong></p>



<p>Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ -η οποία σαφώς «<em>αιφνιδίασε»</em>&nbsp;την Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ ήταν μάλλον αναμενόμενη, γεγονός που δείχνει και τα μεγάλα πολιτικά ελλείμματα των ευρωπαίων ηγετών σήμερα- έχει επιφέρει συνταρακτικές γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές, και όχι μόνο, αλλαγές παγκοσμίων διαστάσεων. Αλλαγές, οι οποίες είναι ανάγκη να μελετηθούν και να αναλυθούν με ακρίβεια αλλά και με την δέουσα προβολή στο μέλλον ως προς τις εν γένει επιπτώσεις τους.&nbsp; Ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν βεβαίως έχει στοιχειώδη επίγνωση των κινδύνων που ελλοχεύουν για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και για την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, οφείλει να εξαγάγει τα καίρια συμπεράσματα ως προς το τι πρέπει να πράξει στο άμεσο μέλλον.&nbsp; Τέλος, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο&nbsp; -δηλαδή τον Ελληνισμό στο σύνολό του-&nbsp; και με κύριο γνώμονα το πώς πρέπει να αποτρέψουμε και να εξουδετερώσουμε αποτελεσματικά την κατάδηλη και αδίστακτη τουρκική απειλή είναι, αυτονοήτως, η ώρα της πλήρους ενσυναίσθησης του Εθνικού Χρέους μας ιδίως για την υπεράσπιση της Εδαφικής Ακεραιότητάς μας και της Εθνικής Κυριαρχίας μας, με την εντεύθεν επιπλέον θωράκιση όλων των Κυριαρχικών Δικαιωμάτων μας.</p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Η «<em>Νέα Τάξη Πραγμάτων»</em>&nbsp;-που ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς περιέγραψε στην Διάσκεψη Ασφαλείας&nbsp; του Μονάχου στις 14.2.2025 με την κυνική, έως γραφική, φράση «<em>ήρθε νέος σερίφης στην πόλη»</em>– οφείλεται σε αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «<em>δόγμα Τραμπ»</em>. Ένα «<em>δόγμα»</em>&nbsp;που συνίσταται, κατά βάση, στο ότι η πλανητική επικράτηση των ΗΠΑ δεν μπορεί να επιτευχθεί υπό αμιγώς γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς, αλλά πολύ περισσότερο υπό οικονομικούς όρους.&nbsp; Διότι η οικονομική «<em>επικυριαρχία»</em>&nbsp;είναι εκείνη η οποία εδραιώνει ασφαλώς την γενικότερη πλανητική υπεροχή, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις.&nbsp; Πρόκειται, καταφανώς, για την «<em>αποθέωση»</em>&nbsp;του σύγχρονου «<em>οικονομισμού</em>» παγκοσμίως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.&nbsp; Ειδικότερα:</p>



<p><strong>Β.</strong><strong>&nbsp;</strong>Προ Τραμπ, οι ΗΠΑ ως πλανητική υπερδύναμη επιδίωκαν την πλανητική τους επικράτηση υπό όρους σχεδόν αμιγώς γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς, εντάσσοντας τις οικονομικές τους βλέψεις μέσα σε αυτό το πλαίσιο.&nbsp; Και συγκεκριμένα, επηρεασμένες ακόμη από τα κατάλοιπα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και του τότε διόλου αμελητέου γεωστρατηγικού «<em>όγκου»</em>&nbsp;της ΕΣΣΔ, θεωρούσαν ως κύριο αντίπαλο την Ρωσία.&nbsp; Γι’ αυτό, και στην βάση της από τις αρχές του 20ού αιώνα θεωρίας του JohnMackinter&nbsp; – στην μελέτη του «<em>The</em>&nbsp;<em>geographical</em>&nbsp;<em>pivot</em>&nbsp;<em>of</em>&nbsp;<em>history</em>» («<em>Ο γεωγραφικός άξονας της ιστορίας</em>»), GeographicalJournal, 1904, 23, p. 421-437 – ότι «Κ<em>υρίαρχος του Πλανήτη»</em>&nbsp; είναι αυτός που ελέγχει την «Κ<em>αρδιά της Γης»,</em><em>&nbsp;&nbsp;</em>περίπου την έκταση της τότε ΕΣΣΔ, απέρριπταν και απέτρεπαν κάθε προσέγγιση της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξ ου και με αιχμή του δόρατος το ΝΑΤΟ προσέβλεπαν σε μια «<em>λελογισμένως»</em>&nbsp; ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύμμαχο εναντίον της Ρωσίας, ενώ κατά καιρούς επιχειρούσαν να αναπτύξουν καλές σχέσεις και με την Κίνα, ήδη από την εποχή των Νίξον – Κίσινγκερ.</p>



<p><strong>Γ.</strong>&nbsp;Μετά την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ η μεγάλη αλλαγή έγκειται στο ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν πλέον την πλανητική επικράτηση όχι τόσο με γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς όρους, αλλά πολύ περισσότερο με σχεδόν αμιγώς οικονομικούς όρους. Και αυτό, διότι κατά τον Ντόναλντ Τραμπ η οικονομική «<em>επικυριαρχία</em>» είναι εκείνη που διασφαλίζει την πλανητική υπεροχή των ΗΠΑ.&nbsp; Είναι η «<em>αποθέωση»</em>&nbsp;της λογικής του σύγχρονου «<em>οικονομισμού</em>», μέσω της «<em>επικυριαρχίας»</em>&nbsp;του «<em>οικονομικού»</em>&nbsp;επί του «<em>θεσμικού»</em>.&nbsp; Υπ’ αυτό το πρίσμα ο κύριος αντίπαλος στον δρόμο προς την πλανητική επικράτηση των ΗΠΑ δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, ως ραγδαίως ανερχόμενη δύναμη οικονομικώς και τεχνολογικώς.&nbsp; Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να υπολογίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ούτως ή άλλως είναι πια πολλαπλώς αδύναμη, και κυρίως οικονομικώς και στρατιωτικώς.&nbsp; Ενώ δεν θεωρεί πλέον την Ρωσία ως επικίνδυνο αντίπαλο,&nbsp; ιδίως λόγω της γεωπολιτικής και οικονομικής αποδυνάμωσής της υπό συνθήκες που είναι άκρως δυσχερές να ανατραπούν.&nbsp; Τούτο&nbsp; εξηγεί περαιτέρω και το γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θεωρεί ότι το «<em>πολυέξοδο»</em><em>&nbsp;</em>ΝΑΤΟ, με τον νέο ευρύτερο ρόλο του, είναι χρήσιμο και κρίσιμο για τις ΗΠΑ.&nbsp; Παραλλήλως και αναλόγως, βιάζεται να κλείσει τα πολεμικά μέτωπα αφενός στην ευρύτερη Ευρώπη -και για την ακρίβεια&nbsp; στην Ουκρανία- μάλιστα δε με τρόπο που ευνοεί καταφανέστατα οικονομικώς τις ΗΠΑ.&nbsp; Και, αφετέρου, στην Μέση Ανατολή, αφήνοντας εκεί μεγάλο πεδίο δράσης πρωτίστως στο Ισραήλ, και εν μέρει στην Τουρκία, κρίνοντας ότι και οι δύο αυτές Χώρες τελούν πλέον και δη μακροπροθέσμως, υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.&nbsp; Με τον τρόπο αυτό πιστεύει ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι ΗΠΑ θα έχουν όλες τους τις δυνάμεις, και κατά κύριο λόγο τις οικονομικές, διαθέσιμες αποκλειστικώς εναντίον της Κίνας. Έτσι ώστε να ανακοπεί, χωρίς δυνατότητα αναστροφής, η πορεία της Κίνας προς την παγκόσμια οικονομική κορυφή, κάτι το οποίο σήμερα διαφαίνεται ως πολύ πιθανό. Προς την ίδια, τηρουμένων των αναγκαίων αναλογιών, κατεύθυνση πρέπει να κριθούν και οι πρόσφατες κινήσεις του Αμερικανού Προέδρου τόσον έναντι&nbsp; της Βενεζουέλας όσο και έναντι της Γροιλανδίας.</p>



<p><strong>Δ.</strong>&nbsp;Ας σημειωθεί, επιπροσθέτως, ότι η όλη αυτή πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ προϋποθέτει έναν «<em>παντοδύναμο»</em>&nbsp;Πρόεδρο των ΗΠΑ -άρα μια πανίσχυρη Εκτελεστική Εξουσία- ο οποίος μπορεί να ελέγχει, σε μεγάλη έκταση, την Νομοθετική Εξουσία (Κογκρέσο, ήτοι Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων) και την Δικαστική Εξουσία (ήτοι κατά βάση το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ).&nbsp; Τούτο συνεπάγεται, οπωσδήποτε, και μιαν επικίνδυνη αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στις ΗΠΑ, λόγω της νομοτελειακής αντίστοιχης αποδυνάμωσης&nbsp; των «<em>θεσμικών αντιβάρων»</em>&nbsp;που συνιστούν την «<em>κορωνίδα»</em>&nbsp;της Αμερικανικής Δημοκρατίας από την σύστασή της,&nbsp; αλλά και ένα παράδειγμα προς μίμηση διεθνώς.&nbsp; Ας μην υποτιμούμε και το ότι τίποτε δεν είναι δυνατό να προδικάσει πως αυτή η αποδυνάμωση των «<em>θεσμικών αντιβάρων</em>» μπορεί να παγιωθεί και να συνεχισθεί στις ΗΠΑ μελλοντικώς και να καταστεί «<em>ενδημικό</em>», αρνητικό για τους δημοκρατικούς θεσμούς, φαινόμενο σε αυτή την παγκοσμίως ηγέτιδα Χώρα. &nbsp;Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την «<em>εξαγωγή»</em>&nbsp;της σε μονιμότερη βάση και προς άλλες χώρες της Δύσης και κυρίως της Ευρώπης.</p>



<p><strong>Η παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας: Στον αστερισμό της προ της Συνθήκης της Βεστφαλίας (1648) εποχής;</strong></p>



<p>Εδώ και&nbsp; πάνω από τρεις δεκαετίες, ιδίως όμως από την έναρξη του Πολέμου στην Ουκρανία στις 24.2.2022 και ύστερα -κατ’ εξοχήν δε αφότου εξελέγη, το 2024, για δεύτερη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ- πολλαπλές και πολυσήμαντες είναι οι πλανητικώςεκδηλούμενες&nbsp;<em>«διοσημίες»</em>&nbsp;που πιστοποιούν, με ολοένα και πιο&nbsp; δυσοίωνα τεκμήρια, την παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας, ως θεμελιώδους συστατικού στοιχείου του Έθνους-Κράτους: Οι πολεμικές συγκρούσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ για την αντιμετώπισή τους το Διεθνές Δίκαιο&nbsp;<em>«σχολάζει»</em><em>&nbsp;</em>εμφατικώς, παραχωρώντας&nbsp; μοιρολατρικώς την ισχύ του κανόνα δικαίου στην διάθεση της αυθαιρεσίας του ισχυρού και του δικαίου της ισχύος. Παραλλήλως, αλλά και συνεκδοχικώς, η έννοια της Κυριαρχίας, αυτού του πυλώνα της υπόστασης του Έθνους-Κράτους που υπό το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στήριξε, από τον 19<sup>ο</sup>&nbsp;αιώνα και μετέπειτα, το δημοκρατικό θεσμικό και πολιτικό οικοδόμημα τουλάχιστον στην Δύση, συρρικνώνεται δραματικά σαν άλλο&nbsp;<em>«δέρμα της λύπης»</em>&nbsp;μέσα από την επίδειξη δύναμης των πρωταγωνιστών της διεκδίκησης μίας οιονεί παγκόσμιας επικυριαρχίας. Η ως άνω εξέλιξη εμφανίζεται τόσο περισσότερο δυστοπική, όσο αυτός ο νεότευκτος&nbsp;<em>«ιμπεριαλισμός»</em>&nbsp;ερείδεται, σχεδόν αποκλειστικώς, επί αμιγώς οικονομικών στόχων και σκοπιμοτήτων, με κύρια επιδίωξη την παγκόσμια οικονομική&nbsp;<em>«επικυριαρχία»</em>&nbsp;στο πλαίσιο μίας Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης η οποία δεν ανέχεται άλλους κανόνες δικαίου πλην εκείνων που η ίδια παράγει και επιβάλλει. Μήπως όμως έτσι –και, βεβαίως, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, επέκεινα δε των στοιχειωδών προταγμάτων της αποδεκτής ιστορικής σύγκρισης- το συγκεκριμένο διεθνές πλαίσιο και σύστημα επιστρέφει, υπό όρους καταθλιπτικής νομοτέλειας, στην εποχή προ του 1648; Ήτοι στην εποχή προ της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648, η οποία&nbsp; έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου και της λεγόμενης&nbsp;<em>«Βεστφαλιανής Κυριαρχίας»</em>, ως πρωταρχικού θεσμικοπολιτικού γνωρίσματος του αναδυθέντος εν συνεχεία Έθνους-Κράτους;</p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648 είναι το κανονιστικό αμάλγαμα τριών Συνθηκών, οι οποίες υπογράφηκαν μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 1648 στις πόλεις της Βεστφαλίας Μύνστερ και Όσναμπρυκ, με την τελική μορφή της να θεσμοθετείται στην&nbsp;<em>«</em><em>Friedenssaal</em><em>»</em>&nbsp;του Όσναμπρυκ στις 24.10.1648 . Η Συνθήκη αυτή έβαλε τέλος στον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648).&nbsp;&nbsp;Ο Τριακονταετής Πόλεμος άρχισε με τις επιχειρήσεις στην Βοημία, όταν Προτεστάντες ηγέτες&nbsp; εγκαθίδρυσαν προσωρινή κυβέρνηση με έδρα την Πράγα, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του Αυτοκράτορα Φερδινάνδου Β΄, επικεφαλής της τότε Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Επρόκειτο για εξέγερση των Προτεσταντών, οι οποίοι στράφηκαν τόσο εναντίον της&nbsp; Δυναστείας των Αψβούργων (Habsburgs) όσο και εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας, προσφέροντας το στέμμα της Βοημίας στον καλβινιστή εκλέκτορα του Παλατινάτου Φρειδερίκο, που το αποδέχθηκε το 1619, ως Φρειδερίκος Ε΄ (δυναστεία των Βίττελσμπαχ). Στον γενικευμένο πόλεμο που επακολούθησε συμμετείχαν στρατεύματα ιδίως από την Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία, την Ολλανδία, την Δανία, την Σουηδία, την Πολωνία, την Βαυαρία, την Σαξονία και το Βρανδεμβούργο. Το 1640, όταν στο μεταξύ ο πόλεμος αυτός είχε οδηγήσει σε τεράστιες απώλειες ζωών αλλά και σε πρωτοφανείς καταστροφές, άρχισαν οι πρώτες συζητήσεις για ειρήνευση καθώς πολλά Κράτη της Ηπειρωτικής Ευρώπης έστειλαν 145 αντιπροσώπους στην Βεστφαλία, για ειρηνευτικές συζητήσεις αναφορικά με το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων και με το μέλλον της Ευρώπης.</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;Όπως ήδη επισημάνθηκε, οι ειρηνευτικές συζητήσεις είχαν αίσια κατάληξη με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας στις 24.10.1648.&nbsp; Η προμνημονευόμενη Συνθήκη οδήγησε σε σημαντικούς εδαφικούς συμβιβασμούς και σε αντίστοιχες εδαφικές αλλαγές, μέσα από την δημιουργία νέων Κρατών –π.χ. Ηνωμένες Ολλανδικές Επαρχίες, Ελβετική Συνομοσπονδία- μέσα από την&nbsp; διατήρηση ήδη υφιστάμενων, όπως π.χ. της Γαλλίας και της Δανίας, αλλά και μέσα από την ενδυνάμωση της αυτονομίας των τότε Γερμανικών Κρατών. Η ίδια Συνθήκη οδήγησε ουσιαστικώς και στο τέλος του Ογδοηκονταετούς Πολέμου (1568-1648) μεταξύ της Ισπανίας και 17 επαρχιών των τότε Κάτω Χωρών. Αυτή η εδαφική κατανομή διήρκησε περίπου έως το 1789, δηλαδή έως την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης.&nbsp; Δύο υπήρξαν τα σημαντικότερα θεσμικοπολιτικά κεκτημένα της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας.</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li><strong>Πρώτον</strong>, η <em>«γέννηση»</em> του Διεθνούς Δικαίου των διευρυμένων Διεθνών Συνθηκών και Συμβάσεων, με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη Λαών και Κρατών προεχόντως δια της διασφάλισης της ισορροπίας δυνάμεων και της εντεύθεν ειρηνικής επίλυσης των διεθνών διαφορών, συνακόλουθα δε δια της πάνω σε αυτή την βάση ειρηνικής συνεργασίας και δημιουργίας. Υπ’ αυτή την έννοια, και πάντοτε τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας υπήρξε ένα είδος προπομπού για τις Συνθήκες που οδήγησαν, κατά τον 20<sup>ο</sup> αιώνα, στην ίδρυση τόσο της Κοινωνίας των Εθνών, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και του ΟΗΕ, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως ένα δε βαθμό και στην ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίες πήραν τελικώς την μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</li>



<li><strong>Δεύτερον</strong>, η διαμόρφωση της σύγχρονης έννοιας της Κυριαρχίας –εξ ου και ο όρος <em>«Βεστφαλιανή Κυριαρχία»</em>– ως θεσμικού και πολιτικού οιονεί υπαρξιακού στοιχείου του Έθνους-Κράτους. Το οποίο στην πορεία, με τα πρόσθετα θεσμικοπολιτικά χαρακτηριστικά της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, εμπέδωσε το θεμέλιο και την βάση του εν γένει Δημοκρατικού Πολιτισμού στην Ευρώπη αλλά και ευρύτερα στην Δύση.</li>
</ol>



<p><strong>Γ.</strong>&nbsp; Την αρχική ευφορία του τέλους του Ψυχρού Πολέμου με την&nbsp; πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το 1990, η οποία προοιωνιζόταν μία νέα εποχή οριστικής εδραίωσης των κατά τ’ ανωτέρω κεκτημένων του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας ως καταλυτών για την ειρηνική συνύπαρξη και δημιουργία Λαών και Κρατών παγκοσμίως, διαδέχθηκε σύντομα η καταθλιπτική μετάβαση σε μία νέα τάξη πραγμάτων. Η οποία έχει αρχίσει να θέτει στο περιθώριο τόσο την, ήδη βεβαίως προβληματική από καιρό, κανονιστική ισχύ του Διεθνούς Δικαίου όσο και την&nbsp; εμβληματική αρχή του σεβασμού της Κυριαρχίας των Κρατών, την οποία ενισχύουν ευεργετικώς οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και των&nbsp; σύστοιχων θεσμικών&nbsp; αντίβαρων της, δηλαδή των εγγυήσεων της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και του&nbsp; σεβασμού των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp; Απλή παρατήρηση του διεθνούς γίγνεσθαι αρκεί για να καταδείξει ότι, με καίρια την ευθύνη των πλανητικών δυνάμεων με επικεφαλής τις ΗΠΑ, οι εν γένει Διεθνείς Σχέσεις, από την κήρυξη ενός πολέμου έως τις διαδικασίες ειρήνευσης, κάθε άλλο παρά διέπονται από το Διεθνές Δίκαιο. Έτσι την ισχύ του Διεθνούς Δικαίου υποκαθιστά σταδιακώς το&nbsp;<em>«δίκαιο»</em>&nbsp;της ισχύος εκείνων που κυριαρχούν στην παγκόσμια σκηνή. Οι οποίοι μάλιστα καταφέρονται απροκαλύπτως εναντίον&nbsp; του Διεθνούς Δικαίου με πρωτοφανή έπαρση, δίχως να&nbsp; υπολογίζουν ότι&nbsp; η στάση τους αυτή συνιστά δείγμα αυθαιρεσίας που δυναμιτίζει τις ίδιες τις ρίζες&nbsp; του κοινού μας Πολιτισμού, ιδίως δε τις ρίζες του Ανθρωπισμού, της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, άρα και τις ανθρωπιστικές και δημοκρατικές ρίζες των Κρατών&nbsp; των οποίων ηγούνται. Πέραν τούτου, οι πολεμικές συρράξεις διαδέχονται η μία την άλλη, σε βαθμό που αρχίζουν να παίρνουν τα χαρακτηριστικά μίας αδήριτης καθημερινότητας. Με βάση δε το γεγονός ότι τα κίνητρα των συρράξεων αυτών είναι προδήλως οικονομικά –με απώτερη στόχευση την κατάκτηση της οικονομικής επικυριαρχίας- τέτοιοι πόλεμοι έχουν πλέον όλα τα χαρακτηριστικά ενός Παγκόσμιου Οικονομικού Πολέμου. Πολέμου του οποίου τα συμπτώματα δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί ακριβώς γιατί είναι πρωτόγνωρα και, επομένως, οι επ’ αυτών πενιχρές εμπειρίες του παρελθόντος δεν μας βοηθούν να τα αποκρυπτογραφήσουμε.</p>



<p><strong>Δ.</strong>&nbsp;Οι ίδιες ως άνω καταστάσεις εξηγούν πώς και γιατί η Κυριαρχία των Κρατών, της οποίας αναντικατάστατη θεσμική εγγύηση είναι το Διεθνές Δίκαιο, χάνει με γεωμετρική πρόοδο τα εγγενή χαρακτηριστικά της. Και έτσι οδηγεί τα Κράτη αυτά σε ένα καθεστώς δορυφόρων που απλώς καλούνται να επιλέξουν στο διεθνές στερέωμα τον&nbsp;<em>«αστέρα»</em>&nbsp;γύρω από τον οποίο θα περιστρέφονται. Μία τέτοια απώλεια των θεσμικών κυριαρχικών αρμών των ασθενέστερων Κρατών –άρα και των αρμών&nbsp; της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας τους- επειδή&nbsp; εξελίσσεται υπό την&nbsp;&nbsp;<em>«επικυριαρχία»</em>&nbsp;του&nbsp;<em>«οικονομικού»</em>&nbsp;επί του&nbsp;<em>«θεσμικού»</em>&nbsp;όπως προεκτέθηκε, έχει ως συνέπεια όχι μόνο την διεθνή αλλά και την οικονομική τους περιθωριοποίηση. Αναποτρέπτως δε και την διαμόρφωση των διαρκώς διευρυνόμενων πολυδιάστατων ανισοτήτων μεταξύ των Κρατών, όπως άλλωστε απέδειξαν με τις μελέτες τους οι Ντ. Ατζέμογλου, Σ. Τζόνσον και Τζ. Ρόμπινσον, που το 2024 τιμήθηκαν γι’ αυτές με το Νόμπελ Οικονομίας.</p>



<p><strong>Ε.</strong>&nbsp;Ειρωνεία της τύχης! Στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2022, λόγω του ότι λίγους μήνες νωρίτερα είχε αρχίσει, με ήδη εμφανείς τις σκοτεινές προοπτικές του, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ΥΠΕΞ της G7 –ΗΠΑ, Γερμανίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας και Καναδά, με συμμετοχή και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- συνήλθαν στο Μύνστερ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε ένα είδος&nbsp;<em>«Διάσκεψης Ειρήνης»</em>. Οι συνειρμοί για μία&nbsp;<em>«νέα Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας»</em>, με στόχο την θωράκιση της παγκόσμιας ειρήνης, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς. Η παταγώδης αποτυχία της Διάσκεψης αυτής μάλλον ήχησε ως το&nbsp;&nbsp;<em>«κύκνειο άσμα»</em>&nbsp;του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου. Περαιτέρω δε και ως το&nbsp;<em>«κύκνειο άσμα»</em><em>&nbsp;&nbsp;</em>αναφορικά με ό,τι έχει απομείνει από τα κεκτημένα της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648. Οπότε το μείζον διακύβευμα&nbsp; της εποχής μας για την τύχη του Πλανήτη μας μάλλον πρέπει να συμπυκνωθεί στο ακόλουθο δίλλημα : Κατά κύριο λόγο εμείς, οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέτοχοι του ιστορικού Πολιτισμού της, θα δεχθούμε, υπό την επικράτηση μίας μοιρολατρικής επιμηθεϊκής λογικής, να&nbsp; γυρίσουμε πίσω στην προ του 1648 εποχή του αυταρχισμού και της πολεμικής αναρχίας; Ή θα υπερασπισθούμε, με ό,τι μέσα διαθέτουμε και με όποιο κόστος, την Ειρήνη, την Δημοκρατία και την Δικαιοσύνη, εν τέλει δε τον Άνθρωπο και τον Ανθρωπισμό;</p>



<p><strong>Ο</strong> «<strong><em>αιφνιδιασμός» </em>της αδύναμης Ευρωπαϊκής Ένωσης από την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ</strong></p>



<p>Είναι βέβαιο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «<em>αιφνιδιάστηκε»</em>&nbsp;-και κακώς- και από την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και από τα σχέδιά του, πιστεύοντας ότι ήταν προεκλογικές υπερβολές δίχως αξιόλογες προοπτικές εφαρμογής τους στην πράξη.</p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Όμως όπως τονίσθηκε κακώς «<em>αιφνιδιάστηκε</em>», και διότι ήταν προβλέψιμη η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν νομιμοποιείται, με βάση την Ιστορία της και τον Πολιτισμό της, να παριστάνει τον «<em>κριτή</em>» των ΗΠΑ προκειμένου να δικαιολογήσει τις ελλείψεις της.&nbsp; Οφείλει πρωτίστως να κοιτάξει τα του οίκου της, ενθυμούμενη τα λόγια του Πάλμερστον, ως ΥΠΕΞ της Μεγάλης Βρετανίας, στην Βουλή των Κοινοτήτων, το 1850: Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν φιλίες αλλά συμφέροντα.&nbsp;&nbsp; Κατά συνέπεια εκείνη ευθύνεται για το ότι οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ της φέρονται υποτιμητικά.&nbsp; Και αυτό γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα είναι περισσότερο «<em>αδύναμη</em>» από ποτέ, ήτοι αφότου δημιουργήθηκε ως ενιαία διεθνής οντότητα, το 1993, με την Συνθήκη του Μάαστριχτ και ως Ένωση των προϋφιστάμενων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;Τούτο οφείλεται στο ότι οι βασικές αντηρίδες, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε και στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά την Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,&nbsp; δεν απέκτησαν τις απαιτούμενες ρίζες και δεν λειτουργούν αποτελεσματικώς, έτσι ώστε&nbsp; να εγγυηθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον ανάλογο σεβασμό προς αυτή εκ μέρους των τρίτων.&nbsp; Πριν απ’ όλα ο πυλώνας της ΚΕΠΠΑ δεν οργανώθηκε ποτέ στοιχειωδώς, δοθέντος ότι σήμερα δεν υπάρχει ούτε συγκροτημένη&nbsp; Κοινή Εξωτερική Πολιτική ούτε πλήρως δομημένη&nbsp; Πολιτική Ασφάλειας.&nbsp; Επίσης, στο οικονομικό πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση&nbsp; είναι «<em>ατελής</em>».&nbsp; Διότι υπάρχει μόνο μια στοιχειώδης «<em>Νομισματική Ένωση</em>» διά της Ευρωζώνης, όχι όμως και μια πραγματική «<em>Οικονομική</em>&nbsp;<em>Ένωση</em>». Μάλλον υπάρχουν τόσες οικονομικές πολιτικές όσα και τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός το οποίο καθιστά άκρως επισφαλές και το εύρος της νομισματικής εμβέλειας του Ευρώ στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Οικονομίας.&nbsp; Και αυτό είναι καταλυτικό για το σύνολο και την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έδειξε και η πρόσφατη έκθεση του Μάριο Ντράγκι.&nbsp; Με απλές λέξεις, υπό τα δεδομένα αυτά η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποτελέσει πλανητική Οικονομική Δύναμη, ενώ η επενδυτική αξία του Ευρώ διεθνώς αποβαίνει εκ προοιμίου υπονομευμένη.</p>



<p><strong>Οι διαχρονικές αναθεωρητικές βλέψεις της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας και του Ελληνισμού</strong></p>



<p>Οι διαχρονικώς προκλητικώς αναθεωρητικές -και στρατηγικού χαρακτήρα γι’ αυτήν- βλέψεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και του Ελληνισμού, ιδίως στην εποχή του ΤαγίπΕρντογάν, οι οποίες αγνοούν εντελώς το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, είναι κατά βάση τρεις:</p>



<p><strong>Α. Πρώτον</strong>, η εν τέλει περιέλευση της Κύπρου υπό τον πλήρη έλεγχό της. Γεγονός το οποίο αποδεικνύεται ευχερώς και εκ του ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει ούτε αποδέχεται κατ’ ουσία λύση του Κυπριακού Ζητήματος με, έστω και στοιχειώδεις, όρους Διεθνούς Δικαίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, στοχεύοντας αρχικώς στην διχοτόμηση και στο απώτερο μέλλον στον εγκλωβισμό της Κύπρου υπό την&nbsp; κυριαρχική της επιρροή.</p>



<p><strong>Β. Δεύτερον</strong>, η οιονεί&nbsp;<em>«διχοτόμηση»</em>&nbsp;του Αιγαίου Πελάγους και η αντίστοιχη&nbsp; ισομερής συνεκμετάλλευση επ’ αυτού, κατά κατάδηλη παραβίαση κάθε έννοιας των θεμελιωδών αρχών του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ.&nbsp;<em>«Διήκουσα γραμμή»</em>&nbsp;ως προς τούτο είναι ο 25<sup>ος</sup>&nbsp;μεσημβρινός, υπό την έννοια ότι δι’ αυτού του τρόπου η Τουρκία&nbsp;<em>«διεκδικεί»</em>&nbsp;το 50% του Αιγαίου Πελάγους. Όταν σήμερα, πάντα κατά το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, η εν προκειμένω επιρροή της εξαντλείται το πολύ στο 25%, ενώ το υπόλοιπο 75% αναλογεί στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, και πάντα σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, έχοντας ως σημείο αναφοράς την Αιγιαλίτιδα Ζώνη στο Αιγαίο Πέλαγος εκατέρωθεν υπό το προσωρινό καθεστώς&nbsp; των 6 ν.μ., στην Ελλάδα αναλογεί το 43,5% και στην Τουρκία μόλις το 7,5%. Ενώ αν η Ελλάδα ασκήσει πλήρως το δικαίωμά της για επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης στα 12 ν.μ. –φυσικά πάντοτε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ (κυρίως άρθρο 3)- στην Ελλάδα αναλογεί το 71,5% του Αιγαίου Πελάγους και στην Τουρκία μόλις το 8,7%. Τούτο και μόνον εξηγεί την αδιανόητη, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, προβολή εκ μέρους της Τουρκίας του casusbelli του 1995, χρονιάς που άρχισε να ισχύει το Διεθνές Δίκαιο&nbsp; της Θάλασσας του ΟΗΕ.</p>



<p><strong>Γ.</strong><strong>&nbsp;</strong>Και,&nbsp;<strong>τρίτον</strong>, η δημιουργία συνθηκών μελλοντικής αυτονόμησης της όλης περιοχής της Ελληνικής Θράκης διά της δημιουργίας μίας ισχυρής δήθεν&nbsp;<em>«τουρκικής μειονότητας»</em>. Ήτοι μίας δήθεν&nbsp;<em>«εθνικής μειονότητας»</em>, η οποία ουδεμία νομική υπόσταση έχει ή μπορεί να έχει, ιδίως καθ’ ο μέτρο έρχεται σε προφανή αντίθεση με κατ’ ουσίαν καταστατικές διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923. Διατάξεις οι οποίες αναγνωρίζουν στην Ελληνική Θράκη μόνο&nbsp; Θρησκευτική Μουσουλμανική Μειονότητα, και όχι βεβαίως, και μάλιστα καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εθνική&nbsp;<em>«τουρκική μειονότητα»</em>.</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li><strong>V</strong><strong>. Το Κυπριακό Ζήτημα υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου</strong></li>
</ol>



<p>Την επομένη της εύθραυστης ειρήνης που επιτεύχθηκε στην Μέση Ανατολή, και με χρονικό ορίζοντα το προσεχές αλλά και το απώτερο μέλλον, είναι προφανές ότι τα γεωοικονομικά, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο αλλάζουν με ραγδαίους ρυθμούς, ιδίως υπό το πρίσμα της αξιοποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής αυτής με πλήρη τήρηση κυρίως των&nbsp; κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ (UNCLOS) (Σύμβαση του MontegoBay του 1982), κατ’ εξοχήν σε ό,τι αφορά την οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών και πρωτίστως της Υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Και μόνον η γεωγραφική θέση της Κύπρου αναδεικνύει ευκρινώς ότι ο ρόλος της στο πλαίσιο των ως άνω μεγάλων αλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι, οιονεί εκ φύσεως και εξ ορισμού, καθοριστικός.&nbsp; Περί τούτου αρκούν και μόνον οι «<em>μαρτυρίες</em>» από την μία πλευρά της Ελληνικής Πρωτοβουλίας για το Πολυμερές Σχήμα&nbsp;<em>«5Χ5»</em>&nbsp;στην Ανατολική Μεσόγειο με συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Τουρκίας και Λιβύης, για συνεργασία σε κοινά ζητήματα όπως το Μεταναστευτικό, η Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος και η οριοθέτηση Θαλάσσιων Ζωνών. Και, από την άλλη πλευρά, του εντελώς πρόσφατου (6.11.2025) κοινού ανακοινωθέντος των Υπουργών Ενέργειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας, του Ισραήλ και των ΗΠΑ, καθώς και των Συμπροέδρων του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ (Συνεργασία 3+1), αναφορικά με την κοινή δέσμευσή τους για την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο ως βασικού παράγοντα σταθερότητας της περιοχής, με βασικούς άξονες την ενεργειακή ανάπτυξη και την προστασία των ενεργειακών υποδομών. Το εξαιρετικά ανησυχητικό γεγονός εν προκειμένω είναι ότι η προαναφερόμενη δεύτερη πρωτοβουλία (Συνεργασία 3+1) προώθησης της ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και ο αντίστοιχος ρόλος της Κύπρου μάλλον προσεγγίζονται και σχεδιάζονται πάνω σε αμιγώς οικονομικές βάσεις, ενώ απουσιάζουν, σχεδόν παντελώς, οι απαραίτητες πρόσφορες θεσμικές εγγυήσεις, και ιδίως εκείνες που εδράζονται επί του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αυτή την ανησυχητική κατεύθυνση σηματοδοτεί η πρόσφατη συνέντευξη του πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα κ. Τομ Μπάρακ.&nbsp; Στο πλαίσιο της συνέντευξης αυτής ο κ. Τομ Μπάρακ αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία και τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης νέων δομών επικοινωνίας για την εξομάλυνση των σχέσεών τους.&nbsp; Δομών όμως που στηρίζονται αποκλειστικώς επί της οικονομικής συνδεσιμότητας για έναν θεσμοθετημένο διάλογο στην ευρύτερη περιοχή, από την Κασπία έως την Μεσόγειο.&nbsp; Έτσι όμως ο κ. Τομ Μπάρακ απέφυγε επιμελώς να διευκρινίσει πάνω σε ποια θεσμική και κανονιστική βάση θα θεμελιωθεί αυτή η οικονομική συνδεσιμότητα, με την πρόσθετη παρατήρηση ότι από το σκεπτικό του απουσίαζε επιδεικτικώς οιαδήποτε αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Ο προφανής κίνδυνος που ελλοχεύει εξ αιτίας μιας τέτοιας αόριστης τοποθέτησης είναι το όλο εγχείρημα να βασισθεί στα αμιγώς οικονομικά κριτήρια μίας δήθεν «<em>δίκαιης διανομής</em>», με πρόδηλη περιθωριοποίηση ή και παντελή αγνόηση του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κατ’ εξοχήν δε του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ.&nbsp; Οπότε και η μοίρα της Κύπρου σε έναν τέτοιο σχεδιασμό θα κριθεί όχι με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αλλά πάνω στην «<em>προκρούστειακλίνη</em>» της «<em>επικυριαρχίας</em>» του «<em>οικονομικού</em>» επί του «<em>θεσμικού</em>».&nbsp; Κάτι το οποίο από πλευράς Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να θεωρείται αδιανόητο και, άρα, εκ προοιμίου απορριπτέο.</p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Για τον λόγο αυτό είναι προφανής η ανάγκη να καταστούν ευθύς εξ αρχής σαφή, από την πλευρά της Ελλάδας και της Κύπρου και τα εξής: Ο καίριος ρόλος της Κύπρου στο πεδίο της κατά τα προεκτεθέντα ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο -άρα και της σταθερότητας στην περιοχή αυτή- συνάγεται ευκρινώς και από τα σημεία του προμνημονευόμενου κοινού ανακοινωθέντος, τα οποία επικεντρώνονται στην αδήριτη ανάγκη αφενός προγραμματισμού και εκτέλεσης ευρύτερων έργων περιφερειακής διασύνδεσης, εν εξελίξει αλλά και μελλοντικών.&nbsp; Και, αφετέρου, στήριξης του στόχου διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής, με αντίστοιχη μείωση της εξάρτησης από μη «<em>φιλικούς</em>» παράγοντες αλλά και ενίσχυση της συνδεσιμότητας μεταξύ «<em>ομοϊδεατών</em>» φιλικών περιφερειακών εταίρων.&nbsp; Για να διαδραματίσει στο ακέραιο τον συγκεκριμένο αυτό ρόλο της η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει προηγουμένως να λυθεί το Κυπριακό Ζήτημα με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ώστε το εν λόγω Κράτος να μπορεί να θωρακισθεί, επίσης στο ακέραιο και καταλλήλως, σε ό,τι αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;Κατ’ ακρίβεια δε η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να επανέλθει στο καθεστώς προ της προκλητικώς παράνομης τουρκικής εισβολής και κατοχής.&nbsp; Δηλαδή στο καθεστώς μιας Δημοκρατίας η οποία μπορεί να ασκεί, επίσης στο ακέραιο, τουλάχιστον την strictosensu Κυριαρχία της και όλα, ανεξαιρέτως, τα Κυριαρχικά της Δικαιώματα, με έμφαση σε εκείνα τα οποία θεσπίζει και κατοχυρώνει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ.&nbsp;&nbsp;Δυστυχώς, έως τώρα και μολονότι η Κυπριακή Δημοκρατία κλείνει δύο δεκαετίες ως πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) ουδέποτε ενεργοποιήθηκε επαρκώς -και οπωσδήποτε υπό όρους που ανταποκρίνονται στην Αρχή της Αλληλεγγύης προεχόντως κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)- υπέρ της Κύπρου και εις βάρος της Τουρκίας.&nbsp; Οι μέσω της ΚΕΠΠΑ κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας για την κατάφωρη παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Διεθνούς Δικαίου εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας απουσιάζουν επιδεικτικώς, ενώ ουδέποτε η Χώρα αυτή πιέσθηκε, ουσιαστικώς, για την υπό όρους Ευρωπαϊκού Δικαίου και Ευρωπαϊκής Νομιμότητας επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος. Δηλαδή υπό όρους ομοσπονδιακού τύπου Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, όπως απαιτεί το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα παρατέθηκαν προηγουμένως, επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας μόνον υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, φυσικά δίχως ουδεμία έκπτωση οιασδήποτε μορφής. Δοθέντος ότι μόνον έτσι μπορεί η λύση του Κυπριακού Ζητήματος να είναι δίκαιη και βιώσιμη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται τα εξής:</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;<strong>Το Διεθνές Δίκαιο</strong></p>



<p>Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li>Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, απεριφράστως καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται, ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας υπήρξαν  -και παραμένουν- προεχόντως τα εξής:</li>
</ol>



<p><strong>α)</strong><strong>&nbsp;</strong>Πριν απ’ όλα το&nbsp; αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp; Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο -ιδίως λόγω της συνέχισης&nbsp; και&nbsp; επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων-&nbsp; με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, 1.8.1974, αρ. 355/1974, 14.8.1974, αρ. 357/1974, 15.8.1974, αρ. 358/1974, 15.8.1974, αρ. 359/1974, 16.8.1974, αρ. 360/1974, 30.8.1974, αρ. 361/1974 και 13.12.1974, αρ. 364/1974.</p>



<p><strong>β)</strong><strong>&nbsp;</strong>Και ύστερα το,&nbsp; καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε,&nbsp; επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «<em>Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου</em>».&nbsp;Σημειωτέον, ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος,&nbsp; με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, 11.5.1984, αρ. 550/1984, 12.3.1990, αρ. 649/1990, 10.4.1992, αρ. 750/1992, 25.11.1992, αρ. 789/1992 και 29.6.1999, αρ. 1251/1999.&nbsp; Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε&nbsp; -και έκτοτε γίνεται παγίως-&nbsp; δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος,&nbsp; με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους-&nbsp; ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα&nbsp; κατηγορηματικώς, κάθε «<em>προοπτική</em>» διχοτόμησης ή απόσχισης.</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li>Περαιτέρω, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ. Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την strictosensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.</li>
</ol>



<p><strong>α)</strong><strong>&nbsp;</strong>Σύμβαση η οποία, όπως επισημάνθηκε ήδη ακροθιγώς, καταρτίσθηκε το 1982&nbsp; -ως «<em>Σύμβαση του</em><em>&nbsp;Montego</em>&nbsp;<em>Bay</em>»-&nbsp; και άρχισε να ισχύει από το 1995.&nbsp; Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς -ήτοι ως νομικό πρόσωπο, πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της-&nbsp; η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998.&nbsp; Γεγονός&nbsp; που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί&nbsp; έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της. Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη -όπως π.χ. η Τουρκία- κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της ΣΕΕ.</p>



<p><strong>β)</strong><strong>&nbsp;</strong>Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή&nbsp; -όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς ergaomnes.&nbsp; Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί.&nbsp; Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει,&nbsp; αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας «<em>κατά το δοκούν</em>», όπως προκύπτει ανενδοιάστως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>», του 2019.&nbsp; Επισημαίνεται&nbsp; -προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και «<em>καθαρότητα</em>»-&nbsp; ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε&nbsp;<em>«πρωτοκόλληση»</em>&nbsp;του&nbsp;<em>«μνημονίου»</em>&nbsp;τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει&nbsp; αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων&nbsp;<em>«πρωτοκολλήσεων»</em>&nbsp;διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία που ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της&nbsp;<em>«κανονιστικής δυναμικής»</em><em>&nbsp;</em>των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.</p>



<p><strong>Γ. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p>Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου.&nbsp; Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε,&nbsp; η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα</em>» της, της Ευρωζώνης.&nbsp; Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.&nbsp; Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΣΕΕ (άρθρα 1-12), θέτει συγκεκριμένες βασικές προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση να αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της.&nbsp; Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, dejure και defacto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>Δ. Οι κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p>Από τα όσα ήδη παρατέθηκαν καθίσταται προφανές ότι η επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος, με πλήρη τήρηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρέπει να πληροί, εν συνόλω, τις εξής προϋποθέσεις:</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li><strong>Πρώτον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή το πολύ Ομοσπονδιακού Κράτους, κατά τα Διεθνή και κυρίως κατά τα Ευρωπαϊκά αντίστοιχα πρότυπα. Ουδεμία μορφή Συνομοσπονδίας, ευθεία ή συγκεκαλυμμένη, είναι ανεκτή.  Και τούτο πρωτίστως διότι πέραν του ότι μία τέτοια «<em>λύση»</em> είναι, εξ ορισμού, θνησιγενής και εξυπηρετεί μόνο τις βλέψεις και τα συμφέροντα της Τουρκίας με το να οδηγεί σε ουσιαστική πολιτειακή αποσύνθεση την Κυπριακή Δημοκρατία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον πυρήνα του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Κυρίως δε με τις διατάξεις της ΣΕΕ, ως προς την πολιτειακή μορφή και την κυριαρχία των Κρατών-Μελών της.  Πραγματικά, αποτελεί κοινό νομικό και πολιτικό «<em>τόπο</em>» ότι Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν μπορεί να είναι Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δοθέντος ότι δεν δύναται, εκ φύσεως, ν’ ανταποκριθεί, μεταξύ άλλων, στις απαιτήσεις επαρκούς τήρησης του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Αυτό και μόνον αποδεικνύει, δίχως αμφιβολία, μεταξύ άλλων και ότι το περιβόητο «<em>σχέδιο Ανάν</em>» για την Κύπρο όχι μόνο δεν υπήρξε «<em>χαμένη ευκαιρία</em>» αλλά, όλως αντιθέτως, αν εφαρμοζόταν -και με δεδομένο το ότι κατέληγε στην δημιουργία κράτους συνομοσπονδιακού τύπου-  θα οδηγούσε, νομοτελειακώς, στην διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.</li>



<li><strong>Δεύτερον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να στηρίζεται, καθ’ ολοκληρία, στις θεμελιώδεις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως θεσμικής εγγύησης της Ελευθερίας<em>in globo</em><em>.</em><em> </em> Άρα ως θεσμικής εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όχι μόνο κατά το Εθνικό Δίκαιο αλλά και κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</li>



<li><strong>Τρίτον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει, ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Διεθνή Νομική Προσωπικότητα.</li>



<li><strong>Τέταρτον</strong>, στην Κυπριακή Δημοκρατία νοείται μία, και μόνον, Ιθαγένεια.</li>



<li><strong>Πέμπτον</strong>, η Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πλήρης, με εξίσου πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τούτο σημαίνει πληρότητα και της<em>stricto</em> <em>sensu</em> Κυριαρχίας της -π.χ. σε ό,τι αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, τα σύνορά της, την αιγιαλίτιδα ζώνη της κ.λπ.- και της <em>lato</em> <em>sensu</em> Κυριαρχίας της, άρα την πλήρη άσκηση όλων, δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Κυριαρχικών της Δικαιωμάτων, με επίκεντρο τα Δικαιώματά της επί του συνόλου των Θαλάσσιων Ζωνών της κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, π.χ. επί της Υφαλοκρηπίδας της και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί επ’ αυτού, όπως ήδη διευκρινίσθηκε, το ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στην ως άνω Διεθνή Σύμβαση αφού αυτή, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου οι οποίοι ισχύουν <em>erga</em> <em>omnes</em>.</li>



<li><strong>Έκτον</strong> -και κατά συνέπεια- επί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν, κατ’ ουδένα τρόπο, στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν, επίσης κατ’ ουδένα τρόπο, εγγυήσεις τρίτων. Και στις «<em>εγγυήσεις»</em> αυτές περιλαμβάνονται ενδεχόμενες «<em>εγγυήσεις»</em> και της Μεγάλης Βρετανίας, ιδίως αφότου συντελέσθηκε το Brexit.</li>



<li>Και, <strong>έβδομον</strong>, τα προεκτεθέντα συνεπάγονται ότι από την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αποχωρήσουν, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, οι «<em>έποικοι»,</em>τους οποίους εγκατέστησε παρανόμως, σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Τουρκία και να επανέλθουν οι αναγκαστικώς αποχωρήσαντες από τις εστίες τους, λόγω της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες, ανακτώντας στο ακέραιο όλα τα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και κατά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαιώματά τους.</li>
</ol>



<p><strong>Ε.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong> Η στάση της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ</strong></p>



<p>Όσο για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ, η κατ’ αποτέλεσμα «<em>ισότιμη»</em>&nbsp;αντιμετώπιση Τουρκίας και Κύπρου -δηλαδή του «<em>θύτη»</em>&nbsp;με το «<em>θύμα»</em>&nbsp;της τουρκικής εισβολής και κατοχής-&nbsp;&nbsp; κατά την λογική της ανοχής των ατέρμονων και κενών περιεχομένου συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών, δείχνει πόσο στις μέρες μας το Διεθνές Δίκαιο, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ, συντίθεται όχι τόσο από&nbsp;<em>leges</em>&nbsp;<em>perfectae</em>, αλλά σε πολλές περιπτώσεις από&nbsp;<em>leges</em>&nbsp;<em>minus</em>&nbsp;<em>quam</em>&nbsp;<em>perfectae</em>&nbsp;ή και&nbsp;<em>leges</em>&nbsp;<em>imperfectae</em>. Ελλάδα και Κύπρος, λοιπόν, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν αυτή την οιονεί «<em>χειμέρια</em>&nbsp;<em>νάρκη»</em>&nbsp; της ΚΕΠΠΑ και της Διεθνούς Νομιμότητας&nbsp;πρέπει να θέσουν, ως Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Διεθνούς Κοινότητας, προ των ευθυνών τους τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και εκείνους της Διεθνούς Κοινότητας επισημαίνοντας, χωρίς περιστροφές, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, και τα εξής: Όπως όλοι στεκόμαστε σήμερα στο πλευρό της Ουκρανίας, &nbsp;καταδικάζοντας απεριφράστως και εμπράκτως το πολεμικό έγκλημα της Ρωσίας, στην ίδια γραμμή υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει να καταδικασθεί -με χρησιμοποίηση του veto αν χρειασθεί σε μελλοντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης-&nbsp;&nbsp;απεριφράστως και εμπράκτως και η συνεχιζόμενη εγκληματική τακτική της Τουρκίας εις βάρος της Μαρτυρικής Κύπρου.&nbsp; Διότι η επιλεκτική εφαρμογή της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας οδηγεί, μοιραίως, στην ουσιαστική αναίρεσή τους.</p>



<p><strong>VI</strong><strong>.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong>Οι στρεβλώσεις των κανόνων αναθεώρησης του Συντάγματος υπονομεύουν νομοτελειακώς την θεσπισμένη αυστηρότητά του</strong></p>



<p>Η ιστορική αποτίμηση της ratiorevisendaeconstitutionis στο πεδίο των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975, διαδοχικώς το 1986, το 2001, το 2008 και το&nbsp; 2019, μας παραπέμπει, αναγκαίως, σε μια έστω και συνοπτικώς κωδικοποιημένη υπενθύμιση των λόγων θέσπισης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, των σχετικών με την legeartis αναθεώρησή του.&nbsp; Και στο σημείο αυτό, προφανώς για λόγους πιστής απόδοσης της συνταγματικής μας πραγματικότητας και πρακτικής, πρέπει να τονισθεί ότι υπό το καθεστώς εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 είναι η πρώτη φορά στην συνταγματική μας ιστορία που και οι διατάξεις του κατά κανόνα εφαρμόζονται, ως προς σημαντικό μέρος, ικανοποιητικώς και οι αναθεωρήσεις του ξεκινούν και ολοκληρώνονται με πιστή τήρηση των ειδικών προς τούτο διαδικαστικών συνταγματικών προβλέψεων.&nbsp; Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι από το 1975 και ύστερα βιώνουμε, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, την πιο ομαλή περίοδο συνταγματικώς ρυθμισμένης διακυβέρνησης στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.&nbsp; Για την ως άνω αναδρομή στις κανονιστικές ρίζες των διατάξεων του άρθρου 110 περί αναθεώρησης του Συντάγματος ίσως κάποιος αντιτείνει ότι πρόκειται&nbsp; για στοιχειώδεις νομικές έννοιες και γνώσεις, κοινώς γνωστές και αποδεκτές τουλάχιστον στην latosensu Νομική μας Κοινότητα. Όμως μάλλον κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν αντιληφθούμε τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τις ως άνω αναθεωρήσεις του Συντάγματος και πώς αυτές εξελίχθηκαν στην πράξη.</p>



<p><strong>Α. Μια βιωματική κατάθεση</strong></p>



<p>Ήδη από την αφετηρία ας μου επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία.&nbsp; Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986&nbsp; την βίωσα ως Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Στην&nbsp; αναθεώρηση μάλιστα του Συντάγματος του 2001&nbsp; μετείχα ως Εισηγητής αρχικώς και, στην συνέχεια, ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Τέλος, την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 την βίωσα ως εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος ναι μεν κατά τον εκ του Συντάγματος ρόλο του δεν μετείχε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θεσμικώς στην αναθεωρητική διαδικασία, πλην όμως εκ συνταγματικού καθήκοντος την παρακολούθησα καθ’ όλη την διάρκειά της, ήτοι και στις δύο φάσεις της, πολλώ μάλλον όταν μεταξύ των αναθεωρητέων διατάξεων περιλαμβάνονταν και οι περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος.&nbsp; Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ΄ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 – η τελευταία οπωσδήποτε ελλιπής λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής- ολοκληρώθηκαν με πλήρη τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με πλήρη τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Καταστατικού μας Χάρτη.&nbsp; Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν πιστά κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Σεβασμό ο οποίος έγκειται –όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια- στην δίχως άλλες πολιτικές σκοπιμότητες επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος, ώστε μέσα από την επιβεβλημένη προσαρμογή τους στις aposteriori ουσιώδεις μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, intra και extramuros, να διατηρήσει την κανονιστική ικμάδα του ως υπέρτερης τυπικής ισχύος Καταστατικός Χάρτης. Καταστατικός Χάρτης ο οποίος συνιστά, ταυτοχρόνως, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που εγγυώνται, προεχόντως, την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τον θεσμικό προορισμό τους και την στήριξη των&nbsp;<em>«δίδυμων»</em>&nbsp;θεσμικών πυλώνων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα λοιπόν προς τις προμνημονευόμενες επιταγές των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, οι στόχοι των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1986 και του 2019 ήταν πολύ περισσότερο πολιτικοί και εμφανώς λιγότερο θεσμικοί. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε,&nbsp; κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά,&nbsp; μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές- καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την&nbsp; ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμη και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.</p>



<p><strong>B</strong><strong>. Η κανονιστική</strong><strong>&nbsp;sedes</strong>&nbsp;<strong>materiae</strong>&nbsp;<strong>των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος</strong></p>



<p>Ύστερα από τα προεκτεθέντα επανέρχομαι στην ρυθμιστική κανονιστική φυσιογνωμία των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, θεσμοθετούν –ας μου επιτραπεί αυτή η θεωρητική μεταφορά- το&nbsp;<em>«κανονιστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης»</em>&nbsp;του Συντάγματος. Και συγκεκριμένα την νομική εκείνη διεργασία, η οποία μέσα από την τήρηση των θεσπισμένων κατάλληλων διαδικαστικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων έναρξης και ολοκλήρωσης της αναθεώρησης επιτρέπει στο Σύνταγμα, κατά την ίδια την θεσμική του υπόσταση, να διατηρεί αενάως αμείωτη –ή και έτι περαιτέρω ενισχυμένη κατά τις περιστάσεις- την κανονιστική του εμβέλεια και, συνακόλουθα, ισχύ του, προσαρμοζόμενο καταλλήλως στις επίσης αέναες μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής υποδομής και πραγματικότητας που οφείλει να πλαισιώνει ρυθμιστικώς υπό όρους διαφάνειας και ρυθμιστικής ομαλότητας. Στην πράξη, ο εκ μέρους των ημετέρων πολιτικών ιθυνόντων θεσμικός εκφυλισμός των διατάξεων του Συντάγματος με απώτερο σκοπό και στόχο την με κάθε μέσο εκπλήρωση των επιδιώξεών τους, ο οποίος&nbsp; καταλήγει οιονείνομοτελειακώς στην προϊούσα κανονιστική συρρίκνωσή τους, εμφανίσθηκε κατά βάση με δύο τρόπους.&nbsp; Εκ των οποίων ο δεύτερος πλήττει κυρίως το θεσμικό κύρος των διατάξεων αλλά και αυτού τούτου του ρυθμιστικού ρόλου του Συντάγματος. Ο πρώτος τρόπος ανάγεται, κατά τα ακροθιγώς προεκτεθέντα, στην μέθοδο της inconcreto ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων του Συντάγματος όχι κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, αλλά κατά τις επιδιώξεις των πολιτικών&nbsp; ιθυνόντων και, επέκεινα, κατά τις σκοπιμότητες τις οποίες εξυπηρετούν οι σχετικές αποφάσεις τους.&nbsp; Όπως είναι προφανές η μέθοδος αυτή, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των εκτελεστικών του Συντάγματος διατάξεων προκειμένου να προσαρμοσθούν στις κυβερνητικές επιδιώξεις, καταλήγει, μέσω μιας σαφώς παραμορφωτικής ερμηνείας των διατάξεων τούτων, όχι βεβαίως σε έναν γνήσιο έλεγχο συνταγματικότητας αλλά, econtrario και κατ’ αποτέλεσμα, σε ένα είδος ελέγχου της νομιμότητας των εφαρμοστέων κατά περίπτωση ρυθμίσεων&nbsp; του Συντάγματος.&nbsp; Πρέπει δε να προστεθεί, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση, και ότι για να καταστεί εφικτή η κατά τα προμνημονευόμενα πραγμάτωση διά της κανονιστικής οδού των επιδιώξεων των πολιτικών&nbsp; ιθυνόντων, μέσω της διαστρεβλωτικής σύμφωνης με τις νομοθετικές ρυθμίσεις ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και του επέκεινα θεσμικώς αδιανόητου ελέγχου της νομιμότητας του Συντάγματος, απαιτείται, αναγκαίως, και η σύμπραξη των&nbsp; λειτουργών&nbsp; της Δικαιοσύνης.&nbsp; Των οποίων η αντίστοιχη διευκόλυνση εν προκειμένω έχει αρκετές φορές διαπιστωθεί στο παρελθόν αλλά και σήμερα.&nbsp; Είναι&nbsp; άκρως χαρακτηριστικό το εντελώς πρόσφατο παράδειγμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων νόμων, οι οποίοι θεσπίσθηκαν με αντικείμενο το καθεστώς επιλογής των μελών και τις αρμοδιότητες Ανεξάρτητων Αρχών, και δη συνταγματικώς κατοχυρωμένων, όπως π.χ. το Εθνικό Συμβούλιο &nbsp;Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ).&nbsp; Αυτή η δικαστική «<em>συνδρομή</em>» σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των κυβερνητικών επιδιώξεων δια της συρρίκνωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε όταν η αντισυνταγματικότητα των επίμαχων και επίδικων νομοθετικών&nbsp; ρυθμίσεων&nbsp; είναι κατάδηλη και δεν μπορεί να παρακαμφθεί επιστρατεύεται το «<em>φίλτρο</em>» του δικονομικώς απαραδέκτου.&nbsp; Ήτοι η εκ μέρους του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου -ακόμη και ανωτάτου-&nbsp; επίκληση λόγων του παραδεκτού για την τύποις απόρριψη του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος ή μέσου, με συνηθέστερο λόγο εκείνον της έλλειψης του απαιτούμενου προσωπικού, άμεσου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος.&nbsp; Έτσι ώστε, δήθεν,&nbsp; το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην μετατρέπεται στην πράξη σε μια actiο popularis.<strong>&nbsp;&nbsp;</strong>Και ο δεύτερος τρόπος ανάγεται στην ευθεία επέμβαση επί του ρυθμιστικού πλαισίου του Συντάγματος διά της αναθεώρησης διατάξεών του, όχι διότι το κανονιστικό τους περιεχόμενο δεν είχε θεσπισθεί επιτυχώς ως προς την αντιστοίχως επιδιωκόμενη ratioconstitutionis, αλλά απλώς διότι οι ρυθμίσεις τους όσο και αν ερμηνεύονταν με την&nbsp; μέγιστη, ακόμη δε και σχεδόν διαστρεβλωτική, ευρύτητα δεν&nbsp; επέτρεπαν την εκπλήρωση των επιδιώξεων των ηγητόρων της Εκτελεστικής Εξουσίας -με άλλες λέξεις του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης- κατά την&nbsp; επιδίωξη της ικανοποίησης των πολιτικών τους στόχων και σκοπιμοτήτων. Προς την κατεύθυνση αυτή συμπράττει, εμφανώς και ευθέως, προσφάτως και μέρος της Νομικής Επιστημονικής Κοινότητας, όταν σπεύδει να ερμηνεύσει διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων όχι με βάση το ισχύον Σύνταγμα αλλά -κάτι εντελώς πρωτόγνωρο στα συνταγματικά μας δεδομένα- με όσα πρόκειται, κατά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, να συμβούν ύστερα από προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος.&nbsp; Πρόκειται για μια νομικώς προδήλως εσφαλμένη μέθοδο ερμηνείας του Συντάγματος με βάση την «<em>προσδοκία αναθεώρησής</em>» του.&nbsp; Μέθοδο η οποία οδηγεί, με ακόμη μεγαλύτερη διακινδύνευση, όχι μόνο προς την περαιτέρω κανονιστική συρρίκνωση του Συντάγματος αλλά ακόμη και στην δεδομένη ρυθμιστική περιθωριοποίησή του.&nbsp;Πολλώ μάλλον όταν μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εκείνοι που επιχειρούν να εφαρμόσουν υπ’ αυτή την λογική τις διατάξεις του Συντάγματος προδικάζουν,&nbsp; και δη αυθαιρέτως, από την μια πλευρά το ενδεχόμενο της αναθεώρησής τους και, από την άλλη πλευρά, το ίδιο το περιεχόμενο το οποίο θα έχουν τελικώς οι κατά την εκτίμησή τους υπό αναθεώρηση διατάξεις.</p>



<iframe width="560" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/78VjBOF9eXs?si=DhFrW0vcQDhEpttM" title="YouTube video player" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η φιλοσοφική σκέψη για τα δικαιώματα του ανθρώπου στο πλαίσιο των κλασικών πολιτισμών</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/06/26/pavlopoulos-i-filosofiki-skepsi-gia-ta/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Jun 2025 11:01:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1059867</guid>

					<description><![CDATA[Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παρέστη σήμερα και απηύθυνε χαιρετισμό στα εγκαίνια της Κινεζικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, η οποία έχει την έδρα της στο Ελληνικό. Στην συνέχεια ο κ. Παυλόπουλος μίλησε, στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα την «Φιλοσοφική σκέψη για τα  Δικαιώματα του Ανθρώπου στο πλαίσιο των Κλασικών [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ο<strong> </strong>πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παρέστη σήμερα και απηύθυνε χαιρετισμό στα εγκαίνια της Κινεζικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, η οποία έχει την έδρα της στο Ελληνικό. Στην συνέχεια ο κ. Παυλόπουλος μίλησε, στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα την <em>«Φιλοσοφική σκέψη για τα  Δικαιώματα του Ανθρώπου στο πλαίσιο των Κλασικών Πολιτισμών»</em>, με αντικείμενο την περί Ελευθερίας θεωρία  του Επικτήτου εντός του πεδίου  της Στωικής Φιλοσοφίας.</h3>



<p>Στην ομιλία του επισήμανε ιδίως το πόσο η σκέψη αυτή είναι, τουλάχιστον εν πολλοίς, κοινή στους κατ’ τ’ ανωτέρω Κλασικούς Πολιτισμούς. Ειδικότερα, ο κ. Παυλόπουλος τόνισε ότι η κατά τον Επίκτητο Ελευθερία συμπυκνώνεται  στην δύναμη του Ανθρώπου να αναχαιτίζει την, καταστροφική πολλές φορές για τον βίο του, ροπή διαρκούς επιδίωξης απόκτησης αγαθών. Κατ’ εξοχήν δε αγαθών τα οποία  δεν είναι χρήσιμο ή και δεν είναι εφικτό  να αποκτήσει. </p>



<p>Περαιτέρω ο κ. Παυλόπουλος ανέδειξε ότι η προαναφερόμενη θεωρία του Επικτήτου περί Ελευθερίας είναι πάντα επίκαιρη και στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Κυρίως καθ’ ο μέτρο συμβάλλει στην κατανόηση του ότι εντός αυτής η άσκηση του κάθε είδους δικαιώματος δεν είναι ανεξέλεγκτη, αλλά έχει όρια που καθορίζονται προεχόντως από το Σύνταγμα και την εκτελεστική του νομοθεσία. Όρια, τα οποία ο Άνθρωπος πρέπει να σέβεται συνειδητώς και όχι υπό καθεστώς καταναγκασμού.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Οι στρεβλώσεις των κανόνων αναθεώρησης του Συντάγματος υπονομεύουν νομοτελειακώς την θεσπισμένη αυστηρότητά του</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/06/10/pavlopoulos-oi-strevloseis-ton-kanon/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 10 Jun 2025 12:53:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1053006</guid>

					<description><![CDATA[Ομιλία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού κ.Προκόπη Παυλοπούλου με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975» στο Συνέδριο που συνδιοργάνωσαν -υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων- ο «Κύκλος Ιδεών», η «ΔιαΝΕΟσις» και το «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών» στο Ζάππειο Μέγαρο. Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ομιλία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού κ.Προκόπη Παυλοπούλου με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975» στο Συνέδριο που συνδιοργάνωσαν -υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων- ο «Κύκλος Ιδεών», η «ΔιαΝΕΟσις» και το «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών» στο Ζάππειο Μέγαρο.</h3>



<p>Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ως συμπροεδρεύων στην Β΄ Ενότητα -με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου: 1986, 2001, 2008, 2018 και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975»- του διήμερου Συνεδρίου που συνδιοργάνωσαν, μεταξύ 10 και 11 Ιουνίου 2025, υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων ο «Κύκλος Ιδεών», η «ΔιαΝΕΟσις» και το «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών» στο Ζάππειο Μέγαρο, με γενική θεματική: «Πενήντα χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Η συνταγματική υπόσχεση της Μεταπολίτευσης και η ποιότητα της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου».</p>



<p>Η ιστορική αποτίμηση της ratiorevisendaeconstitutionis στο πεδίο των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975, διαδοχικώς το 1986, το 2001, το 2008 και το 2019, μας παραπέμπει, αναγκαίως, σε μια έστω και συνοπτικώς κωδικοποιημένη υπενθύμιση των λόγων θέσπισης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, των σχετικών με την legeartis αναθεώρησή του. Και στο σημείο αυτό, προφανώς για λόγους πιστής απόδοσης της συνταγματικής μας πραγματικότητας και πρακτικής, πρέπει να τονισθεί ότι υπό το καθεστώς εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 είναι η πρώτη φορά στην συνταγματική μας ιστορία που και οι διατάξεις του κατά κανόνα εφαρμόζονται, ως προς σημαντικό μέρος, ικανοποιητικώς και οι αναθεωρήσεις του ξεκινούν και ολοκληρώνονται με πιστή τήρηση των ειδικών προς τούτο διαδικαστικών συνταγματικών προβλέψεων.</p>



<p>Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι από το 1975 και ύστερα βιώνουμε, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, την πιο ομαλή περίοδο συνταγματικώς ρυθμισμένης διακυβέρνησης στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.</p>



<p><strong>Ι. Η εμπειρία των αναθεωρήσεων του ισχύοντος Συντάγματος<br></strong>Για την ως άνω αναδρομήστις κανονιστικές ρίζες των διατάξεων του άρθρου 110 περί αναθεώρησης του Συντάγματος ίσως κάποιος αντιτείνει ότι πρόκειται για στοιχειώδεις νομικές έννοιες και γνώσεις, κοινώς γνωστές και αποδεκτές τουλάχιστον στην latosensu Νομική μας Κοινότητα. Όμως μάλλον κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν αντιληφθούμε τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τις ως άνω αναθεωρήσεις του Συντάγματος και πώς αυτές εξελίχθηκαν στην πράξη.</p>



<p><strong>Α. Μια βιωματική κατάθεση<br></strong>Ήδη από την αφετηρία ας μου επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία. Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986 την βίωσα ως Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Στην αναθεώρηση μάλιστα του Συντάγματος του 2001 μετείχα ως Εισηγητής αρχικώς και, στην συνέχεια, ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Τέλος, την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 την βίωσα ως εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος ναι μεν κατά τον εκ του Συντάγματος ρόλο του δεν μετείχε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θεσμικώς στην αναθεωρητική διαδικασία, πλην όμως εκ συνταγματικού καθήκοντος την παρακολούθησα καθ’ όλη την διάρκειά της, ήτοι και στις δύο φάσεις της, πολλώ μάλλον όταν μεταξύ των αναθεωρητέων διατάξεων περιλαμβάνονταν και οι περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος.</p>



<p><strong>Β.«Γνήσιες» και «μη γνήσιες» αναθεωρήσεις<br></strong>Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ΄ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 – η τελευταία οπωσδήποτε ελλιπής λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής- ολοκληρώθηκαν με πλήρη τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με πλήρη τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Καταστατικού μας Χάρτη. Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν πιστά κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Σεβασμό ο οποίος έγκειται –όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια- στην δίχως άλλες πολιτικές σκοπιμότητες επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος, ώστε μέσα από την επιβεβλημένη προσαρμογή τους στις aposteriori ουσιώδεις μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, intra και extramuros, να διατηρήσει την κανονιστική ικμάδα του ως υπέρτερης τυπικής ισχύος Καταστατικός Χάρτης. Καταστατικός Χάρτης ο οποίος συνιστά, ταυτοχρόνως, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που εγγυώνται, προεχόντως, την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τον θεσμικό προορισμό τους και την στήριξη των «δίδυμων» θεσμικών πυλώνων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα λοιπόν προς τις προμνημονευόμενες επιταγές των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, οι στόχοι των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1986 και του 2019 ήταν πολύ περισσότερο πολιτικοί και εμφανώς λιγότερο θεσμικοί. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε, κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές- καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμη και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.</p>



<p><strong>ΙΙ. Η κανονιστική sedesmateriae των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος<br></strong>Ύστερα από τα προεκτεθέντα επανέρχομαι στην ρυθμιστική κανονιστική φυσιογνωμία των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, θεσμοθετούν –ας μου επιτραπεί αυτή η θεωρητική μεταφορά- το «κανονιστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης» του Συντάγματος. Και συγκεκριμένα την νομική εκείνη διεργασία, η οποία μέσα από την τήρηση των θεσπισμένων κατάλληλων διαδικαστικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων έναρξης και ολοκλήρωσης της αναθεώρησης επιτρέπει στο Σύνταγμα, κατά την ίδια την θεσμική του υπόσταση, να διατηρεί αενάως αμείωτη –ή και έτι περαιτέρω ενισχυμένη κατά τις περιστάσεις- την κανονιστική του εμβέλεια και, συνακόλουθα, ισχύ του, προσαρμοζόμενο καταλλήλως στις επίσης αέναες μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής υποδομής και πραγματικότητας που οφείλει να πλαισιώνει ρυθμιστικώς υπό όρους διαφάνειας και ρυθμιστικής ομαλότητας.</p>



<p><strong>Α.Ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και οι κανονιστικές επιπτώσεις του<br></strong>Τον ως άνω νομικό νεολογισμό περί «ενστίκτου αυτοσυντήρησης και επιβίωσης» του Συντάγματος τεκμηριώνει επαρκώς, πάντα κατά την γνώμη μου, η ίδια η κατά τα προεκτεθέντα κανονιστική ιδιοσυστασία του ως Θεμελιώδους Νόμου, βάσης και κορυφής της Έννομης Τάξης. Ειδικότερα, για να εκπληρώνει αυτή την κρίσιμη κανονιστική του λειτουργία και αποστολή το Σύνταγμα πρέπει να ισχύει και να εφαρμόζεται στην πράξη, και δη υπό την πρόσθετη προϋπόθεση της απρόσκοπτης ενεργοποίησης των κυρωτικών μηχανισμών σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του, κατά τα προτάγματα του θεσμικού πλαισίου του Κράτους Δικαίου. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα θεσπίζεται και λειτουργεί ως Θεμελιώδης Νόμος και Καταστατικός Χάρτης της Έννομης Τάξης μόνον εφόσον και καθ’ ό μέτρο εφαρμόζεται, και μάλιστα στο ακέραιο, στην πράξη. Econtrario, η μη εφαρμογή του Συντάγματος το αποστεώνει κανονιστικώς και ρυθμιστικώς και το καθιστά γράμμα κενό περιεχομένου, παντελώς απρόσφορο να φέρει σε πέρας την θεσμική του λειτουργία και αποστολή στο ευρύτερο πεδίο των εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p>1.Η deconstitutionelata πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος και η επέκεινα επιβεβαίωση ή και ισχυροποίηση του κανονιστικού περιεχομένου τους προϋποθέτει, κατ’ εξοχήν, την ρυθμιστική τους καταλληλότητα στον βαθμό που απαιτείται για να πλαισιώνουν κανονιστικώς με επάρκεια και σύμφωνα με τα προτάγματα των θεσμοθετημένων εγγυήσεων του Συντάγματος την αντίστοιχη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία στην εποχή μας εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, κυρίως εξαιτίας της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και της Τεχνολογίας που μοιραίως –και κατ’ ακρίβεια νομοτελειακώς-καθιστούν επιβεβλημένη την κατά καιρούς κανονιστική αναθεωρητική επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος. Επικαιροποίηση η οποία πρέπει να συντελείται με γνώμονα την διατήρηση και θωράκιση της ρυθμιστικής του εμβέλειας, οπωσδήποτε όμως δίχως αλλοίωση των θεμελιωδών του χαρακτηριστικών και δεδομένων ως Καταστατικού Χάρτη που συνιστά την κανονιστική σπονδυλική στήλη της Έννομης Τάξης εντός του πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p>2.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η deconstitutionelata πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος και η επέκεινα επιβεβαίωση ή και ισχυροποίηση του κανονιστικού τους περιεχομένου είναι εκείνη που, κατ’ ουσίαν, καταστρώνει αλλά και οριοθετεί ρυθμιστικώς την διαδικασία αναθεώρησής τους. Και το πράττει με αποκλειστικό στόχο την υπεράσπιση της αντίστοιχης κανονιστικής τους ισχύος, οπωσδήποτε όμως δίχως να θίγεται ο σκληρός πυρήνας των αρχικών προβλέψεων του Συντάγματος, όπως αυτές καθιερώθηκαν εκ μέρους της αρμόδιας Βουλής κατ’ ενάσκηση Συντακτικής Εξουσίας. Συντακτικής Εξουσίας η οποία εκ φύσεως και εξ ορισμού διέθετε προδήλως αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση, αναλόγως διακριτή εκείνης την οποία εν συνεχεία διαθέτει η Βουλή κατά την ενάσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας.</p>



<p>Κατά τούτο λοιπόν δικαιολογείται η κανονιστική ιδιοσυστασία των περί αναθεώρησης του Συντάγματος διατάξεων του άρθρου 110, οι οποίες κατά νομική λογική ακολουθία εγγυώνται και τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Δηλαδή την αναθεώρησή του κατά πρώτο λόγο με πρωταρχική επιδίωξη την κανονιστική επικαιροποίησή του και την διατήρηση της υπέρτερης ρυθμιστικής του ισχύος, κάτι το οποίο αντιτίθεται, τουλάχιστον κατά το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, στην αναθεώρησή του προς επιδίωξη αμιγώς πολιτικών και, πολύ περισσότερο, κομματικών σκοπιμοτήτων. Και, κατά δεύτερο λόγο, με αδιάπτωτο σεβασμό του αυστηρού χαρακτήρα του, αφού μόνον ο αυστηρός αυτός χαρακτήρας εγγυάται την διατήρηση της υπέρτερης τυπικής ισχύος των διατάξεών του έναντι όλων των λοιπών διατάξεων της Έννομης Τάξης, κατά συνέπεια δε την ρυθμιστική του υπόσταση ως Καταστατικού Χάρτη της όλης πολιτειακής οργάνωσης και λειτουργίας.</p>



<p>Β.Η υπεράσπιση του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος έναντι των αναθεωρήσεων των διατάξεών του υπό τα καυδιανά δίκρανα πολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων<br>Αυτόν ακριβώς τον αυστηρό χαρακτήρα -και υπ’ αυτά ακριβώς τα κανονιστικά χαρακτηριστικά- θεσπίζουν και εγγυώνται οι περί αναθεώρησης του Συντάγματος διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Διατάξεις οι οποίες θεσπίζουν, όπως είναι ευνόητο, αυτοθρόως τόσον ουσιαστικές όσο και διαδικαστικές προϋποθέσεις αναθεώρησης, μέσω των οποίων επιβεβαιώνεται, στο διηνεκές, ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και η πλήρης διαφοροποίησή του, από πλευράς θέσπισης αλλά και κανονιστικής εμβέλειας, από τον τυπικό νόμο και τις λοιπές, υποδεέστερης τυπικής ισχύος έναντι του Συντάγματος, διατάξεις της Έννομης Τάξης.</li>
</ol>



<p>α) Και οι μεν ουσιαστικές προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος -ήτοι οι προϋποθέσεις αναθεώρησής του rationemateriae-αφορούν ιδίως τις μη αναθεωρητέες διατάξεις, δηλαδή αυτές που καλύπτονται από την λεγόμενη «ρήτρα αιωνιότητας»,κατά την διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος. Ενώ οι διαδικαστικές προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2, 3, 4 και 6, αφορούν διαδοχικώς κυρίως τις εγγυήσεις: Της υπερψήφισης, σε μια τουλάχιστον ψηφοφορία, των αναθεωρητέων διατάξεων από την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των Βουλευτών, της παρεμβολής εκλογών κατά την αναθεωρητική διαδικασία ώστε η υπερψήφιση των αναθεωρητέων διατάξεων να στηρίζεται σε νωπή δημοκρατική νομιμοποίηση και της διαδρομής μιας πενταετίας από την περάτωση της προηγούμενης αναθεώρησης.</p>



<p>β) Καθ’ ό μέτρο οι προμνημονευόμενες προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος εγγυώνται, κατά τα προεκτεθέντα, τον αυστηρό χαρακτήρα του πρέπει να γίνει δεκτό ότι ως εκ της κανονιστικής τους φύσεως οι διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος δεν είναι αναθεωρητέες. Άρα μόνο κατ’ οικονομία είναι επιτρεπτό να αναθεωρηθούν και μόνον ως προς ήσσονος σημασίας διαδικαστικές ρυθμίσεις, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν επιτρέπεται να απομειώνουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, το κανονιστικό πλαίσιο των κατά τα ως άνω βασικών, ουσιαστικών αλλά και διαδικαστικών, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Συντάγματος. Υπό διαφορετική εκδοχή ουδείς μπορεί να προβλέψει και να αποτρέψει το ενδεχόμενο μιας σταδιακής μακροπρόθεσμης αναθεώρησης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος η οποία θα αποδυναμώσει επωδύνως τον αυστηρό χαρακτήρα του και, σε τελική ανάλυση, θα οδηγήσει σε μια μορφή διαβρωτικής κανονιστικώς ισοτιμίας μεταξύ συνταγματικών διατάξεων και ρυθμίσεων του τυπικού νόμου. Και είναι τότε που το Σύνταγμα θα έχει απωλέσει, μαζί με την αυστηρότητά του, και τις κατά τα προεκτεθέντα ιδιότητές του ως Θεμελιώδους Νόμου και Καταστατικού Χάρτη στο πλαίσιο της Έννομης Τάξης της γνήσιας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και ακόμη χειρότερα το Σύνταγμα θα μεταπέσει σε ρυθμιστικό όργανο στην διακριτική ευχέρεια της οιασδήποτε περιστασιακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η οποία μέσω του πάλαι ποτέ διαλάμψαντος ισχυρού καταστατικού του κύρους θα περιβάλει με συνταγματικό μανδύα -ή θα καλύπτει υπό συνταγματική λεοντή- τις πολιτικές και κομματικές της επιδιώξεις. Είναι προφανές ότι μια τέτοια κανονιστικώς δυστοπική προοπτική για το μέλλον του Συντάγματος εντείνει δραματικά τα ήδη σαφώς ορατά συμπτώματα της παρακμιακής πορείας της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ιδίως δε τα συμπτώματα της παρακμιακής πορείας της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p>2.Στις προαναφερόμενες διακινδυνεύσεις σε ό,τι αφορά τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος μέσω αλλοίωσης της deconstitutionelata διαδικασίας αναθεώρησής του μπορεί και πρέπει να προστεθεί μια εξαιρετικά ανησυχητική τάση και στάση και των τριών Εξουσιών, ιδίως δε της Εκτελεστικής Εξουσίας με αιχμή του δόρατος την εκάστοτε Κυβέρνηση. Πρόκειται για την τάση και στάση να αντιμετωπίζουν την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος όχι τόσο ως μια διαδικασία η οποία, κατά την θεσμική φύση της, προορίζεται να υπερασπισθεί την κατά το γράμμα και το πνεύμα τους κανονιστική ενεργοποίησή τους στην πράξη. Αλλά μάλλον ως μέσο αφενός αυξημένου κύρους κανονιστικού εγκιβωτισμού των κατά καιρούς πολιτικών επιλογών και σκοπιμοτήτων τουςκαι, αφετέρου, ανεπιτυχώς συγκεκαλυμμένης θεσμικής απενοχοποίησης των τελευταίων μέσω ρυθμίσεων αυξημένης τυπικής ισχύος. Κάτι το οποίο, δίχως αμφιβολία, παραμορφώνει εμφανώς την κανονιστική ιδιοσυστασία του Συντάγματος ως Θεμελιώδους Νόμου -ήτοι, και όπως ήδη τονίσθηκε, ως βάσης και κορυφής της Έννομης Τάξης- πάνω στην προκρούστεια κλίνη των ανομολόγητων ή και τεχνηέντως ομολογημένων, κατά περίσταση, προθέσεων και αντίστοιχων σκοπιμοτήτων που κρύβονται πίσω από αυτές τις επιλογές τους.</p>



<p>α) Βεβαίως, το φαινόμενο μιας τέτοιας παραμόρφωσης δεν είναι καινοφανές, κάθε άλλο. Ανατρέχει στο παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο, με ποικίλες μορφές και εκφάνσεις και αντίστοιχες εντάσεις. Όμως απέκτησε ενδημικές, κυριολεκτικώς, διαστάσεις στο πλαίσιο της Ελληνικής Έννομης Τάξης κατ’ εξοχήν μετά την έκρηξη της δραματικής οικονομικής κρίσης από το 2010 και έπειτα, ενώ συνεχίζεται με αμείωτη -ίσως μάλιστα ενισχυμένη- εμμονή έως σήμερα. Τίποτα δε, δυστυχώς, δεν προοιωνίζεται ότι κάτι μπορεί να αλλάξει επί τα βελτίω στο άμεσο μέλλον, και μακάρι να διαψευσθώ.</p>



<p>α1) Ειδικότερα, και προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις άνωθεν εκπορευόμενες απαιτήσεις λήψης εξαιρετικά επώδυνων μέτρων για την έξοδο από την οικονομική κρίση και υπό τα καυδιανά δίκρανα της επικυριαρχίας του οικονομικού επί του θεσμικού -επικυριαρχίας που επέβαλαν οι αλόγιστες και εν πολλοίς εσφαλμένες απαιτήσεις του ΔΝΤ- οι Κυβερνήσεις στην Χώρα μας άρχισαν να χρησιμοποιούν το Σύνταγμα και την εκτελεστική του νομοθεσία ως ένα ιδιότυπο σχεδόν μη δεσμευτικό κανονιστικώς κείμενο. Και συγκεκριμένα όχι τόσο ως Θεμελιώδη Νόμο, οι επιταγές του οποίου πρέπει να καθοδηγούν τα βήματα της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας, υπό την εγγυητική παρέμβαση των εφοδιασμένων με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία στελεχών της Δικαστικής Εξουσίας στο πεδίο της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.Αλλά πολύ περισσότερο ως θεσμικό μέσο προορισμένο να προσδώσει το αναγκαίο κανονιστικό κύρος προκειμένου να εκπληρωθούν οι υπό προϋποθέσεις έξωθεν καταναγκασμού, κατά τα ως άνω, κυβερνητικές επιδιώξεις με πολιτικό ορίζοντα την έξοδο από την οικονομική κρίση.<br>α2) Κατ’ ακρίβεια, η πρώην αναγκαστική και επ’ εσχάτων οικεία βουλήσει πλέον επιδίωξη εκπλήρωσης τέτοιων κυβερνητικών επιδιώξεων μέσω του Συντάγματος έχει πάρει, περίπου ή και στο ακέραιο, την εξής παραθεσμική μορφή: Η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος, κατά την θέσπιση και ενεργοποίηση της εκτελεστικής τους νομοθεσίας, δεν γίνεται με αποκλειστικό γνώμονα τις παραδοσιακές ερμηνευτικές μεθόδους, και προεχόντως τις μεθόδους της τελεολογικής, της γραμματικής και της συστηματικής ερμηνείας. Όλως αντιθέτως, η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος επιχειρείται, από κυβερνητικής πλευράς -και συχνά, δυστυχώς, με την επικουρία της Δικαιοσύνης- έτσι ώστε να πραγματοποιηθούν οι επιδιώξεις της και οι αντίστοιχες επιλογές της με τρόπο ώστε ένα θεσμικώς πρόσφορο κανονιστικό «φύλλο συκής» να συγκαλύψει καταλλήλως τα πρόδηλα νομικά τους ελαττώματα. Και, επέκεινα, να καλλιεργήσει, με κάθε πολιτικό τίμημα, την ψευδαίσθηση στους αποδέκτες των εκάστοτε αντισυνταγματικών νομοθετικών ρυθμίσεων ότι τηρούνται επιμελώς τα προσχήματα του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, κατά τα στοιχειώδη προτάγματα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p>β) Στην πράξη, ο εκ μέρους των ημετέρων πολιτικών ιθυνόντων θεσμικός εκφυλισμός των διατάξεων του Συντάγματος με απώτερο σκοπό και στόχο την με κάθε μέσο εκπλήρωση των επιδιώξεών τους, ο οποίος καταλήγει οιονείνομοτελειακώς στην προϊούσα κανονιστική συρρίκνωσή τους, εμφανίσθηκε κατά βάση με δύο τρόπους. Εκ των οποίων ο δεύτερος πλήττει κυρίως το θεσμικό κύρος των διατάξεων αλλά και αυτού τούτου του ρυθμιστικού ρόλου του Συντάγματος.</p>



<p>β1) Ο πρώτος τρόπος ανάγεται, κατά τα ακροθιγώς προεκτεθέντα, στην μέθοδο της inconcreto ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων του Συντάγματος όχι κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, αλλά κατά τις επιδιώξεις των πολιτικών ιθυνόντων και, επέκεινα, κατά τις σκοπιμότητες τις οποίες εξυπηρετούν οι σχετικές αποφάσεις τους. Όπως είναι προφανές η μέθοδος αυτή, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των εκτελεστικών του Συντάγματος διατάξεων προκειμένου να προσαρμοσθούν στις κυβερνητικές επιδιώξεις, καταλήγει, μέσω μιας σαφώς παραμορφωτικής ερμηνείας των διατάξεων τούτων, όχι βεβαίως σε έναν γνήσιο έλεγχο συνταγματικότητας αλλά, econtrario και κατ’ αποτέλεσμα, σε ένα είδος ελέγχου της νομιμότητας των εφαρμοστέων κατά περίπτωση ρυθμίσεων του Συντάγματος. Πρέπει δε να προστεθεί, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση, και ότι για να καταστεί εφικτή η κατά τα προμνημονευόμενα πραγμάτωση διά της κανονιστικής οδού των επιδιώξεων των πολιτικών ιθυνόντων, μέσω της διαστρεβλωτικής σύμφωνης με τις νομοθετικές ρυθμίσεις ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και του επέκεινα θεσμικώς αδιανόητου ελέγχου της νομιμότητας του Συντάγματος, απαιτείται, αναγκαίως, και η σύμπραξη των λειτουργών της Δικαιοσύνης. Των οποίων η αντίστοιχη διευκόλυνση εν προκειμένω έχει αρκετές φορές διαπιστωθεί στο παρελθόν αλλά και σήμερα. Είναι άκρως χαρακτηριστικό το εντελώς πρόσφατο παράδειγμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων νόμων, οι οποίοι θεσπίσθηκαν με αντικείμενο το καθεστώς επιλογής των μελών και τις αρμοδιότητες Ανεξάρτητων Αρχών, και δη συνταγματικώς κατοχυρωμένων, όπως π.χ. το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ). Αυτή η δικαστική «συνδρομή» σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των κυβερνητικών επιδιώξεων δια της συρρίκνωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε όταν η αντισυνταγματικότητα των επίμαχων και επίδικων νομοθετικών ρυθμίσεων είναι κατάδηλη και δεν μπορεί να παρακαμφθεί επιστρατεύεται το «φίλτρο» του δικονομικώς απαραδέκτου. Ήτοι η εκ μέρους του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου -ακόμη και ανωτάτου- επίκληση λόγων του παραδεκτού για την τύποις απόρριψη του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος ή μέσου, με συνηθέστερο λόγο εκείνον της έλλειψης του απαιτούμενου προσωπικού, άμεσου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος. Έτσι ώστε, δήθεν, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην μετατρέπεται στην πράξη σε μια actiοpopularis.</p>



<p>β2) Και ο δεύτερος τρόπος ανάγεται στην ευθεία επέμβαση επί του ρυθμιστικού πλαισίου του Συντάγματος διά της αναθεώρησης διατάξεών του, όχι διότι το κανονιστικό τους περιεχόμενο δεν είχε θεσπισθεί επιτυχώς ως προς την αντιστοίχως επιδιωκόμενη ratioconstitutionis, αλλά απλώς διότι οι ρυθμίσεις τους όσο και αν ερμηνεύονταν με την μέγιστη, ακόμη δε και σχεδόν διαστρεβλωτική,ευρύτηταδεν επέτρεπαν την εκπλήρωση των επιδιώξεων των ηγητόρων της Εκτελεστικής Εξουσίας -με άλλες λέξεις του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης- κατά την επιδίωξη της ικανοποίησης των πολιτικών τους στόχων και σκοπιμοτήτων. Προς την κατεύθυνση αυτή συμπράττει, εμφανώς και ευθέως, προσφάτως και μέρος της Νομικής Επιστημονικής Κοινότητας, όταν σπεύδει να ερμηνεύσει διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων όχι με βάση το ισχύον Σύνταγμα αλλά -κάτι εντελώς πρωτόγνωρο στα συνταγματικά μας δεδομένα- με όσα πρόκειται, κατά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, να συμβούν ύστερα από προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος. Πρόκειται για μια νομικώς προδήλως εσφαλμένη μέθοδο ερμηνείας του Συντάγματος με βάση την «προσδοκία αναθεώρησής» του. Μέθοδο η οποία οδηγεί, με ακόμη μεγαλύτερη διακινδύνευση, όχι μόνο προς την περαιτέρω κανονιστική συρρίκνωση του Συντάγματος αλλά ακόμη και στην δεδομένη ρυθμιστική περιθωριοποίησή του. Πολλώ μάλλον όταν μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εκείνοι που επιχειρούν να εφαρμόσουν υπ’ αυτή την λογική τις διατάξεις του Συντάγματος προδικάζουν, και δη αυθαιρέτως, από την μια πλευρά το ενδεχόμενο της αναθεώρησής τους και, από την άλλη πλευρά, το ίδιο το περιεχόμενο το οποίο θα έχουν τελικώς οι κατά την εκτίμησή τους υπό αναθεώρηση διατάξεις.</p>



<p>Όλα όσα τονίσθηκαν προηγουμένως δείχνουν πως τίποτα στην εποχή μας και στον Τόπο μας -αλλά όχι μόνο- δεν είναι πια προφανές σε ό,τι αφορά την θεσμική και κανονιστική υπόσταση του Συντάγματος και την λειτουργία του στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των βασικών αντηρίδων αφενός των αρχών της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου και, αφετέρου, της υπεράσπισης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως δεν είναι ούτε υπερβολικό ούτε περιττό να αναστοχαστούμε το χρέος μας απέναντι στο Σύνταγμα και, κατά συνέπεια, απέναντι στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Και σε αυτό το μονοπάτι αναστοχασμού πρέπει να επιλέξουμε ως οδηγό πριν απ’ όλα το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος περί του δικαιώματος αλλά και της υποχρέωσης τήρησης του Συντάγματος, όπως το δικαίωμα και κυρίως η υποχρέωση αυτή ταιριάζουν στην ιστορική ιδιοσυστασία του πατριωτισμού των Ελλήνων. Αν θέλουμε δε να πάμε πολύ πιο μακριά στην ιστορική πορεία του Ελληνικού Πνεύματος και του Ελληνικού Νομικού Πολιτισμού εν γένει, έναν άλλο χρήσιμο, εμβληματικό θα έλεγα, οδηγό μας έχει κληροδοτήσει η διαχρονικώς επίκαιρη ρήση του Ηράκλειτου: «Μάχεσθαιχρήτόνδῆμονὑπὲρτοῦ νόμου ὄκωσπερτείχεος».»</p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Γιατί το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων δεν έχει κλείσει</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/10/31/pavlopoulos-giati-to-thema-ton-germani/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 31 Oct 2024 11:43:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=960181</guid>

					<description><![CDATA[Μόνο «λήξαν», όπως το χαρακτήρισε ο Γερμανός Πρόεδρος, Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, δεν είναι νομικά το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων για την Ελλάδα. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος εξήγησε αναλυτικά στον Realfm 97,8 και την εκπομπή των Μάνου Νιφλή και Παναγιώτη Στάθη ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου γιατί δεν υπάρχει παραγραφή, κάτι που το έχει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Μόνο «λήξαν», όπως το χαρακτήρισε ο Γερμανός Πρόεδρος, Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, δεν είναι νομικά το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων για την Ελλάδα.</h3>



<p>Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος εξήγησε αναλυτικά στον Realfm 97,8 και την εκπομπή των Μάνου Νιφλή και Παναγιώτη Στάθη ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου γιατί δεν υπάρχει παραγραφή, κάτι που το έχει επισημάνει και αποδεχτεί και η Επιστημονική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της Bundestag.</p>



<p>Ο Σταϊνμάιερ κατά τη συνάντηση που είχε με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, όταν εκείνη έθεσε το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων, είπε χαρακτηριστικά:</p>



<p>«Οι νομικές μας θέσεις για το ζήτημα των επανορθώσεων διαφέρουν. Εμείς είμαστε της άποψης ότι νομικά αυτό το θέμα θεωρείται λήξαν ωστόσο παραμένουμε δεσμευμένοι απέναντι στην ιστορική μας ευθύνη όχι μόνο αναφορικά με την Θεσσαλονίκη αλλά κι αλλού».</p>



<p>Ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος κατέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν μιλώντας για τις αποφάσεις και τα «νομικά όπλα» που έχει η Ελλάδα στα χέρια της για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων.</p>



<p>«Το θέμα είχε φτάσει στην Επιστημονική Επιτροπή της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας. Είναι σαν να λέμε στη Νομική Υπηρεσία της. Αυτή η Επιτροπή επελήφθη έπειτα από ένα αίτημα που έκαναν οι «Πράσινοι». Και έρχεται και λέει “δεν υπάρχει καμία παραγραφή”. Έχουμε τη ρητή απόφαση. Έχουμε την απόφαση αυτή και λέμε: “εσείς το λέτε ότι δεν υπάρχει παραγραφή. Πάμε στο δικαστήριο να το δούμε”» τόνισε ο Προκόπης Παυλόπουλος και πρόσθεσε:</p>



<p>«Την περίοδο εκείνη έγινε η πρώτη ρηματική διακοίνωση από την τότε κυβέρνηση. Η απάντηση της κυρίας Μέρκελ ήταν ότι “όλα αυτά είναι παρελθόν”. Και της είπαμε «μα οι νομικοί σου το λένε». Όταν εγώ το έθετα στην κυρία Μέρκελ και τον κ. Στάινμαιερ, μπροστά μου ποτέ δεν έδιναν απάντηση γιατί ήξεραν ότι θα υπήρχε συνέχεια. Έρχεται δηλ. η Μέρκελ και αγνοεί και τη νομική υπηρεσία της. Ξέρετε τι τεράστιο όπλο είναι αυτό για την Ελλάδα; Αυτό ξέρουν και οι Πολωνοί και ήρθε και ο υπουργός Εξωτερικών και κάναμε το συνέδριο αλλά δεν υπήρξε κυβερνητική εκπροσώπηση».</p>



<p>Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλυσε και τα άλλα νομικά «όπλα» που έχει στα χέρια της η Ελλάδα.</p>



<p>«Πρώτα από όλα υπάρχει η σύμβαση, η απόφαση του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης του 1946 που έχει αποδεχθεί ότι υπάρχουν οι διατάξεις του άρθρου 3 και επόμενα της 3ης Συμφωνίας της Χάγης του 1907 η οποία λέει ότι υποχρεούται το κράτος που έκανε τον πόλεμο να αποζημιώσει πλήρως για όποιες καταστροφές επέφερε και για τα θύματα. Μετά προστέθηκε ο Κανονισμός Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην Ξηρά, τα άρθρα 46 και 47 τα οποία ενσωματώθηκαν σε όλα αυτά και αποτελούν ένα νομικό αμάλγαμα που το αποδέχτηκε σαν βάση το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης το 1946. Η πρόταση της Ελλάδας είναι να πάμε στο Δικαστήριο. Σε ένα δικαστήριο που μπορούμε να το συμφωνήσουμε και να το επιλέξουμε αλλά οιονεί φυσικό δικαστήριο είναι εκείνο της Χάγης. Αυτό λέει η Ελλάδα. Και για το κατοχικό δάνειο και για τις γερμανικές αποζημιώσεις λέμε στην Γερμανία τόσο απλά: “δεν σου λέμε πόσα είναι, θα το πει το δικαστήριο. Ούτε μονομερώς θα το αποφασίσουμε”. Η Γερμανία λέει δεν πάω στο δικαστήριο γιατί δεν χρωστάω τίποτα».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ομιλία του τέως ΠτΔ και Ακαδημαϊκού Προκόπη Παυλόπουλου κατά την επίδοση του Τιμητικού Τόμου του στο Πανεπιστήμιο</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/10/25/i-omilia-tou-teos-ptd-kai-akadimaikou-p/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 25 Oct 2024 10:48:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτισμός]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=957746</guid>

					<description><![CDATA[Χθες, 24 Οκτωβρίου, έγινε στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών η επίσημη τελετή επίδοσης στον τέως ΠτΔ και Ακαδημαϊκό Προκόπη Παυλόπουλο του Τιμητικού Τόμου που συνέγραψαν 67 συνάδελφοί του.     Στο videoπου ακολουθεί μπορείτε να παρακολουθήσετε όλη την τελετή και την ομιλία του Προκόπη Παυλόπουλου (από το 38ο λεπτό και μετά).]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Χθες, 24 Οκτωβρίου, έγινε στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών η επίσημη τελετή επίδοσης στον τέως ΠτΔ και Ακαδημαϊκό Προκόπη Παυλόπουλο του Τιμητικού Τόμου που συνέγραψαν 67 συνάδελφοί του.</h3>



<p>    Στο videoπου ακολουθεί μπορείτε να παρακολουθήσετε όλη την τελετή και την ομιλία του Προκόπη Παυλόπουλου (από το 38<sup>ο</sup> λεπτό και μετά).</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-video is-provider-youtube wp-block-embed-youtube wp-embed-aspect-16-9 wp-has-aspect-ratio"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<iframe title="Tελετή επίδοσης τιμητικού τόμου στον τ. ΠτΔ και Επίτιμο Καθηγητή του ΕΚΠΑ κύριο Προκόπιο Παυλόπουλο." width="800" height="450" src="https://www.youtube.com/embed/9Lj2f3XSHfE?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η Τουρκία περιφρονεί προκλητικώς το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ελλάδα και Κύπρος δεν είναι νοητό να το ανεχθούν</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/10/19/pavlopoulos-i-tourkia-perifronei-pro/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 18 Oct 2024 21:25:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Spotlight]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=955017</guid>

					<description><![CDATA[Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναφέρθηκε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Προκόπης Παυλόπουλος μιλώντας για το βιβλίο του Καθηγητή και πρώην Υπουργού κ. Παναγιώτη Ρουμελιώτη «Ο Κατακερματισμός του Κόσμου» (εκδ. Λιβάνη). Στην ίδια εκδήλωση παραβρέθηκαν οι Ευάγγελος Βενιζέλος, Μιχάλης Σάλλα και Δημήτρης Κώνστας. Μεταξύ άλλων ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναφέρθηκε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Προκόπης Παυλόπουλος μιλώντας για το βιβλίο του Καθηγητή και πρώην Υπουργού κ. Παναγιώτη Ρουμελιώτη «Ο Κατακερματισμός του Κόσμου» (εκδ. Λιβάνη). Στην ίδια εκδήλωση παραβρέθηκαν οι Ευάγγελος Βενιζέλος, Μιχάλης Σάλλα και Δημήτρης Κώνστας. </h3>



<p>Μεταξύ άλλων ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε πως η Τουρκία περιφρονεί προκλητικώς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο στην ευρύτερη περιοχή μας επισημαίνοντας πως Ελλάδα και Κύπρος δεν είναι νοητό να το ανεχθούν. </p>



<p><strong>Ειδικότερα ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας επεσήμανε:  </strong></p>



<p><strong></strong><strong>«Α.</strong><strong> </strong>Εκμεταλλευόμενη, απροκαλύπτως, τις επιπτώσεις αυτού του <em>«κατακερματισμού»</em>&nbsp;στην ευρύτερη περιοχή μας λόγω και της επικίνδυνης αδράνειας της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τουρκία κάνει, για μιαν ακόμη φορά, πραγματική επίδειξη προκλητικής περιφρόνησης &nbsp;του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, στοχοποιώντας ευθέως και την Εθνική Κυριαρχία της Ελλάδας καθώς και της Κύπρου. Τούτο καθίσταται κάτι παραπάνω από πρόδηλο, αν αναλογισθούμε την εντελώς πρόσφατη στάση της Τουρκίας αναφορικά:</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong><strong><u>Πρώτον</u></strong>, με τις δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ –και με την λίγο μεταγενέστερη ιταμή συμπεριφορά του <em>«φερεφώνου» </em>του, τουρκοκύπριου Τατάρ, ενώπιον μάλιστα του Γ.Γ. του ΟΗΕ- όπου έκανε λόγο, αδιστάκτως, για <em>«δύο &nbsp;κράτη»</em>&nbsp;στην Μαρτυρική Κύπρο. Δηλαδή ουσιαστικά για διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία είναι σαφώς και ανενδοιάστως αντίθετη τόσο προς κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου όσο και προς το περιεχόμενο πλειάδας αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αλλά και προς κάθε έννοια του Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του <em>«σκληρού πυρήνα»</em>&nbsp;της, της Ευρωζώνης.</p>



<p><strong>2.</strong><strong> </strong><strong><u>Δεύτερον</u></strong>, με τις προχθεσινές δηλώσεις <em>«κύκλων»</em>&nbsp;της κυβέρνησης της Τουρκίας ενόψει της προσεχούς συνάντησης των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας. Κατά τις δηλώσεις αυτές –που, άλλωστε, συνιστούν πάγια θέση της Τουρκίας, η οποία ούτως ή άλλως &nbsp;πάντα <em>«τορπιλίζει» </em>εκ προοιμίου κάθε έναρξη ουσιαστικών διερευνητικών επαφών- δεν γίνεται, κατ’ ουδένα τρόπο, αποδεκτή η θέση της Ελλάδας περί μίας και μόνης διαφοράς μεταξύ αυτής και Τουρκίας. Ήτοι εκείνης της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλως αντιθέτως υφίσταται, δήθεν, ένα <em>«πακέτο»</em>&nbsp;διαφορών, οι οποίες <em>«αγγίζουν»</em>&nbsp;ακόμη και τον σκληρό πυρήνα &nbsp;της Εθνικής Κυριαρχίας της Ελλάδας. Π.χ. την Αιγιαλίτιδα Ζώνη της, τα σύνορά της, την αμυντική θωράκιση των Νησιών της κ.λπ.</p>



<p><strong></strong><strong>Β.</strong><strong> </strong>Η Διεθνής Κοινότητα –και προεχόντως ο ΟΗΕ- και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν ν’ αντιληφθούν, επιτέλους, ότι η Τουρκία υιοθετεί μια γενικότερη συμπεριφορά εμπαιγμού και περιφρόνησης απέναντί τους. Μια συμπεριφορά που συμπεριλαμβάνει και το ΝΑΤΟ, το οποίο ανέχεται ενέργειές της καταφώρως αντίθετες προς καίριες προβλέψεις του Καταστατικού του. Ενέργειες, οι οποίες βάλλουν τελικώς εναντίον της Συμμαχίας στα όρια της <em>«επιχείρησης»</em>&nbsp;διάλυσής της.</p>



<p><strong>1.</strong><strong> </strong>Πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την στάση της Τουρκίας σε ό,τι αφορά τον πόλεμο και την βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία; Όπου με μόνο γνώμονα τα οικονομικά και γεωστρατηγικά της συμφέροντα η Τουρκία έχει &nbsp;μεταβληθεί σε εμφανέστατο <em>«σύμμαχο δεκανίκι» </em>της Ρωσίας και του Πούτιν; Και πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς επίσης την στάση της Τουρκίας, στην οποία το ΝΑΤΟ δυστυχώς επιτρέπει να <em>«πατάει σε δύο βάρκες»</em>&nbsp;σχεδιάζοντας, κατά δική της ομολογία, να ενταχθεί στους BRICKS; Για ποιο άλλο Κράτος-Μέλος του το ΝΑΤΟ θ’ ανεχόταν τέτοια αδιανόητη στάση;</p>



<p><strong></strong><strong>2.</strong><strong> </strong>Μπροστά σε αυτή την εναντίον τους εξαιρετικά επικίνδυνη πρόκληση Ελλάδα και Κύπρος, υπό όρους αρραγούς ενότητας, οφείλουν να προειδοποιήσουν εμπράκτως την Διεθνή Κοινότητα και την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν πρόκειται, από την πλευρά τους, ν’ ανεχθούν περαιτέρω τις απειλές της Τουρκίας καθώς και την διεθνή και ευρωπαϊκή αδράνεια. Και είναι διατεθειμένες να το πράξουν με κάθε νόμιμο μέσο. Ακόμη και με &nbsp;veto&nbsp;εκ μέρους τους ως προς την λήψη &nbsp;αποφάσεων για την επιβολή κυρώσεων σε άλλα Κράτη, εφόσον η Διεθνής Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση &nbsp;συνεχίσουν ν’ αρνούνται την επιβολή ανάλογων κυρώσεων και κατά της Τουρκίας. Και κυρίως κυρώσεων προς αυτή διότι επί πενήντα ολόκληρα χρόνια κατέχει -κατά προκλητική, το λιγότερο, παραβίαση του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου- το ένα τρίτο του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.<strong>»</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος για το Κυπριακό: &#8220;Καμία αισιοδοξία, αδιανόητη η ατιμωρησία της Τουρκίας&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/10/08/pavlopoulos-gia-to-kypriako-kamia-ais/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 08 Oct 2024 09:52:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΙΑΚΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=949629</guid>

					<description><![CDATA[Ουδεμία αισιοδοξία στο Κυπριακό λόγω των τουρκικών μαξιμαλιστικών θέσεων, λέει σε συνέντευξη στο ΚΥΠΕ ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος. Στην εκτίμηση ότι ουδεμία αισιοδοξία για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος δικαιολογείται προέβη ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και ακαδημαϊκός Προκόπης Παυλόπουλος, o οποίος θα βρίσκεται τις επόμενες μέρες στην Κύπρο σε επετειακή εκδήλωση [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Ουδεμία αισιοδοξία στο Κυπριακό λόγω των τουρκικών μαξιμαλιστικών θέσεων, λέει σε συνέντευξη στο ΚΥΠΕ ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.</strong></h3>



<p>Στην εκτίμηση ότι ουδεμία αισιοδοξία για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος δικαιολογείται προέβη ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και ακαδημαϊκός<strong> Προκόπης Παυλόπουλος, </strong>o οποίος θα βρίσκεται τις επόμενες μέρες στην Κύπρο σε επετειακή εκδήλωση διοργανώνει το Πετρίδειο Ίδρυμα.</p>



<p>Σε συνέντευξη του στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε ακόμα πως προφανές δεν μπορεί -ορθότερα&nbsp; δεν είναι επιτρεπτό-&nbsp; ν’ αρχίσει οποιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p>Ερωτηθείς κατά πόσο εκτιμά ότι με τις θέσεις που προβάλλει η τουρκική πλευρά είναι δικαιολογημένη οποιαδήποτε αισιοδοξία για έξοδο του Κυπριακού Ζητήματος από την αποτελμάτωση ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε: «Θα σας πω την γνώμη μου ευθέως και απεριφράστως, με την επισήμανση ότι αυτή πρέπει να εξηγηθεί και να συμπληρωθεί και υπό το φως των απαντήσεών μου στη συνέχεια: Αν λάβουμε υπόψη μας την όλη στάση της Τουρκίας διαχρονικώς -ιδίως δε μετά την βάρβαρη εισβολή στην Κύπρο το 1974- και μάλιστα κατ’ εξοχήν στο πλαίσιο της ιταμής και προκλητικώς αντίθετης προς το Διεθνές Δίκαιο τελευταίας ομιλίας του ΤαγίπΕρντογάν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 24.9.2024, όπου και εμφανίστηκε ανυποχώρητος στην θέση περί «δύο κρατών» στην Κύπρο, ο<strong>υδεμία αισιοδοξία για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος δικαιολογείται. </strong>Το εντελώς αντίθετο, πράγμα που σημαίνει ότι Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να βασίσουν την άμυνά» τους πάνω σε αυτή την σκληρή, δυστυχώς, πραγματικότητα».</p>



<p>Ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε πως η κατά τ’ ανωτέρω «άμυνά» μας απέναντι στην Τουρκία, η οποία αφορά πρωτίστως το Κυπριακό Ζήτημα –το οποίο είναι βεβαίως Διεθνές και Ευρωπαϊκό Ζήτημα-  αλλά και όλα τα αμιγώς Ελληνικά Εθνικά Θέματα, μπορεί να συμπυκνωθεί κυρίως στα εξής, όπως είπε, «Ο διάλογος με την Τουρκία είναι πάντα «ευπρόσδεκτος», θα ήταν δε λάθος ν’ αποκλεισθεί εκ προοιμίου και εντελώς. Πλην όμως ιδίως με την Τουρκία  συνέχισε, θα ήταν επίσης λάθος να κάνεις διάλογο χωρίς να έχεις πλήρη επίγνωση με ποιον «συνομιλητή» διαλέγεσαι.  </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow">
<h4 class="wp-block-heading">Και η διεθνής εμπειρία, χρόνια τώρα, έχει δείξει ότι ως «συνομιλητής» στο πεδίο των Διεθνών Σχέσεων η Τουρκία έχει και τα εξής χαρακτηριστικά: Πρώτον, είναι παντελώς αναξιόπιστη, κάτι το οποίο ισχύει όχι μόνον έναντι της Ελλάδας αλλά και διεθνώς, πρωτίστως δε εντός του ΝΑΤΟ, όπου συχνά συμπεριφέρεται ως ανερμάτιστο ή και προδήλως «διαλυτικό» στοιχείο. </h4>
</blockquote>



<p>Απτό δείγμα γραφής συνέχισε, αποτελεί η στάση της Τουρκίας απέναντι στη βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο απροκάλυπτα «διφορούμενος» ρόλος της. <strong>Δεύτερον </strong>είπε ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Τουρκία έχει εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου «μακροχρόνιες βλέψεις», ως προς τις οποίες ακολουθεί την τακτική όχι τόσο των «θερμών επεισοδίων»,  αλλά της «προώθησης» των θέσεών της υποδορίως σ’ επίπεδο «διαπραγματεύσεων». </p>



<p>Όπως εκτίμησε, αυτές οι βλέψεις της Τουρκίας αφορούν, ευθέως, την Κύπρο, υπό την έννοια του τελικού πλήρους ελέγχου της, το Αιγαίο, υπό την έννοια&nbsp; της εκεί συγκυριαρχίας και την Θράκη, υπό την έννοια της χρησιμοποίησης της Μουσουλμανικής Μειονότητας προς την κατεύθυνση μελλοντικής αυτονόμησης.&nbsp;</p>



<h4 class="wp-block-heading">Ο στόχος της Άγκυρας</h4>



<p>Και, τρίτον συνέχισε, <strong>η Τουρκία μέσω των «διαπραγματεύσεων» θέλει να μας επαναφέρει στην εποχή του 1997-1999, </strong>όταν λόγω της υποχωρητικότητας της τότε Κυβέρνησης είχε «καταφέρει» να γίνουν δεκτές εκ μέρους μας οι θέσεις που της επέτρεψαν στην συνέχεια να μιλάει για «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και ν’ αναπτύσσει την «ρητορική» της «Γαλάζιας Πατρίδας».</p>



<p>Διότι τότε, όπως εξήγησε, αφενός μεν με το κοινό ανακοινωθέν «Σημίτη-Ντεμιρέλ» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ,&nbsp; κατά την σύνοδο στην Μαδρίτη, στις 8.7.1997, είχε γίνει, μεταξύ άλλων, δεκτή και η φρασεολογία περί «ζωτικών ενδιαφερόντων και συμφερόντων της Τουρκίας» στο Αιγαίο.&nbsp; Αφετέρου δε&nbsp; στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 10-11.12.1999, στο Ελσίνκι τα σχετικά συμπεράσματα δέχονταν ότι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπάρχουν «συνοριακές και άλλες διαφορές», παρεκκλίνοντας από την πάγια θέση μας περί μίας και μόνης διαφοράς, εκείνης της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.&nbsp;</p>



<p>Ερωτηθείς πως αξιολογεί την τακτική που ακολουθούν Κύπρος και Ελλάδα ιδίως υπό το φως των σύγχρονων δεδομένων και αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική, ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας&nbsp;ανέφερε πως τους τελευταίους ιδίως μήνες, και παρά τη&nbsp;συνεχιζόμενη&nbsp; -ή και εντεινόμενη ενίοτε- προκλητική αδιαλλαξία της Τουρκίας, γίνεται και πάλι λόγος για την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχύτερης επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος.&nbsp; Κάτι το οποίο, όπως προκύπτει και από σχετικές πρόσφατες δηλώσεις, αποδέχονται οι Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου &nbsp;-αποφασισμένες μάλιστα να κινηθούν εν προκειμένω με τον απαιτούμενο «ρεαλισμό»μπροστά στον «άτεγκτο» έως απροκαλύπτως κυνικό κόσμο των Διεθνών Σχέσεων- ενώ «ωθούν» προς την ως άνω κατεύθυνση τόσον ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>&#8220;Κατ&#8217; αρχήν ορθή η τακτική Ελλάδας και Κύπρου πλην όμως&#8230;&#8221;</strong></h4>



<p>Η τακτική αυτή των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου πρέπει ν’ αξιολογηθεί ως κατ’ αρχήν ορθή, συμπλήρωσε, &#8220;αφού&nbsp;η &#8220;μη λύση&#8221;&nbsp;του Κυπριακού Ζητήματος όχι μόνο δεν συνιστά «λύση» του, αλλά καθιστά ολοένα και πιο επισφαλή&nbsp; -κατ’ επιεική δε θεώρηση-&nbsp; την κατάσταση που δημιούργησε η πάνω από πενήντα χρόνια κατοχή του ενός τρίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, ύστερα από την βάρβαρη εισβολή της στην Μαρτυρική Κύπρο το 1974.</p>



<p>Πλην όμως, και όπως είναι ευνόητο,η επίτευξη λύσης του Κυπριακού Ζητήματος συνέχισε είναι, &nbsp;νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον είναι δίκαιη και βιώσιμη.&nbsp; Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω, όπως είπε, &nbsp;ότι η λύση αυτή είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον υπηρετεί, τουλάχιστον ως προς τα σχετικά βασικά ρυθμιστικά της στοιχεία, «αξιοπρεπώς»&nbsp; -και όχι κατ’ επίφαση, υπό το κράτος απαράδεκτων συμβιβασμών ή και εκβιασμών από συγκεκριμένες πλευρές-&nbsp; την Διεθνή Νομιμότητα και την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα αλλά και την «βιωσιμότητα» της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, κυρίως δε ως πλήρους Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «στενού πυρήνα» της, της Ευρωζώνης.&nbsp;</p>



<p>Διότι το αντίθετο οδηγεί, όπως είπε, &nbsp;αναποδράστως, σ’ επικίνδυνες ατραπούς ακόμη πιο επώδυνης θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;</p>



<p>Ο κ. Παυλόπουλος&nbsp;ανέφερε πως το ζήτημα τούτο απαιτεί τόσο «επιμελέστερη» προετοιμασία, με την ανάλογη προσοχή και προνοητικότητα,&nbsp; όσο η Τουρκία έχει καταστήσει -με περισσό θράσος που, δυστυχώς, το ενισχύει η προεκτεθείσα θλιβερή Διεθνής, ακόμη και Ευρωπαϊκή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανοχή προς αυτή-&nbsp; σαφές πως ως αρχή «λύσης» του Κυπριακού Ζητήματος δεν αποδέχεται, κατ’ ουδένα τρόπο, το στοιχειώδες κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια,&nbsp; πρότυπο του Ομοσπονδιακού Κράτους.&nbsp; Και κάνει λόγο, ευθέως σημείωσε, για δύο Κράτη, όπως φάνηκε και κατά την προαναφερόμενη ομιλία του ΤαγίπΕρντογάν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Υπό το πνεύμα αυτό είναι προφανές πως δεν μπορεί -ορθότερα&nbsp; δεν είναι επιτρεπτό-&nbsp; ν’ αρχίσει οιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό Ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p>Αν γίνει, από Ελληνικής και Κυπριακής πλευράς, το λάθος να υποτιμηθεί ο κίνδυνος της έναρξης διαλόγου για το Κυπριακό Ζήτημα δίχως μιαν ουσιώδη υποχώρηση της Τουρκίας από τις κατά τ’ ανωτέρω ακραίες θέσεις της, τότε ο «διάλογος» με την τουρκική πλευρά μας οδηγεί συνέχισε, &nbsp;στην διακινδύνευση να υποχωρήσουμε μοιραίως εμείς, έστω και κατά ένα μέρος, στους απαράδεκτους τουρκικούς εκβιασμούς και στο ενδεχόμενο πλήρους ευτελισμού του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;</p>



<p>Επιπροσθέτως συνέχισε ο κ. Παυλόπουλος, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι πάντοτε η «προσφιλής» τακτική της Τουρκίας όταν επιχειρεί να προωθήσει και τις πιο αδιανόητες «διεκδικήσεις» της έναντι του Ελληνισμού εν γένει, στηριζόμενη με πρόδηλο διεθνές θράσος στην παγίωση των «τετελεσμένων» εφόσον διαπιστώσει τάσεις δισταγμών, ανοχής και υποχωρητικότητας από τις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.&nbsp;</p>



<h4 class="wp-block-heading">&nbsp;<strong>&#8220;Αδιανόητη η ατιμωρησία της Τουρκίας&#8221;</strong></h4>



<p>Σε ερώτηση για το γεγονός ότι εδώ και 50 χρόνια αναμένουμε από την λεγόμενη «Διεθνή Κοινότητα» να στηρίξει πιο δυναμικά τα δίκαια αιτήματά μας αλλά δεν το πράττει και κατά πόσο πιστεύει ότι έχουμε ευθύνη κι εμείς γι αυτό ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε πως πέρασαν ήδη 50 χρόνια αφότου η Τουρκία εισέβαλε, με βάρβαρο τρόπο και καταπατώντας κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου καθώς και όλες τις σχετικές αποφάσεις των&nbsp; οργάνων του ΟΗΕ, στην Μαρτυρική Κύπρο και η προκλητική κατοχή του ενός τρίτου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας δυστυχώς συνεχίζεται.&nbsp;</p>



<p>Αυτή η<strong> αδιανόητη ατιμωρησία της Τουρκίας</strong>  -όταν μάλιστα συνοδεύεται και από την ιταμή άρνησή της να δεχθεί επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο-  εκ μέρους της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι επιτρεπτό ούτε και ανεκτό να συνεχισθεί, όπως είπε. </p>



<p>Τούτο &nbsp;συνέχισε, καθίσταται πλέον κάτι παραπάνω από προφανές και λόγω της τρέχουσας διεθνούς συγκυρίας. Πρωτίστως αναφέρθηκε στην εξίσου βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας, στην Ουκρανία, δοθέντος ότι ουδείς πλέον δικαιούται να παραβλέπει πως η τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο και η κατά τ’ ανωτέρω αδιαφορία&nbsp; -φυσικά κατ’ επιεική έκφραση-&nbsp; της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξαν το «πρότυπο», το οποίο δεν δίστασε να υιοθετήσει η ηγεσία της Ρωσίας προκειμένου να επιτεθεί στην Ουκρανία και να προκαλέσει τον αιματηρό πόλεμο, όπως είπε .&nbsp;</p>



<p>Τον πόλεμο ο οποίος συνεχίζεται, με «αόρατη» ακόμη, « την προοπτική λήξης του και με αδύνατη την εκτίμηση του έως πού μπορεί να οδηγήσει η περαιτέρω κλιμάκωση&nbsp; του για την Ειρήνη και την Ασφάλεια παγκοσμίως».</p>



<p>Πρόσθεσε ακόμη πως «Ελλάδα και Κύπρος–σε πλήρη αντίθεση προς την Τουρκία–συμπαραστάθηκαν, συμπαρίστανται&nbsp;και θα συνεχίσουν να συμπαρίστανται, ειλικρινώς και ποικιλοτρόπως ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον δεινώς δοκιμαζόμενο Λαό της Ουκρανίας.&nbsp;</p>



<p>Από τώρα όμως, και ιδίως αμέσως μόλις τελειώσει ο φρικτός αυτός πόλεμος και ο υπαίτιος εισβολέας πληρώσει το βαρύ τίμημα του εγκλήματός του, πρέπει είπε, « να συναγάγουμε, τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σ’ επίπεδο Διεθνούς Κοινότητας, τα αναγκαία διδακτικά συμπεράσματα. Και δη συμπεράσματα τόσο για τα αίτιά του όσο και για τις επιπτώσεις του.&nbsp;Υπ’ αυτό το πνεύμα και ως συνεπείς υπέρμαχοι&nbsp;της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει&nbsp; συνέχισε, να καταδείξουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην Διεθνή Κοινότητα, &nbsp;όπως είπε, πρωτίστως δε στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ, πόσο μεγάλες είναι οι ευθύνες τους διότι ανέχθηκαν και ανέχονται, για τόσες δεκαετίες, τις επιπτώσεις και τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p>Της πρώτης τέτοιας ωμής καταπάτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας Κράτους Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως είπε.&nbsp;&nbsp;</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>&#8220;Δύο μέτρα και δύο σταθμά&#8221;</strong>&nbsp;</h4>



<p>Ο&nbsp;πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ερωτηθείς για το γεγονός ότι για την Ουκρανία, η Δύση έχει επιβάλει πλειάδα κυρώσεων σε βάρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η &nbsp;Τουρκία, η οποία επίσης διέπραξε καταφανέστατα παράνομη εισβολή, παραμένει ατιμώρητη και ποια Διεθνή Τάξη μπορούμε να μιλάμε όταν τα μέτρα και τα σταθμά είναι διαφορετικά&nbsp; απάντησε πως για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ, η κατ’ αποτέλεσμα«ισότιμη»&nbsp;αντιμετώπιση Τουρκίας και Κύπρου&nbsp; -δηλαδή του «θύτη»&nbsp;με το«θύμα»&nbsp;της τουρκικής εισβολής και κατοχής-&nbsp; κατά την λογική της ανοχής των ατέρμονων και κενών περιεχομένου συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών, δείχνει πόσο στις μέρες μας το Διεθνές Δίκαιο, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ, συντίθεται όχι τόσο από&nbsp;leges&nbsp;perfectae, αλλά σε πολλές περιπτώσεις από&nbsp; leges &nbsp;minus &nbsp;quam&nbsp; perfectae και&nbsp; leges&nbsp;imperfectae. &nbsp;</p>



<p>Ελλάδα και Κύπρος, λοιπόν, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν αυτή την οιονεί «χειμέρια νάρκη» αφενός της Διεθνούς Νομιμότητας και, αφετέρου, της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) πρέπει να θέσουν, είπε ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως Κράτη-Μέλη και της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προ των ευθυνών τους την Διεθνή Κοινότητα και τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς επισημαίνοντας, χωρίς περιστροφές, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, και τα εξής: Όπως όλοι στεκόμαστε σήμερα στο πλευρό της Ουκρανίας, καταδικάζοντας απεριφράστως και εμπράκτως το πολεμικό έγκλημα της Ρωσίας, στην ίδια γραμμή υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει σημείωσε «να καταδικασθεί-με χρησιμοποίηση του veto αν χρειασθεί σε μελλοντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.</p>



<p>Κληθείς να σχολιάσει την άποψη που εκφράζεται από μερικούς ότι στο Κυπριακό έχουν χαθεί «ιστορικές ευκαιρίες» για επίλυσή του, ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε πως ακόμη και τώρα ακούγονται αρκετές «φωνές» ειδικών, κυρίως στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό Ζήτημα ήταν μια «χαμένη ευκαιρία». Οι «φωνές» αυτές συνέχισε, ηχούν ως σύγχρονος «αντίλαλος» των απόψεων εκείνων, οι οποίες υιοθετήθηκαν πριν είκοσι χρόνια στηρίζοντας, σχεδόν «αναφανδόν» και άνευ προϋποθέσεων, το Σχέδιο Ανάν σ’ Ελλάδα και Κύπρο.</p>



<h4 class="wp-block-heading">&nbsp;<strong>&#8220;Δεν υπήρξαν ιστορικές ευκαιρίες λύσης του Κυπριακού&#8221;</strong>&nbsp;</h4>



<p>Όμως το<strong> Σχέδιο Ανάν </strong>δεν συνιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, «χαμένη ευκαιρία». Και τούτο διότι, όπως είπε, η απόρριψή του επιβαλλόταν από την ίδια την φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, εν τέλει, από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Πραγματικά, μία υπό το θεσμικό και πολιτικό status του Σχεδίου Ανάν Κυπριακή Δημοκρατία δεν θ’ αποτελούσε, ούτε καθ’ υποφοράν, Κράτος ομοσπονδιακού τύπου. Θα στηριζόταν πολύ περισσότερο σε μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, εντελώς ασύμβατου με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της δομής και λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αποτελεσματικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό και ενδεικτικό της μάλλον «επιφανειακής» προσέγγισης, με βάση την οποία αξιολογήθηκε από τους προμνημονευόμενους υποστηρικτές του το Σχέδιο Ανάν, το ότι αυτοί δεν φαίνεται ν’ ασχολήθηκαν επισταμένως με το αν και κατά πόσο το πολιτειακό «μόρφωμα»που προόριζε για την Κυπριακή Δημοκρατία ανταποκρινόταν στις βασικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p>Σύμφωνα με τον κ. Παυλόπουλο καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η<strong> εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν στην πράξη θα οδηγούσε, σχεδόν νομοτελειακώς, σε ουσιαστική έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση </strong>-αφού, όπως επαρκώς τονίσθηκε, θα ήταν αδιανόητο ν’ αναμένει κανείς «προσαρμογή» του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα «κανονιστικά κελεύσματα» του Σχεδίου Ανάν- εκτός του ότι είναι σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε και σε γενικότερη κρατική αποσύνθεσή της.</p>



<p>Επεσήμανε επίσης πως και οι κατά τ’ ανωτέρω διαχρονικώς υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν δεν πρέπει να υποτιμούν -και πολύ περισσότερο να λησμονούν- ότι μια τέτοια, μοιραία και απευκταία, κατάληξη της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά «διακαή πόθο» της Τουρκίας. Και μάλιστα ως τελική «δικαίωση» της βαρβαρότητάς της κατά την εισβολή, το 1974, στην Μαρτυρική Κύπρο, συμπλήρωσε.</p>



<p>Επομένως, η σημερινή κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει την ειλικρινή και αποφασιστική αποδοχή και πραγμάτωση του ακόλουθου, κατ’ ουσία Εθνικού, «προτάγματος»: Όλος ο Ελληνισμός έχει χρέος ν’ αντισταθεί, υπό όρους αρραγούς ενότητας, απέναντι στη&nbsp;συντέλεση ενός τέτοιου «ειδεχθούς εγκλήματος» εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και εις βάρος της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας. Και το χρέος αυτό βαρύνει, όπως είναι ευνόητο, και την Διεθνή Κοινότητα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>



<h4 class="wp-block-heading">&nbsp;<strong>&#8220;Το περιεχόμενο μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης&#8221;</strong>&nbsp;</h4>



<p>Ερωτηθείς ποιες είναι εν τέλει, ιδίως υπό την ιδιότητά σας και ως Νομικού-Ακαδημαϊκού, οι κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο προϋποθέσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε πως είναι ανάγκη να επισημανθεί με έμφαση ότι κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος νοείται μόνον υπό τις ακόλουθες επτά, κατ’ελάχιστο, προϋποθέσεις:</p>



<p><strong>Πρώτον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή το πολύ Ομοσπονδιακού Κράτους, κατά τα Διεθνή και κυρίως κατά τα Ευρωπαϊκά αντίστοιχα πρότυπα.</p>



<p>Ουδεμία μορφή Συνομοσπονδίας, ευθεία ή συγκεκαλυμμένη, είναι ανεκτή όπως το διευκρίνισα προηγουμένως για το σχέδιο Ανάν. Και τούτο, πρωτίστως διότι πέραν του ότι μια τέτοια «λύση» είναι, εξορισμού, «θνησιγενής» και εξυπηρετεί μόνο τις βλέψεις και τα συμφέροντα της Τουρκίας με το να οδηγεί σε ουσιαστική πολιτειακή αποσύνθεση την Κυπριακή Δημοκρατία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση και με τον«πυρήνα» του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου.</p>



<p><strong>Δεύτερον,</strong> η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να στηρίζεται, καθ’ολοκληρία, στις θεμελιώδεις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως θεσμικής εγγύησης της Ελευθερίας in globo. Άρα ως θεσμικής εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όχι μόνο κατά το Εθνικό Δίκαιο αλλά και κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>Τρίτον,</strong> η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει, ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Διεθνή Νομική Προσωπικότητα.</p>



<p><strong>Τέταρτον,</strong> στην Κυπριακή Δημοκρατία νοείται μία, και μόνον, Ιθαγένεια.</p>



<p><strong>Πέμπτον,</strong> η Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πλήρης, με εξίσου πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των διατάξεων του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τούτο σημαίνει πληρότητα και της strictosensu Κυριαρχίας της -π.χ. σε ό,τι αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, τα σύνορά της, την αιγιαλίτιδα ζώνη της κ.λπ.- και της latosensu Κυριαρχίας της. Άρα την πλήρη άσκηση όλων, δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Κυριαρχικών της Δικαιωμάτων, μ’επίκεντρο τα Δικαιώματά της επί του συνόλου των Θαλάσσιων Ζωνών της κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση του MontegoBay,του 1982). Ουδεμία δε επιρροή ασκεί επ’ αυτού το ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στην ως άνω Διεθνή Σύμβαση, αφού αυτή, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίοι ισχύουν ergaomnes.</p>



<p><strong>Έκτον</strong> -και κατά συνέπεια- επί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν, κατ’ουδένα τρόπο, στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν, επίσης κατ’ ουδένα τρόπο, εγγυήσεις οιωνδήποτε τρίτων.</p>



<p>Και,<strong> έβδομον,</strong> τα προαναφερόμενα συνεπάγονται ότι από την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αποχωρήσουν, χωρίς προϋποθέσεις, οι«έποικοι», τους οποίους εγκατέστησε παρανόμως, σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Τουρκία. Και να επανέλθουν οι αναγκαστικώς αποχωρήσαντες από τις εστίες τους, λόγω της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες, ανακτώντας πλήρως όλα τα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και κατά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιώματά τους.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Γελοίες οι απειλές της Τουρκίας – Δεν θα τη ρωτήσουμε για θέματα αιγιαλίτιδας και εδάφους</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/09/07/pavlopoulos-geloies-oi-apeiles-tis-to/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 07 Sep 2024 10:47:37 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=936558</guid>

					<description><![CDATA[Για τα εθνικά θέματα και κυρίως για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μίλησε ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος. Ειδικότερα, σχολίασε για τη στάση της Τουρκίας ιστορικά τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζοντάς την αναξιόπιστη αλλά και για το τι πρέπει να προσέχουμε όσο αφορά τις βλέψεις της. «Με την Τουρκία πρέπει να κάνουμε διάλογο. Η Τουρκία έχει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Για τα εθνικά θέματα και κυρίως για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μίλησε ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.</h3>



<p>Ειδικότερα, σχολίασε για τη στάση της Τουρκίας ιστορικά τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζοντάς την αναξιόπιστη αλλά και για το τι πρέπει να προσέχουμε όσο αφορά τις βλέψεις της. «Με την Τουρκία πρέπει να κάνουμε διάλογο. Η Τουρκία έχει βασικά χαρακτηριστικά: διεθνώς αναξιόπιστη, απορώ με το ΝΑΤΟ, είναι ανερμάτιστη εντελώς, ό,τι συμφωνούμε με τον Ερντογάν δεν έπεται ότι θα το τηρήσει», είπε στο Open και την εκπομπή “Τώρα Μαζί” ο Προκόπης Παυλόπουλος.</p>



<p>Ο κ. Παυλόπουλος αρχικά είπε ότι «απόψεις που λένε δεν θα συζητάμε με την Τουρκία είναι εσφαλμένες» και πρόσθεσε: «Ποτέ στη διεθνή σκηνή δεν κόβεις από τον διάλογο τον αντίπαλό σου. Το θέμα είναι να έχεις κατά νου με ποιον συνδιαλέγεσαι, γιατί αυτό σου δίνει τη μεγάλη δυνατότητα να ξέρεις ποια είναι τα όρια σου απέναντί του και το κυριότερο πως να τον αντιμετωπίσεις ιδίως όταν έχει αυτή την πάγια εχθρική στάση όπως η Τουρκία».</p>



<p>Όπως τόνισε τρία είναι τα «βασικά χαρακτηριστικά του τι σημαίνει Τουρκία από τα οποία πρέπει να έχουμε καλυμμένα τα νότα μας: Είναι διεθνώς αναξιόπιστη, το ξέρουν όλοι. Εγώ απορώ πως το ΝΑΤΟ αποδέχεται ακόμα το ρόλο της και ανέχονται πράγματα που είναι αδιανόητα και δείχνουν την αναξιοπιστία της. Η Τουρκία είναι ανερμάτιστη εντελώς. Βλέπετε τι έκανε με την Ουκρανία και στη βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας, βλέπετε τι κάνει με τους BRICS. Πώς θα γίνει να είναι μέλος του BRICS και του ΝΑΤΟ. Μπορεί να συμφωνήσει και αύριο να το αναιρέσει. Ότι συμφωνούμε λοιπόν με τον Ερντογάν δεν έπεται ότι θα το τηρήσει ο Ερντογάν».</p>



<p>Στη συνέχεια ανέφερε ότι «η Τουρκία έχει μια μακροπρόθεσμη πολιτική προς την Ελλάδα, που είναι πολιτική πολλαπλών βλέψεων. Η Τουρκία έχει στόχο μακροπρόθεσμα ο πλήρης έλεγχος της Κύπρου και για αυτό δεν πρέπει να υποχωρούμε σε τίποτα. Δεύτερος στόχος της το Αιγαίο, διακαής πόθος είναι να μπορέσει να συγκυριαρχήσει στο Αιγαίο. Η συγκυριαρχία είναι ο βασικός στόχος της Τουρκίας κατά παράβαση όλων των κανόνων τους Διεθνούς Δικαίου».</p>



<h4 class="wp-block-heading">«Για θέματα αιγιαλίτιδας και εδάφους δεν θα ρωτήσουμε την Τουρκία»<br></h4>



<p>Και συνέχισε «και το τρίτο είναι ότι η Τουρκία αρχίζει την ατέρμονη διαπραγμάτευση για να φτάσουν να κερδίζουν έδαφος. Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση στο Ελσίνκι είχε δεχτεί να μιλάμε για συνοριακές και άλλες διαφορές. Μια διαφορά έχουμε με την Τουρκία, την οριοθέτηση της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Το θέλει δεν το θέλει η Τουρκία δεν την ρωτάμε. Της λέμε μια διαφορά έχουμε, θα πάμε στη Χάγη αν το θέλεις, αν δεν το θέλεις εμείς θα υπερασπιστούμε την θέση μας, δεν ξαναγυρνάμε στην περίοδο της Μαδρίτης και του Ελσίνκι. Θα υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα με όλους τους κανόνες τους Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Δεν μπορούμε να πάμε για θέμα αιγιαλίτιδας ζώνης και εδάφους. Αυτά μονομερώς μπορούμε να τα ρυθμίσουμε».</p>



<p>Σε ερώτηση αν ήταν σωστό από την κυβέρνηση να υπογράψει μνημόνιο με την Τουρκία ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι «σωστό είναι που υπεγράφη το κείμενο, αλλά είναι ένα μνημόνιο συνεννόησης που δεν έχει νομική ισχύ. Είναι γνωστό ότι η Τουρκία αναίρεσε το αντικείμενό του κάνοντας πράγματα που ήταν αδιανόητα. Ποτέ ο Ερντογάν όσο ήμουν πρόεδρος Δημοκρατίας δεν είχε θέσει θέμα για Κύπρο και Αιγαίο και να προσθέσουμε και την τρίτη βλέψη τη Θράκη. Μην υποτιμάμε ότι έχει βλέψεις για το θέμα της Θράκης».</p>



<p>Ερωτώμενος για το Τουρκολιβυκό μνημόνιο είπε: «Στην πράξη μπορούμε ως Ελλάδα να ακυρώνουμε το Τουρκολιβυκό μνημόνιο. Τι πρέπει να κάνουμε. Επέκταση στα 12 μίλια της αιγιαλίτιδας ζώνης σε όλη την νοτιοανατολική Μεσόγειο. Δεν έχω καταλάβει γιατί δεν έχουμε κάνει αυτή την επέκταση. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα».</p>



<p>Και κατέληξε ότι «η Τουρκία συμπεριφέρεται απαραδέκτως και για αυτό μας επιτρέπεται να θωρακίζουμε τα νησιά μας. Το Διεθνές Δίκαιο αναγνωρίζει τον κανόνα ότι αν έχεις επικείμενη απειλή ή απειλή βίας τότε μπορεί να θωρακίσεις τα νησιά σου. Η Τουρκία όταν είπε ότι είναι cassius belli η επέκταση στο Αιγαίο στα 12 μίλια, ξέρετε τι σημαίνει; θα σου κηρύξω τον πόλεμο. Αυτό είναι που μας νομιμοποιεί. Άρα απαντάμε «μολών λαβέ». Μην υποτιμάμε τις Ένοπλες δυνάμεις. Οι Τούρκοι δεν τολμάνε και πρέπει να το πιστέψουμε. Με την ιστορία τους έχουν αποδείξει ότι κέρδισαν σε πόλεμο με την Ελλάδα όταν εμείς κάναμε κάνα χοντρό λάθος ή όποτε είχαν την στήριξη των ΗΠΑ».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
