<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>παυλοπουλος &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-2/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Wed, 17 Dec 2025 20:50:21 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>παυλοπουλος &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Παυλόπουλος: Δημοκρατία χωρίς αντίβαρα, Ευρώπη σε κρίση αξιών και ο κίνδυνος ενός νέου παγκόσμιου οικονομικού πολέμου</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/12/17/pavlopoulos-dimokratia-choris-antiva/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 17 Dec 2025 20:50:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1144795</guid>

					<description><![CDATA[Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, φιλοξενήθηκε στην εκπομπή «Τέρμα στο Γκάζι», σε μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση με τον Νίκο Φελέκη και τη Βούλα Κεχαγιά. Μεταξύ άλλων, τοποθετήθηκε επί κρίσιμων θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής, σχολίασε τις εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και ανέλυσε το σημερινό πολιτικό περιβάλλον και την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ο <strong>πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, <a href="https://www.libre.gr/2025/12/17/pulse-proti-me-mikri-ptosi-nd-sto-80-i-apodochi/">Προκόπης Παυλόπουλος</a></strong>, φιλοξενήθηκε στην εκπομπή <strong>«Τέρμα στο Γκάζι»</strong>, σε μια <strong>εφ’ όλης της ύλης συζήτηση</strong> με τον <strong>Νίκο Φελέκη</strong> και τη <strong>Βούλα Κεχαγιά</strong>. Μεταξύ άλλων, τοποθετήθηκε επί <strong>κρίσιμων θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής</strong>, σχολίασε τις εξελίξεις στο <strong>εσωτερικό πολιτικό σκηνικό</strong> και ανέλυσε το <strong>σημερινό πολιτικό περιβάλλον</strong> και την <strong>τρέχουσα πολιτική συγκυρία</strong>, εστιάζοντας στους λόγους που <strong>εντείνουν την αποστασιοποίηση των πολιτών από τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα</strong>.</h3>



<p>Παράλληλα, κατέθεσε τις απόψεις του για την <strong>οικονομία</strong>, τη <strong>λειτουργία των θεσμών</strong>, την <strong>ποιότητα της Δημοκρατίας</strong> και την <strong>κατάσταση του Κράτους Δικαίου</strong>.</p>



<p>Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας <strong>τάχθηκε υπέρ της κατάργησης του άρθρου 86</strong>, σημειώνοντας ότι η απομάκρυνση της συγκεκριμένης διάταξης είχε προταθεί από τη <strong>Νέα Δημοκρατία ήδη από τον Δεκέμβριο του 2014</strong>, προσθέτοντας ότι <strong>το σχετικό κείμενο είναι έτοιμο από τότε</strong>.</p>



<p>Επίσης, τόνισε ότι στην <strong>πορεία του κράτους δικαίου και στη διάκριση των εξουσιών παρατηρούνται σοβαρά ζητήματα</strong>, επισημαίνοντας πως στη χώρα έχει διαμορφωθεί <strong>ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα</strong>.</p>



<p>Όπως χαρακτηριστικά είπε, <strong>ορισμένες αρμοδιότητες θα έπρεπε να μεταφερθούν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας</strong>, όπως η <strong>ενίσχυση του ρόλου του κατά την υπογραφή των νόμων</strong>.</p>



<p>Σημείωσε δε ότι <strong>δεν μπορεί κάθε φορά να συζητάμε για αναθεώρηση του Συντάγματος επειδή δεν εφαρμόζουμε τις ήδη υπάρχουσες διατάξεις</strong>.</p>



<p>Σε ό,τι αφορά την <strong>ανάδειξη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης</strong>, τόνισε ότι, ενώ κατατίθενται προτάσεις από διάφορους πολιτικούς χώρους, <strong>στην πράξη οι επιλογές γίνονται με κομματικά κριτήρια</strong>.</p>



<p><strong>«Υπάρχουν σωστές διατάξεις που δεν εφαρμόζονται»</strong>, σχολίασε.</p>



<p>Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι η <strong>Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παραμελήσει τον πρωτογενή τομέα</strong>, χαρακτήρισε <strong>λανθασμένη την Κοινή Αγροτική Πολιτική</strong> και υπογράμμισε ότι η ΕΕ επιχείρησε να ανταγωνιστεί δυνάμεις σε τομείς όπου δεν είχε συγκριτικό πλεονέκτημα, <strong>αδιαφορώντας για τον δικό της πρωτογενή τομέα</strong>.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>ΗΠΑ και δόγμα «America First»</strong></h4>



<p>«Το δόγμα “America First” είναι καθαρά οικονομικό. Αφορά την οικονομική επικυριαρχία της Αμερικής παγκοσμίως. Όποιος είναι μαζί τους, καλώς. Όποιος όχι, βρίσκεται απέναντι. Και αυτό το λέει ευθέως και για την Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιθωριοποιήσουν την Ευρώπη. Θέλουν καλές σχέσεις με τη Ρωσία, γιατί πάντα τα οικονομικά τους συμφέροντα υπερβαίνουν οποιεσδήποτε αρχές ή αξίες. Για τον Τραμπ δεν έχει σημασία ο ανθρωπισμός ή η δικαιοσύνη, αλλά η επικυριαρχία του. Στην Αμερική δεν υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα. Είναι η επικυριαρχία ενός Προέδρου πάνω στο Κογκρέσο αλλά ακόμη και πάνω στο Ανώτερο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό το μοντέλο επιχειρεί να εξάγει παντού».</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>«Παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος»</strong></h4>



<p>«Αυτή τη στιγμή, το μεγαλύτερο πρόβλημα στον πλανήτη είναι ότι έχει αρχίσει ένας παγκόσμιος πόλεμος υπό την ευρεία του έννοια. Οι ΗΠΑ εξωθούν τα πράγματα σε μια λογική επικυριαρχίας, όπου δημοκρατικά ιδεώδη και ανθρωπιστικές αξίες υποχωρούν. Ο πλανήτης χάνει αυτό που η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία κέρδιζε για χρόνια: τη διάδοση της ειρήνης μέσα από τον διάλογο των πολιτισμών, ο οποίος είναι απολύτως αναγκαίος».</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία</strong></h4>



<p>«Όλοι είμαστε απέναντι στη βάρβαρη επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Αποτελεί τραύμα στην παγκόσμια ειρήνη και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Όμως οι Ευρωπαίοι δεν διδαχθήκαμε τίποτε. Ο πρώτος διδάξας τέτοιων επεμβάσεων που έκανε ανεκτές η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Τουρκία. Υπάρχει διεθνής υποκρισία που βλάπτει την Ευρώπη. Αν παγιωθούν τέτοιες καταστάσεις, εμείς οι Έλληνες πρέπει να σκεφτόμαστε ότι αυτό αποτελεί ιστορικό προηγούμενο που μας λέει ότι πρέπει να ξεχάσουμε τη λύση του Κυπριακού».</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Υπεράσπιση της Δημοκρατία</strong>ς</h4>



<p>«Πρέπει να υπερασπιζόμαστε καθημερινά τη Δημοκρατία. Είναι σαν το ποδήλατο· αν σταματήσεις, πέφτεις. Μετά το 1975, το Σύνταγμα εδραίωσε τη Δημοκρατία, αλλά χρειάζεται θωράκιση της ποιότητάς της. Επιβλήθηκε ένα άνευ όρων πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, το οποίο σήμερα κορυφώνεται».</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Συνταγματική αναθεώρηση</strong></h4>



<p>«Η συνταγματική αναθεώρηση είναι χρήσιμη μόνο για την κάλυψη πραγματικών κενών ή παρωχημένων διατάξεων. Η μόνη ολοκληρωμένη αναθεώρηση έγινε το 1999–2001. Δεν μπορούμε κάθε φορά να μιλάμε για αναθεώρηση επειδή δεν εφαρμόζουμε το Σύνταγμα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να έχει ουσιαστικό ρόλο κατά την υπογραφή ή συνυπογραφή των νόμων».</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Ζητήματα Δημοκρατίας</strong></h4>



<p>«Τα ζητήματα Δημοκρατίας δεν λύνονται πάντα με νόμους. Λύνονται από τη δημοκρατική συνείδηση του πολίτη. Χωρίς ποιότητα Δημοκρατίας, όποια ευμάρεια κι αν έχουμε θα είναι θνησιγενής. Ας μην είμαστε μόνο κληρονόμοι ενός μεγάλου παρελθόντος, αλλά δημιουργοί της δικής μας ιστορίας».</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Κοινωνικό κράτος και ποιοτική Δημοκρατία</strong></h4>



<p>«Χωρίς κοινωνικό κράτος δεν μπορεί να υπάρξει ποιοτική Δημοκρατία. Ας στηρίξουμε τον πολίτη, την οικογένεια, το δημογραφικό. Και τότε μπορούμε να ζητάμε από τον πολίτη να υπερασπιστεί τη Δημοκρατία, χωρίς την οποία δεν υπάρχει πραγματική και βιώσιμη ευημερία».</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-wp-embed is-provider-libre wp-block-embed-libre"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="FMkzRkdbDe"><a href="https://www.libre.gr/2025/12/17/pulse-proti-me-mikri-ptosi-nd-sto-80-i-apodochi/">Pulse: Πρώτη με μικρή πτώση η ΝΔ- Στο 80% η αποδοχή των αγροτικών αιτημάτων</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted"  title="&#8220;Pulse: Πρώτη με μικρή πτώση η ΝΔ- Στο 80% η αποδοχή των αγροτικών αιτημάτων&#8221; &#8212; Libre" src="https://www.libre.gr/2025/12/17/pulse-proti-me-mikri-ptosi-nd-sto-80-i-apodochi/embed/#?secret=rhtzKYDD0r#?secret=FMkzRkdbDe" data-secret="FMkzRkdbDe" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Οι απαιτήσεις της Ελλάδας κατά της Γερμανίας είναι νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/03/27/pavlopoulos-oi-apaitiseis-tis-ellada/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 27 Mar 2025 20:29:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[Γερμανία]]></category>
		<category><![CDATA[γερμανικές αποζημιώσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1022962</guid>

					<description><![CDATA[Για το “νομικώς ενεργό και το δικαστικώς επιδιώξιμο των απαιτήσεων της Ελλάδας κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, των σχετικών με το κατοχικό δάνειο και με τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας”, όπως ήταν και ο τίτλος της ομιλίας του, μίλησε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Για το “νομικώς ενεργό και το δικαστικώς επιδιώξιμο των απαιτήσεων της Ελλάδας κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, των σχετικών με το κατοχικό δάνειο και με τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας”, όπως ήταν και ο τίτλος της ομιλίας του, μίλησε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός κ. <strong><a href="https://www.libre.gr/2025/03/27/famellos-o-syriza-apotelei-engyisi-gi/">Προκόπιος Παυλόπουλος</a></strong> στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου με τίτλο “<strong>Καρπενήσι, Αύγουστος 1944. 80 χρόνια από την καταστροφή της Πόλης. Εθνικές και Ευρωπαϊκές Διαστάσεις</strong>“.</h3>



<p><strong>Κατά την ομιλία του αυτή ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</strong></p>



<h4 class="wp-block-heading">«Πρόλογος</h4>



<p>Κάτι παραπάνω από 80 χρόνια πριν, μεταξύ 5-21 Αυγούστου 1944, συντελέσθηκε, στην ευρύτερη περιοχή της ορεινής Αιτωλίας και Ευρυτανίας, ένα ακόμη στυγερό έγκλημα της ναζιστικής θηριωδίας. Επρόκειτο για την φρικτή στρατιωτική εκκαθαριστική επιχείρηση «Έχιδνα», την οποία σχεδίασε και εκτέλεσε με ωμότητες πραγματικής βαρβαρότητας η 104η Μεραρχία Κυνηγών, προκειμένου να εκδικηθεί αδίστακτα τον επικό αγώνα της Εθνικής Αντίστασης κυρίως στους ορεινούς όγκους μεταξύ Αγρινίου και Καρπενησίου. </p>



<p>Από την 8η Αυγούστου 1944 το Καρπενήσι και οι κάτοικοί του βίωσαν – για δεύτερη και πιο ζοφερή φορά, δοθέντος ότι η πρώτη οργανώθηκε ήδη την 7η Νοεμβρίου 1943- πρωτόγνωρες, σχεδόν ολοκληρωτικές, καταστροφές με πάμπολλα άοπλα θύματα, πέραν εκείνων των ηρωικών μελών της Εθνικής Αντίστασης τα οποία έπεσαν προηγουμένως στις εκεί μάχες εναντίον των ναζί. </p>



<p>Για το ιστορικό της καταστροφής του Καρπενησίου από τους ναζί θα μιλήσουν άλλοι, πολύ αρμοδιότεροι εμού, στο πλαίσιο του τόσο αξιόλογου Συνεδρίου σας, στο οποίο έχω την μεγάλη τιμή να μετέχω. Γι’ αυτό και από την πλευρά μου θα αναφερθώ μόνο στο μείζον Εθνικό Θέμα των εν γένει απαιτήσεων της Χώρας μας κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, των σχετικών με το κατοχικό δάνειο και με τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και για τις καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Ι. Το ευρύτερο νομικό πλαίσιο</h4>



<p>Συνιστά πλέον κοινή πεποίθηση το ότι είναι η ίδια η έννοια της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας η οποία θεμελιώνει, στο ακέραιο, τις αξιώσεις της Ελλάδας ως προς το κατοχικό δάνειο και ως προς τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις υλικές καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας.</p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη της Ιστορίας, προκειμένου το μήνυμα «Δεν ξεχνάμε, Ποτέ ξανά» να καταστεί πράξη, απαιτεί από τους θύτες να ολοκληρώσουν την «συγγνώμη» τους αποδίδοντας και στην Ελλάδα αυτό που δικαιωματικώς της ανήκει. Πράγμα που σημαίνει πως αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εννοεί και αναγνωρίζει πλήρως τις ευθύνες της για το ναζιστικό παρελθόν της οφείλει, αμέσως, να πράξει έναντι της Ελλάδας εκείνο, το οποίο επιβάλλει τόσον η ιστορική διαδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, ιδίως δε ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός.</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;Επ’ αυτού υπενθυμίζω τις βασικές μας θέσεις -που είναι και Εθνικές μας Θέσεις, αφότου συντελέσθηκαν τα εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού- ως προς τις ως άνω αξιώσεις μας. Διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικά, από νομική έποψη, θέματα.</p>



<h4 class="wp-block-heading">ΙΙ. Τα είδη των απαιτήσεων της Ελλάδας</h4>



<p><strong>Συγκεκριμένα δε πρόκειται:</strong></p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Πρώτον, για το κατοχικό δάνειο προς την Γερμανία, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικώς –ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της εγκάθετης κατοχικής κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής. Εδώ πρόκειται, λοιπόν, από νομική σκοπιά για «ενοχή εκ συμβάσεως». Άρα, η αντίστοιχη εκ της συμβάσεως απαίτηση της Ελλάδας είναι ενδοσυμβατικής -και όχι αδικοπρακτικής- προέλευσης.</p>



<p><strong>1</strong>. Σε αυτήν την απαίτηση προστίθενται ποσά, τα οποία προκύπτουν από συναφείς προς την δανειακή σύμβαση αιτίες, όπως είναι ιδίως οι τόκοι υπερημερίας λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης.</p>



<p><strong>2</strong>. Για την απαίτηση αυτή δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής ούτε θέμα παραίτησης. Τίθεται μόνο ζήτημα συνολικού υπολογισμού της έως σήμερα. Ας σημειωθεί ότι η Ελληνική θέση γίνεται νομικώς τόσο περισσότερο ισχυρή, όσον η αποπληρωμή του δανείου είχε αρχίσει ήδη από την κατοχική περίοδο.</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;Και, δεύτερον, για τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών στην Ελλάδα από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής.</p>



<p><strong>1</strong>. Επισημαίνεται, πριν απ’ όλα, ότι το 1946, στην Διάσκεψη των Παρισίων, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό τέτοιων αποζημιώσεων προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων. Κυρίως δε επισημαίνεται μ’ έμφαση ότι το 1953, με την Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «χαρίσθηκαν» στην Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά «τεχνηέντως» φαίνεται να διατείνεται.</p>



<p><strong>α</strong>) Η Συμφωνία αυτή απλώς έθεσε «σε αδράνεια» τις οφειλές της Γερμανίας έως την υπογραφή, κατά το Διεθνές Δίκαιο (Δίκαιο του Πολέμου), «Συμφώνου Ειρήνης» μεταξύ της τελευταίας και των Δυνάμεων που νίκησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται νομικώς για ένα είδος lato sensu «αναβλητικής αίρεσης» σχετικά με την εξόφληση των υποχρεώσεων της Γερμανίας, επειδή τότε θεωρήθηκε ότι αυτή δεν διέθετε –πρωτίστως λόγω της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική- την κατά το Διεθνές Δίκαιο απαιτούμενη πολιτειακή υπόσταση για ανάληψη και εκπλήρωση συναφών υποχρεώσεων.</p>



<p><strong>β</strong>) Τούτο –ήτοι η ικανότητα σύναψης «Συμφώνου Ειρήνης»- επήλθε το 1990. Όταν, μετά την επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία απέκτησε ενιαία, νομικώς, πολιτειακή υπόσταση και κυριαρχία. Ειδικότερα, το 1990 υπογράφηκε το λεγόμενο «Σύμφωνο 2 + 4» μεταξύ της ενωμένης πλέον Γερμανίας και ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Γαλλίας και Αγγλίας.</p>



<p><strong>γ</strong>) Γίνεται δε σήμερα, γενικώς και επισήμως, δεκτό –de facto δε το έχει αποδεχθεί και η Γερμανία, αφού στην βάση αυτή στηρίζει την εν γένει κυριαρχία της- ότι το ως άνω Σύμφωνο επέχει την θέση του «Συμφώνου Ειρήνης» το οποίο προέβλεπε, κατά το Διεθνές Δίκαιο, η προαναφερόμενη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953. Και τούτο διότι μόνον έκτοτε η Γερμανία μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο «Σύμφωνο», δεδομένου ότι μόνο τότε, κατά τ’ ανωτέρω, απέκτησε την ενότητά της και την ενιαία κυριαρχία της μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.</p>



<p><strong>δ</strong>) Το «Σύμφωνο 2 + 4» καλύπτει, λόγω της νομικής φύσης του αλλά και γενικότητάς του, και τα μη συμβαλλόμενα πλην όμως «παθόντα» από την γερμανική κατοχή Κράτη, όπως η Ελλάδα. Είναι δηλαδή νομικό κείμενο γενικής εφαρμογής.</p>



<p><strong>2</strong>. Η από Ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι οποίες κωδικοποίησαν και τις έως τότε διατάξεις του Δικαίου του Πολέμου.</p>



<p><strong>α</strong>) Κατά τις διατάξεις αυτές: «Ο εμπόλεμος όστις ήθελε παραβιάσει τας διατάξεις του Κανονισμού θα υποχρεούται, αν συντρέχει λόγος, εις αποζημίωσιν, θα είναι δε υπεύθυνος δια πάσας τας πράξεις τας διαπραχθείσας υπό των προσώπων των μετεχόντων της στρατιωτικής του δυνάμεως». Επέκεινα, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του «Κανονισμού Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην ξηρά», ο οποίος είναι προσαρτημένος στην Δ΄ Σύμβαση της Χάγης του 1907, καθιερώνουν και τις δύο θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου του Πολέμου. Ήτοι τις αρχές της προστασίας του σεβασμού του Ανθρώπου και της ατομικής ιδιοκτησίας.</p>



<p><strong>β</strong>) Όλες αυτές τις αρχές επικαιροποίησε η απόφαση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, το 1946. Αυτό είχε αποδεχθεί, έναντι της Ελληνικής Κυβέρνησης -επισήμως, το 1965- ο τότε Καγκελάριος Λούντβιχ Έρχαρτ. Ο ίδιος δε είχε μιλήσει για επανορθώσεις ύψους 500 εκ. γερμανικών μάρκων.</p>



<h4 class="wp-block-heading">ΙΙΙ. Τα κύρια στοιχεία της τεκμηρίωσης</h4>



<p>Από τα όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι οι ως άνω αξιώσεις μας, από τις οποίες ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο έχουμε παραιτηθεί, είναι πάντα νομικώς ενεργές –πράγμα που σημαίνει ότι δεν τίθεται κανένα θέμα παραγραφής- και δικαστικώς επιδιώξιμες.</p>



<p><strong>Α.</strong>&nbsp;Και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός, ως μέρος του εν γένει κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού που συντίθεται από τις διατάξεις αλλά και από τις θεμελιώδεις αρχές και τις αξίες της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας, επιβάλλει την σχετική απόφαση να την λάβει αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum, με βάση το σύνολο του εφαρμοζόμενου, εν προκειμένω, Διεθνούς Δικαίου.</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;Η θέση αυτή είναι, κυριολεκτικώς, Εθνική και, κατά συνέπεια, μη διαπραγματεύσιμη. Πολλώ μάλλον όταν ενισχύει, πλέον, καταλυτικώς η πρόσφατη γνωμοδότηση (2019) της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εμπειρογνωμόνων του Γερμανικού Κοινοβουλίου (Bundestag). Η οποία αφενός αναγνωρίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα παραίτησης ή παραγραφής των αξιώσεων της Ελλάδας. Και, αφετέρου, προτρέπει –και μάλιστα «expressis verbis»- την γερμανική πλευρά ν’ αποδεχθεί σχετική προσφυγή της Ελλάδας στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Και κατά τούτο μόνο προβληματισμό προκαλεί η από 18.10.2019 απόρριψή της, τον Ιούνιο του ίδιου έτους, πλήρως τεκμηριωμένης ρηματικής διακοίνωσης της Ελλάδας -αλλά και μεταγενέστερες, άμεσες ή έμμεσες, απορρίψεις-αναφορικά με την προοπτική προσφυγής σε αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum για την οριστική επίλυση της εν προκειμένω διαφοράς, ως προς τις αξιώσεις της Ελλάδας σχετικά με το κατοχικό δάνειο και με τις εν γένει αποζημιώσεις.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Επίλογος</h4>



<p>Η κατά τα προεκτεθέντα άρνηση της Κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με το ν’ αγνοεί όλα τα κατά τ’ ανωτέρω -πλήρως τεκμηριωμένα- νομικά επιχειρήματα, εμφανίζεται παντελώς αναιτιολόγητη, δοθέντος ότι έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση και προς την Ευρωπαϊκή αλλά και προς την Διεθνή Νομιμότητα. </p>



<p>Επιπλέον, η ως άνω άρνηση είναι άκρως αντιφατική και υποκριτική, αφού δεν είναι νοητό και αποδεκτό, από πλευράς συνεπούς διεθνούς συμπεριφοράς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την μια πλευρά να επιχειρεί, σε πολλές περιπτώσεις, να «παραδώσει μαθήματα» σεβασμού, εκ μέρους άλλων Κρατών, της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας. Και, από την άλλη, ν’ αρνείται την συμμόρφωσή της προς αυτές, όταν μάλιστα πρόκειται για θύματα και ζημίες προερχόμενες από το εφιαλτικό ναζιστικό της παρελθόν. </p>



<p>Ένα παρελθόν το οποίο άλλωστε η ίδια έχει, δημοσίως και διεθνώς, καταδικάσει και αποκηρύξει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι βέβαιο ότι με μια τέτοια συμπεριφορά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποσκάπτει, «εκ των έσω», την αξιοπιστία της και το κύρος της, σ’ Ευρωπαϊκό και Διεθνές επίπεδο. </p>



<p>Όπως είναι λοιπόν αυτονόητο η Ελλάδα δεν αποδέχεται, ούτε πρόκειται ν’ αποδεχθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την άρνηση αυτή. Πράγμα που σημαίνει ότι θα επανέλθει εν προκειμένω, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έκταση και έμφαση στα νομικά -και όχι μόνο- επιχειρήματά της.»</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-wp-embed is-provider-libre wp-block-embed-libre"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="twfieebHJP"><a href="https://www.libre.gr/2025/03/27/famellos-o-syriza-apotelei-engyisi-gi/">Φάμελλος σε Ανδρουλάκη: &#8220;Όποιος υποτιμά τις συνεργασίες, υποτιμά και τους πολίτες&#8221;- Άγρια κόντρα με ΠΑΣΟΚ</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted"  title="&#8220;Φάμελλος σε Ανδρουλάκη: &#8220;Όποιος υποτιμά τις συνεργασίες, υποτιμά και τους πολίτες&#8221;- Άγρια κόντρα με ΠΑΣΟΚ&#8221; &#8212; Libre" src="https://www.libre.gr/2025/03/27/famellos-o-syriza-apotelei-engyisi-gi/embed/#?secret=DWpAOTEmFY#?secret=twfieebHJP" data-secret="twfieebHJP" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η επείγουσα ανάγκη άμεσης επέκτασης στα 12 ν.μ. της Αιγιαλίτιδας Ζώνης Ελλάδας και Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/12/20/pavlopoulos-i-epeigousa-anagki-amesi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 20 Dec 2024 18:30:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=983217</guid>

					<description><![CDATA[Ομιλία του με θέμα «Οι προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο», παραχώρησε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Προκόπης Παυλόπουλος στο Διεθνές Συνέδριο με αντικείμενο τον «Ελληνισμό της Κύπρου». Στο Συνέδριο, που οργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας, το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ομιλία του με θέμα «Οι προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο», παραχώρησε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, <a href="https://www.libre.gr/2024/12/20/ymnoi-gkilfoili-ellada-einai-polytim/">Προκόπης Παυλόπουλος</a> στο Διεθνές Συνέδριο με αντικείμενο τον «Ελληνισμό της Κύπρου». Στο Συνέδριο, που οργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας, το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου, επεσήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<h4 class="wp-block-heading">«Πρόλογος</h4>



<p>Τους τελευταίους ιδίως μήνες, και παρά την συνεχιζόμενη&nbsp;&nbsp;-ή και εντεινόμενη ενίοτε-&nbsp;&nbsp;προκλητική αδιαλλαξία της Τουρκίας, γίνεται και πάλι λόγος<strong>&nbsp;</strong>για την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχύτερης επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος.&nbsp;&nbsp;Κάτι το οποίο, όπως προκύπτει και από σχετικές πρόσφατες δηλώσεις, αποδέχονται οι Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου&nbsp;&nbsp;-αποφασισμένες μάλιστα να κινηθούν εν προκειμένω με τον απαιτούμενο «<em>ρεαλισμό</em>» μπροστά στον «<em>άτεγκτο</em>» έως απροκαλύπτως κυνικό κόσμο των Διεθνών Σχέσεων- ενώ «<em>ωθούν</em>» προς την ως άνω κατεύθυνση τόσον ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι έχουν&nbsp;<em>«βιώσει»</em>&nbsp;και έχουν επανειλημμένως καταδικάσει, δυστυχώς όμως χωρίς την απαιτούμενη αυστηρότητα και μάλιστα δίχως ίχνος αποτελεσματικών κυρώσεων, την όλη τουρκική στάση μετά το 1974.</p>



<p><strong>Α.&nbsp;</strong>Η τακτική αυτή<strong>&nbsp;</strong>των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου πρέπει ν’ αξιολογηθεί ως κατ’ αρχήν ορθή, αφού η «<em>μη λύση</em>» του Κυπριακού Ζητήματος όχι μόνο δεν συνιστά «<em>λύση</em>» του, αλλά καθιστά ολοένα και πιο επισφαλή&nbsp;&nbsp;-κατ’ επιεική δε θεώρηση-&nbsp;&nbsp;την κατάσταση που δημιούργησε η πάνω από πενήντα χρόνια κατοχή του ενός τρίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, ύστερα από την βάρβαρη εισβολή της στην Μαρτυρική Κύπρο το 1974.<strong>&nbsp;&nbsp;</strong>Πλην όμως, και όπως είναι ευνόητο,<strong>&nbsp;</strong>η επίτευξη λύσης του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον είναι δίκαιη και βιώσιμη.&nbsp;&nbsp;Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω ότι η λύση αυτή είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον υπηρετεί, τουλάχιστον ως προς τα σχετικά βασικά ρυθμιστικά της στοιχεία, «<em>αξιοπρεπώς</em>»&nbsp;&nbsp;-και όχι κατ’ επίφαση, υπό το κράτος απαράδεκτων συμβιβασμών ή και εκβιασμών από συγκεκριμένες πλευρές-&nbsp;&nbsp;την Διεθνή Νομιμότητα και την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα αλλά και την «<em>βιωσιμότητα</em>» της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, κυρίως δε ως πλήρους Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα</em>» της, της Ευρωζώνης.&nbsp;&nbsp;Διότι το αντίθετο οδηγεί, αναποδράστως, σ’ επικίνδυνες ατραπούς ακόμη πιο επώδυνης θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;Το ζήτημα τούτο απαιτεί τόσο «<em>επιμελέστερη</em>» προετοιμασία, με την ανάλογη προσοχή και προνοητικότητα,&nbsp;&nbsp;όσο η Τουρκία έχει καταστήσει -με περισσό θράσος που, δυστυχώς, το ενισχύει η προεκτεθείσα θλιβερή Διεθνής, ακόμη και Ευρωπαϊκή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανοχή προς αυτή-&nbsp;&nbsp;σαφές πως ως αρχή «<em>λύσης</em>» του Κυπριακού Ζητήματος δεν αποδέχεται, κατ’ ουδένα τρόπο, το στοιχειώδες κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια,&nbsp;&nbsp;πρότυπο του Ομοσπονδιακού Κράτους.&nbsp;&nbsp;Και κάνει λόγο, ευθέως, για δύο Κράτη, ή το πολύ για έναν τύπο Συνομοσπονδιακού Κράτους στην βάση μιας εξαιρετικά χαλαρής συνομοσπονδίας, η οποία μάλιστα&nbsp;&nbsp;δεν ανταποκρίνεται καν στα δεδομένα μιας πραγματικής&nbsp;&nbsp;διζωνικής-δικοινοτικής κρατικής και&nbsp;&nbsp;πολιτειακής οντότητας.&nbsp;<strong>&nbsp;</strong></p>



<p><strong>Β.&nbsp;</strong>Υπό το πνεύμα αυτό είναι προφανές πως δεν μπορεί -ορθότερα δε δεν είναι επιτρεπτό-&nbsp;&nbsp;ν’ αρχίσει οιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό Ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp;&nbsp;Αν γίνει, από Ελληνικής και Κυπριακής πλευράς, το λάθος να υποτιμηθεί ο κίνδυνος της έναρξης διαλόγου για το Κυπριακό Ζήτημα δίχως μιαν ουσιώδη υποχώρηση της Τουρκίας από τις κατά τ’ ανωτέρω ακραίες θέσεις της, τότε ο «<em>διάλογος</em>» με την τουρκική πλευρά μας οδηγεί στην διακινδύνευση να υποχωρήσουμε μοιραίως εμείς, έστω και κατά ένα μέρος, στους απαράδεκτους τουρκικούς εκβιασμούς και στο ενδεχόμενο πλήρους ευτελισμού του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;Επιπροσθέτως, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι πάντοτε η «<em>προσφιλής</em>» τακτική της Τουρκίας όταν επιχειρεί να προωθήσει και τις πιο αδιανόητες «<em>διεκδικήσεις</em>» της έναντι του Ελληνισμού εν γένει, στηριζόμενη με πρόδηλο διεθνές θράσος στην παγίωση των «<em>τετελεσμένων</em>» εφόσον διαπιστώσει τάσεις δισταγμών, ανοχής και υποχωρητικότητας από τις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.&nbsp;&nbsp;Και κατά τούτο πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι στις σχέσεις μας με την Τουρκία,&nbsp;&nbsp;ακόμη και όταν αυτή δείχνει προς εμάς «<em>αγαθές προθέσεις</em>», ισχύει στο ακέραιο το «<em>timeo Danaos et dona ferentes</em>». Το ίδιο δε ισχύει –ή πρέπει να ισχύει- προφανώς και για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δεδομένο ότι έχουν βιώσει και υποστεί, σε σειρά περιπτώσεων κατά το απώτερο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν, την ιταμή στάση της Τουρκίας αναφορικά με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.</p>



<p><strong>Ι. Τα κανονιστικά δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου</strong></p>



<p>Όπως λοιπόν συνάγεται ευχερώς από τα προεκτεθέντα, ασφαλείς «<em>δείκτες πορείας</em>» για την δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος είναι, και μάλιστα αποκλειστικώς, πρώτον, το Διεθνές Δίκαιο.&nbsp;&nbsp;Kαι, δεύτερον, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp;&nbsp;Mε την πρόσθετη επισήμανση ότι το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως οντότητα με αυτοτελή νομική προσωπικότητα, είναι πλήρες μέλος της Διεθνούς Κοινότητας, αρχής γενομένης από τον ΟΗΕ.</p>



<p><strong>Α. Το Διεθνές Δίκαιο</strong></p>



<p>Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp;Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας&nbsp;&nbsp;τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, απεριφράστως καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;&nbsp;Υπενθυμίζεται, ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας&nbsp;&nbsp;υπήρξαν&nbsp;&nbsp;-και παραμένουν-&nbsp;&nbsp;προεχόντως τα εξής:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Πριν απ’ όλα το&nbsp;&nbsp;αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο&nbsp;&nbsp;-ιδίως λόγω της συνέχισης&nbsp;&nbsp;και&nbsp;&nbsp;επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων-&nbsp;&nbsp;με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, 1.8.1974, αρ. 355/1974, 14.8.1974, αρ. 357/1974, 15.8.1974, αρ. 358/1974, 15.8.1974, αρ. 359/1974, 16.8.1974, αρ. 360/1974, 30.8.1974, αρ. 361/1974 και 13.12.1974, αρ. 364/1974.</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Και ύστερα το,&nbsp;&nbsp;καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε,&nbsp;&nbsp;επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «<em>Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου</em>».&nbsp;&nbsp;Σημειωτέον, ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος,&nbsp;&nbsp;με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, 11.5.1984, αρ. 550/1984, 12.3.1990, αρ. 649/1990, 10.4.1992, αρ. 750/1992, 25.11.1992, αρ. 789/1992 και 29.6.1999, αρ. 1251/1999.&nbsp;&nbsp;Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε&nbsp;&nbsp;-και έκτοτε γίνεται παγίως-&nbsp;&nbsp;δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος,&nbsp;&nbsp;με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους-&nbsp;&nbsp;ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα&nbsp;&nbsp;κατηγορηματικώς, κάθε «<em>προοπτική</em>» διχοτόμησης ή απόσχισης.</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Περαιτέρω, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος&nbsp;&nbsp;βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).&nbsp;&nbsp;Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την stricto sensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Σύμβασης,&nbsp;&nbsp;η οποία καταρτίσθηκε το 1982&nbsp;&nbsp;-ως «<em>Σύμβαση του Montego Bay</em>»-&nbsp;&nbsp;και άρχισε να ισχύει από το 1994.&nbsp;&nbsp;Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς&nbsp;&nbsp;-ήτοι ως νομικό πρόσωπο πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της-&nbsp;&nbsp;&nbsp;η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998.&nbsp;&nbsp;Γεγονός&nbsp;&nbsp;που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί&nbsp;&nbsp;έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της.&nbsp;&nbsp;Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη, όπως π.χ. η Τουρκία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).&nbsp;</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή&nbsp;&nbsp;-όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς οιονεί erga omnes.&nbsp;&nbsp;Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί.&nbsp;&nbsp;Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει,&nbsp;&nbsp;αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας «<em>κατά το δοκούν</em>», όπως προκύπτει προδήλως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>», του 2019.&nbsp;&nbsp;Επισημαίνεται&nbsp;&nbsp;-προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και «<em>καθαρότητα</em>»-&nbsp;&nbsp;ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε&nbsp;<em>«πρωτοκόλληση»</em>&nbsp;του&nbsp;<em>«μνημονίου»</em>&nbsp;τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει&nbsp;&nbsp;αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων&nbsp;<em>«πρωτοκολλήσεων»</em>&nbsp;διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία που ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της&nbsp;<em>«κανονιστικής δυναμικής»&nbsp;</em>των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.</p>



<p><strong>Β.</strong>&nbsp;<strong>Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p>Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου.&nbsp;&nbsp;Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε,&nbsp;&nbsp;η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα</em>» της, της Ευρωζώνης.&nbsp;&nbsp;Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.&nbsp;&nbsp;Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), θέτει τις ακόλουθες προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση ν’ αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της.&nbsp;&nbsp;Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, de jure και de facto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-12 της ΣΕΕ, το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχει μία και μόνη Νομική Προσωπικότητα διεθνώς.&nbsp;&nbsp;Αυτό προκύπτει π.χ. κυρίως από τις διατάξεις του άρθρου 5 της ΣΕΕ, ως προς τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-Μελών της.&nbsp;&nbsp;Καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 της ΣΕΕ, ως προς την εκπροσώπηση του Κράτους-Μέλους στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,&nbsp;&nbsp;και ιδίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Διότι, όπως είναι ευνόητο, ένας τέτοιος καταμερισμός αρμοδιοτήτων καθώς και μια τέτοια εκπροσώπηση προϋποθέτουν Κράτος-Μέλος, το οποίο είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί πλήρως ως προς όλα αυτά τα κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο καθήκοντα κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική&nbsp;<em>«απορρόφηση»</em>&nbsp;του συνόλου&nbsp;&nbsp;του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Από την προμνημονευόμενη προϋπόθεση της μίας και μόνης Νομικής Προσωπικότητας διεθνώς απορρέει, αυτοθρόως,&nbsp;&nbsp;και η προϋπόθεση της μίας και μόνης Ιθαγένειας.&nbsp;&nbsp;Πολλώ μάλλον όταν διεθνώς δεν υφίσταται παράδειγμα Κράτους με μία νομική προσωπικότητα διεθνώς που αναγνωρίζει εντός αυτού περισσότερες της μίας ιθαγένειες. Δεν πρέπει δε να υποτιμάται το γεγονός ότι η αναγνώριση περισσότερων της μίας ιθαγενειών «<em>ανοίγει</em>», και δη «<em>διάπλατα</em>», τον δρόμο για την αναγνώριση και περισσότερων του ενός Κρατών ή και για την επιβολή ενός πολιτειακού καθεστώτος χαλαρής συνομοσπονδίας. Καθεστώτος το οποίο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια, δεν μπορεί να ισχύσει για την Κυπριακή Δημοκρατία κατά το Διεθνές Δίκαιο, και κατ’ εξοχήν κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>3.&nbsp;</strong>Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι Κυρίαρχο, όπως συνάγεται ευχερώς ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.&nbsp;&nbsp;Τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία («<em>essentialia</em>&nbsp;<em>negotii</em>») της εσωτερικής και της εξωτερικής Κυριαρχίας ενός Κράτους -κατά βάση ως της ικανότητας της αυτοδύναμης επιβολής της εξουσίας του χωρίς να περιορίζεται από άλλη βούληση- είναι κοινώς γνωστά με βάση τους κανόνες του Συνταγματικού Δικαίου διεθνώς.&nbsp;&nbsp;Επομένως, στο σημείο αυτό αρκεί η ειδικότερη αναφορά στις προϋποθέσεις που καθιερώνουν οι ως άνω ρυθμίσεις της ΣΕΕ:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Κατά πρώτο λόγο το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές της ΣΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει τις θεμελιώδεις λειτουργίες του.&nbsp;&nbsp;Ιδίως δε την διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, την διασφάλιση της Δημόσιας Τάξης και την προστασία της Εθνικής Ασφάλειας.&nbsp;&nbsp;Αφού στην αντίθετη περίπτωση η Κυριαρχία καθίσταται, άνευ άλλου τινός, «<em>γράμμα κενό περιεχομένου</em>» intra και extra muros.&nbsp;&nbsp;Κάτι το οποίο καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους-Μέλους και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, συνακόλουθα δε «<em>υπονομευτική</em>» για την δομή και την λειτουργία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;</p>



<p><strong>β) </strong>Άρα Κράτος ικανό ν’ ασκήσει, στο ακέραιο, τα κατά το Διεθνές Δίκαιο δικαιώματα της stricto sensu Κυριαρχίας του καθώς και όλα τα εντεύθεν επιμέρους Κυριαρχικά του Δικαιώματα.  Πρόκειται, προεχόντως,  για το προμνημονευόμενο Δίκαιο της Θάλασσας, κατά την σχετική Σύμβαση του ΟΗΕ (UNCLOS)  -«<em>Σύμβαση του Montego Bay</em>», του 1982-  η οποία, κατά τα προεκτεθέντα,  ισχύει από το 1994.  Στο σημείο δε αυτό πρέπει ν’ αναδειχθεί, από πλευράς Ελλάδας και Κύπρου και για την κατά τα ως άνω πλήρη άσκηση των κατά το Διεθνές Δίκαιο δικαιωμάτων ιδίως της stricto sensu Κυριαρχίας τους, προεχόντως η επείγουσα ανάγκη άμεσης επέκτασης στα 12. ν.μ. της Αιγιαλίτιδας Ζώνης τους στην Ανατολική Μεσόγειο.  Και τούτο -κατ’ εξοχήν μετά τα πρόσφατα πολεμικά <em>«τετελεσμένα</em>» στην Συρία- διότι μια τέτοια επέκταση συνιστά, κατ’ αποτέλεσμα,  ευθεία και έμπρακτη αμφισβήτηση της ίδιας της νομικής υπόστασης αφενός του «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου»</em>  του 2019 και, αφετέρου, του ορατού πια ενδεχόμενου «<em>σύναψης»</em> ενός ανάλογου «<em>τουρκοσυριακού μνημονίου»</em> περί ΑΟΖ.  Πραγματικά, και όπως είναι πια διεθνώς κοινό αποδεκτό, το ως άνω «<em>τουρκολιβυκό μνημόνιο»</em> περί ΑΟΖ και το ενδεχόμενο μελλοντικώς «<em>τουρκροσυριακό μνημόνιο»</em> είναι νομικώς ανυπόστατα και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα διότι παραβιάζουν, και δη οφθαλμοφανώς, πλειάδα θεμελιωδών  διατάξεων του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ.                          </p>



<p><strong>γ)&nbsp;</strong>Ειδικότερα, μεταξύ άλλων το Δίκαιο της Θάλασσας καθορίζει από την μια πλευρά τον θεσμικό πυρήνα της stricto sensu Κυριαρχίας του κάθε Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, η οποία ασκείται πλήρως πέραν της Ηπειρωτικής Επικράτειας και στα Χωρικά Ύδατα ή Χωρική Θάλασσα -δηλαδή στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη-&nbsp;&nbsp;πρωτίστως κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. της Σύμβασης αυτής του ΟΗΕ.&nbsp;&nbsp;Και, από την άλλη πλευρά, τον θεσμικό πυρήνα της lato sensu Κυριαρχίας, η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα επιμέρους αναγνωρισμένα από το Διεθνές Δίκαιο Κυριαρχικά Δικαιώματα κάθε Κράτους.&nbsp;&nbsp;Κατά βάση δε τα Κυριαρχικά Δικαιώματα τα σχετικά με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 55 επ. της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και με την Υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76 επ. της ίδιας Σύμβασης.</p>



<p><strong>4.&nbsp;</strong>Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται στην βάση των θεσμικοπολιτικών «<em>συντεταγμένων</em>» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αφού κατά το άρθρο 10 παρ.1<strong>&nbsp;</strong>της ΣΕΕ η όλη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώνεται στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.&nbsp;&nbsp;Υπό τα δεδομένα αυτά δεν νοείται και Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο δεν στηρίζεται, ουσιαστικώς και στην πράξη, στο όλο θεσμικοπολιτικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;Τούτο επιβάλλει, συνακόλουθα,&nbsp;&nbsp;εκ μέρους του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Πλήρη σεβασμό της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και των βασικών θεσμικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 2 της ΣΕΕ.&nbsp;&nbsp;Και ως προς την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών διευκρινίζεται ότι αυτή,&nbsp;&nbsp;μεταξύ άλλων,&nbsp;&nbsp;αφενός επιτρέπει&nbsp;&nbsp;την «<em>διασταύρωσή</em>» τους μόνο στο μέτρο που το προβλέπει με τους ειδικότερους επιμέρους κανόνες δικαίου το δημοκρατικώς θεσπισμένο Σύνταγμα.&nbsp;&nbsp;Και, αφετέρου, δεν ανέχεται «<em>εκπτώσεις</em>» κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την λειτουργία του κυρωτικού μηχανισμού της Δικαστικής Εξουσίας, υπό το καθεστώς των εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών που την στελεχώνουν.&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ως προς δε το Κράτος Δικαίου, είναι προφανές ότι το θεσμικό του «<em>οπλοστάσιο</em>» επιβάλλει, οπωσδήποτε, και την ύπαρξη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών για κάθε παραβίαση της Αρχής της Νομιμότητας από τα κρατικά όργανα, με «<em>προεξάρχοντα</em>» τον κατά τ’ ανωτέρω μηχανισμό της Δικαστικής Εξουσίας.&nbsp;</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Και πλήρη σεβασμό όλων,&nbsp;&nbsp;ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και πάλι συμβαίνει&nbsp;&nbsp;άλλωστε και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση,&nbsp;&nbsp;κατά τις διατάξεις του ως άνω άρθρου&nbsp;&nbsp;2<strong>&nbsp;</strong>και του άρθρου 6<strong>&nbsp;</strong>της ΣΕΕ.&nbsp;&nbsp;Ας σημειωθεί, ότι μια τέτοια&nbsp;&nbsp;προϋπόθεση είναι τόσο περισσότερο «<em>συνυφασμένη</em>» με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όσο κατά την ιστορική της διαδρομή αυτή εμπεδώθηκε, από θεσμική και πολιτική έποψη, ως «<em>καθεστώς</em>» εγγύησης της Ελευθερίας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις&nbsp;&nbsp;-και προεχόντως υπό την έκφανση&nbsp;&nbsp;της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- σύμφωνα με την εξίσου θεμελιώδη για το σύγχρονο δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος Δημοκρατική Αρχή.</p>



<p><strong>5.&nbsp;</strong>Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3<strong>&nbsp;</strong>της ΣΕΕ,&nbsp;&nbsp;το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώνει στο ακέραιο και όλες τις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώσεις του.&nbsp;&nbsp;Ιδίως δε την «<em>απορρόφηση</em>» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, ως προς το σύνολο των κανονιστικών του συντεταγμένων.&nbsp;&nbsp;Με βάση δε το κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Κράτος Δικαίου, κυρώσεις επιβάλλονται σε&nbsp;&nbsp;περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων αυτών εκ μέρους του Κράτους-Μέλους, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 7<strong>&nbsp;</strong>της ΣΕΕ.&nbsp;</p>



<p><strong>6.&nbsp;</strong>Από τ’ ανωτέρω συνάγεται και ότι το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται με βάση μία&nbsp;&nbsp;και ενιαία δημοκρατικώς νομιμοποιημένη Έννομη Τάξη.</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Έννομη Τάξη «<em>επικεφαλής</em>» της οποίας είναι το Εθνικό Σύνταγμα, ως «<em>εμβληματική</em>» εγγύηση της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Όπως είναι προφανές, μόνον υπ’ αυτή την προϋπόθεση της ιεραρχικώς δομημένης και δημοκρατικώς νομιμοποιημένης Έννομης Τάξης είναι εφικτό να γίνουν πλήρως σεβαστές στην πράξη οι εγγυήσεις αποτελεσματικής εφαρμογής των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Επέκεινα δε και οι εγγυήσεις&nbsp;<em>«αγαστής»</em>&nbsp;συνύπαρξής της με την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη και, κατά λογική νομική ακολουθία, οι εγγυήσεις ομαλής και αδιάλειπτης&nbsp;&nbsp;«<em>απορρόφησης»</em>&nbsp;από αυτή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στο σύνολό του, όπως ήδη επεξηγήθηκε.</p>



<p><strong>7.&nbsp;</strong>Στις ως άνω προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος πρέπει να προστεθούν και οι εξής δύο οι οποίες απορρέουν, και αυτές,&nbsp;&nbsp;αμέσως ή εμμέσως από το Διεθνές Δίκαιο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κυρίαρχου Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να ισχύουν εγγυήσεις κάθε είδους τρίτων Κρατών ούτε να υπάρχουν στο έδαφός της στρατεύματα κατοχής.&nbsp;&nbsp;Το παράδειγμα της οριστικής ενοποίησης της Γερμανίας, ως&nbsp;<em>«Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας»</em>,&nbsp;&nbsp;το 1990 μόνον ύστερα από την αποχώρηση και του τελευταίου σοβιετικού στρατιώτη τεκμηριώνει πλήρως την βασιμότητα της προϋπόθεσης αυτής, και κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>β)&nbsp;</strong>Από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει ν’ αποχωρήσουν σταδιακώς και όλοι οι έποικοι που «<em>εγκατέστησε</em>» εκεί η Τουρκία.&nbsp;&nbsp;Και να επανέλθουν στις εστίες τους οι νόμιμοι, κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κατά την νομολογία του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κύριοι των κατεχόμενων από τους έποικους ακινήτων.</p>



<p><strong>ΙΙ. Η εντός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κανονιστική ανεπάρκεια του προτύπου του Συνομοσπονδιακού Κράτους κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p>Στις προμνημονευόμενες προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου, και κατά κύριο λόγο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, μπορεί ν’ ανταποκριθεί ένα Κράτος μόνον εφόσον εμφανίζεται ως ενιαίο ή έχει τα χαρακτηριστικά το πολύ ενός σύγχρονου ομοσπονδιακού προτύπου.  Ως προς δε το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, η ίδια η εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αποδεικνύει, π.χ. με την άκρως αντιπροσωπευτική περίπτωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, «<em>υποδειγματικού</em>» θεσμικώς Κράτους-Μέλους με αμιγή ομοσπονδιακή δομή.  Ειδικότερα, δεν νοείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συνομοσπονδιακή πολιτειακή μορφή και δομή -η οποία ούτως ή άλλως έχει σχεδόν εκλείψει διεθνώς,  διότι κατ’ ουσία δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί ούτε καν στις βασικές προϋποθέσεις του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου ως προς τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ- αφού ένα τέτοιο Κράτος  δεν μπορεί να εκπληρώσει στοιχειώδεις υποχρεώσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τα δεδομένα της Έννομης Τάξης της, όπως προκύπτει ιδίως από το ότι:</p>



<p><strong>Α. Η απουσία ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν διαθέτει μία και ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, αλλά τόσες επιμέρους νομικές προσωπικότητες διεθνώς όσα τα συνομόσπονδα κράτη που το συνθέτουν.&nbsp; &nbsp;</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Άρα υπάρχουν τεράστιες δυσχέρειες έως πλήρης αδυναμία σταθερής εκπροσώπησής του και,&nbsp;&nbsp;επομένως, πλήρους συμμετοχής του στον ΟΗΕ και σε Διεθνείς Οργανισμούς εν γένει.&nbsp;&nbsp;Και κυρίως σε Οργανισμό με την θεσμικοπολιτική διεθνή ιδιαιτερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;Και τούτο διότι υπό το ιδιόμορφο θεσμικό καθεστώς του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν θα ήταν δυνατό, με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, να γίνει ως προς αυτό λόγος για ένα και μόνο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά για περισσότερα, σαφώς ιδιόμορφα, Κράτη-Μέλη της, όπως άλλωστε έχει καταδείξει και η διεθνής πρακτική, και αυτή μόνο στο απώτερο παρελθόν.&nbsp;&nbsp;Φαινόμενο το οποίο είναι καταφανώς ασύμβατο με την όλη θεσμική και κανονιστική ιδιοσυστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Έννομης Τάξης της.&nbsp;</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Καθίσταται λοιπόν επιπροσθέτως προφανές και ότι για ν’ αποτελέσει ένα Συνομοσπονδιακό Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπρεπε να μεταβληθεί εκ βάθρων αυτό τούτο το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Γεγονός το οποίο, βεβαίως, θα συνεπαγόταν και πλήρη αλλοίωση της όλης θεσμικοπολιτικής φυσιογνωμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αδιανόητη, επίσης θεσμικοπολιτική, υπονόμευση της πορείας&nbsp;&nbsp;της και της γενικότερης προοπτικής της στο άμεσο και απώτερο μέλλον, σε ό,τι αφορά την δικαίωση της ίδρυσής της και την ολοκληρωμένη επιτέλεση του ρόλου της τόσο έναντι των Κρατών-Μελών της όσο και σε παγκόσμια κλίμακα.&nbsp;&nbsp;Κατά τούτο ουδείς μπορεί να διανοηθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν διατεθειμένη να προβεί σε τέτοιες, οπωσδήποτε «<em>διαλυτικές</em>» για την δομή και λειτουργία της, θεσμικές «<em>μετατροπές</em>»,&nbsp;&nbsp;έτσι ώστε να μπορεί να «<em>φιλοξενήσει</em>» στους κόλπους της ως Μέλη και Κράτη με συνομοσπονδιακή πολιτειακή οντότητα.&nbsp;</p>



<p><strong>Β. Η έλλειψη της μίας και μόνης επικράτειας και ιθαγένειας</strong></p>



<p>Κατά το μέτρο δε που μια συνομοσπονδιακή κρατική οντότητα συνιστά στην ουσία μια&nbsp;<em>«τεχνητή»</em>&nbsp;και εντελώς ατελή&nbsp;<em>«συγκόλληση»</em>&nbsp;επιμέρους κυρίαρχων Κρατών, στο Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν νοείται μία μόνον επικράτεια, αλλά τόσες όσα και τα συνομόσπονδα κράτη.&nbsp;&nbsp;Όπως επίσης στο Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν υφίσταται μία μόνον ιθαγένεια, αλλά τόσες όσες και τα συνομόσπονδα κράτη.&nbsp;</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Κάτι το οποίο κατ’ ουδένα τρόπο συμβιβάζεται με τις ως άνω απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου ως προς την δομή και την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτείνοντας έτσι τα μειονεκτήματα της προαναφερόμενης απουσίας μίας και&nbsp;&nbsp;ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας στο πλαίσιο του Συνομοσπονδιακού Κράτους.</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Για παράδειγμα, τα προμνημονευόμενα κενά του Συνομοσπονδιακού Κράτους δημιουργούν ανυπέρβλητα εμπόδια και ως προς την ομαλή λειτουργία σειράς βασικών πυλώνων της lato sensu οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σπουδαιότερο εκείνο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός αυτής.&nbsp;&nbsp;Στην ουσία δε ενόψει των κενών τούτων&nbsp;&nbsp;η Ευρωπαϊκή Ένωση ουδεμία, σχεδόν, από τις κύριες πολιτικές της θα μπορούσε να φέρει σε πέρας, θέτοντας δι’ αυτού του τρόπου σε άμεση διακινδύνευση την ίδια την θεσμική και πολιτική της υπόσταση.</p>



<p><strong>Γ.</strong>  <strong>Η «αποσύνθεση» της Εθνικής Κυριαρχίας</strong></p>



<p>Υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα στο Συνομοσπονδιακό&nbsp;&nbsp;Κράτος δεν νοείται «<em>συμπαγής»</em>&nbsp;Εθνική Κυριαρχία, κατ’ επέκταση δε διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, διατήρηση της Δημόσιας Τάξης και προστασία της Εθνικής Ασφάλειας.</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Αυτή η αρνητική ιδιαιτερότητα του Συνομοσπονδιακού Κράτους είναι άκρως ενδεικτική του πώς και γιατί και εξ αυτού του λόγου ένα τέτοιο Κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει, κατ’ ουδένα τρόπο, ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού δεν είναι σε θέση να διασφαλίζει θεμελιώδεις λειτουργίες του και να φέρει σε πέρας εξίσου θεμελιώδεις υποχρεώσεις του κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Επισημαίνεται, ότι μια τέτοια αδυναμία έχει άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο σε ό,τι αφορά τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σε ό,τι αφορά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.&nbsp;&nbsp;Διότι, όπως είναι ευνόητο, μέσω της αποτελεσματικής διασφάλισης της Εδαφικής Ακεραιότητας, διατήρησης της Δημόσιας Τάξης και προστασίας της Εθνικής Ασφάλειας το κάθε Κράτος-Μέλος συμβάλλει, εμμέσως πλην σαφώς, κατά το μέρος που του αναλογεί στην εν γένει Εδαφική Ακεραιότητα -σημειωτέον ότι τα σύνορα των Κρατών-Μελών είναι, κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης in globo- στην Δημόσια Τάξη και στην Ασφάλεια της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεσμικοπολιτικού συνόλου.&nbsp;&nbsp;Βεβαίως, όπως αυτές οι μορφές Ευρωπαϊκού «<em>δημόσιου συμφέροντος</em>» οριοθετούνται από τις in concreto ρυθμίσεις της Έννομης Τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;</p>



<p><strong>Δ.</strong>&nbsp;<strong>Η αδυναμία λειτουργίας της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν έχει κοινά όργανα των τριών Εξουσιών, αλλά μια μορφή συνέλευσης των εκπροσώπων των Κρατών-Μελών του.&nbsp;</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Κυρίως δε δεν έχει Βουλή ή Βουλές, κατά το πρότυπο που αρμόζει στο πολιτειακό καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;Οπότε η ως άνω συνέλευση προσιδιάζει όχι σε κρατικό όργανο -έστω και lato sensu- αλλά σε μια μορφή Διεθνούς Διάσκεψης.&nbsp;&nbsp;Άλλωστε, και επιπροσθέτως,&nbsp;&nbsp;το τεκμήριο αρμοδιότητας δεν ανήκει στο Συνομοσπονδιακό Κράτος αλλά στα Κράτη-Μέλη της Συνομοσπονδίας, ήτοι στα συνομόσπονδα κράτη.</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Άρα στο πλαίσιο του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, τουλάχιστον σύμφωνα με τις θεμελιώδεις θεσμικές και κανονιστικές της ιδιότητες, η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.&nbsp;&nbsp;Και κατά τούτο εντός του Συνομοσπονδιακού Κράτους η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία υπολειτουργεί επικινδύνως, και προφανώς κατά τρόπο μη συμβατό, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή, με τις επιταγές της διάταξης του κατά τ’ ανωτέρω άρθρου 10 της ΣΕΕ περί γενικής εφαρμογής των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σε ό,τι αφορά την ίδια και σε ό,τι αφορά τα Κράτη-Μέλη της.&nbsp;</p>



<p><strong>Ε.</strong> <strong>Το «κενό» της ενιαίας Έννομης Τάξης</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν έχει ενιαία και ιεραρχικώς δομημένη, υπό ένα Εθνικό Σύνταγμα,&nbsp;&nbsp;Έννομη Τάξη.&nbsp;</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Αυτό οφείλεται στο ότι οι «<em>αρμοί</em>» του Συνομοσπονδιακού Κράτους βασίζονται στο κείμενο ίδρυσής του το οποίο συνίσταται, σχεδόν πάντοτε, σ’ ένα είδος Διεθνούς Συνθήκης.&nbsp;&nbsp;Είναι δε προφανές ότι μια τέτοια Έννομη Τάξη δεν μπορεί, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, να συνυπάρξει και να «<em>συλλειτουργήσει</em>» με την Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με τις Έννομες Τάξεις των λοιπών Κρατών-Μελών της, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ως άνω συνύπαρξη και «<em>συλλειτουργία</em>» καθορίζει κατ’ ουσία καίριο μέρος της όλης θεσμικής και πολιτικής οντότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και πρωτίστως την ενότητα και την συνοχή της Έννομης Τάξης της.&nbsp;</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Το συμπέρασμα τούτο προκύπτει, αβιάστως, εκ του ότι σύμφωνα με τα πρωταρχικά θεσμικά συστατικά της η&nbsp;&nbsp;Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να συνυπάρξει και να «<em>συλλειτουργήσει»</em>&nbsp;μόνο με τις Έννομες Τάξεις των Κρατών-Μελών της, οι οποίες έχουν grosso modo τα αυτά βασικά θεσμικά χαρακτηριστικά.&nbsp;&nbsp;Και κατ’ εξοχήν μια ιεραρχικώς δομημένη Έννομη Τάξη, η οποία έχει ως θεμέλιο αλλά και «<em>κορυφή»</em>&nbsp;το δημοκρατικώς θεσπισμένο και νομιμοποιημένο Εθνικό Σύνταγμα, εναρμονιζόμενη πλήρως με την κανονιστική πεμπτουσία της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης, που έχει ως θεμέλιο αλλά και «<em>κορυφή</em>» το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp;&nbsp;Ως προς τούτο δε η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναμφιβόλως «<em>εύγλωττη</em>».&nbsp;</p>



<p><strong>ΣΤ. Η ανύπαρκτη εκτελεστότητα των αποφάσεων των οργάνων των επιμέρους συνομόσπονδων κρατών</strong></p>



<p>Σχεδόν όλες οι σημαντικές αποφάσεις των οργάνων του Συνομοσπονδιακού<strong>&nbsp;</strong>Κράτους δεν είναι νομικώς δυνατό να εφαρμοσθούν αμέσως.&nbsp;&nbsp;Και τούτο διότι για να ισχύσουν πρέπει να μετατραπούν σ’&nbsp;<em>«εσωτερικό δίκαιο»</em>&nbsp;από τ’ αρμόδια όργανα του κάθε συνομόσπονδου μέλους του.&nbsp;</p>



<p><strong>1.&nbsp;</strong>Και μόνον αυτό καθιστά από επισφαλή έως αδύνατη την εκ μέρους Συνομοσπονδιακού Κράτους «<em>απορρόφηση</em>» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, έστω και σε ό,τι αφορά τις στοιχειώδεις συνιστώσες του.&nbsp;&nbsp;Περαιτέρω δε και την δυνατότητά του να εφαρμόζει στο ακέραιο τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Το ως άνω «<em>έλλειμμα»&nbsp;</em>προστίθεται, άρα, ως αναγκαία αρνητική συνέπεια σ’ εκείνο του κατά τα προεκτεθέντα «<em>κενού»</em>&nbsp;της ενιαίας Έννομης Τάξης, επιτείνοντας έτσι και την αδυναμία ομαλής συνύπαρξης και «<em>συλλειτουργίας»</em>&nbsp;των εντός του Συνομοσπονδιακού Κράτους εφαρμοζόμενων κανόνων δικαίου με τους κανόνες δικαίου της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>Ζ.</strong>&nbsp;<strong>Η περιορισμένη χρονική διάρκεια του Συνομοσπονδιακού Κράτους</strong></p>



<p>Το Συνομοσπονδιακό Κράτος είναι οιονεί «<em>εκ γενετής</em>» θνησιγενές, διότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαλυθεί με αντίθετη Διεθνή Συμφωνία των συνομόσπονδων μελών του.</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp;Κάτι τέτοιο όμως είναι αδιανόητο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, για Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;Και αυτό διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ιδρυθεί και λειτουργεί στην βάση των προϋποθέσεων της συνέχειας και της διάρκειας –και κατά πρώτο λόγο της συνοχής και της διάρκειας της ισχύος και της εφαρμογής των κανόνων της Έννομης Τάξης της- ικανών να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της αποστολής της εν γένει. E contrario, μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία λειτουργεί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της με «<em>διαλείψεις</em>» συνιστά contradictio in adjecto, σύμφωνα με αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p><strong>2.&nbsp;</strong>Είναι, επομένως, πρόδηλο από θεσμική και πολιτική έποψη ότι μια ένωση Κρατών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Έννομη Τάξη της θα υπονομεύονταν, αναμφίβολα, έχοντας ως Κράτος-Μέλος μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, το οποίο δεν πληροί στοιχειωδώς τις ως άνω προϋποθέσεις συνέχειας και διάρκειας.&nbsp;&nbsp;Με άλλες λέξεις υπό τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης ένα Συνομοσπονδιακό Κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνιστούσε «<em>ξένο σώμα</em>», και ως προς την ίδια και ως προς τα λοιπά Κράτη-Μέλη της, γεγονός το οποίο ουδόλως συμβιβάζεται με την όλη θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία της.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Επίλογος</h4>



<p>Ως αναγκαίο και λογικό «<em>επιστέγασμα»</em>&nbsp;της ανάλυσης που προηγήθηκε, αναφορικά με τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, πρέπει να προβληθεί in parvo και το εξής, λαμβάνοντας υπόψη την «<em>προϊστορία</em>» των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος:</p>



<p><strong>Α.</strong>  Ακόμη και τώρα ακούγονται αρκετές «<em>φωνές» </em>ειδικών, κυρίως στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό Ζήτημα ήταν μια «<em>χαμένη ευκαιρία»</em>.  Οι «<em>φωνές</em>» αυτές ηχούν ως σύγχρονος «<em>αντίλαλος</em>» των απόψεων εκείνων, οι οποίες υιοθετήθηκαν πριν είκοσι χρόνια στηρίζοντας, σχεδόν «<em>αναφανδόν</em>» και άνευ προϋποθέσεων, το Σχέδιο Ανάν σ’ Ελλάδα και Κύπρο.  Όμως τα επιχειρήματα που προεκτέθηκαν αποδεικνύουν, και δη με αρκούντως πειστικά   τεκμήρια, ότι το Σχέδιο Ανάν δεν συνιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, «<em>χαμένη</em> <em>ευκαιρία</em>».  Και τούτο διότι η απόρριψή του επιβαλλόταν από την ίδια την φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, εν τέλει, από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Πραγματικά, μία υπό το θεσμικό και πολιτικό status του Σχεδίου Ανάν Κυπριακή Δημοκρατία δεν θ’ αποτελούσε, ούτε καθ’ υποφοράν, Κράτος ομοσπονδιακού τύπου. Θα στηριζόταν πολύ περισσότερο σε μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, εντελώς ασύμβατου με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της δομής και λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αποτελεσματικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως ήδη επισημάνθηκε επανειλημμένως. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό και ενδεικτικό της μάλλον «<em>επιφανειακής</em>» προσέγγισης, με βάση την οποία αξιολογήθηκε από τους προμνημονευόμενους υποστηρικτές  του Σχεδίου Ανάν, το ότι αυτοί δεν φαίνεται ν’ ασχολήθηκαν επισταμένως με το αν και κατά πόσο το πολιτειακό «μόρφωμα» που προόριζε για την Κυπριακή Δημοκρατία ανταποκρινόταν στις βασικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p><strong>Β.</strong> Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν στην πράξη θα οδηγούσε, σχεδόν νομοτελειακώς, σε ουσιαστική έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση -αφού, όπως επαρκώς τονίσθηκε, θα ήταν αδιανόητο ν’ αναμένει κανείς «<em>προσαρμογή» </em>του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα «<em>κανονιστικά κελεύσματα»</em> του Σχεδίου Ανάν-  εκτός του ότι είναι σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε και σε γενικότερη κρατική αποσύνθεσή της.  Και οι κατά τ’ ανωτέρω διαχρονικώς υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν δεν πρέπει να υποτιμούν -και πολύ περισσότερο να λησμονούν- ότι μια τέτοια, μοιραία και απευκταία, κατάληξη της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά «<em>διακαή πόθο»</em> της Τουρκίας.  Και μάλιστα ως τελική «δικαίωση» της βαρβαρότητάς της κατά την εισβολή, το 1974, στην Μαρτυρική Κύπρο.   Επομένως,  η σημερινή κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει την ειλικρινή και αποφασιστική αποδοχή και πραγμάτωση του ακόλουθου, κατ’ ουσία Εθνικού, «<em>προτάγματος</em>»: Όλος ο Ελληνισμός έχει χρέος ν’ αντισταθεί, υπό όρους αρραγούς ενότητας, απέναντι στην συντέλεση ενός τέτοιου «<em>ειδεχθούς εγκλήματος»</em> εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και εις βάρος της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας.  Και το χρέος αυτό βαρύνει, όπως είναι ευνόητο, και την Διεθνή Κοινότητα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ιδίως δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι αναπόσπαστο Κράτος-Μέλος της και η τύχη της συνδέεται αρρήκτως με την υπόστασή της και με την εν γένει προοπτική της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, επέκεινα δε και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.»</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-wp-embed is-provider-libre wp-block-embed-libre"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="nTi12L0ovC"><a href="https://www.libre.gr/2024/12/20/ymnoi-gkilfoili-ellada-einai-polytim/">Ύμνοι  Γκίλφοϊλ:Η Ελλάδα είναι πολύτιμη σύμμαχος του ΝΑΤΟ και πυλώνας σταθερότητας-Ανυπομονώ να έρθω</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted"  title="&#8220;Ύμνοι  Γκίλφοϊλ:Η Ελλάδα είναι πολύτιμη σύμμαχος του ΝΑΤΟ και πυλώνας σταθερότητας-Ανυπομονώ να έρθω&#8221; &#8212; Libre" src="https://www.libre.gr/2024/12/20/ymnoi-gkilfoili-ellada-einai-polytim/embed/#?secret=OMxUdyl6gu#?secret=nTi12L0ovC" data-secret="nTi12L0ovC" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Τι αποκάλυψε για την περίοδο του δημοψηφίσματος &#8211; Τι είπε στον Τσίπρα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/02/29/pavlopoulos-ti-apokalypse-gia-tin-periodo-tou-dimopsifismatos-ti-eipe-ston-tsipra/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 29 Feb 2024 21:06:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Τσίπρας]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=861055</guid>

					<description><![CDATA[«Μετά τη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα ότι το δημοψήφισμα έγινε για να υπάρξει μεγαλύτερη δυνατότητα και στήριξη στη διαπραγμάτευση που έπρεπε να γίνει, του ανέφερα ότι το δίλημμα δεν μπορεί να είναι ‘μέσα ή έξω’ από την Ευρώπη», αποκάλυψε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος. «Όταν έγινε το δημοψήφισμα, την Κυριακή το βράδυ ο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">«Μετά τη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα ότι το δημοψήφισμα έγινε για να υπάρξει μεγαλύτερη δυνατότητα και στήριξη στη διαπραγμάτευση που έπρεπε να γίνει, του ανέφερα ότι το δίλημμα δεν μπορεί να είναι ‘μέσα ή έξω’ από την Ευρώπη», αποκάλυψε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.</h3>



<p>«<strong>Όταν έγινε το δημοψήφισμα, την Κυριακή το βράδυ ο Αλ. Τσίπρας είπε ότι το δημοψήφισμα έγινε για να υπάρξει μεγαλύτερη δυνατότητα και στήριξη στη διαπραγμάτευση που έπρεπε να γίνει</strong>. Αφού είχα και αυτή τη δήλωσή του, γιατί αλλιώς θα είχα παραιτηθεί –τότε είχαν κοπεί οι γέφυρες με την Ευρώπη, εκείνη την τραγική εβδομάδα– <strong>επικοινώνησα με τον πρόεδρο της Γαλλίας Φρ. Ολάντ</strong>», τόνισε ο κ. Παυλόπουλος, σε συζήτηση με τον δημοσιογράφο της «Κ», Νότη Παπαδόπουλο, στο πλαίσιο του Συνεδρίου με θέμα «ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: 50 Χρόνια μετά», το οποίο συνδιοργανώνουν η Καθημερινή, το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), το Οικονομικό Φόρουμ Δελφών και το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics.</p>



<p>Ο ίδιος πρόσθεσε πως όταν προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα, «που δεν μπορούσα να αποτρέψω», <strong>ανέφερε στον Αλέξη Τσίπρα πως το δίλημμα δεν μπορεί να είναι «μέσα ή έξω» από την Ευρώπη.</strong></p>



<p>«Κάλεσα όλους τους πολιτικούς αρχηγούς των δημοκρατικών δυνάμεων. <strong>Ήταν συγκλονιστική εκείνη η ημέρα. Η υπευθυνότητα των πολιτικών αρχηγών, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ</strong>. Ευχαριστώ ιδιαίτερα και τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, γιατί ήταν μεγάλη υπόθεση, ως αξιωματική αντιπολίτευση, να πάρει επάνω το βάρος να στηρίξει κάτι για το οποίο θα μπορούσε να ‘σταθεί στη γωνία’», ανέφερε.</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-video is-provider-youtube wp-block-embed-youtube wp-embed-aspect-16-9 wp-has-aspect-ratio"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<iframe title="PAVLOPOULOS KATHIMERINI" width="800" height="450" src="https://www.youtube.com/embed/4E-9QpRT3xA?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οικονόμου και Παυλόπουλος μας εξηγούν με πόσα τόστ χορταίνει μια τετραμελής οικογένεια- Ένα στον  καθένα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/01/26/oikonomou-kai-pavlopoulos-mas-exigoun-me-posa-tost-chortainei-mia-tetramelis-oikogeneia-ena-ston-kathena/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 26 Jan 2024 12:27:25 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[Life]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομου]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΚΑΙ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=846898</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δημήτρης Οικονόμου και ο Άκης Παυλόπουλος του ΣΚΑΪ μας εξήγησαν σήμερα πόσες φέτες ζαμπόν και τυρί “χωράνε” σε ένα νοικοκυριό, πόσες φτάνουν και πόσες περισσεύουν, για να ταΐσουν όλη την οικογένεια (!) “Τέσσερις! Μόνο τέσσερις” έλεγε έκπληκτος ο Τσελίκας. Οι δύο παρουσιαστές στο στούντιο ωστόσο είχαν διαφορετική άποψη. «Πόσες φέτες να πάρει ρε Γιώργο;» [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ο Δημήτρης Οικονόμου και ο Άκης Παυλόπουλος του ΣΚΑΪ μας εξήγησαν σήμερα πόσες φέτες ζαμπόν και τυρί “χωράνε” σε ένα νοικοκυριό, πόσες φτάνουν και πόσες περισσεύουν, για να ταΐσουν όλη την οικογένεια (!) “Τέσσερις! Μόνο τέσσερις” έλεγε έκπληκτος ο Τσελίκας. Οι δύο παρουσιαστές στο στούντιο ωστόσο είχαν διαφορετική άποψη.</h3>



<p>«Πόσες φέτες να πάρει ρε Γιώργο;» απαντάει ο Δημήτρης Οικονόμου. «Τέσσερα τοστ θα φτιάξει. Πρέπει να πάρει 10 φέτες να τις πετάξει τις μισές;».</p>



<p>Από κοντά και ο Άκης Παυλόπουλος: «Με 4 τοστ Γιώργο χορταίνει η οικογένεια όλη».</p>



<blockquote class="twitter-tweet" data-media-max-width="560"><p lang="el" dir="ltr">&#39;&#39;4 τοστ Γιώργο χορταίνει η οικογένεια όλη&#39;&#39; <a href="https://t.co/KMdjVhV1Vd">pic.twitter.com/KMdjVhV1Vd</a></p>&mdash; Ιερώνυμος boss (@JeronymoBoss2) <a href="https://twitter.com/JeronymoBoss2/status/1750791230114480511?ref_src=twsrc%5Etfw" target="_blank" rel="noopener">January 26, 2024</a></blockquote> <script async src="https://platform.twitter.com/widgets.js" charset="utf-8"></script>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος-Βενιζέλος: Αντισυνταγματικός ο νόμος για τη φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/01/10/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%b6%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%85%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 10 Jan 2024 20:24:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ]]></category>
		<category><![CDATA[βενιζελος]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[φορολογικο νομοσχεδιο]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=841025</guid>

					<description><![CDATA[Κοινή παρέμβαση σχετικά με την αντισυνταγματικότητα του νόμου που αφορά στην φορολόγηση των Ελευθέρων Επαγγελματιών έκαναν στην εκδήλωση υπό τον τίτλο «Αντισυνταγματικότητες του Νέου Φορολογικού Νόμου», ο Προκόπης Παυλόπουλος και ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Παυλόπουλος: Η αστοχία του φορολογικού νομοσχεδίου είναι πληγή για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα «Τι δηλώνει με αυτό το νομοσχέδιο που σήμερα [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Κοινή παρέμβαση σχετικά με την αντισυνταγματικότητα του νόμου που αφορά στην φορολόγηση των Ελευθέρων Επαγγελματιών έκαναν στην εκδήλωση υπό τον τίτλο «Αντισυνταγματικότητες του Νέου Φορολογικού Νόμου», ο Προκόπης Παυλόπουλος και ο Ευάγγελος Βενιζέλος.</h3>



<h4 class="wp-block-heading">Παυλόπουλος: Η αστοχία του φορολογικού νομοσχεδίου είναι πληγή για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα</h4>



<p>«Τι δηλώνει με αυτό το νομοσχέδιο που σήμερα είναι νόμος του κράτους το ελληνικό δημόσιο. Την «πτώχευση» του συστήματος της φορολογίας στην Ελλάδα. Ομολογεί το κράτος την ανικανότητά του να εισπράξει φορολογητέα ύλη. Την αδυναμία του και από πλευράς υπηρεσιών (ανθρώπινου δυναμικού) και από πλευράς δυνατοτήτων σε ό,τι αφορά στην τεχνική του ελέγχου. Καθιστά τους Έλληνες, μιλώ στη συγκεκριμένη περίπτωση τους ελεύθερους επαγγελματίες εξ ορισμού ενόχους ψευδών δηλώσεων και με βάση αυτό το τεκμήριο που δεν ταιριάζει σε κράτος δικαίου αλλά σε αστυνομικό κράτος πραγματικά. Επιχειρεί να εξορθολογήσει ένα φορολογικό σύστημα όπου η φοροδιαφυγή προέρχεται από οποιονδήποτε άλλο εκτός από τους συγκεκριμένους επαγγελματίες. Όχι ότι δεν υπάρχει φοροδιαφυγή. Αλλά να ξέρουμε πού στοχεύουμε όταν προσπαθούμε να επιφέρουμε ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών», είπε -μεταξύ άλλων- ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.</p>



<p>Οξύνοντας την κριτική του ο κ. Παυλόπουλος πρόσθεσε: «Πέρα από τις αστοχίες τις συνταγματικές, είναι μία -σας είπα – ομολογία της βασικότερης αστοχίας. Της αστοχίας του φορολογικού συστήματος της Ελλάδας αλλά και κυρίως είναι μία πληγή στην κυριολεξία για το κράτος δικαίου και τον τρόπο που το εκλαμβάνουμε στην Ελλάδα σήμερα. Και νομίζω ότι επειδή είναι πολλά τα μελανά σημάδια για το κράτος δικαίου και κυρίως για τα θεμελιώδη δικαιώματα τα τελευταία χρόνια αυτός ο νόμος και αυτές οι διατάξεις έρχονται να προστεθούν σε αυτή τη μεγάλη σειρά αυτών των ελλειμματικών διατάξεων οι οποίες μόνο ανησυχία μπορούν να γεννούν».</p>



<h4 class="wp-block-heading">Βενιζέλος: Το βάρος της απόδειξης το έχει η φορολογική διοίκηση, όχι ο φορολογούμενος</h4>



<p>Από την πλευρά του ο Ευάγγελος Βενιζέλος στάθηκε και αυτός σε νομολογία του ΣτΕ που όπως είπε έχει συνάφεια με τη φορολόγηση παρότι αφορά την ασφαλιστική αντιμετώπιση.</p>



<p>«Έχει πει η νομολογία του ΣτΕ κάτι πολύ σημαντικό. Ότι η εισαγωγή ενός τεκμηρίου το οποίο είναι μαχητό δεν συνιστά αυτό που συνήθως λένε οι νομικοί, αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Δεν μετατίθεται το βάρος της απόδειξης για την φορολογητέα ύλη από τη φορολογική διοίκηση στον φορολογούμενο. Το βάρος της απόδειξης εξακολουθεί να το φέρει η φορολογική διοίκηση. Το μαχητό τεκμήριο έχει πει η νομολογία το ΣτΕ συνιστά κανόνα εκτίμησης των αποδείξεων εν τέλει από το δικαστή αλλά όχι ριζική αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Εδώ νομίζω ότι θεμελιώνεται με απλό και πρακτικό τρόπο αυτό που ακούσαμε να λέγεται τεκμήριο φορολογικής ειλικρίνειας. Το βάρος της απόδειξης εξακολουθεί να βαραίνει την φορολογική Αρχή. Έστω και αν εισάγονται ειδικότεροι κανόνες», ανέφερε αρχικά ο κ. Βενιζέλος και συμπλήρωσε:</p>



<p>«Έρχεται εδώ ο νομοθέτης του νόμου 5073 του 2023 στο άρθρο 15 παράγραφο 1 και προσκρούει στην κοινή πείρα εισάγοντας κριτήρια τα οποία στην πραγματικότητα συνδέουν το τεκμαρτό εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία και του επιτηδευματία με το εισόδημα του μισθωτού. Και μάλιστα ενός μισθωτού που στην πραγματικότητα τελεί σε συνθήκες εργασιακής ασφάλειας διότι δεν λαμβάνει υπόψιν του τον μισθωτό εκείνο που τελεί υπό συνθήκες ημίγκρίζας εργασίας και ανασφάλειας. </p>



<p>Αυτό δεν προσκρούει απλώς στην κοινή πείρα (…) προσκρούει στη νομολογία του ΣτΕ, ποια νομολογία όμως. Θέλω να είμαστε σαφείς για να μπορούμε να εμφανίσουμε δικανικά επιχειρήματα. Αυτές οι πολύ σημαντικές αποφάσεις τις οποίες έχουμε όλοι επικαλεστεί και επικαλέστηκε και η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, οι αποφάσεις 1880 και 1889 του 2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ δεν αφορούν τη φορολογική νομοθεσία και τη φορολογική συσχέτιση μεταξύ ελεύθερου επαγγελματία και μισθωτού. Αφορούν όμως κάτι απολύτως συναφές που είναι η ασφαλιστική μεταχείριση των δύο αυτών υποκειμένων. </p>



<p>Πρόκειται για αμφισβήτηση της Συνταγματικότητας της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας και άρα κατέληξε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο στην κρίση ότι βεβαίως οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών μπορούν να καθορίζονται διαφορετικά από τις εισφορές των μισθωτών διότι πρόκειται για δύο διαφορετικές οικονομικές καταστάσεις και για δύο διαφορετικά οικονομικά υποκείμενα στο πλαίσιο που λειτουργεί η οικονομία. Αυτή τη διαφορετική περιγραφή στη νομολογία βεβαίως και μπορούμε να τη μεταφέρουμε στο πεδίο της φορολογικής νομοθεσίας».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η διαχρονική &#8220;μαρτυρία&#8221; των Ελληνικών Συνταγμάτων για την συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας στους Αγώνες του Έθνους</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/12/12/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%84/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 12 Dec 2023 20:38:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=829485</guid>

					<description><![CDATA[Μιλώντας στην εκδήλωση με θέμα «Η συμμετοχή της Εκκλησίας της Κύπρου και της Ελλάδας στους αγώνες του Έθνους», που οργάνωσε η «Ένωση Κυπρίων Ελλάδος», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα «Η θεσμική “μαρτυρία” του Συντάγματος για την συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Μιλώντας στην εκδήλωση με θέμα «Η συμμετοχή της Εκκλησίας της Κύπρου και της Ελλάδας στους αγώνες του Έθνους», που οργάνωσε η «Ένωση Κυπρίων Ελλάδος», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα «Η θεσμική “μαρτυρία” του Συντάγματος για την συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας στους Αγώνες του Έθνους» και επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής:</h3>



<h4 class="wp-block-heading">«Πρόλογος»</h4>



<p>Η Ελληνική Ιστορία εμφανίζει, όπως προκύπτει από αδιάσειστα τεκμήρια, μια μοναδική ιδιομορφία, καθ’ όλη την διαδρομή της, σε ό,τι αφορά τους υπέρ της Ελευθερίας Αγώνες του Έθνους μας από την πτώση του Βυζαντίου το 1453 έως την Εθνεγερσία του 1821 και την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους -το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου- αλλά και μετέπειτα.</p>



<p>Α. Η ιδιομορφία αυτή συνίσταται στην συμπόρευση των Αγωνιζόμενων Ελλήνων και του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας -κατ’ ουσία στην συμπόρευση του Έθνους των Ελλήνων και των λειτουργών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από την κορυφή της έως την βάση της, ήτοι τους απλούς εκκλησιαστικούς λειτουργούς, ιερείς και μοναχούς- κάθε φορά που παρίστατο ανάγκη είτε απόκρουσης του κατακτητή είτε ευόδωσης των Απελευθερωτικών Αγώνων. Ας σημειωθεί, ότι η συμπόρευση αυτή «περιβλήθηκε» την πιο εμβληματική -καθότι «θυσιαστική»- υπόστασή της κατά την διάρκεια των εις βάρος των Ελλήνων ωμοτήτων του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού μεταξύ 1453 έως και την Εθνεγερσία του 1821. Κατ’ εξοχήν δε κατά την διάρκεια της Εθνεγερσίας του 1821 και έως την τελική ευόδωσή της με την δημιουργία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, ως πρώτου Έθνους-Κράτους στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Βεβαίως, αυτή η πολύμορφη και πολυπρισματική «αγωνιστική» παρουσία του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας Αγώνα του Έθνους των Ελλήνων συνεχίσθηκε και μετά το 1830. Για παράδειγμα, τα ιστορικά τεκμήρια που προαναφέρθηκαν καθιστούν αδιαμφισβήτητη αυτή την διαπίστωση κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους αλλά και κατά τον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.</p>



<p>Β. Όμως η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί εντοπίζει τον ερευνητικό της στόχο αποκλειστικώς και μόνο στην ενεργό, και σε πολλές περιπτώσεις καθοριστική, αγωνιστική συμπόρευση του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τους υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας Αγώνες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μ’ έμφαση στον Αγώνα που «κυοφόρησε» την «έκρηξη» της Επανάστασης του 1821 και στην συνέχεια έθεσε τα θεμέλια για την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Και τούτο, γιατί η έρευνα αυτή επιχειρεί να αιτιολογήσει το πώς και γιατί τα Ελληνικά Συντάγματα -από τα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου με αφετηρία το 1822 έως το ισχύον Σύνταγμα του 1975- εμπεριέχουν διατάξεις που «αποτυπώνουν», αδιαλείπτως, την προμνημονευόμενη άνευ προηγουμένου, τουλάχιστον για τα κατά τα ως άνω δεδομένα του ευρύτερου Ευρωπαϊκού χώρου, παρουσία του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε αυτούς τους, κυριολεκτικώς υπαρξιακούς, Αγώνες του Έθνους των Ελλήνων υπέρ της εμπέδωσης της Ελευθερίας του μέσα σ’ ένα αυτόνομο, ανεξάρτητο και καθ’ όλα κυρίαρχο Κράτος.</p>



<p><strong>Ι. Ιστορικά δεδομένα από το 1453 έως την Εθνεγερσία του 1821 και την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους</strong></p>



<p>Η συνδρομή του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους Αγώνες εναντίον των οθωμανών κατακτητών ξεκίνησε αμέσως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και όπως ήδη τονίσθηκε συνεχίσθηκε, σχεδόν χωρίς διακοπή, έως την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το 1830. Οπωσδήποτε, ιδίως όσο διαρκούσε η τυραννία του οθωμανικού ζυγού η συνδρομή του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να επισυμβεί με οργανωμένο τρόπο. Γι’ αυτό και εξελίχθηκε πρωτίστως μέσω της «θυσιαστικής» αγωνιστικής συμμετοχής πολυάριθμων αποφασισμένων λειτουργών της, άλλοι από τους οποίους υπήρξαν θρησκευτικοί «ταγοί» -αρχής γενομένης από εκείνους που κατείχαν Πατριαρχικό ή Αρχιεπισκοπικό θώκο- και άλλοι διακονούσαν ως απλοί ιερείς και μοναχοί. Του «λόγου το ασφαλές» περί τούτου «βεβαιώνει» η ανεκτίμητη «θυσιαστική» προσφορά όσων ανακηρύχθηκαν από την ίδια την Εκκλησία «Νεομάρτυρες». Προσφορά, η οποία εξικνείται χρονικώς έως την αποφράδα περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής, σύμφωνα με το Αγιολόγιο και το Μαρτυρολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Α. Από το 1453 έως το 1821</h4>



<p>Συγκεκριμένα, σε πλειάδα ιστορικών επαναστατικών και κινηματικών γεγονότων κατά των οθωμανών κατακτητών ο Κλήρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε όλο το μήκος και το πλάτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπήρξε «παρών». Ενδεικτικώς, και μόνο, αναφέρονται τ’ ακόλουθα τεκμηριωμένα παραδείγματα, η μνεία των οποίων ουδόλως υποβαθμίζει πολλά άλλα γνωστά ή, ατυχώς, και άγνωστα:</p>



<p>1. Μετά την Ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571, Αρχιεπίσκοποι, Μητροπολίτες αλλά και κατώτεροι κληρικοί ηγήθηκαν τοπικών κινημάτων κατά του οθωμανικού ζυγού, με χαρακτηριστικότερα τα παραδείγματα των Μητροπολιτών Μονεμβασίας, Ρόδου, Μυτιλήνης και Νάξου. Το αυτό συνέβη και κατά το 1576, σε αντίστοιχα κινήματα στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, με «πρωταγωνιστές» τους εκκλησιαστικούς «ταγούς» Αχρίδος Ιωακείμ, Βελεσσών Φώτιο, Βελεγράδων Νεκτάριο και Καστορίας Σωφρόνιο. Μετά δε το 1601 τα ίδια επαναστατικά «βήματα» ακολούθησαν στην Πελοπόννησο -και κυρίως στην Μάνη- ο Μητροπολίτης Λακεδαίμονος Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχός του, Διονύσιος.</p>



<p>2. Κατά την διάρκεια του αποκαλούμενου «Κρητικού Πολέμου», μεταξύ 1645-1669, εκατοντάδες ιερείς και μοναχοί θυσιάσθηκαν μαχόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο φιλόσοφος θεολόγος Γεράσιμος Βλάχος, ο Βαρθολομαίος Συρόπουλος και οι επονομαζόμενοι Μπουνιαλήδες.</p>



<p>3. Μετέπειτα, κατά τα «Ορλωφικά» (1768-1770), τέθηκαν επικεφαλής τοπικών κινημάτων μεταξύ άλλων ο πρώην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β΄ -που εγκαταβίωνε τότε στο Άγιον Όρος- και οι τοπικοί Επίσκοποι Πατρών, Καλαμών, Μεθώνης και Καρύστου.</p>



<p>4. Μια από τις μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπήρξε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος «έσπειρε» το «φλογερό» πατριωτικό του κήρυγμα στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο και εν τέλει μαρτύρησε στο χωριό Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου, την 24η Αυγούστου 1779. Τον σημαίνοντα πνευματικό «οβολό» τους υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας κατέθεσαν και λαμπροί εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Άνθιμος Γαζής, ο Νικηφόρος Θεοτόκης και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Β. Από τις «παρυφές» της Επανάστασης του 1821 έως το 1830</strong></h4>



<p>Όσο πλησίαζε η «έκρηξη» της Επανάστασης του 1821 και, συνακόλουθα, η έναρξη της Εθνεγερσίας, τόσο περισσότερο γινόταν εμφανής η ενεργός παρουσία του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας Αγώνα.</p>



<p>1. Είναι χαρακτηριστικό ότι ουσιαστική υπήρξε η συμμετοχή λειτουργών της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Φιλική Εταιρεία, στην οποία οφείλει τα μέγιστα η όλη προετοιμασία της Εθνεγερσίας του 1821. Πιο «δυναμικός» από τους εκπροσώπους αυτούς υπήρξε -παρά τις γνωστές του υπερβολές, που όμως εντάσσονταν αποκλειστικώς στην άκρως ανιδιοτελή «αγωνία» του για την όσο το δυνατό ταχύτερη έναρξη της Επανάστασης- ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας. Με τον ρόλο του ν’ αναδεικνύεται, σε όλο του το μέγεθος, κατά την «Σύναξη της Βοστίτσας», μεταξύ 26ης και 30ής Ιανουαρίου 1821, όταν και λήφθηκε η οριστική απόφαση για την έναρξη της Επανάστασης μέσα στην άνοιξη του 1821, και να κορυφώνεται με την θυσία του κατά την Μάχη στο Μανιάκι, την 20ή Μαΐου 1825. Μεταξύ των λοιπών λειτουργών της Ορθόδοξης Εκκλησίας που μετείχαν στην Φιλική Εταιρεία πρέπει να μνημονευθούν οι Άνθιμος Γαζής και Νικηφόρος Παμπούκης, κατ’ εξοχήν δε ο Εθνομάρτυς Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.</p>



<p>2. Επιστέγασμα της αγωνιστικής συμβολής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας Αγώνα για την «αποτίναξη» του οθωμανικού ζυγού υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η Αγία Λαύρα, την 25η Μαρτίου 1821, όταν εκεί ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το Ιερό Λάβαρο της Επανάστασης. Λίγο αργότερα, την 22α Απριλίου 1821, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ προσέθεσε την δική του ανεξίτηλη «ψηφίδα» στο «ηρώο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπέρ της Ελευθερίας του Έθνους των Ελλήνων, με τον απαγχονισμό του από τον βάρβαρο οθωμανικό όχλο στην Κεντρική Πύλη του Πατριαρχείου και την εντεύθεν ανακήρυξή του σε Εθνομάρτυρα. Την «τριάδα» των λειτουργών-αγωνιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τις πρώτες ημέρες της Εθνεγερσίας του 1821 συμπλήρωσε ο Αθανάσιος Γραμματικός ή Μασσαβέτας, μοναχός και ύστερα διάκονος που έμεινε στην Ιστορία μας ως Αθανάσιος Διάκος, με τον μαρτυρικό του θάνατο μετά την Μάχη της Αλαμάνας, την 24η Απριλίου 1821 στην Λαμία, τότε Ζητούνι.</p>



<p><strong>ΙΙ. Το θεσμικό «αποτύπωμα» της αγωνιστικής προσφοράς του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα Ελληνικά Συντάγματα</strong></p>



<p>Με δεδομένο ότι, όπως προεκτέθηκε εισαγωγικώς, η αγωνιστική προσφορά του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την αποτίναξη του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού και την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους εμφανίζει μια πρόδηλη μοναδικότητα σε σχέση με άλλους Λαούς, στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο, κατά τους αγώνες τους για την ίδρυση αντίστοιχων προς το Ελληνικό Εθνών-Κρατών, είναι απολύτως δικαιολογημένη η θεσμική «αποτύπωσή» της σε όλα τα Ελληνικά Συντάγματα, αρχής γενομένης από το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» της 1ης Ιανουαρίου 1822 έως και το ισχύον Σύνταγμα του 1975. Κατά τούτο λοιπόν η θεσμική αυτή «αποτύπωση» ουδόλως συνιστά ένα είδος αναχρονιστικής και ιστορικώς αναιτιολόγητης ιδιόρρυθμης «σύγχυσης» μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας. Όλως αντιθέτως αποδίδει, και μάλιστα με θετικό θεσμικό «πρόσημο», μιαν αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια η οποία, επιπροσθέτως, κατ’ ουδένα τρόπο θίγει το Θεμελιώδες Δικαίωμα της ακώλυτης άσκησης της Θρησκευτικής Ελευθερίας, όπως άλλωστε έχει αποδείξει, επανειλημμένως και πολλαπλώς, η εφαρμογή στην πράξη των σχετικών διατάξεων όλων, ανεξαιρέτως, των Ελληνικών Συνταγμάτων.</p>



<p>Α. Η «προμετωπίδα» των Ελληνικών Συνταγμάτων ως θεσμική «μαρτυρία» αναγνώρισης των υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας αγώνων του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας</p>



<p>Τα μνημονευόμενα στο πρώτο μέρος αυτής της ανάλυσης αμάχητα ιστορικά τεκμήρια, ως προς την ενεργό και καθοριστικής σημασίας συμβολή του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους αγώνες του Έθνους των Ελλήνων υπέρ της Ελευθερίας για την αποτίναξη του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού και την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το 1830, αιτιολογούν στο ακέραιο και τις ακόλουθες επιλογές των εκάστοτε Εθνικών-Συντακτικών Συνελεύσεων για την θέσπιση των Συνταγμάτων, τα οποία οργάνωσαν την Ελληνική Έννομη Τάξη και, άρα, τον «θεσμικό θώρακα» του Ελληνικού Κράτους από το 1822 έως σήμερα.</p>



<p>1. Τούτο ισχύει προεχόντως για την «προμετωπίδα», η οποία τέθηκε ευθύς εξ αρχής στα Ελληνικά Συντάγματα με αναφορά στην δογματική ιδιοσυστασία της Αγίας Τριάδας, κατά την καθιερωμένη δογματική παραδοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η οποία έχει προφανώς «διακηρυκτικό», και όχι αμιγώς κανονιστικό, περιεχόμενο. Άρα ούτως ή άλλως δεν στοιχειοθετεί, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή, κανόνα δικαίου, a fortiori δε δεν στοιχειοθετεί πλήρη κανόνα δικαίου.</p>



<p>α) Ειδικότερα, στο πρώτο μετά την Επανάσταση της 25ης Μαρτίου 1821 Ελληνικό Σύνταγμα, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» της 1ης Ιανουαρίου 1822, το κείμενο του Συντάγματος αρχίζει με την επίκληση: «Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος». Η ίδια επίκληση επαναλαμβάνεται στον «Νόμον της Επιδαύρου», ήτοι στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Άστρει Β΄Εθνικήν Συνέλευσιν» του 1823, καθώς και στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος κατά την εν Τροιζήνι Γ΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» του 1827.</p>



<p>β) Η κατά τα προεκτεθέντα «προμετωπίδα» τροποποιήθηκε ελαφρώς, πάντα κατά το δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας όπως σημειώθηκε, στο «Σύνταγμα της Ελλάδος της 18ης Μαρτίου 1844», με την διατύπωση: «Εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», επαναλήφθηκε δε αυτούσια στα Συντάγματα του 1864 και του 1911. Μετά την πρόσκαιρη διαφοροποίηση του Συντάγματος του 1927 -όπου δεν υφίσταται η εν λόγω «προμετωπίδα»- επανήλθε, χωρίς αλλαγές, στα Συντάγματα του 1952 και του 1975.</p>



<p>2. Την ουσία της, κατά τα διευκρινιζόμενα αμέσως ανωτέρω, «προμετωπίδας» περί Αγίας Τριάδος σε ό,τι αφορά την προέχουσα σημασία της «σύμπραξης» του Κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Αγώνα υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας κατά του οθωμανικού ζυγού «προεκτείνουν» οι περί «επικρατούσης θρησκείας» διατάξεις όλων των Ελληνικών Συνταγμάτων, ήδη από το πρώτο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» του 1822. Συγκεκριμένα, εξ αρχής τα Ελληνικά Συντάγματα υιοθέτησαν διατάξεις μέσω των οποίων -εν είδει «διαπίστωσης», όπως θα επισημανθεί και κατωτέρω- ορίζεται ότι «επικρατούσα θρησκεία» στην Ελληνική Επικράτεια είναι εκείνη της «Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας».</p>



<p>α) Ειδικότερα, και με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, η προμνημονευόμενη διατύπωση των διατάξεων περί «επικρατούσης θρησκείας» «αποτυπώνεται» στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» του 1822 (άρθρο α΄), στον «Νόμο της Επιδαύρου» του 1823 (άρθρο α΄), στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827 (άρθρο 1), στο Σύνταγμα του 1844 (άρθρο 1), στο Σύνταγμα του 1864 (άρθρο 1), στο Σύνταγμα του 1911 (άρθρο 1), στο Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 1), στο Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 1) καθώς και στο ισχύον Σύνταγμα του 1975, αλλά στο άρθρο 3 -αφού στο Σύνταγμα αυτό προηγήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 περί «Μορφής του Πολιτεύματος»- ως εξής: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού».</p>



<p>β) Κατά τα σημειωθέντα ακροθιγώς, η ρύθμιση για την «επικρατούσα θρησκεία» στα Ελληνικά Συντάγματα έχει απλώς «διαπιστωτικό» χαρακτήρα, με την έννοια ότι εξίσου απλώς διαπιστώνει μια υφιστάμενη, και μάλιστα αποδεικνυόμενη με πολλά και επαρκώς ισχυρά τεκμήρια, κατάσταση: Δηλαδή το γεγονός ότι οι περισσότεροι «θρησκευόμενοι Έλληνες Πολίτες» «ασπάζονται» την θρησκεία της «Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού». Άρα η ρύθμιση αυτή δεν έχει αμιγώς κανονιστικό περιεχόμενο, το οποίο παραπέμπει σε διάταξη υποχρεωτικής εφαρμογής με ανάλογες κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής της. Δηλαδή οι κανονιστικές διαστάσεις της, ακόμη και αν υπάρχουν, είναι από ασθενέστατες έως αμελητέες, οπότε δεν μπορεί, από νομική έποψη, να θεωρηθεί ως lex perfecta, παρά μόνο ως lex imperfecta ή, το πολύ, lex minus quam perfecta. Τούτο άλλωστε εμπεδώθηκε κανονιστικώς, και μάλιστα με την μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια, σε όλα τα Ελληνικά Συντάγματα, και δη διττώς. Ήτοι:</p>



<p>β1) Τόσο με την πλήρη κατοχύρωση της ακώλυτης άσκησης του Θεμελιώδους Δικαιώματος της Θρησκευτικής Ελευθερίας.</p>



<p>β2) Όσο και με την διευκρίνιση, ιδίως στα πρώτα Ελληνικά Συντάγματα, ότι το Ελληνικό Κράτος «ανέχεται πάσαν άλλην θρησκείαν, και αι τελεταί και ιεροπαγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».</p>



<p>3. Προς την ίδια κατεύθυνση, αναφορικά με τον σημαίνοντα ρόλο της «Αγωνιζόμενης» Ορθόδοξης Εκκλησίας ιδίως κατά την Εθνεγερσία του 1821, κινήθηκαν και οι διατάξεις των δύο πρώτων Ελληνικών Συνταγμάτων, οι οποίες υιοθέτησαν ειδικές ρυθμίσεις για το ποιοι είναι εκείνοι που αναγνωρίζονται θεσμικώς ως Έλληνες.</p>



<p>α) Σαφώς πιο περιοριστική εν προκειμένω ήταν η διάταξη του άρθρου β΄ του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» του 1822, κατά την οποία: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων». Προδήλως «ευρύτερη» ήταν η διατύπωση της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου β΄ του «Νόμου της Επιδαύρου» του 1823, κατά την οποία: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων. Ομοίως Έλληνές εισι, και των αυτών δικαιωμάτων απολαμβάνουσιν, όσοι έξωθεν ελθόντες, και την Ελληνικήν φωνήν πάτριον έχοντες, και εις Χριστόν πιστεύοντες ζητήσωσι, παρρησιαζόμενοι εις τοπικήν Ελληνικής Επαρχίας Αρχήν, να εγκαταριθμηθώσι δι’ αυτής εις τους πολίτας Έλληνας».</p>



<p>β) Από την ίδια την διατύπωση των προμνημονευόμενων διατάξεων των δύο πρώτων Ελληνικών Συνταγμάτων –«προσωρινών» άλλωστε- καθώς και από την, επιβαλλόμενη εν προκειμένω, ιστορική ερμηνεία τους συνάγεται ευχερώς ότι σκοπός της θέσπισής τους δεν ήταν, κάθε άλλο, ένας οποιοσδήποτε αυθαίρετος περιορισμός της ιδιότητας του Έλληνα Πολίτη αποκλειστικώς και μόνον σε όσους ήταν τότε Χριστιανοί Ορθόδοξοι.</p>



<p>β1) Η αλήθεια είναι ότι οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν με αυτό το περιεχόμενο επειδή έτσι, στα πρώτα μόλις «βήματα» για την ίδρυση ενός Ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, ήταν εφικτό να προσδιορισθεί, και δη για πρώτη φορά, ποιος ήταν αλλά και αισθανόταν Έλληνας, έτοιμος να συμμετάσχει αποφασιστικά στον υπέρ της Ελευθερίας και Ανεξαρτησίας Αγώνα εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Με απλές λέξεις, η «προσήλωση» στην Ορθόδοξη Πίστη λειτουργούσε όχι ως αποκλεισμός εκείνων, που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στον υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας Αγώνα, αλλά ως ασφαλής «συνδετικός κρίκος» και «συνεκτικός ιστός» του άνευ όρων και υποχωρήσεων αγωνιζόμενου Έθνους των Ελλήνων. Και μάλιστα σε μια περίοδο, κατά την οποία η αρραγής ενότητά του ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητη για να μην σβήσει η «φλόγα» της Εθνεγερσίας του 1821, με όλες της τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες.</p>



<p>β2) Το συμπέρασμα τούτο επιβεβαιώνεται ασφαλώς εκ του ότι αφενός η πρώτη διατύπωση του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» του 1822 διευρύνθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, στον «Νόμο της Επιδαύρου» του 1823, όταν πλέον οι επικρατούσες συνθήκες επέτρεπαν την επέκταση της αναγνώρισης της ιδιότητας του Έλληνα Πολίτη και σε άλλους. Και, αφετέρου, οι ως άνω διατάξεις «εγκαταλείφθηκαν» οριστικά στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827 αλλά και ύστερα, δοθέντος ότι πλέον το θρήσκευμα δεν αρκούσε προκειμένου ν’ ανταποκριθεί, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης για την εποχή Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μ’ εξίσου σύγχρονα κοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά, στις απαιτήσεις ενός πραγματικά φιλελεύθερου προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων για την απόδοση της Ελληνικής ιθαγένειας και υπηκοότητας.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Β. Οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος του 1975</h4>



<p>Το ισχύον Σύνταγμα του 1975 συνιστά το «επιστέγασμα» μιας σύγχρονης ρύθμισης των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, η οποία από την μια πλευρά κατοχυρώνει, χωρίς οιεσδήποτε διακρίσεις και χωρίς «υποδόριους» συμβιβασμούς, το Θεμελιώδες Δικαίωμα της ακώλυτης άσκησης της Θρησκευτικής Ελευθερίας. Και, από την άλλη πλευρά, διατηρεί και υπερασπίζεται -πάντοτε υπό όρους ιστορικής διαπίστωσης και αντίστοιχης διακήρυξης και όχι υπό όρους κανονιστικής επιβολής- την Εθνική, καθ’ όλα, παρακαταθήκη της συμπόρευσης Πολιτείας και Εκκλησίας στους Αγώνες του Έθνους των Ελλήνων, ιδίως δε στους Αγώνες για την προετοιμασία και την ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821. Προς την κατεύθυνση αυτή, sedes materiae είναι η ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 13 του ισχύοντος Συντάγματος περί της ακώλυτης άσκησης του Θεμελιώδους Δικαιώματος της Θρησκευτικής Ελευθερίας και της πλήρους απαγόρευσης του προσηλυτισμού. Ενώ τις ειδικότερες σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, υπό τα προεκτεθέντα ιστορικά και κανονιστικά δεδομένα, ρυθμίζουν οι διατάξεις του άρθρου 3, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο Τμήμα Β΄ του Πρώτου Μέρους του Συντάγματός μας. Κρίσιμες εν προκειμένω είναι περισσότερο οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με την Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄(29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.»</p>



<p>1. Κατά πρώτο λόγο -και όπως ήδη επισημάνθηκε- οι διατάξεις αυτές αποδίδουν την διαχρονικώς στην Συνταγματική μας Ιστορία ισχύουσα πραγματικότητα, κατά την οποία «επικρατούσα θρησκεία» στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της «Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού», βεβαίως υπό την προϋπόθεση της απαρέγκλιτης τήρησης των διατάξεων του άρθρου 13 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ακώλυτη άσκηση του Θεμελιώδους Δικαιώματος της Θρησκευτικής Ελευθερίας.</p>



<p>2. Κατά δεύτερο λόγο, οι ίδιες διατάξεις «χαράσσουν» τις γενικές γραμμές των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και με τις άλλες Ομόδοξες Εκκλησίες του Χριστού, στην βάση των ιερών αποστολικών και συνοδικών κανόνων και των ιερών παραδόσεων, με την προμνημονευόμενη ακόλουθη διατύπωση: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις.»</p>



<p>3. Κατά τρίτο λόγο, οι διατάξεις αυτές κατοχυρώνουν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τον Καταστατικό Χάρτη της και υπό την διοίκηση της Ιεράς Συνόδου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, με τήρηση των διατάξεων αφενός του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850 -και των συμπληρωματικών διατάξεων των νόμων Σ΄ και ΣΑ΄ του 1852- που αποτρέπουν «πάσαν κοσμικήν παρέμβασιν», άρα κατ’ ουσία θέτουν στέρεες βάσεις των ορίων αναφορικά με τον χωρισμό Πολιτείας και Εκκλησίας. Και, αφετέρου, της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, που ρυθμίζει την διοίκηση των «Μητροπόλεων των Νέων Χωρών».</p>



<h4 class="wp-block-heading">Επίλογος</h4>



<p>Από τα όσα προεκτέθηκαν συνάγεται ευχερώς ότι όλα τα Ελληνικά Συντάγματα, αρχής γενομένης από το πρώτο, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» του 1822, περιέχουν διατάξεις που «αποτυπώνουν», αμέσως ή εμμέσως, όψεις της ιστορικής αλήθειας αναφορικά με την συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας στους Αγώνες του Έθνους μας, και ιδίως στους Αγώνες της Εθνεγερσίας του 1821 που οδήγησαν στην ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830. Στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, η παράδοση αυτή συνεχίζεται ιδίως με την ευθύς εξ αρχής επίκληση του ονόματος της Αγίας Τριάδος και με την θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 3. Επειδή έχει αρκετές φορές τεθεί, από ορισμένες πλευρές σε πολιτικό και νομικό επίπεδο, το ζήτημα της αναθεώρησης των διατάξεων αυτών με βασικό επιχείρημα την ανάγκη καθιέρωσης της αρχής του πλήρους χωρισμού μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, διευκρινίζονται συμπερασματικώς και τ’ ακόλουθα:</p>



<p>Α. Πρώτον -και κατά κύριο λόγο- όπως ήδη επισημάνθηκε, οι προμνημονευόμενες διατάξεις δεν έχουν αμιγώς κανονιστικό περιεχόμενο. Με την έννοια ότι πολύ περισσότερο -ή και αποκλειστικώς- αποδίδουν μιαν αδιαμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα σχετικά με την αδιάλειπτη, κατ’ εξοχήν σε κρίσιμες στιγμές για την ιστορική πορεία του Έθνους των Ελλήνων, συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας στους Αγώνες υπέρ της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας. Με άλλες λέξεις, το περιεχόμενο των διατάξεων τούτων δεν καθιερώνει κάποιο κανονιστικώς «δέον», η παραβίαση του οποίου στην πράξη μπορεί να συνεπάγεται και ανάλογες κυρώσεις, κατά τις αρχές του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας, οπότε πρέπει να θεωρούνται όχι ως leges perfectae αλλά ως leges imperfectae ή, το πολύ, ως leges minus quam perfectae. Επομένως, ενδεχόμενη αναθεώρησή τους θα οδηγούσε όχι σε τροποποίηση τμήματος του κανονιστικού πλαισίου του Συντάγματος, αλλά κατ’ ακρίβεια σε «αναθεώρηση» της ίδιας της Ιστορίας. Και ένας τέτοιος «αναθεωρητισμός» θα μπορούσε να εξελιχθεί και σ’ επικίνδυνη παραχάραξη της Ιστορίας, δοθέντος ότι θα συνιστούσε ευθεία διαστρέβλωση της ίδιας της ιστορικής αλήθειας, και μάλιστα υπό την επιρροή εντελώς ανιστόρητων ιδεολογημάτων ή και απροκάλυπτων ιδεοληψιών. Πρέπει δε να προστεθεί εδώ, συμπληρωματικώς, ότι το «επιχείρημα» περί δήθεν «προοδευτικής» «μίμησης» των Έννομων Τάξεων άλλων Κρατών, που καθιερώνουν ρητώς τον πλήρη χωρισμό Πολιτείας και Εκκλησίας, ατονεί εμφανώς στην περίπτωση της Ελλάδας. Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε, τα Κράτη αυτά δεν μπορούν να εμφανίσουν και να τεκμηριώσουν στην δική του περίπτωση παρόμοια, έστω και καθ’ υποφορά, συμπόρευση της Εκκλησίας τους στους αγώνες για την ανεξαρτησία τους και για την αναγνώρισή τους διεθνώς ως Εθνών-Κρατών.</p>



<p>Β. Και δεύτερον -αλλά και εν πολλοίς συνακόλουθα- οπωσδήποτε δεν στηρίζεται σε στέρεα θεσμικά ερείσματα η άποψη περί της ανάγκης αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος για, δήθεν, πλήρη χωρισμό μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας αν αναλογισθούμε και το εξής: Εφόσον μια τέτοια αναθεώρηση αφορά τις προαναφερόμενες, ιστορικού περιεχομένου, συγκεκριμένες διατάξεις που αναγνωρίζουν τον ρόλο του Κλήρου της Εκκλησίας στους Αγώνες του Έθνους, τότε ουσιαστικώς δεν προσανατολίζονται στον χωρισμό Πολιτείας και Εκκλησίας αφού, όπως επανειλημμένως επισημάνθηκε, οι διατάξεις αυτές δεν ρυθμίζουν, κατ’ ουδένα τρόπο, τις σχέσεις μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας αλλά συνδέονται αποκλειστικώς και μόνο με την ιστορική πραγματικότητα. Περαιτέρω δε δεν θεσπίζονται από το ισχύον Σύνταγμα του 1975 άλλες διατάξεις, ικανές να δημιουργήσουν μια προβληματική «σύγχυση» ως προς τις σχέσεις μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, πολλώ μάλλον όταν οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 διαχωρίζουν, επαρκώς και μ’ ευκρίνεια, τον ρόλο και την αποστολή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε σχέση με τον ρόλο και την αποστολή του Κράτους. Επιπλέον, είναι ανάγκη να συνυπολογισθεί μπροστά σε μια τέτοια «αναθεωρητική» προοπτική και το μεγάλο και επικίνδυνο κόστος της ενδεχόμενης περιθωριοποίησης του κύρους της Εκκλησίας της Ελλάδος -υπό ορισμένες δε προϋποθέσεις και του κύρους του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως- στην σημερινή εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία ιδίως για εκείνα τα Εθνικά μας Θέματα, τα οποία δοκιμάζονται ποικιλοτρόπως από τον προκλητικό και αντίθετο προς κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου «αναθεωρητισμό» της Τουρκίας.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Αναξιόπιστος ο Ερντογάν &#8211; Ο Πρωθυπουργός απάντησε όπως έπρεπε</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/12/08/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%cf%8c%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%bf-%ce%b5%cf%81%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%b3%ce%ac%ce%bd/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 08 Dec 2023 20:30:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ερντογαν]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=827824</guid>

					<description><![CDATA[«Με τον Ερντογάν το μόνο πρόβλημα που έχουμε, νησιωτική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, δεν θα το λύσουμε ποτέ γιατί δεν δέχεται να πάμε στη Χάγη και να αναγνωρίσει ή να προσχωρήσει στη σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι για τη σύμβαση της θάλασσας» τόνισε αρχικά ο Προκόπης Παυλόπουλος κατά την διάρκεια της συνέντευξης του στο Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">«Με τον Ερντογάν το μόνο πρόβλημα που έχουμε, νησιωτική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, δεν θα το λύσουμε ποτέ γιατί δεν δέχεται να πάμε στη Χάγη και να αναγνωρίσει ή να προσχωρήσει στη σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι για τη σύμβαση της θάλασσας» τόνισε αρχικά ο Προκόπης Παυλόπουλος κατά την διάρκεια της συνέντευξης του στο Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων του ΑΝΤ1 με τον Νίκο Χατζηνικολάου. Ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας σημείωσε ότι «πρέπει να βρούμε τρόπο να ζήσουμε ειρηνικά. Θέλει να πάει τα πάντα στη Χάγη, λες και έχουμε μια «βεντάλια» προβλημάτων. Εμείς δεν θα το δεχτούμε ποτέ. Άρα αυτό που μπορούσαμε να κάνουμε, αυτό έγινε.</h3>



<p>Έγινε η συζήτηση που έγινε, ο Πρωθυπουργός απάντησε όπως έπρεπε να απαντήσει, ιδίως για το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας και υπογράφηκε ένα κείμενο, το οποίο, δεν είναι σύμβαση, είναι μια διακήρυξη, η οποία δεν παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα», υπογράμμισε ο Προκόπης Παυλόπουλος.</p>



<p>Στη συνέχεια τόνισε πως αυτό το κείμενο «θέλει μεγάλη προσοχή για δύο λόγους. Πρώτον, ο Ερντογάν έχει αποδείξει σε πολλά ζητήματα ότι είναι παντελώς αναξιόπιστος και δεύτερον, εκείνοι που θα ερμηνεύσουν το κείμενο αυτό πρέπει να καταλάβουν ένα πράγμα. Η Ελλάδα από πλευρά γεωστρατηγικής θέσης, δεν είναι αυτό που κάποιοι νομίζουν. Η θεοποίηση της γεωστρατηγικής θέσης της Τουρκίας και η μείωση της θέσης μας είναι τεράστιο λάθος. Μπροστά στην αναξιοπιστία της Τουρκίας, έχει ανέβει πάρα πολύ η αξιοπιστία της Ελλάδας».</p>



<p>Ακόμη, σημείωσε πως ο «μύθος» περί των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας, πρέπει να σταματήσει. Οι ένοπλες δυνάμεις μας και ιδίως ό,τι αφορά τον αέρα και τη θάλασσα, σας διαβεβαιώ, και μόνες τους είναι τόσο αποτρεπτικές, που ο Ερντογάν δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό».</p>



<p>Σχετικά με τους στόχους του Ερντογάν τονίζει πως δεν έχει στόχο να λύσει κάποιο πρόβλημα, αλλά «θέλει να ξαναγυρίσουμε στη συμφωνία της Μαδρίτης, εκεί που δυστυχώς είχαμε αναγνωρίσει δικαιώματα στο Αιγαίο για την Τουρκία». Τέλος, επεσήμανε ότι η απειλή του casus belli από την πλευρά της Τουρκίας, είναι αδιανόητη καθώς είναι η επιτομή της παραβίασης του διεθνούς δικαίου.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Π. Παυλόπουλος: Οι απαιτήσεις της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας, είναι νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/12/07/%cf%80-%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ac%ce%b4/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 07 Dec 2023 20:18:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=827275</guid>

					<description><![CDATA[Στην ομιλία του, κατά την Εκδήλωση Μνήμης για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, με θέμα «Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων «πηγή» μνήμης για τις απαράγραπτες οφειλές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ελλάδα», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Πρόλογος [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην ομιλία του, κατά την Εκδήλωση Μνήμης για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, με θέμα «Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων «πηγή» μνήμης για τις απαράγραπτες οφειλές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ελλάδα», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<h4 class="wp-block-heading">Πρόλογος</h4>



<p>Η αιματοβαμμένη γη των Μαρτυρικών Καλαβρύτων και οι ψυχές των τραγικών Θυμάτων θυμίζουν, για πάντα και προς κάθε κατεύθυνση, το απεχθέστερο έγκλημα πολέμου στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Έγκλημα το οποίο συντελέσθηκε, υπό συνθήκες Ολοκαυτώματος που παραπέμπουν σε πραγματικό Έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας, από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής την 13η Δεκεμβρίου 1943. Εκπληρώνοντας Εθνικό Χρέος, κυριολεκτικώς, η Ακαδημία Αθηνών τιμά την Ιερή Μνήμη των τραγικών Θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας στέλνοντας, urbi et orbi, το διπλό μήνυμα: «Δεν ξεχνάμε, Ποτέ ξανά»</p>



<p><strong>Ι. Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων: Ένα ανεξίτηλο ιστορικώς στίγμα της ναζιστικής βαρβαρότητας και θηριωδίας</strong></p>



<p>Η σύγχρονη Ιστορία μας έχει ήδη καταγράψει εκτενώς, με αμάχητα τεκμήρια, το πώς συντελέσθηκε το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, έτσι ώστε οι δικές μου αναφορές σήμερα να καθίστανται, εκ των πραγμάτων, και συνοπτικές και ελλιπείς. Αν, λοιπόν, επιχειρώ αυτή την ιστορική αναδρομή είναι για ν’ αποτίσω, ως οφείλω άλλωστε και στο μέτρο που μου αναλογεί, Φόρο Τιμής στα τραγικά Θύματα του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων.</p>



<p>Α. Όλα ξεκίνησαν από την ανίερη εκμετάλλευση των γεγονότων της Μάχης της Κερπινής, την 16η και 17η Οκτωβρίου 1943, όταν γερμανοί στρατιώτες ηττήθηκαν κατά την διάρκεια επιχείρησης των τοπικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Επρόκειτο για μια καθαρώς αντιστασιακή πολεμική επιχείρηση εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην περιοχή. Αυτό τον αγώνα εναντίον του κατακτητή και υπέρ της Ελευθερίας, αγώνα σύμφυτο με το φρόνημα κάθε Λαού που τιμά την Ελευθερία του και την υπερασπίζεται μέχρις εσχάτων, ιδίως δε σύμφυτο με το φρόνημα του Έθνους των Ελλήνων -του οποίου η σχέση με την Ελευθερία είναι, από αιώνων, βιωματική και υπαρξιακή- διέστρεψαν στα Καλάβρυτα, με πρωτοφανή αγριότητα, τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής.</p>



<p>Β. Με αδιανόητη μανία βαρβαρικής εκδίκησης για τους γερμανούς στρατιώτες που σκοτώθηκαν στην Μάχη της Κερπινής -αδιανόητη διότι, όπως ήδη διευκρινίσθηκε, οι Ελληνικές αντιστασιακές δυνάμεις έδωσαν καθαρώς απελευθερωτικό αγώνα- το γερμανικό στρατηγείο σχεδίασε και οργάνωσε την «Επιχείρηση Καλάβρυτα». Επιχείρηση, της οποίας την εκτέλεση ανέθεσε στην 117η «Μεραρχία Κυνηγών», της Βέρμαχτ.</p>



<p>1. Οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την 9η Δεκεμβρίου 1943, έχοντας ως αφετηρία την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη.</p>



<p>Επί πέντε ημέρες καθησύχαζαν, με ύπουλο τρόπο, τον άμαχο πληθυσμό, έτσι ώστε να μην προλάβει να διαφύγει ή, έστω, να πάρει στοιχειώδη μέσα προφύλαξης για ενδεχόμενα γερμανικά «αντίποινα».</p>



<p>2. Την 13η Δεκεμβρίου 1943 ξέσπασε στα Μαρτυρικά Καλάβρυτα, μέσ’ από ένα «ξύπνημα» ανομολόγητων βάρβαρων ενστίκτων, η θηριωδία των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής. Με «συνοπτικές διαδικασίες» οδήγησαν όλους τους άνδρες άνω των 13 ετών στην «Ράχη του Καπή» και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Τα θύματα στην «Ράχη του Καπή» υπολογίζονται σε 496, ενώ σύμφωνα με τις υπάρχουσες ιστορικές μαρτυρίες το σύνολο των θυμάτων του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων φθάνει τα 1.200 περίπου, μαζί με τα 696 των γύρω περιοχών. Επιπλέον, τα Καλάβρυτα και πάνω από 20 χωριά τριγύρω παραδόθηκαν στις φλόγες. Περισσότερα από 1.000 σπίτια έγιναν στάχτη. Οι ναζί δεν δίστασαν να βάλουν φωτιά ως και στο «Ιερό των Ελλήνων», κατά την Εθνεγερσία του 1821, ήτοι στην Αγία Λαύρα, απ’ όπου ξεκίνησε η Επανάσταση την 25η Μαρτίου, καθώς και στο Μέγα Σπήλαιο. Τα γυναικόπαιδα και κάποιοι πολύ ηλικιωμένοι κρατήθηκαν στο εσωτερικό του Σχολείου, απ’ όπου κατάφεραν ν’ αποδράσουν ενώ όλα τα Καλάβρυτα είχαν παραδοθεί στις φλόγες.</p>



<p><strong>ΙΙ. Οι αξιώσεις της Ελλάδας ως προς το κατοχικό δάνειο και τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις υλικές καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας</strong></p>



<p>Τόνισα προηγουμένως ότι τιμούμε, διαχρονικώς, την Ιερή Μνήμη των τραγικών Θυμάτων του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων στέλνοντας, urbi et orbi, το διπλό μήνυμα: «Δεν ξεχνάμε, Ποτέ ξανά». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο Ιστορικής Μνήμης -και μακριά από κάθε λογική αντεκδίκησης, που είναι παντελώς ξένη σ’ εμάς, τους Έλληνες- εντάσσουμε και τις αξιώσεις της Ελλάδας ως προς το κατοχικό δάνειο και τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις υλικές καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη της Ιστορίας, προκειμένου το μήνυμα «Δεν ξεχνάμε, Ποτέ ξανά» να καταστεί πράξη, απαιτεί από τους θύτες να ολοκληρώσουν την «συγγνώμη» τους αποδίδοντας στην Ελλάδα αυτό που δικαιωματικώς της ανήκει. Πράγμα που σημαίνει πως αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εννοεί και αναγνωρίζει, στο ακέραιο, τις ευθύνες της για το ναζιστικό παρελθόν της οφείλει, αμέσως, να πράξει έναντι της Ελλάδας εκείνο, το οποίο επιβάλλει τόσον η Ιστορική διαδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, ιδίως δε ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός. Και επ’ αυτού υπενθυμίζω τις βασικές μας θέσεις -που είναι και Εθνικές μας Θέσεις, αφότου συντελέσθηκαν τα εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού- ως προς τις ως άνω αξιώσεις μας. Διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικά, από νομική άποψη, θέματα. Ήτοι:</p>



<p>Α. Πρώτον, με το κατοχικό δάνειο προς την Γερμανία, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικώς –ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της κατοχικής Ελληνικής κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής. Εδώ πρόκειται, λοιπόν, από νομική σκοπιά για ενοχή εκ συμβάσεως. Άρα, η αντίστοιχη εκ της συμβάσεως απαίτηση της Ελλάδας είναι ενδοσυμβατικής -και όχι αδικοπρακτικής- προέλευσης.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Σε αυτήν την απαίτηση προστίθενται ποσά, τα οποία προκύπτουν από συναφείς προς την δανειακή σύμβαση αιτίες, όπως είναι ιδίως οι τόκοι υπερημερίας λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης.</li>



<li>Για την απαίτηση αυτή δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής ούτε θέμα παραίτησης. Τίθεται μόνο ζήτημα συνολικού υπολογισμού της ως σήμερα. Ας σημειωθεί, ότι η Ελληνική θέση γίνεται νομικώς τόσο περισσότερο ισχυρή, όσον η αποπληρωμή του δανείου είχε αρχίσει ήδη από την κατοχική περίοδο.</li>
</ol>



<p>Β. Και, δεύτερον, με τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής.</p>



<p>1. Επισημαίνεται, πριν απ’ όλα, ότι το 1946, στην Διάσκεψη των Παρισίων, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό τέτοιων αποζημιώσεων προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων. Κυρίως δε επισημαίνεται μ’ έμφαση ότι το 1953, με την Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «χαρίσθηκαν» στην Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά «τεχνηέντως» φαίνεται να διατείνεται.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Η Συμφωνία αυτή απλώς έθεσε «σε αδράνεια» τις οφειλές της Γερμανίας ως την υπογραφή, κατά το Διεθνές Δίκαιο (Δίκαιο του Πολέμου), «Συμφώνου Ειρήνης» μεταξύ της τελευταίας και των Δυνάμεων που νίκησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται νομικώς για ένα είδος «αναβλητικής αίρεσης» (lato sensu), σχετικά με την εξόφληση των υποχρεώσεων της Γερμανίας, επειδή τότε θεωρήθηκε ότι αυτή δεν διέθετε –πρωτίστως λόγω της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική- την κατά το Διεθνές Δίκαιο απαιτούμενη πολιτειακή υπόσταση για ανάληψη και εκπλήρωση συναφών υποχρεώσεων.</li>



<li>Τούτο –ήτοι η ικανότητα σύναψης «Συμφώνου Ειρήνης»- επήλθε το 1990. Όταν, μετά την επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία απέκτησε ενιαία, νομικώς, πολιτειακή υπόσταση και κυριαρχία. Ειδικότερα, το 1990 υπογράφηκε το λεγόμενο «Σύμφωνο 2 + 4» μεταξύ της ενωμένης πλέον Γερμανίας και ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Γαλλίας και Αγγλίας.</li>



<li>Γίνεται δε σήμερα, γενικώς και επισήμως, δεκτό –de facto δε το έχει αποδεχθεί και η Γερμανία, αφού στην βάση αυτή στηρίζει την εν γένει κυριαρχία της- ότι το ως άνω Σύμφωνο επέχει την θέση του «Συμφώνου Ειρήνης» που προβλέπει, κατά το Διεθνές Δίκαιο, η προαναφερόμενη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953. Και τούτο διότι μόνον έκτοτε η Γερμανία μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο «Σύμφωνο», δεδομένου ότι μόνο τότε, κατά τα προλεχθέντα, απέκτησε την ενότητά της και την ενιαία κυριαρχία της μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.</li>



<li>Το «Σύμφωνο 2 + 4» καλύπτει, λόγω της νομικής φύσης του αλλά και γενικότητάς του, και τα μη συμβαλλόμενα πλην όμως «παθόντα» από την γερμανική κατοχή Κράτη, όπως η Ελλάδα. Είναι δηλαδή νομικό κείμενο γενικής εφαρμογής.</li>
</ol>



<p>2. Η από Ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι οποίες κωδικοποίησαν και τις ως τότε διατάξεις του Δικαίου του Πολέμου.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Κατά τις διατάξεις αυτές: «Ο εμπόλεμος όστις ήθελε παραβιάσει τας διατάξεις του Κανονισμού θα υποχρεούται, αν συντρέχει λόγος, εις αποζημίωσιν, θα είναι δε υπεύθυνος δια πάσας τας πράξεις τας διαπραχθείσας υπό των προσώπων των μετεχόντων της στρατιωτικής του δυνάμεως». Επέκεινα, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του «Κανονισμού Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην ξηρά», ο οποίος είναι προσαρτημένος στην Δ΄ Σύμβαση της Χάγης του 1907, καθιερώνουν και τις δύο θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου του Πολέμου, ήτοι τις αρχές της προστασίας του Ανθρώπου και της ατομικής ιδιοκτησίας.</li>



<li>Όλες αυτές τις αρχές επικαιροποίησε η απόφαση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, το 1946. Αυτό είχε αποδεχθεί, έναντι της Ελληνικής Κυβέρνησης, επισήμως, το 1965, ο τότε Καγκελάριος Λούντβιχ Έρχαρτ. Ο ίδιος δε είχε μιλήσει για επανορθώσεις ύψους 500 εκ. γερμανικών μάρκων.</li>
</ol>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>Επίλογος</strong></h4>



<p>Από τα όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι οι ως άνω αξιώσεις μας, από τις οποίες ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο έχουμε παραιτηθεί, είναι πάντα νομικώς ενεργές –πράγμα που σημαίνει ότι δεν τίθεται κανένα θέμα παραγραφής- και δικαστικώς επιδιώξιμες. Και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός, ως μέρος του εν γένει κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού που συντίθεται από τις διατάξεις αλλά και από τις θεμελιώδεις αρχές και τις αξίες της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας, επιβάλλει την σχετική απόφαση να την λάβει αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum, με βάση το σύνολο του εφαρμοζόμενου, εν προκειμένω, Διεθνούς Δικαίου. Η θέση αυτή είναι, κυριολεκτικώς, Εθνική και, κατά συνέπεια, αδιαπραγμάτευτη. Πολλώ μάλλον όταν την θέση αυτή ενισχύει, πλέον, καταλυτικώς η πρόσφατη γνωμοδότηση (2019) της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εμπειρογνωμόνων του Γερμανικού Κοινοβουλίου (Bundestag). Η οποία αφενός αναγνωρίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα παραίτησης ή παραγραφής των αξιώσεων στην Ελλάδα. Και, αφετέρου, προτρέπει, «expressis verbis», την γερμανική πλευρά ν’ αποδεχθεί την προσφυγή Ελλάδας και Γερμανίας στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Και κατά τούτο, μόνο προβληματισμό προκαλεί η από 18.10.2019 απόρριψη της, από τον Ιούνιο του ίδιου έτους, πλήρως τεκμηριωμένης ρηματικής διακοίνωσης της Ελλάδας -αλλά και μεταγενέστερες, άμεσες ή έμμεσες, απορρίψεις-αναφορικά με την προοπτική προσφυγής σε αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum, για την οριστική επίλυση της σχετικής διαφοράς ως προς τις αξιώσεις της Ελλάδας αναφορικά με το κατοχικό δάνειο και τις γερμανικές αποζημιώσεις. Η προαναφερόμενη άρνηση της Κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αγνοώντας όλα τα κατά τ’ ανωτέρω, πλήρως τεκμηριωμένα, νομικά επιχειρήματα, εμφανίζεται παντελώς αναιτιολόγητη, δοθέντος ότι έρχεται σε αντίθεση και προς την Ευρωπαϊκή και την Διεθνή Νομιμότητα. Επιπλέον, η άρνηση αυτή είναι άκρως αντιφατική και υποκριτική, αφού δεν είναι νοητό και αποδεκτό, από πλευράς συνεπούς διεθνούς συμπεριφοράς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την μια πλευρά να επιχειρεί, σε πολλές περιπτώσεις, να «παραδώσει μαθήματα» σεβασμού, εκ μέρους άλλων Κρατών, της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας. Και, από την άλλη, ν’ αρνείται την συμμόρφωσή της προς αυτές, όταν μάλιστα πρόκειται για θύματα και ζημίες προερχόμενες από το εφιαλτικό ναζιστικό της παρελθόν, το οποίο έχει, δημοσίως και διεθνώς, καταδικάσει και αποκηρύξει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι βέβαιο ότι με την προαναφερόμενη συμπεριφορά της η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποσκάπτει, «εκ των έσω», την αξιοπιστία της και το κύρος της, σ’ Ευρωπαϊκό και Διεθνές επίπεδο. Όπως είναι λοιπόν αυτονόητο, η Ελλάδα δεν αποδέχεται, ούτε πρόκειται ν’ αποδεχθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την άρνηση αυτή. Πράγμα που σημαίνει ότι θα επανέλθει εν προκειμένω, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έκταση και έμφαση στα νομικά -και όχι μόνο- επιχειρήματά της. Αυτή την στάση της Ελλάδας επιβάλλει, πολύ περισσότερο, και ο στοιχειώδης σεβασμός της Ιερής Μνήμης των τραγικών θυμάτων του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων. Και υπό την ως άνω έννοια τα Καλάβρυτα συμβολίζουν πάντοτε, μεταξύ πολλών άλλων φυσικά, και συγκεκριμένες βασικές συντεταγμένες της Εθνικής μας Αξιοπρέπειας, ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής μας Οικογένειας.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Ένας &#8220;εχθρός&#8221; του Κράτους Δικαίου – Η &#8220;επικυριαρχία&#8221; του &#8220;οικονομικού&#8221; επί του &#8220;θεσμικού&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/11/01/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%b5%cf%87%ce%b8%cf%81%cf%8c%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%81%ce%ac%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Θεόκριτος Αργυριάδης]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 01 Nov 2023 21:46:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[παυλοπουλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=812895</guid>

					<description><![CDATA[Σε διάλεξή του, στο πλαίσιο του Σεμιναρίου που συνδιοργάνωσαν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και το Κέντρο Επιμόρφωσης και δια Βίου Μάθησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα: “Όψεις της κανονιστικής ‘απορρύθμισης’ του Κράτους Δικαίου: Το φαινόμενο της ‘επικυριαρχίας’ του ‘οικονομικού’ επί [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Σε διάλεξή του, στο πλαίσιο του Σεμιναρίου που συνδιοργάνωσαν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και το Κέντρο Επιμόρφωσης και δια Βίου Μάθησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα: “Όψεις της κανονιστικής ‘απορρύθμισης’ του Κράτους Δικαίου: Το φαινόμενο της ‘επικυριαρχίας’ του ‘οικονομικού’ επί του ‘θεσμικού‘.</h3>



<p><strong>Κατά τη διάλεξή του ο κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</strong></p>



<p>Αποτελεί κοινό τόπο στο πεδίο του Δημόσιου Δικαίου ότι οι θεσμικές εγγυήσεις του Κράτους Δικαίου συνιστούν ένα θεμελιώδες «ανάχωμα» προστασίας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και των μέσων που οργανώνει για την υπεράσπιση της Ελευθερίας, συνακόλουθα δε και του «οπλοστασίου» το οποίο θεσμοθετείται προκειμένου να διασφαλισθεί η ακώλυτη άσκηση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p><strong>Α</strong>.&nbsp;Συνοπτικώς, το Κράτος Δικαίου αποτελεί το σύνολο εκείνο των θεσμικών εγγυήσεων, οι οποίες καθιστούν ρυθμιστικώς εφικτή την μέσω δημοκρατικώς νομιμοποιημένων κανόνων δικαίου οριοθέτηση της δράσης τόσο των κρατικών οργάνων -κυρίως δε αυτών- όσο και των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως αυτές διαμορφώνονται κατ’ εξοχήν στο πεδίο ανάπτυξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.&nbsp; Πρόσθετο βασικό στοιχείο του Κράτους Δικαίου είναι και το ότι οι κανόνες δικαίου που το συγκροτούν πρέπει να είναι πλήρεις -leges perfectae, και όχι leges imperfectae, ούτε καν leges&nbsp;minus&nbsp;quam&nbsp;perfectae– υπό την έννοια πως η παραβίασή τους επιφέρει, οπωσδήποτε, την επιβολή κυρώσεων, κυρίως δια της ενεργοποίησης των δικαιοδοτικών διαύλων της Δικαστικής Εξουσίας.&nbsp; Έτσι, η αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους Δικαίου αποτρέπει την αυθαίρετη επέμβαση της κρατικής εξουσίας -και όχι μόνον- στο κανονιστικώς οριοθετημένο πεδίο της Ελευθερίας και των από αυτήν «εκπορευόμενων» δικαιωμάτων.</p>



<p><strong>Β</strong>.&nbsp;Επομένως, είναι προφανές ότι οιασδήποτε μορφής διάβρωση των θεσμικών και πολιτικών «αντηρίδων»&nbsp;του Κράτους Δικαίου ισοδυναμεί, εν τέλει, με αντίστοιχη διάβρωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, επέκεινα δε της Δημοκρατίας εν γένει.&nbsp; Διάχυτη είναι σήμερα η βεβαιότητα ότι όχι μόνο παρατηρείται «διάβρωση»&nbsp;των προμνημονευόμενων «αντηρίδων»&nbsp;του Κράτους Δικαίου, αλλά η «διάβρωση»&nbsp;αυτή και βαθιά είναι και, δυστυχώς, «προϊούσα», με εντεινόμενο μάλιστα ρυθμό.&nbsp; Ρυθμό ο οποίος αφήνει να φανεί, ευδιάκριτα, μεταξύ άλλων και ότι πλέον είναι «επί θύραις» μια μορφή εξαιρετικά επικίνδυνης «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού». Η προαναφερόμενη «διάβρωση» οφείλεται -τουλάχιστον κατά κύριο λόγο- στην ρυθμιστική αποδυνάμωση των κανόνων δικαίου που συνθέτουν το κανονιστικό πλαίσιο του Κράτους Δικαίου, τόσο λόγω της σχετικοποίησης της ισχύος τους όσο και λόγω της ατελούς λειτουργίας των κυρωτικών μηχανισμών, σε περίπτωση παραβίασής τους.&nbsp; Στην ανασκόπηση των δύο αυτών παραμέτρων που είναι, αυτονοήτως, και παράμετροι της παρακμιακής πορείας του Κράτους Δικαίου -άρα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας, γενικώς- επικεντρώνεται η ανάλυση που ακολουθεί. Επισημαίνεται εξ αρχής ότι η ανάλυση αυτή αφορά αποκλειστικώς και μόνο την αρνητική επιρροή της επίκτητης κανονιστικής σχετικότητας του Κανόνα Δικαίου στην «διάβρωση» των «αντηρίδων» του Κράτους Δικαίου. Όχι δε και την επίσης αρνητική επιρροή της εγγενούς κανονιστικής σχετικότητας του Κανόνα Δικαίου, ήτοι της σχετικότητας η οποία οφείλεται στην ιδιομορφία της διαδικασίας «γέννησης» και εφαρμογής του. Και τούτο διότι, όπως επεξηγείται αναλυτικώς στην συνέχεια, η επίκτητη κανονιστική σχετικότητα του Κανόνα Δικαίου και η «επικυριαρχία» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού», την οποία αυτή συνεπάγεται καθ’ υπερβολήν, αποτελεί πολύ πιο μεγάλο κίνδυνο για την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία και για το Κράτος Δικαίου απ’ ό,τι η εγγενής κανονιστική σχετικότητα του Κανόνα Δικαίου.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Ι. Η ιδιοσυστασία και οι συνέπειες της επίκτητης κανονιστικής σχετικότητας του Κανόνα Δικαίου</h4>



<p>Ως επίκτητη σχετικότητα του κανονιστικού «δυναμικού» του Κανόνα Δικαίου νοείται εκείνη, η οποία δεν οφείλεται στην εσωτερική δομή και λειτουργία του αλλά σ’ εξωγενείς παράγοντες, που επηρεάζουν εμμέσως την αντικειμενική του υπόσταση και την παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων του. Ο σπουδαιότερος -ορθότερα καθοριστικής σημασίας- από τους παράγοντες αυτούς είναι η «υποδομή», της οποίας ο Κανόνας Δικαίου αποτελεί «εποικοδόμημα». Δηλαδή η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που, μαζί με τις αντίστοιχες πολιτικές διεργασίες, συνιστά το υπόστρωμα μεσ’ από το οποίο αναδύεται και η ανάγκη θέσπισης του Κανόνα Δικαίου και ο βασικός κορμός του κανονιστικού του περιεχομένου. Οι σύγχρονες, λοιπόν, κοσμογονικές μεταβολές αυτής της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας εντείνουν την, ούτως ή άλλως υφιστάμενη, εγγενή σχετικότητα του κανονιστικού περιεχομένου του Κανόνα Δικαίου. Γεγονός το οποίο παράγει, μοιραίως, περαιτέρω αρνητικές επιπτώσεις ως προς την κανονιστική δυναμική και επάρκεια του Κράτους Δικαίου και της Έννομης Τάξης γενικώς.</p>



<p><strong>Α</strong>. Η ιδιαιτερότητα της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης</p>



<p>Οι μεταλλάξεις της κοινωνικής και οικονομικής υποδομής του Κανόνα Δικαίου οφείλονται, κατά βάση, σε συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η όλη εξέλιξη και λειτουργία του Οικονομικού Συστήματος, παγκοσμίως. Και είναι αυτές οι ιδιαιτερότητες οι οποίες,&nbsp;grosso modo, προσδιορίζουν την έκταση και την ένταση της σχετικοποίησης της κανονιστικής του εμβέλειας.</p>



<p><strong>1</strong>. Οι στρεβλώσεις του παγκοσμιοποιημένου Οικονομικού Συστήματος επιβαρύνουν δραματικά την ομαλή πορεία του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, ιδίως μέσ’ από την πρόκληση συνεχών «ανατροπών» του οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καθίστανται και απρόβλεπτες και, περαιτέρω, δυσχερώς αναστρέψιμες. Τις&nbsp; «ανατροπές» αυτές «υποδαυλίζουν», πάντοτε στο γενικότερο πλαίσιο της δυσλειτουργίας του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ιδίως οι εξής τρεις παράγοντες:</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Πρώτον, η μορφή που έχει πάρει η εν γένει Παγκοσμιοποίηση των οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών. Μια Παγκοσμιοποίηση με άκρως «επιθετικά»&nbsp;στοιχεία, υπό την έννοια της διάθεσης των μέσων, δια των οποίων εξελίσσεται, αποκλειστικώς στην εξυπηρέτηση των σκοπιμοτήτων των Αγορών, σ’ εμφανή μάλιστα αντίθεση προς τις ανάγκες των επιμέρους Εθνικών Οικονομιών. Και μια Παγκοσμιοποίηση η οποία, υπό τις ως άνω συνθήκες, δρα ανεξελέγκτως, μην υπακούοντας πλέον σε συγκεκριμένους ορθολογικούς οικονομικούς και νομικούς κανόνες. Είτε διότι οι κανόνες αυτοί δεν υφίστανται, είτε, ακόμη χειρότερα, διότι οι ισχύοντες, έστω και ελλιπείς, κανόνες παραβιάζονται ανοιχτά και συστηματικά από τους παράγοντες των Αγορών, μ’ «αιχμή του δόρατος»&nbsp;τους παράγοντες του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Δεύτερον, οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές μέθοδοι οι οποίες χρησιμοποιούνται μέσα στον ορυμαγδό της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης. Μέθοδοι, οι οποίες αντιτίθενται ευθέως στις παραδοσιακές αρχές της συναλλακτικής και της τραπεζικής πίστης και, στο βωμό του εύκολου κέρδους, οδηγούν στην ανάληψη κάθε είδους αντίστοιχου χρηματοπιστωτικού ρίσκου. Μ’ ευθύ αποτέλεσμα να ωθούν σε, ταχείας εξέλιξης, διαλυτικές τάσεις το παραδοσιακό οικονομικό -και, εν τέλει, το κοινωνικό- σύστημα, άρα σε αδυναμία επαρκούς τιθάσευσης των εξελίξεων αυτών, ιδίως μέσω κανονιστικών ρυθμίσεων που διαθέτουν επαρκή θεσμική και δημοκρατική νομιμοποίηση.</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp;Τρίτον, η συνδρομή της σύγχρονης Τεχνολογίας, δίχως βεβαίως, να ευθύνεται σε αυτό η φύση της αλλ’ αποκλειστικώς ο τρόπος εφαρμογής των μέσων της στην πράξη.&nbsp; Ειδικότερα η Τεχνολογία, δρώντας ως «βοηθός εκπληρώσεως» μέσα σε αυτές τις συνθήκες, εντείνει τις παρενέργειες της άναρχης λειτουργίας της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όπως είναι ευνόητο, προς την κατεύθυνση αυτή κορυφαίο ρόλο διαδραματίζει ο τομέας εκείνος της Τεχνολογίας, ο οποίος αφορά την ακόμη ταχύτερη εξέλιξη της ψηφιακής της διάστασης -ήτοι ο τομέας της σύζευξης Πληροφορικής και Τεχνητής Νοημοσύνης- και, μέσω αυτής, της γιγάντωσης των δυνατοτήτων της εν γένει ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Κάτι το οποίο αναμένεται να λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στην «αναδυόμενη» εποχή του «κβαντικού υπολογιστή».</p>



<p><strong>2</strong>. Οι κατά τ’ ανωτέρω -και υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες- επιπτώσεις στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι έχουν, όπως είναι φανερό, άμεσες επιπτώσεις στο θεσμικό καθεστώς του κανονιστικού του «εποικοδομήματος», ήτοι του Κανόνα Δικαίου. Οι οποίες αφορούν και τις τρεις διαστάσεις του καθεστώτος τούτου, οδηγώντας έτσι στα άκρα την σχετικότητα της κανονιστικής του εμβέλειας. Πρόκειται, ειδικότερα:</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Πρώτον, για την διάσταση της διαμόρφωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Κανόνα Δικαίου: Οι αέναες μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» καθιστούν άκρως δυσχερή την στοιχειώδη εκείνη σταθερότητά του -για ένα εξίσου στοιχειώδες χρονικό διάστημα- που απαιτείται προκειμένου το κατά την Έννομη Τάξη επιφορτισμένο με την θέσπιση του Κανόνα Δικαίου όργανο να συλλάβει και να διατυπώσει το κανονιστικό του περιεχόμενο. Κατά τούτο ο, lato sensu πάντα, Νομοθέτης σήμερα, και στην «απέλπιδα»&nbsp;προσπάθειά του να πλαισιώσει κανονιστικώς την «υδραργυρική»&nbsp;κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, παραπέμπει στους «κολασμένους»&nbsp;της μυθολογίας μας: Από τον Σίσυφο, που ματαίως προσπαθούσε να σηκώσει το βράχο του στην κορυφή, ως τον Τάνταλο, που πάντα την τελευταία στιγμή αποτύγχανε να κορέσει την πείνα και την δίψα του και ως τις Δαναΐδες, που χωρίς ελπίδα επιχειρούσαν να γεμίσουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι…</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Δεύτερον, για την διάσταση της ερμηνείας των κανονιστικού περιεχομένου επιταγών του Κανόνα Δικαίου μετά την θέσπισή του. Και τούτο διότι οι βασικές επιστημονικές παράμετροι της ερμηνείας του Κανόνα Δικαίου επιβάλλουν την στοιχειώδη αντιστοιχία του ερμηνευόμενου κανόνα με τα δεδομένα της «υποδομής», από τα οποία προέρχεται. Πραγματικά, μόνο μέσ’ από τις ως άνω συνθήκες το επιφορτισμένο με την ερμηνεία του Κανόνα Δικαίου όργανο μπορεί να «διαμεσολαβήσει» αποτελεσματικώς μεταξύ του κανονιστικού του περιεχομένου και της «υποδομής» που αντιστοιχεί σε αυτό. Και όταν η κατά τ’ ανωτέρω υποδομή έχει ολοκληρωτικώς μεταβληθεί, η ερμηνεία του θεσμικού «εποικοδομήματος», όση προσπάθεια και αν καταβάλει ο συντελεστής της ερμηνείας, μοιάζει μ’ επιστημονική «άσκηση»&nbsp;χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, στο πλαίσιο ενός είδους ιστορικής νομικής έρευνας. Για ν’ αποφευχθεί μια τέτοια έκβαση θα έπρεπε ο ερμηνευτής του Κανόνα Δικαίου να οδηγηθεί στην μέσω της ερμηνευτικής μεθόδου διάπλαση ενός νέου, «επίκαιρου», Κανόνα Δικαίου, γεγονός το οποίο βεβαίως ανάγει, κατά κάποιον τρόπο, την νομολογία σε Πηγή Δικαίου. Όμως στο μεγαλύτερο μέρος των Έννομων Τάξεων, και πρωτίστως εκείνων της Ηπειρωτικής Ευρώπης, η νομολογία δεν αναγνωρίζεται αυτοτελώς ως Πηγή Δικαίου, παρά μόνο ως πηγή διάπλασης γενικών αρχών στην βάση των υφιστάμενων κάθε φορά κανονιστικών δεδομένων της οικείας Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp;Τρίτον, για την διάσταση της εφαρμογής του κανονιστικού περιεχομένου του Κανόνα Δικαίου εντός των ορίων της ερμηνείας του. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να διευκρινισθεί ότι η σχετικότητα, την οποία συνεπάγεται η συνεχής και ταχύτατη μεταβολή της «υποδομής» του Κανόνα Δικαίου ως προς την τρίτη του διάσταση, είναι πολύ πιο χαρακτηριστική και καθοριστική απ’ ό,τι ισχύει για τις δύο προηγούμενες. Αυτό οφείλεται στο ότι, λόγω της ιδιομορφίας της μεταβολής της υποδομής του Κανόνα Δικαίου, όταν ο ερμηνευτής του -π.χ. διοικητικό ή δικαστικό όργανο- καλείται ν’ ασκήσει την αρμοδιότητά του βρίσκεται μπροστά στην ακόλουθη ανυπέρβλητη αντίφαση: Κατά το χρονικό αυτό σημείο τα έννομα αποτελέσματα από την εφαρμογή του Κανόνα Δικαίου αφορούν μια ξεπερασμένη πραγματικότητα, την οποία συνεπώς δεν μπορούν να επηρεάσουν κανονιστικώς. Ενώ η νέα πραγματικότητα επίσης δεν είναι δυνατό να επηρεασθεί κανονιστικώς από την εφαρμογή ενός Κανόνα Δικαίου, το πλαίσιο του οποίου είναι εν πολλοίς «ξένο» προς τα προς ρύθμιση δεδομένα και, κατ’ ανάγκη, «απρόσφορο» για την τελική ρύθμισή τους.</p>



<p><strong>Β</strong>. Η ρυθμιστική αποδυνάμωση του Κανόνα Δικαίου εξαιτίας της επίκτητης κανονιστικής του σχετικότητας</p>



<p>Προδήλως λοιπόν η σχετικότητα -ορθότερα η σχετικοποίηση- της κανονιστικής δύναμης του Κανόνα Δικαίου οδηγεί σταδιακώς στην ρυθμιστική του αποδυνάμωση, ιδίως λόγω της αδυναμίας του να τιθασεύσει κανονιστικώς την κοινωνικοοικονομική «υποδομή» του. Κάπως έτσι όμως ο Κανόνας Δικαίου από θεσμικό «ρυμουλκό»&nbsp;του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι μεταβάλλεται σε παθητικό «ρυμουλκούμενο». Με άλλες λέξεις ένα είδος «μπαγκαζιέρας»&nbsp;με ιστορικά νομικά «κειμήλια»&nbsp;που ακολουθεί, με οδυνηρές αναταράξεις για την κανονιστική αξιοπιστία του, το προπορευόμενο -παντελώς αυτόνομο και ανεξέλεγκτο- όχημα της αδήριτης&nbsp;«επικυριαρχίας» του «οικονομικού», κατά την διαμόρφωση της πορείας του κοινωνικού συνόλου. Πρόκειται, ίσως, για την επιβεβαίωση, στην πιο οδυνηρή του μορφή, του φαινομένου της «κανονιστικής δύναμης του πραγματικού»&nbsp;(«Die normative&nbsp;Kraft&nbsp;des&nbsp;Faktischen»), όπως την είχε εντοπίσει ήδη ο Γερμανός νομικός των αρχών του εικοστού αιώνα Georg Jellinek.</p>



<p><strong>1</strong>. Η κατά τα προμνημονευόμενα, λόγω της σχετικοποίησης -και, άρα, της ελαχιστοποίησης έως περιθωριοποίησης- συρρίκνωση της ρυθμιστικής δύναμης του Κανόνα Δικαίου οδηγεί, αναποδράστως, και στην απώλεια της κανονιστικής του αξιοπιστίας, ιδίως μέσ’ από τις ακόλουθες συνθήκες της υπό τα δεδομένα αυτά κανονιστικής του «αποδόμησης»:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Πρώτον, επειδή έτσι ο Κανόνας Δικαίου ισχύει για οριακό χρονικό διάστημα -ή και καθόλου- αδυνατεί να φέρει σε πέρας την αναγκαία για την κανονιστική αξία του παιδευτική-παιδαγωγική του λειτουργία. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, τα υποκείμενα δικαίου στα οποία απευθύνεται, είτε δεν έχουν τον χρόνο να επηρεασθούν, ως προς την διαμόρφωση της συμπεριφοράς τους, από τις επιταγές του Κανόνα Δικαίου. Είτε, ακόμη χειρότερα, αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του. Πράγμα που σημαίνει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε πολλές περιπτώσεις παρανομούν δίχως καν να το γνωρίζουν. Και τούτο έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο αφενός της Εκτελεστικής Εξουσίας, αφού κατ’ αυτό τον τρόπο τα όργανά της δεν είναι σε θέση ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Αρχής της Νομιμότητας. Και, αφετέρου, της Δικαστικής Εξουσίας, διότι υπό τέτοιες συνθήκες ο Δικαστής οδηγείται, εν αγνοία του, σε μιαν άκρως επικίνδυνη κατάσταση «υφέρπουσας» αρνησιδικίας.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Δεύτερον, για τους ίδιους κατά βάση λόγους ο Κανόνας Δικαίου, ως θεσμικό «εποικοδόμημα», αδυνατεί ν’ ασκήσει οιαδήποτε ουσιαστική επίδραση στην κοινωνικοοικονομική «υποδομή» του. Με τον τρόπο όμως αυτό καθίσταται αδύνατη η αμφίδρομη επιρροή μεταξύ θεσμικού «εποικοδομήματος» και κοινωνικοοικονομικής «υποδομής», η οποία είναι απαραίτητη για την κανονιστική ισορροπία του Κανόνα Δικαίου κατά την κλασική-παραδοσιακή περί αυτού αντίληψη και, επέκεινα, για την κατά την ως άνω αντίληψη επιτέλεση της αποστολής του.</p>



<p><strong>γ)&nbsp;</strong>Τρίτον, και επιπλέον, ο Κανόνας Δικαίου αποδυναμώνεται επειδή, πέραν του ότι ισχύει για οριακό χρονικό διάστημα, ισχύει μόνο σε ορισμένο χώρο. Έτσι, ενώ η παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, η δημοκρατικώς νομιμοποιημένη νομοθέτηση νοείται καταρχήν μόνο στο πλαίσιο ενός ορισμένου εθνικού συνταγματικού συστήματος και δη μόνον εντός του δημοκρατικώς οργανωμένου Κράτους Δικαίου.&nbsp; Κατά λογική ακολουθία, ο Εθνικός Νομοθέτης δεν είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί αποτελεσματικώς σε διεθνικά πλαίσια κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, καθώς η κανονιστική του εμβέλεια παραμένει περιορισμένη εντός της «επικράτειάς» του.&nbsp; Υπό τις προϋποθέσεις αυτές βρισκόμαστε ενώπιον ενός επώδυνου διλήμματος: Είτε ν’ ανεχθούμε την κανονιστική «απορρύθμιση» σε τομείς, όπου η παγκοσμιοποίηση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων έχει προχωρήσει αρκετά, είτε ν’ ανεχθούμε την θέσπιση και υιοθέτηση διακρατικών ρυθμίσεων, που όμως δεν ανταποκρίνονται στα παραδοσιακά «προτάγματα» δημοκρατικής νομιμοποίησης του Εθνικού Κράτους.</p>



<p><strong>2.</strong>&nbsp;Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες η απώλεια της κανονιστικής αξιοπιστίας του Κανόνα Δικαίου, πάντοτε βεβαίως κατά την κλασική-παραδοσιακή του σύλληψη, ανοίγει τον δρόμο στους «πολεμίους»&nbsp;του να υποστηρίζουν,&nbsp;urbi et orbi&nbsp;-βρίσκοντας ανταπόκριση ακόμη και σε κορυφαίους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος όπως συμβαίνει, δυστυχώς, σήμερα μέχρι και στο πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- μεταξύ άλλων και ότι:</p>



<p><strong>α)&nbsp;</strong>Πρώτον, η κανονιστική «ανεπάρκεια» του Κανόνα Δικαίου διευκολύνει την ανάπτυξη στο εσωτερικό του ενός είδους άκρως διαβρωτικής θεσμικής «υβριδικότητας», η οποία εντέλει απεικονίζει τις τάσεις αλλά και τις διαστάσεις μετάλλαξής του. Κυρίως διότι μια τέτοια «υβριδικότητα»&nbsp;«νομιμοποιεί», προκειμένου να επιτυγχάνεται η αναγκαία ρύθμιση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, την παραγωγή και εφαρμογή κανόνων μη κρατικής προέλευσης. Κανόνων εν πολλοίς άγνωστης προέλευσης και, κυρίως, μηδενικής δημοκρατικής νομιμοποίησης.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Δεύτερον, η κανονιστική «ανεπάρκεια» του Κανόνα Δικαίου «αιτιολογεί»&nbsp;ακόμη και την αμφισβήτηση της ίδιας της Έννομης Τάξης και της ιεραρχικής της δομής. Τούτο οφείλεται στο ότι μόνον όταν ο Κανόνας Δικαίου εφαρμόζεται στην πράξη αποτελεσματικώς και, κατ’ επέκταση, παράγει πλήρως τα έννομα αποτελέσματά του νοείται η Έννομη Τάξη, καθώς και η ίδια η ιεράρχηση των κανόνων δικαίου που την συνθέτουν. Αφού η ουσιαστική επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων του Κανόνα Δικαίου είναι εκείνη, η οποία μπορεί να προσδώσει έννομες συνέπειες στην ιεραρχική υπεροχή ενός Κανόνα Δικαίου έναντι άλλου. Με άλλες λέξεις, θεσμικώς δεν νοείται κανονιστικώς επαρκής Έννομη Τάξη και, κατ’ αποτέλεσμα, αντίστοιχη ιεραρχική δόμησή της με κανόνες δικαίου, οι οποίοι έχουν τα χαρακτηριστικά «ατελών διατάξεων» («leges imperfectae»&nbsp;ή «leges&nbsp;minus&nbsp;quam&nbsp;perfectae»).</p>



<p><strong>γ)</strong> Τρίτον -και σε αυτό συνίσταται η κορύφωση του κινδύνου ως προς την ίδια την υπόσταση του δημοκρατικώς νομιμοποιημένου Κανόνα Δικαίου- η κανονιστική «ανεπάρκειά» του αποτελεί εύσχημο και ευλογοφανές επιχείρημα στην «φαρέτρα» των υπερμάχων της «κανονιστικής απορρύθμισης», υπό την ακόλουθη «συλλογιστική»: Αφού ο Κανόνας Δικαίου κρατικής προέλευσης και αντίστοιχης δημοκρατικής νομιμοποίησης δεν είναι σε θέση να πλαισιώσει κανονιστικώς το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι που συνιστά την «υποδομή» του, η χρησιμότητά του έχει θεσμικώς και ιστορικώς εκλείψει. Άρα «ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν» για «απορρύθμιση».</p>



<h4 class="wp-block-heading">ΙΙ. Η “απορρύθμιση” ως βασική γενεσιουργός αιτία της ρυθμιστικής “αποδυνάμωσης” του Κανόνα Δικαίου μέσω της “επικυριαρχίας” του “οικονομικού” επί του “θεσμικού”</h4>



<p>Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να γίνει ιδιαίτερη μνεία και ανάλυση του φαινομένου της λεγόμενης «απορρύθμισης», ως κρίσιμης αιτίας επίκτητης αποδυνάμωσης του Κανόνα Δικαίου.&nbsp; Πρόκειται για μια τακτική «ποδηγέτησης»&nbsp;των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων η οποία, προσαρμοσμένη πλήρως στις απαιτήσεις των «δογμάτων»&nbsp;ενός εντόνως διαστρεβλωμένου νεοφιλελευθερισμού, προπαγανδίζει υπέρ της «απελευθέρωσης»&nbsp;του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι από τα «δεσμά»&nbsp;του Κανόνα Δικαίου, υπό την κλασική-παραδοσιακή του εκδοχή.&nbsp; Πλην όμως επειδή η άποψη αυτή δεν μπορεί ν’ αρνηθεί, φυσικά, την ανάγκη ρύθμισης του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι, την «εμπιστεύεται»&nbsp;στην «αναδυόμενη» «κανονιστική κυριαρχία»&nbsp;κανόνων που εκπορεύονται από τους εκπροσώπους -και τις συνακόλουθες αντιλήψεις τους- ενός ακραίου, και γι’ αυτό εξαιρετικά στρεβλού όπως διευκρινίσθηκε, νεοφιλελευθερισμού.</p>



<p><strong>Α</strong>. Οι επιδιώξεις και οι επιπτώσεις της «επιχείρησης απορρύθμιση»</p>



<p>Ως προς την έννοια και τις επιδιώξεις της ως άνω «επιχείρησης&nbsp;απορρύθμιση», διευκρινίζονται τ’ ακόλουθα:</p>



<p><strong>1</strong>. «Κοιτίδα» της θεωρίας περί «απορρύθμισης» υπήρξε, κατά την δεκαετία του 1950, η Σχολή του Σικάγου και «γεννήτοράς» της ο M. Friedman, επικεφαλής της ακραίως νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί μιας αποτελεσματικής δυνατότητας πλήρους «αυτορρύθμισης» της Αγοράς. Κατά την αντίληψη αυτή -στις γενικές της γραμμές- οι παραδοσιακές αρχές του καπι­ταλισμού ως προς την προσφορά και την ζήτηση αρκούν, από μόνες τους, για να επιτύχουν την αναγκαία, κάθε φορά, ισορ­ροπία του όλου οικονομικού συστήματος.</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Ακόμη και σε πε­ριόδους οικονομικής κρίσης, η ισορροπία αποκαθίσταται αποκλειστικώς δια της εφαρμογής των οικονομικών, αμιγώς, κανόνων της Αγοράς. Η κρατική παρέμβαση μόνο «δεινά» μπορεί να προκαλέσει.&nbsp; Άρα, ο κάθε είδους και έκτασης κρατικός παρεμβατισμός όχι μόνο δεν επιλύει τα προ­βλήματα των οικονομικών κρίσεων αλλά, όλως αντιθέτως, τα επιδεινώνει.</p>



<p><strong>α1)</strong>&nbsp;Υπό τα δεδομένα αυτά π.χ. η μέσω της κρατικής παρέμβασης οργάνωση και επέκταση του Κοινωνικού Κράτους Δι­καίου, πέρα και έξω από την αυτοδύναμη λειτουργία της Αγο­ράς, αποτελεί «πρόβλημα» και όχι «λύση» για τις οικονομι­κές κρίσεις. Για ν’ αναχθούμε σε εντελώς πρόσφατα δεδομένα στο παγκόσμιο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, κατά τους οπαδούς της Σχολής του Σικάγου η κρίση της Οικονομίας παγκοσμίως, λόγω των επιπτώσεων της επιδημίας του Covid-19, θα μπορούσε ν’ αντιμετωπισθεί δίχως κρατική παρέμβαση, αποκλειστικώς μέσω των κανόνων «αυτορρύθμισης».</p>



<p><strong>α2)</strong>&nbsp;Φυσικά η άποψη αυτή αποφεύγει να υπολογίσει το τεράστιο κόστος ως προς τον Άνθρωπο, απλώς και μόνο διότι ο κοινωνικός κυνισμός της θεωρεί την παράμετρο αυτή «αμελητέα», πράγμα που δείχνει την πλήρη αδυναμία συνύπαρξής της με βασικές αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επιπλέον, η ως άνω άποψη δεν «αντέχει» σε σοβαρή κριτική όταν έχει ν’ αντιμετωπίσει το εμβληματικό οικονομικό «οικοδόμημα» του John Maynard Keynes περί του αναγκαίου -πλην περιορισμένου βεβαίως- κρατικού παρεμβατισμού. Ήτοι του κρατικού παρεμβατισμού, ο οποίος τίθεται σε κίνηση κάθε φορά που -και για όσο χρονικό διάστημα- παρατηρείται σοβαρή διατάραξη της ισορροπίας ενός οικονομικού συστήματος, προκειμένου αυτό μέσω της κρατικής παρέμβασης να επανέλθει στην «κανονικότητά» του και ν’ αρχίσει πλέον να λειτουργεί με βάση τους κανόνες της Αγοράς και του Ελεύθερου Ανταγωνισμού.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Κατ’ ακολουθία, η ως άνω αντίληψη περί «αυτορρύθμισης» της Αγοράς -και, άρα, του οικονομικού συστήματος- αποκλειστικώς μέσω των κανόνων της προσφοράς και της ζή­τησης προϋποθέτει:</p>



<p><strong>β1)</strong>&nbsp;Σταδιακή συρρίκνωση του πεδίου δράσης του Κράτους.&nbsp;«Όσο λιγότερο κράτος τόσο το καλλίτερο». Κάπως έτσι το Κράτος -άρα και το Κράτος Δικαίου, υπό την εκδοχή του ιδίως ως Κοινωνικού Κράτους, και με συνταγματικό μάλιστα έρεισμα- οφείλει να περιορισθεί, περίπου, στον ρόλο του «νυκτοφύλακος κυνός», κατά την αντίληψη των μέσων του 19ου αιώνα.</p>



<p><strong>β2)</strong>&nbsp;Επίσης, ανάλογη συρρίκνωση του «όγκου» των κανόνων δικαίου, οι οποίοι διέπουν την άσκηση των κάθε είδους κρατικών δραστηριοτήτων. Ιδίως δε εκείνων που διέπουν την δραστηρι­ότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας, ως «αιχμής του δόρατος» της όλης κρατικής δραστηριότητας.</p>



<p><strong>2</strong>. Οι επιπτώσεις από την εφαρμογή στην πράξη της προμνημονευόμενης «επιχείρησης&nbsp;απορρύθμιση» μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Κατά πρώτο λόγο, ακριβώς εξαιτίας της συρρίκνωσης του το­μέα παρέμβασης του Κράτους, μεγάλο μέρος του κενού που προκύπτει το καταλαμβάνουν με την δράση τους νεοπαγείς φο­ρείς του ιδιωτικού τομέα. Φορείς οι οποίοι, λόγω της καταγωγής τους, στερούνται οιασδήποτε δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυ­τή δε η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης είναι εκείνη, η οποία αναδεικνύει και το μέγεθος των συνεπειών της φθίνουσας πορεί­ας του Κράτους Δικαίου. Και τούτο, διότι οι φορείς του ιδιωτι­κού τομέα αναλαμβάνουν έτσι την διεκπεραίωση καθηκόντων, τα οποία συνδέονται ευθέως ακόμη και με την άσκηση δημόσι­ας εξουσίας stricto sensu. Γεγονός που θίγει τον ίδιο τον πυρή­να του παραδοσιακού Κράτους Δικαίου και, τελικώς, της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Κατά δεύτερο λόγο -και κατά συνέπεια- εκεί όπου η παραδοσια­κή κρατική δραστηριότητα ανατίθεται πλέον σε φορείς του ιδιω­τικού τομέα, η κανονιστική ρύθμιση της αντίστοιχης δραστηριό­τητας δεν γίνεται μόνο μέσω των κανόνων δικαίου κρατικής προ­έλευσης και, άρα, αντίστοιχης δημοκρατικής νομιμοποίησης.&nbsp; Επιχειρείται -ίσως δε κατ’ εξοχήν- και μέσω «νεότευκτων» κανόνων ιδιωτικής προέλευσης και έμπνευσης, των οποίων η «νομιμοποίηση» δεν έχει ίχνος δημοκρατικής κάλυψης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων κανόνων παρέχουν οι, διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι, παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί κανόνες, όπως είναι ιδίως οι διεθνείς λογιστικοί κανόνες. Όπως επίσης και οι «νεοπαγείς»&nbsp;κανόνες ελέγχου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους κανόνες που εφαρμόζει το δημιουργημένο από το ίδιο το Facebook, οιονεί δικαιοδοτικό όργανο, «Oversight&nbsp;Board»&nbsp;για τον έλεγχο της λειτουργίας του. Με την μέθοδο αυτή η γενικότερη συρρίκνωση του Κράτους Δι­καίου εκκολάπτει και ανάλογη δραστική συρρίκνωση της δη­μόσιου χαρακτήρα Έννομης Τάξης, αφήνοντας πεδίο ανάπτυ­ξης σε μια «κανονιστική παραγωγή» ιδιωτικής καταγωγής, με κυρωτικούς μηχανισμούς επίσης ιδιωτικής καταγωγής.</p>



<p><strong>γ)</strong>&nbsp;Οι προεκτεθείσες εγγενείς αδυναμίες -λόγω των θεσμικών και πο­λιτικών κενών του- αλλά και οι επίσης προαναφερόμενες σοβαρές ατέ­λειες του Κανόνα Δικαίου, κατά την «περιδίνησή»&nbsp;του στο κανονιστικώς άναρχο πεδίο της «απορρύθμισης», συνιστούν τις βασικές αι­τίες του δημοκρατικού ελλείμματος, το οποίο&nbsp; πλήττει καιρίως το σύγχρο­νο Κράτος Δικαίου. Ένα δημοκρατικό έλλειμμα το οποίο ανιχνεύεται, και μάλιστα ευκρινώς, από την μια πλευρά στα ολοένα και πολλαπλα­σιαζόμενα κρούσματα αποδυνάμωσης της Αρχής της Νομιμότητας της δράσης των κρατικών οργάνων. Και, από την άλλη πλευρά, στην δι­αρκώς φθίνουσα πορεία της δημοκρατικής νομιμοποίησης της δρά­σης αυτής.</p>



<p><strong>γ1)</strong>&nbsp;Τις δημοκρατικές «αντηρίδες» του σύγχρονου Κράτους Δικαίου υπονο­μεύει η κρίση της Αρχής της Νομιμότητας. Δηλαδή, κατ’ ουσίαν, η αδυναμία του δημοκρατικώς θεσπισμένου Κανόνα Δικαίου να τιθα­σεύσει κανονιστικώς την δράση των κρατικών οργάνων εν γένει. Γε­γονός το οποίο, κατά τ’ ανωτέρω, οφείλεται ιδίως στο ότι ο Κανόνας Δικαίου αδυνατεί πια να ρυθμίσει επαρκώς την κοι­νωνική και οικονομική πραγματικότητα, της οποίας αποτελεί «εποικοδόμημα». Δοθέντος ότι η ταχύτητα των μεταμορφώσεών της και η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνολογίας καθιστούν, πολλές τουλάχιστον φορές, κανονιστικώς «ανεπαρκή» τον Κανόνα Δικαίου, ήδη κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του.</p>



<p><strong>γ2)</strong>&nbsp;Επέκεινα, η δρά­ση των κρατικών οργάνων διαμορφώνεται μέσα σ’ έναν -οιονεί άναρχο- κανονιστικό χώρο, η ιδιομορφία του οποίου έγκειται στο ότι δεν παρέχει στην αρμοδιότητα των ως άνω οργάνων στέρεο και σαφές δημοκρατικό υπόβαθρο. Συνακόλουθα, οι κυρωτικοί μηχανισμοί, οι οποίοι καλούνται να εγγυηθούν την&nbsp;in&nbsp;concreto&nbsp;τήρηση της Αρχής της Νομιμότητας, δεν διαθέτουν το αναγκαίο, αναφορικά με την κανονιστική του εμβέλεια, θεσμικό «οπλοστάσιο», που θα τους διασφάλιζε τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής οριοθέτησης της δράσης των κρα­τικών οργάνων εντός μιας δημοκρατικώς -και με την δέουσα πληρότητα- οργανωμένης Έννομης Τάξης.</p>



<p><strong>δ)</strong>&nbsp;Το κατά τα προμνημονευόμενα φαινόμενο της «απορρύθμισης», ως τρόπου περιθωριοποίησης της ρύθμισης της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας μέσω κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης, υποσκάπτει, με την σειρά του, τις δημοκρατικές «αντηρίδες» του σύγχρονου Κράτους Δικαίου υπό τις εξής δύο, πρωτίστως, εκδοχές:</p>



<p><strong>δ1)</strong>&nbsp;Πρώτον, η ιδιωτική πρωτοβουλία εξελίσσεται πια, σε μεγάλο βαθμό, πέρα και έξω από την ρυθμιστική επιρροή δημοκρατικώς διαμορ­φωμένων κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης. Εξελίσσεται δηλαδή, και μάλιστα με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, υπό την ρυθμιστική επιρροή ατελών κανόνων δικαίου άγνωστης και, εν πάση περιπτώσει, μη δημοκρατικώς δομημένης προέλευσης. Υπό τις ως άνω συνθήκες η «αρμοδιότητα»&nbsp;των κρατικών οργάνων, κατά την ανάπτυξη της δράσης τους, χάνει σταδιακώς όχι μόνο την κανονιστική της δύ­ναμη αλλά και την απαραίτητη σύνδεσή της με τους, δημοκρα­τικής θεσμικής καταγωγής, πυλώνες στήριξης του Κράτους Δικαίου και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p><strong>δ2)</strong>&nbsp;Δεύτερον, η κατά τ’ ανωτέρω, μειωμένη πλέον, δημοκρατική νο­μιμοποίηση της «αρμοδιότητας»&nbsp;των κρατικών οργάνων έχει άμεση επίπτωση πάνω στην αντίστοιχη δημοκρατική νομιμοποί­ηση αυτών τούτων των κρατικών οργάνων-φορέων της «αρμοδιότητας». Υπό την έννοια ότι αντιστοίχως μειωμένη εμφανίζε­ται και η δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων τούτων, με όλες τις εντεύθεν αρνητικές συνέπειες ως προς την αναγνώριση του κύρους τους και την γενικευμένη αποδοχή της εξουσίας τους εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου.</p>



<p><strong>ε)</strong>&nbsp;Από τα προηγηθέντα προκύπτει σαφώς ότι με αυτό τον τρόπο η επιχείρηση «απορρύθμιση» «υποτάσσει» την ρυθμιστική επενέργεια του Κανόνα Δικαίου -και ιδίως των κατά τα προεκτεθέντα κανόνων δικαίου μη κρατικής προέλευσης και αντίστοιχης ανύπαρκτης δημοκρατικής νομιμοποίησης- στις «επιταγές» της Παγκοσμιοποιημένης Οικονομίας και των Αγορών.</p>



<p><strong>ε1)</strong>&nbsp;Έτσι δε παρατηρείται πλέον μια πλήρης «αντιστροφή» της ίδιας της κανονιστικής υπόστασης του Κανόνα Δικαίου -επέκεινα δε του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας- σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη δημοκρατικά «προτάγματα» θέσπισής του: Στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και του κύριου πυλώνα της, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, ο Κανόνας Δικαίου είναι εκείνος ο οποίος, μέσ’ από την δημοκρατική θεσμική του καταγωγή και προέλευση, διαδραματίζει τον κυριότερο ρόλο σε ό,τι αφορά την κανονιστική ρύθμιση των κοινωνικοποιημένων σχέσεων με βάση την ιεραρχία των επιμέρους κανόνων που εδραιώνει την Έννομη Τάξη. Όλως αντιθέτως, υπό τα «κελεύσματα» της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και των Αγορών οι μη δημοκρατικής καταγωγής και προέλευσης κανόνες, στερούμενοι μοιραίως του αναγκαίου θεσμικού «κύρους», έρχονται να ρυθμίσουν τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις σύμφωνα με τις «εντολές» των «παικτών» στο ευρύτερο πεδίο της Οικονομίας.</p>



<p><strong>ε2)</strong>&nbsp;Μια τέτοια κρίση της κανονιστικής ισχύος του Κανόνα Δικαίου, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας καταδεικνύει, επιπλέον, και την άκρως δυσοίωνη «μετάβαση» από την εποχή της «επικυριαρχίας» του «θεσμικού» επί του «οικονομικού» σ’ εκείνη της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού». Μια «μετάβαση», η οποία με την σειρά της καταδεικνύει και μια από τις πιο επικίνδυνες «ρωγμές» στις δημοκρατικές «αντηρίδες» της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως εγγύησης της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p><strong>Β</strong>. Η σύγχρονη «μετάλλαξη» του Δημόσιου Συμφέροντος ως χαρακτηριστικό σύμπτωμα της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού»</p>



<p>Διευκρινίζεται προκαταρκτικώς ότι επειδή, κατά την φύση του, το Δημόσιο Συμφέρον –το οποίο εκ της κανονιστικής του αποστολής συνιστά μια από τις σπουδαιότερες παραμέτρους σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της Αρχής της Νομιμότητας εκ μέρους των κρατικών οργάνων- συγκεκριμενοποιείται από τις διατάξεις που συνθέτουν την θεσμική φυσιογνωμία του, εξ ορισμού συνιστά έννοια νομική. Πλην όμως έννοια νομικώς αόριστη. Αναποδράστως δε αυτή η νομική αοριστία μεταθέτει την συγκεκριμενοποίησή της από την μια πλευρά στο διοικητικό όργανο, το οποίο έχει την αρμοδιότητα δράσης προς εξυπηρέτηση του Δημόσιου Συμφέροντος. Και, από την άλλη πλευρά, στον αρμόδιο δικαστή, ο οποίος έχει την δικαιοδοσία δικονομικής «επαλήθευσης» του νομικού συλλογισμού του διοικητικού οργάνου. Και τούτο όχι μόνον όταν εκδικάζει ένδικα βοηθήματα και μέσα, δια των οποίων μπορεί ν’ ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την επίδικη εκτελεστή διοικητική πράξη -και, συνακόλουθα, την εξ αυτής παραγόμενη έννομη σχέση δημόσιου δικαίου- αλλ’ ακόμη και όταν εκδικάζει αγωγή αποζημίωσης στο πλαίσιο του θεσμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου.</p>



<p><strong>1</strong>. Αυτό το Δημόσιο Συμφέρον, από την φύση του, ουδέποτε μπορεί να ταυτισθεί με το ταμειακό Συμφέρον του Δημοσίου. Δηλαδή με το Συμφέρον εκείνο του Δημοσίου, το οποίο εξαντλείται στην απλή εξασφάλιση πόρων υπέρ αυτού.</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Τούτο συνάγεται εκ του ότι οι ως άνω πόροι, εξ ορισμού, δεν νοούνται αυτοτελώς αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το πραγματικό Δημόσιο Συμφέρον που υπηρετούν, όπως προσδιορίζεται από τις οικείες διατάξεις οι οποίες, όμως, επίσης ουδόλως μπορούν να υπηρετούν μιαν αμιγώς οικονομική σκοπιμότητα και λογική. Δια του τρόπου αυτού η, άμεση ή έμμεση, μετάλλαξη του γνήσιου Δημόσιου Συμφέροντος σε ταμειακό συνιστά αλλοίωση του πυρήνα του και, περαιτέρω, της θεσμικής και οικονομικής του φύσης.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Το σύγχρονο φαινόμενο της ρυθμιστικής -επομένως και της κανονιστικής- αποδυνάμωσης του Κράτους Δικαίου, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης όπως ήδη επεξηγήθηκε επανειλημμένως, επιφέρει, καθώς είναι αναμενόμενο, διαβρωτικές αλλοιώσεις και της έννοιας του Δημόσιου Συμφέροντος. Αλλοιώσεις, οι οποίες συνίστανται στην σταδιακή «ενσωμάτωση» εντός της έννοιας του Δημόσιου Συμφέροντος και του κατά τα προεκτεθέντα λεγόμενου «δημοσιονομικού συμφέροντος» -κατά κυριολεξία «ταμειακού συμφέροντος»- δηλαδή του συμφέροντος εκείνου το οποίο αφορά την είσπραξη των εσόδων του Κράτους για την επίτευξη των εκάστοτε επιλεγόμενων δημοσιονομικών στόχων.</p>



<p><strong>2</strong>. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προφανές ότι πρόκειται για «συμφέρον», το οποίο συνίσταται στην ωφέλεια που προκύπτει υπέρ του Δημοσίου, μέσω της είσπραξης χρημάτων από κάθε είδους νομοθετημένους πόρους. Συνακόλουθα δε για ωφέλεια η οποία δεν είναι θεσμικώς σε θέση ν’ αποτελέσει, από μόνη της, τον πυρήνα «γνήσιου» -ήτοι «αυθεντικού» κατά τον θεσμικό του προορισμό- Δημόσιου Συμφέροντος.</p>



<p><strong>α)</strong>&nbsp;Αυτό οφείλεται στο ότι το εντεύθεν προκύπτον συμφέρον του Δημοσίου:</p>



<p><strong>α1)</strong>&nbsp;Πρώτον, είναι άκρως γενικό και, ως εκ τούτου, θεσμικώς «άχρωμο» αφού καλύπτει αδιακρίτως όλη την κρατική δραστηριότητα, η οποία προδήλως είναι εφικτό ν’ αναπτυχθεί μόνον όταν υπάρχουν οι απαραίτητοι προς τούτο πόροι. Δεν μπορεί, λοιπόν, ν’ αποκτήσει την απαιτούμενη, κατά την προηγηθείσα ανάλυση, «ειδικότητα», την οποία από την φύση του ενέχει το Δημόσιο Συμφέρον με βάση τους κανόνες δικαίου που το θεσμοθετούν.</p>



<p><strong>α2)</strong>&nbsp;Και, δεύτερον, μόνο δευτερογενώς μπορεί να συνδέεται με το Δημόσιο Συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται ad hoc από επιμέρους ρυθμίσεις κανονιστικού περιεχομένου. Δηλαδή μόνον ως αμιγώς οικονομικό μέσο πραγμάτωσης συγκεκριμένου Δημόσιου Συμφέροντος, το οποίο όμως έχει αναγνωρισθεί προηγουμένως ως τέτοιο αφενός από τις κατά τα προεκτεθέντα κανονιστικού περιεχομένου ρυθμίσεις και, αφετέρου, ανεξάρτητα από τα οικονομικά μέσα επιδίωξης και επίτευξής του. Κατά συνέπεια, το συμφέρον αυτό δεν είναι δυνατό και επιτρεπτό ν’ αντιμετωπισθεί αυτοτελώς ως «γνήσιο» Δημόσιο Συμφέρον, αφού την θεσμική του ρίζα δεν την προσδιορίζει κανόνας δικαίου κανονιστικού περιεχομένου αλλά η «δυναμική» της οικονομικής πραγματικότητας. Και σήμερα, μάλιστα, υπό όρους ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης.</p>



<p><strong>β)</strong>&nbsp;Η ανάλυση που προηγήθηκε οδηγεί, κατ’ ανάγκη, στην θεσμικώς «μελαγχολική» διαπίστωση ότι αν συνεχισθεί η κατά τ’ ανωτέρω και «δια γυμνού οφθαλμού» διαφαινόμενη «αλλοίωση» του «γνήσιου» Δημόσιου Συμφέροντος από την δημοσιονομικών χαρακτηριστικών υπονόμευσή του, τότε και η ίδια η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -ιδίως μέσω της αντίστοιχης «διάβρωσης» του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας- οδηγείται, σχεδόν νομοτελειακώς, σε περαιτέρω «αλλοίωση». Με κύριο αίτιο πρόκλησής της την, υπό όρους παραστατικής και χρήσιμης αλληγορίας κατά τα προμνημονευόμενα εκτενώς, «επικυριαρχία» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού». «Επικυριαρχία» η οποία σημαίνει, κατά βάθος, ότι ελλοχεύει και ο καταλυτικός κίνδυνος τελικής «μετάβασης» σε μίαν εποχή όπου, πλέον, η Οικονομία δεν τίθεται στην διάθεση του Ανθρώπου αλλά ο Άνθρωπος υπηρετεί, και δη παθητικώς, την Οικονομία. Αν η προαναφερόμενη «μετάβαση» συντελεσθεί πλήρως η, έστω, σε μεγάλο βαθμό, τότε θα πρόκειται, αναμφιβόλως, για «πάρθιο βέλος» που «στοχοποιεί» τον θεσμικό «κορμό» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας, δηλαδή κατ’ ουσία την ίδια την Ελευθερία και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.</p>



<p>Καταλήγω με ορισμένες σκέψεις αναφορικά με την αποστολή του Έλληνα Δικαστή για την υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μέσω της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του κινδύνου εξάπλωσης του φαινομένου της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».</p>



<p><strong>Α</strong>. Όπως είναι ευνόητο, στην Ελληνική Έννομη Τάξη ο ρόλος του Δικαστή -ακριβώς λόγω της ιδιομορφίας της συνταγματικώς κατοχυρωμένης προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του- κατά την υπεράσπιση της κανονιστικής ισχύος του Κανόνα Δικαίου αποκτά όλως ιδιάζουσα σημασία. Και τούτο διότι η εμπειρία της σύγχρονης λειτουργίας του Κράτους Δικαίου έχει αποδείξει ότι την μεγαλύτερη φθορά, εξαιτίας της εγγενούς και της επίκτητης σχετικότητας κατά τ’ ανωτέρω, υφίστανται οι κανόνες δικαίου, οι οποίοι διαμορφώνουν το πλαίσιο της lato sensu Αρχής της Νομιμότητας της δράσης των κρατικών οργάνων, κατ’ εξοχήν δε εκείνων της Εκτελεστικής Εξουσίας. Σε αυτό το πεδίο ο Δικαστής καλείται, μέσω της άσκησης της δικαιοδοσίας του, να θωρακίσει πρωτίστως τα φυσικά και νομικά πρόσωπα από τις επιπτώσεις της κρατικής αυθαιρεσίας, την οποία επιτείνει η σχετικοποίηση της κανονιστικής ισχύος του νομικού πλαισίου της Αρχής της Νομιμότητας.</p>



<p><strong>Β</strong>. Και εδώ ο Δικαστής καλείται να εκπληρώσει την δικαιοδοτική αποστολή του υπέρ του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας -άρα υπέρ της στήριξης των θεμελιωδών «αντηρίδων» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- με στήριγμα την Ανεξαρτησία του, τόσο την Προσωπική όσο και την Λειτουργική. Έχοντας μάλιστα υπόψη του ότι αυτή η διπλή Ανεξαρτησία, με κορωνίδα βεβαίως την λειτουργική πτυχή της, του αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ακριβώς για να εκπληρώσει, στο ακέραιο, την δικαιοδοτική του αποστολή. Με γνώμονα αυτή την συναίσθηση καθήκοντος και ευθύνης τα δικαιοδοτούντα στελέχη της Ελληνικής Δικαιοσύνης έχουν την μεγάλη ευκαιρία να τιμήσουν, όπως αρμόζει στις κρίσιμες σύγχρονες περιστάσεις, την ιστορία της.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
