<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Γραφείο Προϋπολογισμού &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%af%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%8b%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Wed, 26 Mar 2025 08:24:45 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>Γραφείο Προϋπολογισμού &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Γραφείο Προϋπολογισμού: Τι αναφέρει για τις νέες αμυντικές δαπάνες της ΕΕ- &#8220;Ανάγκη έκδοσης κοινού χρέους&#8221;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2025/03/26/grafeio-proypologismou-ti-anaferei-g/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Μαραθιάς]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 26 Mar 2025 05:18:48 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Spotlight]]></category>
		<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[άμυνα]]></category>
		<category><![CDATA[Γραφείο Προϋπολογισμού]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1022130</guid>

					<description><![CDATA[Για τρεις απαραίτητες στοχεύσεις&#160;της οικονομικής πολιτικής της χώρας μας στη σημερινή συγκυρία αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας αναδεικνύει το πρώτο ερευνητικό σημείωμα για το 2025 που εξέδωσε το Γραφείο Προϋπολογισμού, τονίζοντας την ανάγκη η Ελλάδα:&#160; &#8211; να συνεχίσει να κινείται στον δρόμο της δημοσιονομικής σταθερότητας&#160; &#8211; της περαιτέρω μείωσης του χρέους της και&#160; &#8211; να διεκδικήσει ίση [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Για τρεις απαραίτητες στοχεύσεις&nbsp;</strong>της οικονομικής πολιτικής της χώρας μας στη σημερινή συγκυρία αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας αναδεικνύει το πρώτο ερευνητικό σημείωμα για το 2025 που εξέδωσε το Γραφείο Προϋπολογισμού, τονίζοντας την ανάγκη η Ελλάδα:&nbsp;</h3>


<div class="wp-block-post-author"><div class="wp-block-post-author__avatar"><img decoding="async" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/01/Αντρέας-Μαραθιάς-48x48.png" width="48" height="48" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2024/01/Αντρέας-Μαραθιάς-96x96.png 2x" alt="Ανδρέας Μαραθιάς" class="avatar avatar-48 wp-user-avatar wp-user-avatar-48 alignnone photo" title="Γραφείο Προϋπολογισμού: Τι αναφέρει για τις νέες αμυντικές δαπάνες της ΕΕ- &quot;Ανάγκη έκδοσης κοινού χρέους&quot; 1"></div><div class="wp-block-post-author__content"><p class="wp-block-post-author__name">Ανδρέας Μαραθιάς</p></div></div>


<p>&#8211; να συνεχίσει να κινείται στον δρόμο της δημοσιονομικής σταθερότητας&nbsp;</p>



<p>&#8211; της περαιτέρω μείωσης του χρέους της και&nbsp;</p>



<p>&#8211; να διεκδικήσει ίση μεταχείριση στο πλαίσιο των διεργασιών για την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών στην Ευρωπαϊκή Ένωση τονίζοντας ότι &#8220;<strong>το σχέδιο ReArm Europe δεν πρέπει να θεωρηθεί ως διακοπή της δημοσιονομικής σύνεσης, αλλά ως ευκαιρία αντικατάστασης εθνικών δημόσιων πόρων με κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για σχεδιασμένες αμυντικές δαπάνες και την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας της ΕΕ και της Ελλάδας&#8221;.</strong><br><br>Το ερευνητικό σημείωμα, με τίτλο <strong>&#8220;Fiscal Space and Sovereign Bond Market Developments in Selected European Economies&#8221; (&#8220;Δημοσιονομικός χώρος και εξελίξεις στην αγορά κρατικών ομολόγων σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες&#8221;),</strong> συνέταξαν ο Καθηγητής Οικονομικών στην Business School του Πανεπιστημίου του Έσσεξ, <strong>Αλέξανδρος Κοντονίκας</strong> και ο Συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και Καθηγητής Οικονομικών στην Adam Smith Business School του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης, <strong>Γιάννης Τσουκαλάς</strong> και πρόκειται για το πρώτο από μία σειρά σημειωμάτων που θα εκδίδει το Γραφείο Προϋπολογισμού για επίκαιρα οικονομικά ζητήματα, με έμφαση σε ευρωπαϊκές εξελίξεις οι οποίες έχουν άμεση αντανάκλαση στην ελληνική οικονομία.<br><br>Στο πλαίσιο αυτό αναλύοντας στοιχεία της αγοράς κρατικών ομολόγων της Ελλάδας και άλλων 9 ευρωπαϊκών χωρών (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Φινλανδία) από το Α΄ τρίμηνο του 2004 έως το Β΄ τρίμηνο του 2024 και συγκρίνοντας δεδομένα για τον δημοσιονομικό χώρο στα παραπάνω κράτη κατά την περίοδο από το Α΄ τρίμηνο του 2016 έως το Γ΄ τρίμηνο του 2024, το σημείωμα διαπιστώνει ότι<strong> η Ελλάδα κατέγραψε σημαντική πρόοδο στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής, επιτυγχάνοντας πρωτογενή πλεονάσματα επί σειρά ετών και μειώνοντας τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κατά 54,8 ποσοστιαίες μονάδες από το 2021.</strong> Ωστόσο, σημειώνει, ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μεταβαλλόμενο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον το οποίο περιλαμβάνει αυξημένες ανάγκες αμυντικών δαπανών, δασμούς και οξυμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα.<br><br><strong>&#8220;Η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην Ευρώπη επιβάλλουν διαρκή επαγρύπνηση&#8221;,</strong> υπογραμμίζουν οι κ. Κοντονίκας και Τσουκαλάς και ειδικά για την άμυνα, τονίζουν ότι η ανάγκη ενίσχυσής της σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργεί μία <strong>σημαντική δημοσιονομική πρόκληση για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η οποία διαχρονικά διαθέτει μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ στην άμυνα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.</strong> Είναι χαρακτηριστικό αναφέρουν ότι το 2022 οι αμυντικές δαπάνες της χώρας μας ανήλθαν στο 2,6% του ΑΕΠ, υπερκαλύπτοντας σταθερά τον στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες ύψους τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ και ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 1,3% του ΑΕΠ.<br><br><strong>Το σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού χαρακτηρίζει το πλαίσιο του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ReArm Europe ως &#8220;ευπρόσδεκτη εξέλιξη, ιδίως εάν οι πρόσθετες αμυντικές δαπάνες θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσω πόρων της ΕΕ&#8221; και υπογραμμίζει:<br></strong><br><strong>&#8220;Σε αυτή τη δημοσιονομική άσκηση δεν πρέπει να υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Για να κερδίσει έδαφος το σχέδιο της Επιτροπής, η πλειοψηφία των κρατών-μελών της ΕΕ θα πρέπει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της</strong>. Ταυτόχρονα, τα κράτη-μέλη της ΕΕ που έχουν ιστορικά διαθέσει στην άμυνα υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ τους (όπως η Ελλάδα, η Πολωνία, η Εσθονία, η Λιθουανία και η Φινλανδία), με αντίτιμο τις μειωμένες δημόσιες δαπάνες σε άλλους τομείς, πρέπει να τύχουν δίκαιης μεταχείρισης. Είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, που αποτελεί ήδη μία από τις χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ, να υποστηρίξει ότι οι σχεδιασμένες αμυντικές δαπάνες από χώρες που παραδοσιακά διαθέτουν υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ τους στην άμυνα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπιστούν οι χώρες με ιστορικά χαμηλές δαπάνες οι οποίες θα αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους&#8221;.<br><br>Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η ανάγκη <strong>&#8220;να κάνει η Ευρώπη ως σύνολο ένα τολμηρό βήμα προς τη συμφωνία έκδοσης κοινού χρέους, πέρα από το χαρτοφυλάκιο των 150 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκε στο σχέδιο ReArm Europe&#8221;,</strong> δεδομένου ότι μεσοπρόθεσμα καμία χώρα δεν μπορεί από μόνη της να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της με αξιοπιστία, χωρίς να θέσει σε αμφισβήτηση τη δημοσιονομική σταθερότητά της. Στο σημείο αυτό, σχολιάζεται ότι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στη στήριξη των αγορών ευρωπαϊκών ομολόγων θα είναι επίσης καθοριστικός, εάν ενταθούν εκ νέου οι κίνδυνοι αναταράξεων και κατακερματισμού, &#8220;όμως σε περίπτωση νέων πληθωριστικών σοκ ενδέχεται να προκύψουν επιπλοκές που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ικανότητα της ΕΚΤ να προσφέρει νομισματικά μέτρα τόνωσης&#8217;.</p>



<ul class="wp-block-list">
<li>Το ερευνητικό σημείωμα εντοπίζει σημαντικές εξελίξεις στη σύνθεση των επενδυτών που διακρατούν ελληνικό χρέος τα τελευταία χρόνια, οι οποίες έχουν πολλαπλή αλληλεπίδραση με τη διαθεσιμότητα του δημοσιονομικού χώρου. </li>
</ul>



<p><strong>Συγκεκριμένα αναφέρει:<br></strong><br><em>&#8220;Είναι σημαντικό ότι το 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους βρισκόταν στα χαρτοφυλάκια του ξένου επίσημου τομέα στα τέλη του 2024, ως αποτέλεσμα των συμφωνιών αναδιάρθρωσης κατά την εποχή της κρίσης. Αυτό το τμήμα του χρέους είναι κλειδωμένο σε αρκετά χαμηλά επιτόκια (πολύ χαμηλότερα από αυτά της αγοράς), διαμορφώνοντας ένα χαμηλό πραγματικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους. Επιπλέον, το χαρτοφυλάκιο του ελληνικού χρέους χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη μέση ωρίμανση, η οποία υπολογιζόταν στα 18,8 χρόνια στα τέλη του 2024. Ακόμα και αν συμπεριληφθούν οι αναβαλλόμενες πληρωμές τόκων των δανείων του EFSF, το μέσο πραγματικό επιτόκιο το 2024 (σε ταμειακή βάση) ήταν μόλις 1,73%. Εάν αυτό συγκριθεί με το μέσο επιτόκιο της αγοράς για τα 10ετή ομόλογα, το οποίο διαμορφώθηκε στο 3,4% το ίδιο έτος, προκύπτει ότι η Ελλάδα απολαμβάνει ένα “πριμ σταθερότητας” της τάξεως του 1,67% και αναδεικνύει τις τεράστιες εξοικονομήσεις στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.<strong> Η ιδιαίτερα ευνοϊκή σύνθεση της επενδυτικής βάσης της Ελλάδας, που προσιδιάζει στην παρουσία επενδυτών που “αγοράζουν ομόλογα και τα κρατούν” (“buy and hold” investors) με μακροπρόθεσμες προοπτικές, σε συνδυασμό με τα υποστηρικτικά μέτρα πολιτικής της ΕΚΤ, συμβάλλουν στη θωράκιση της ελληνικής αγοράς ομολόγων από τη βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα&#8221;.<br></strong></em><br>Ωστόσο, όπως τονίζεται στην ανάλυση, ενώ η <strong>Ελλάδα </strong>επωφελείται από ευνοϊκή σύνθεση επενδυτών και συνθήκες εξυπηρέτησης του χρέους, <strong>οι μελλοντικές εκδόσεις χρέους σε επιτόκια της αγοράς και τα αυξανόμενα ευρωπαϊκά κόστη δανεισμού ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόσθετη πίεση στη δημοσιονομική θέση της χώρας. </strong>Επιπλέον, <em>&#8220;στις σημερινές συνθήκες αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η προβλεπόμενη αύξηση στην έκδοση ομολόγων από τις κυβερνήσεις της ΕΕ ώστε να χρηματοδοτηθούν όχι μόνο αμυντικές δαπάνες και δαπάνες για υποδομές αλλά και η ενεργειακή μετάβαση, θα οδηγήσουν πιθανότατα σε υψηλότερα κόστη δανεισμού, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα&#8221; </em>και γι’ αυτό και το σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή παρατηρεί ότι <strong>είναι καθοριστικής σημασίας η προσήλωση στη δημοσιονομική σύνεση, η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών μηχανισμών της ΕΕ, η συνέχιση των προσπαθειών μείωσης του χρέους και η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη.</strong><br><br><br>Το πλήρες κείμενο του ερευνητικού σημειώματος είναι διαθέσιμο στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση:<a href="https://www.pbo.gr/dimosieyseis-research-notes" target="_blank" rel="noreferrer noopener"><strong>https://www.pbo.gr/dimosieyseis-research-notes</strong></a></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Γραφείο Προϋπολογισμού:Η μείωση του ΦΠΑ δεν θα λύσει το πρόβλημα της ακρίβειας στα τρόφιμα</title>
		<link>https://www.libre.gr/2024/06/27/grafeio-proypologismoui-meiosi-tou-f/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μανώλης Δράκος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 27 Jun 2024 12:16:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[ακρίβεια]]></category>
		<category><![CDATA[Γραφείο Προϋπολογισμού]]></category>
		<category><![CDATA[τρόφιμα]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΠΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=911809</guid>

					<description><![CDATA[Η μείωση των συντελεστών ΦΠΑ σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών, όπως τα τρόφιμα, δεν αποτελεί κατάλληλο εργαλείο για την επίλυση του προβλήματος της ακρίβειας. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, σε ειδικό κεφάλαιο της τριμηνιαίας&#160; έκθεση του για την ελληνική οικονομία. Όσον αφορά τις προοπτικές τις ελληνικής οικονομίας για το [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Η μείωση των συντελεστών ΦΠΑ σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών, όπως τα τρόφιμα, δεν αποτελεί κατάλληλο εργαλείο για την επίλυση του προβλήματος της ακρίβειας. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, σε ειδικό κεφάλαιο της τριμηνιαίας&nbsp; έκθεση του για την ελληνική οικονομία.</h3>



<p>Όσον αφορά τις προοπτικές τις ελληνικής οικονομίας για το 2024,&nbsp; το Γραφείο τις χαρακτηρίζει θετικές εκτιμώντας ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα φτάσει φέτος στο 2,5%, σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με την ευρωζώνη.</p>



<p>Παράγοντες όπως η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η σταδιακή υποχώρηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η συνέχιση της αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τον τραπεζικό κλάδο, η ενίσχυση του πλαισίου επενδύσεων και η πολύ ισχυρή αύξηση της τουριστικής κίνησης αναμένεται να συμβάλλουν στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.&nbsp;Παρόλα αυτά, το ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον, και ιδιαίτερα οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, αυξάνουν τις αβεβαιότητες για την ελληνική οικονομία.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Μείωση ΦΠΑ σε βασικά αγαθά</h4>



<p>Με αφορμή τον πρόσφατο διάλογο για μειώσεις στον ΦΠΑ σε ορισμένες κατηγορίες βασικών αγαθών, όπως τα τρόφιμα, &nbsp;το Γραφείο Προϋπολογισμού σημειώνει ότι με βάση μελέτες που έχουν γίνει από μεταβολές του ΦΠΑ σε χώρες-μέλη της Ε.Ε. τα τελευταία 15-20 έτη:</p>



<ul class="wp-block-list">
<li>μόνο το 6% των μειώσεων του ΦΠΑ διαχέεται στις τελικές τιμές και μόνο βραχυχρόνια, σε αντίθεση με τις αυξήσεις ΦΠΑ που διαχέονται στις τελικές τιμές κατά 34% περίπου. «Αυτό συνεπάγεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις όπου η μείωση του ΦΠΑ ακολουθείται από αντίστοιχη αύξηση του οι τιμές αυξάνουν δυσανάλογα γεγονός που αποβαίνει σε βάρος του καταναλωτή»</li>



<li>μετά από ένα χρονικό διάστημα 10 μηνών που ακολουθεί την μείωση του ΦΠΑ, οι τιμές καταναλωτή επανέρχονται στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν την μείωση του.</li>



<li>οι μειώσεις του ΦΠΑ φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων σε βάρος των καταναλωτών.</li>
</ul>



<p>Στην έκθεση αναφέρεται ότι τα πρώτα ευρήματα μελέτης που εστιάζει στο παράδειγμα της Ισπανίας, δείχνουν ότι η σχεδόν πλήρης διάχυση της μείωσης ΦΠΑ κατά τους πρώτους μήνες υποχωρεί&nbsp; σημαντικά εντός τριμήνου. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω αλλά και τις συνθήκες ανταγωνισμού στην Ελληνική αγορά, σε σχέση με την Ισπανική, το Γραφείο εκτιμά ότι η όποια επίπτωση στις τελικές τιμές καταναλωτή από μείωση του ΦΠΑ στην Ελλάδα, εάν υπάρχει, αναμένεται να είναι μικρότερη ή πολύ μικρότερη καθώς και πιο βραχύβια από αυτή στην Ισπανία.</p>



<p>Συνυπολογίζοντας το δημοσιονομικό κόστος, το Γραφείο εκτιμά ότι «οι όποιες προτεινόμενες μειώσεις του ΦΠΑ δεν αποτελούν κατάλληλο εργαλείο για την λύση του δομικού προβλήματος της “ακρίβειας”. Αντίθετα θεωρεί ως απαραίτητα μέτρα την ενίσχυση του ανταγωνισμού με την άρση γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων για είσοδο νέων επιχειρήσεων, όπως και την ενδυνάμωση και εκπαίδευση των καταναλωτών με πληροφορίες μέσω ψηφιακών εργαλείων για τη σύγκριση τιμών και χαρακτηριστικών προϊόντων ώστε να διαθέτουν ικανή πληροφόρηση για να λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις στις αγορές τους».</p>



<p>Μια πρόσφατη μελέτη&nbsp;της Τράπεζας της Ελλάδας εξέτασε τις διαφορές στις τιμές προϊόντων (“ακρίβεια”) σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Ισπανία. Η μελέτη έδειξε ότι η ελληνική αγορά λιανικής βρίσκεται, σε σχέση με την Ισπανική, πιο μακριά από συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, το καταναλωτικό προφίλ των Ελλήνων τείνει στην αγορά σχετικά μικρών ποσοτήτων συγκριτικά με άλλες χώρες γεγονός που ευνοεί υψηλότερο επίπεδο τιμών ανά μονάδα&nbsp;προϊόντος.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Συστάσεις για μέτρα</h4>



<p>Το Γραφείο θεωρεί ως απαραίτητα μέτρα:</p>



<ul class="wp-block-list">
<li>την ενίσχυση του ανταγωνισμού με άρση γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων για είσοδο νέων επιχειρήσεων, την αύξηση του αριθμού των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας καθώς φαίνεται ότι βοηθούν στην αποκλιμάκωση τιμών επώνυμων προϊόντων, και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των αγροτικών παραγωγών με ίδρυση υγιών συνεταιρισμών.</li>



<li>την ενίσχυση των market watch apps, συμπληρωματικά με το e-καταναλωτής για μεγαλύτερη διαφάνεια και παρακολούθηση τιμών, αλλά και δυνατότητα σύγκρισης συνολικού καλαθιού αγορών που θα επιλέγει ο καταναλωτής.</li>
</ul>



<p>Στο πλαίσιο αυτό θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμο οι αρμόδιοι φορείς να ενημερώνουν αποτελεσματικά τους καταναλωτές ότι οι συνήθειες τους έχουν σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση των τιμών.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία</h4>



<p>Mετά από δύο συνεχόμενα τρίμηνα επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας η ελληνική οικονομία επανήλθε σε υψηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2024 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) παρουσίασε αύξηση 2,1% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2023 (έναντι αύξησης κατά 0,4% στην Ευρωζώνη). «Η αναζωπύρωση της οικονομικής δραστηριότητας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και την αύξηση των επενδύσεων. Η επικαιροποιημένη εκτίμηση του Γραφείου για τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας για το 2024 είναι 2,5%». Η εκτίμηση του Γραφείου είναι συμβατή με άλλες επικαιροποιημένες προβλέψεις που έχουν δημοσιευθεί πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Τράπεζα της Ελλάδος που τοποθετούν τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2024 μεταξύ 2,0% και 2,5%.</p>



<p>Το Γραφείο, όπως και στις προηγούμενες εκθέσεις, θεωρεί τις επενδύσεις σε πάγιο και ανθρώπινο κεφάλαιο ως τον βασικό πυλώνα για την ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας μακροχρόνια. «Οι επενδύσεις διαδραματίζουν καίριο ρόλο καθώς συνεισφέρουν στην αύξηση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία νέων και καλύτερα αμοιβόμενων θέσεων εργασίας. Μέσω των επενδύσεων, διευκολύνεται η ανάπτυξη των υποδομών, η καινοτομία και η τεχνολογική πρόοδος, στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη βιώσιμη ανάπτυξη μιας οικονομίας».</p>



<p>Σε ανάλυση της σχέσης μεταξύ επενδύσεων, παραγωγικότητας και μισθών για την Ελληνική οικονομία σημειώνει ότι στην Ελλάδα υπήρχε μία ισχυρά θετική σχέση παραγωγικότητας της εργασίας και επενδύσεων, η οποία εξασθένησε σε μεγάλο βαθμό από την βαθιά οικονομική κρίση που ξέσπασε διεθνώς το 2008 λόγω της μεγάλης πτώσης των επενδύσεων και συνετέλεσε στην χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας. Παράλληλα, η σχέση μισθών και παραγωγικότητας, ήταν θετική και παρέμεινε θετική και μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας.</p>



<h4 class="wp-block-heading">Το επενδυτικό κενό</h4>



<p>Η Ελλάδα πρέπει να καλύψει το μεγάλο&nbsp;επενδυτικό κενό, για το 2023 περίπου 8% του ΑΕΠ σε σχέση με τον μέσο όρο Ευρωζώνης, απότοκο της βαθιάς οικονομικής κρίσης. «Οι αναταράξεις των τελευταίων ετών, η αυξημένη αβεβαιότητα και η έλλειψη χρηματοδότησης, καθυστερούν την συστηματική έκρηξη επενδύσεων. Είναι επομένως εξαιρετικά κρίσιμο, όπως τονίσαμε και στην προηγούμενη τριμηνιαία&nbsp; έκθεση, να επιταχυνθεί η διάχυση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ώστε να καλυφθεί ένα σημαντικό μέρος του επενδυτικού κενού της χώρας» σημειώνεται στην έκθεση. Παράλληλα, με αιχμή του δόρατος το νέο Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο τονίζεται ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην χρηματοδότηση επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας. «Με την επιτυχή ολοκλήρωση των επενδύσεων και&nbsp; μεταρρυθμίσεων μέχρι το 2026 θα μπορούμε να μιλάμε με μεγαλύτερη ασφάλεια για την μεταστροφή της ελληνικής οικονομίας προς ένα παραγωγικό μοντέλο υψηλότερης προστιθέμενης αξίας που σταδιακά απομακρύνεται από την ιδιωτική κατανάλωση και κατευθύνεται στις επενδύσεις και τις εξαγωγές».</p>



<p>Το επίσημο δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2023, διαμορφώθηκε σε έλλειμμα ύψους 1,6% του ΑΕΠ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά, για το 2024, έλλειμμα Γενικής Κυβέρνησης 1,2%. Η στρατηγική του ΟΔΔΗΧ για πρόωρη αποπληρωμή μέρους του χρέους ύψους 12 δισ. ευρώ μέσα στο 2024 καθώς και η ανακατανομή του χαρτοφυλακίου του προς μακροχρόνιες ομολογιακές&nbsp; εκδόσεις, εξοικονομεί πόρους από τους τόκους δανεισμού του Ελληνικού δημοσίου συμβάλλοντας στη βελτίωση του ελλείμματος. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Γραφείου, «το ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης το τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου του 2024 καταγράφει πλεόνασμα 3.330 εκατ. ευρώ (που ισοδυναμεί με βελτίωση 2.702 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2023). H βελτίωση οφείλεται στους ίδιους παράγοντες που αναφέραμε και στην προηγούμενη τριμηνιαία έκθεση. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν τα αυξημένα έσοδα από (άμεσους και έμμεσους) φόρους που οφείλονται στην αύξηση της απασχόλησης με ταυτόχρονη αύξηση των μισθών και συντάξεων, στην ισχυρή αύξηση των τουριστικών εσόδων, τα οποία αυξήθηκαν σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2023 κατά 22% περίπου, στην εν γένει αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, και τέλος, αν και λιγότερο για το 2024 σε σχέση με το 2023, στις πληθωριστικές πιέσεις».</p>



<p>Στο μέτωπο του πληθωρισμού με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, για τον Μάιο 2024, παρατηρούμε ισχυρή αποκλιμάκωση που διαμόρφωσε το μέγεθος του στο 2,4%, σημαντικά χαμηλότερα από αυτό του Απριλίου (3,2%). Σημαντική εξέλιξη αποτελεί και η υποχώρηση για πρώτη φορά από τον Οκτώβριο του 2023 του πληθωρισμού τροφίμων στο 2,3% τον Μάιο, από 4,8% τον Απρίλιο, ο οποίος βρίσκεται πλέον κάτω από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,6%).</p>



<h4 class="wp-block-heading">Τα επιχειρηματικά κέρδη</h4>



<p>Το Γραφείο προχώρησε σε ανάλυση του πληθωρισμού του ΑΕΠ στις βασικές συνιστώσες του, για την εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με τη συνεισφορά του κόστους εργασίας και των κερδών των επιχειρήσεων στην εξέλιξή του ιδιαίτερα από την περίοδο της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία που επέτεινε τις πληθωριστικές πιέσεις. Η ανάλυση δείχνει ότι τα κέρδη είχαν υπερδιπλάσια συνεισφορά στην σωρευτική αύξηση του αποπληθωριστή ΑΕΠ μέχρι το 2024 σε σχέση με το μισθολογικό κόστος.</p>



<p>Η δυναμική των κερδών όμως έχει υποχωρήσει σημαντικά από το πρώτο τρίμηνο του 2023 έως το πρώτο τρίμηνο του 2024, και κατά αυτό το διάστημα το μερίδιο του μισθολογικού κόστους στον πληθωρισμό ΑΕΠ υπερέχει κατά το διπλάσιο περίπου του μεριδίου των κερδών. «Η ανάλυση αυτή παρέχει ισχυρές ενδείξεις ότι οι επιχειρήσεις είτε για λόγους μειωμένου ανταγωνισμού, είτε λόγω αυξημένης ζήτησης που προήλθε από το αυξημένο απόθεμα αποταμίευσης των νοικοκυριών και τον τουρισμό κατάφεραν να περάσουν τις αυξήσεις του εισαγόμενου κόστους στις τιμές και να ενισχύσουν σημαντικά τα κέρδη τους κυρίως κατά την έντονη φάση των πληθωριστικών πιέσεων».</p>



<h4 class="wp-block-heading">Οι προκλήσεις</h4>



<p>Σύμφωνα με το Γραφείο, οι&nbsp;προοπτικές&nbsp;τις ελληνικής οικονομίας είναι θετικές για το 2024 και καθώς αναμένεται να αναπτυχθεί ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η σταδιακή απόσυρση της νομισματικής σύσφιξης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η συνέχιση της επιτυχούς απο-επένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τον τραπεζικό κλάδο και η διαφαινόμενη μετάβαση προς την πιστωτική επέκταση, η ενίσχυση του πλαισίου επενδύσεων, και η πολύ ισχυρή αύξηση της τουριστικής κίνησης αναμένεται να δώσουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα.&nbsp;Ωστόσο, το ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον, και ιδιαίτερα οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, αυξάνουν τις αβεβαιότητες για την ελληνική οικονομία.</p>



<p>Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες&nbsp;προκλήσεις&nbsp;το Γραφείο Προϋπολογισμού σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει να καλύψει ένα μεγάλο επενδυτικό κενό ενώ καλείται να διαχειρισθεί και τις μελλοντικές συνέπειες στο περιβάλλον και τον παραγωγικό ιστό από την κλιματική αλλαγή. «Για τον λόγο αυτό «απαιτείται η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την επιτάχυνση των επενδύσεων και την τόνωση του ρυθμού ανάπτυξης τόσο βραχυχρόνια όσο και, κυριότερο, μακροχρόνια». ΄Όσον αφορά το δημοσιονομικό πεδίο, παρόλο που η θετική επίδραση του υψηλού πληθωρισμού στα δημόσια έσοδα αναμένεται να εκλείψει, το Γραφείο θεωρεί ότι ο στόχος για πρωτογενές αποτέλεσμα 2024 ύψους 2,1% του ΑΕΠ είναι εφικτός υπό την προϋπόθεση της αποφυγής έκτακτων δημοσιονομικών παρεμβάσεων και της απαρέγκλιτης τήρησης των στόχων του προϋπολογισμού.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Γραφείο Προϋπολογισμού Βουλής: &#8220;Πάμε για μεγαλύτερη ύφεση από ό,τι είχαμε προβλέψει για το 2020&#8221; (vid)</title>
		<link>https://www.libre.gr/2020/09/17/pame-gia-megalyteri-yfesi-apo-oti-eich/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Μανώλης Δράκος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 17 Sep 2020 08:39:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Headlines]]></category>
		<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[Γραφείο Προϋπολογισμού]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=442566</guid>

					<description><![CDATA[Στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» μίλησε ο επικεφαλής&#160;του Γραφείου Πρoϋπολογισμού της Βουλής κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης o οποίος εκτίμησε ότι πάμε για μεγαλύτερη ύφεση από την αρχική που είχε προβλεφθεί για το 2020. Όπως τόνισε ο κ. Κουτεντάκης,&#160;λαμβάνοντας υπόψη και τα στοιχεία του β΄τριμήνου που ανακοινώθηκαν-και τα οποία τελικά ήταν χειρότερα από την πρόβλεψη του Γραφείου-, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» μίλησε ο επικεφαλής&nbsp;του Γραφείου Πρoϋπολογισμού της Βουλής κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης o οποίος εκτίμησε ότι πάμε για μεγαλύτερη ύφεση από την αρχική που είχε προβλεφθεί για το 2020.</h3>



<p>Όπως τόνισε ο κ. Κουτεντάκης,&nbsp;λαμβάνοντας υπόψη και τα στοιχεία του β΄τριμήνου που ανακοινώθηκαν-και τα οποία τελικά ήταν χειρότερα από την πρόβλεψη του Γραφείου-, «η&nbsp;ύφεση για το 2020 αναμένεται να κινηθεί λίγο χειρότερα από ό,τι είχαμε προβλέψει».</p>



<p>Διευκρίνισε ότι πρόκειται για μια ένδειξη και ακόμη δεν έχει αναθεωρηθεί η πρόβλεψη του&nbsp;&nbsp;Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής.</p>



<p>Συνεπώς η&nbsp;ύφεση ενδεχομένως να&nbsp;&nbsp;κινηθεί σε χειρότερα επέιπεδα από τα επίπεδα του 8,5%-9,4% που είχε προβλέψει αρχικά το Γραφείο Πρϋπολογισμού της Βουλής. Πάντως ο κ. Κουτεντάκης δεν θέλησε να προβεί σε εκτίμηση συγκεκριμένου ποσοστού για την ύφεση.&nbsp;</p>



<p>Δεδομένο χαρακτήρισε το ότι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα είναι φέτος ελλειμματικό. Αυτό ωστόσο στην παρούσα φάση δεν είναι άμεσο πρόβλημα, αφού όπως εξήγησε λόγω της πανδημίας σε παγκόσμιο επίπεδο, οι δημοσιονομικοί στόχοι έχουν ανασταλεί για φέτος.&nbsp;Εξάλλου οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων δεν έχουν αυξηθεί και παραμένουν χαμηλές.&nbsp;</p>



<p>Έτσι, σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα για φέτος δεν υπάρχει ανησυχία για δημοσιονομική επιδείνωση, είπε ο κ. Κουτεντάκης. Μεσοπρόθεσμα όμως το πρόβλημα θα εμφανιστεί και θα πρέπει όταν ξεπεραστούν τα χειρότερα αυτής της πανδημίας να δούμε με ποιον τρόπο θα αποκαταστήσουμε την δημοσιονομική μας ισορροπία.</p>



<p>Ο κ. Κουτεντάκης έδωσε το πλαίσιο παρεμβάσεων που κατά τη γνώμη του θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία να σταθεί όρθια.&nbsp;</p>



<p>Τέλος αναφέρθηκε στα στοιχεία που ζήτησε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής&nbsp;από τον ΕΦΚΑ&nbsp; σχετικά με τις εκκρεμείς συντάξεις και τα οποία σύμφωνα με τον κ. Κουτεντάκη δεν έλαβε. «Είμαστε καλόπιστοι και πιστεύω ότι θα τα λάβουμε όπως δεσμεύθηκε ο ΕΦΚΑ» συμπλήρωσε.</p>



<iframe src="https://www.megatv.com/embed/?p=38625026" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen="" scrolling="no" width="560" height="315"></iframe>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>&#8220;Σύγκρουση&#8221; για την ανεργία &#8211; Εκτιμήσεις για 20% από την κυβέρνηση &#8211; Γρ. Προϋπολογισμού Βουλής: από 26% έως 31,6%</title>
		<link>https://www.libre.gr/2020/05/02/sygkroysi-gia-tin-anergia-ektimisei/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 02 May 2020 07:14:15 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Headlines]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ANERGIA]]></category>
		<category><![CDATA[Γραφείο Προϋπολογισμού]]></category>
		<category><![CDATA[εκτίμηση]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=401866</guid>

					<description><![CDATA[Μαζί με τη μερική άρση των μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας, από Δευτέρα γίνεται το πρώτο βήμα για το &#8220;ξεπάγωμα&#8221; της οικονομίας. Με το ερώτημα, «θα έχω δουλειά;», να κυριαρχεί σε κάθε σπίτι. Οι προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών για την ανεργία -έτσι όπως καταγράφονται στο Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, που υπεβλήθη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή- είναι εξαιρετικά αισιόδοξες. Η [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Μαζί με τη μερική άρση των μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας, από Δευτέρα γίνεται το πρώτο βήμα για το &#8220;ξεπάγωμα&#8221; της οικονομίας. Με το ερώτημα, «θα έχω δουλειά;», να κυριαρχεί σε κάθε σπίτι.  Οι προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών για την ανεργία -έτσι όπως καταγράφονται στο Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, που υπεβλήθη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή- είναι εξαιρετικά αισιόδοξες. Η προβλεπόμενη για το τρέχον έτος ανεργία θα ακουμπήσει το 20% (19,9% συγκεκριμένα) από 17,3% πέρσι, ενώ η εκτίμηση για το 2021 είναι στο 16,4%.</h3>



<p>Αισιοδοξία που δεν φαίνεται πάντως κοινωνικά γειωμένη, αν λάβει κανείς υπόψη του όσα λένε οι εκπρόσωποι των περισσότερων κλάδων της δυναμικής οικονομίας (τουρισμός, επισιτισμός, καταστήματα, μικρομεσαίοι κ.α.) που μεταφέρουν μια εικόνα κατεστραμμένου τοπίου.</p>



<p>Και πριν σπεύσει κάποιος να τους κατηγορήσει ότι είναι υπερβολικοί, αξίζει να θυμηθούμε την πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής <strong>(«Ειδική έκθεση για τις οικονομικές συνέπειες του&nbsp;COVID-19», που συντάχθηκε και δημοσιοποιήθηκε στις 15 Απριλίου</strong>).</p>



<p>Στην έκθεση αυτή υπάρχει ένας πίνακας (σελ. 4) που είτε δεν τον διάβασαν στην οδό Νίκης (αν είναι δυνατόν&#8230;) είτε τον διάβασαν και ήθελαν γρήγορα να τον …ξεχάσουν. Στον πίνακα, λοιπόν, με τις προβλέψεις (του Γραφείου Προϋπολογισμού) βασικών μεγεθών για το 2020 -δηλαδή ΑΕΠ, ανεργία, πρωτογενές αποτέλεσμα, δημόσιο χρέος-, για την ανεργία ειδικότερα, αναπτύσσεται ένα 3 επί 3 σενάριο: δηλαδή τρία βασικά σενάρια (γρήγορης επαναφοράς, μέτριας επαναφοράς και αργής επαναφοράς της οικονομίας) με τρία επιμέρους σενάρια στο κάθε ένα από αυτά (χωρίς επεκτατικά μέτρα, με επεκτατικά μέτρα 5 και 10 δισ. αντιστοίχως).</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Στο βέλτιστο σενάριο, αυτό της γρήγορης επαναφοράς της οικονομίας και με επεκτατικά μέτρα 10 δισ., η ανεργία εκτοξεύεται στο 26%, πολύ μακριά από το ψυχολογικό όριο του 19,9%, που υιοθετεί το Υπουργείο Οικονομικών. Ενώ στο δυσμενέστερο σενάριο, αργής επαναφοράς και χωρίς επεκτατικά μέτρα, η ανεργία γράφει μπροστά το «3», αγγίζει δηλαδή το 31,6%. </p></blockquote>



<p>Σε πιο απλά ελληνικά, ένας στους τρεις άνεργος! Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, υπενθυμίζεται ότι η κορυφή της ανεργίας στα χρόνια των Μνημονίων κατεγράφη το 2014 με 27% ανεργία…</p>



<p>Αλλά και πέρα από το κοινωνικό – ανθρώπινο κόστος, αν σπεύσουν κάποιοι να αναρωτηθούν, γιατί ένας κοινωνικός δείκτης, όπως είναι η ανεργία, να βρίσκεται μεταξύ αμιγώς οικονομικών δεικτών στο σχετικό πίνακα του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, να τους θυμίσουμε ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχει την ανεργία μεταξύ των δεικτών που παρακολουθεί. &nbsp;&nbsp;</p>



<p>Πολλώ μάλλον που, σε μια εθνική οικονομία, όπως η ελληνική, η οποία στηρίζεται κατά 75% στην κατανάλωση. Και, όταν ένας άνθρωπος βγαίνει στην ανεργία, εκτός από τις δυσβάστακτες συνέπειες για τον ίδιον και την οικογένειά του, παύει να καταναλώνει όπως τότε που είχε εργασία, δεν φορολογείται, παίρνει επίδομα ανεργίας. Συνεπώς, λιγότερα δημοσιονομικά έσοδα…</p>



<p>Ταυτοχρόνως, αύξηση της ανεργίας συνεπάγεται πτώση του ΑΕΠ, με παράλληλη μεγέθυνση ελλείμματος και χρέους. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Αν εξαιρέσει κανείς επενδύσεις με αμιγή εξαγωγικό χαρακτήρα, έχει αποδειχθεί ότι δύσκολα κάποιος επενδυτής από το εξωτερικό αποφασίζει να επενδύσει σε μια χώρα με πολύ υψηλή ανεργία: Πρώτον, γιατί είναι μικρή η πίτα εκείνων που μπορούν να καταναλώσουν τα αποτελέσματα της επένδυσής του και δεύτερον, γιατί φοβάται την υφέρπουσα κοινωνική αναστάτωση.</p></blockquote>



<p>Υπάρχει όμως και ένα τελευταίο ζήτημα για το οποίο αποφεύγει να τοποθετηθεί το πολιτικό μας σύστημα. Τι θα γίνει με τις συντάξεις και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, όταν η οικονομία είναι στο «κόκκινο». </p>



<p>Για τις συντάξεις ειδικότερα, υπενθυμίζεται ότι το σχετικό κονδύλι του προϋπολογισμού είναι μειωμένο, καθώς στο Υπουργείο Οικονομικών ποντάριζαν στην αύξηση της μισθωτής εργασίας και κατά συνέπεια (στην αύξηση) των εσόδων από εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Στην π.Κ. (προ Κοροναϊού) εποχή. Τώρα…</p>



<p>Φαίνεται, τελικώς, ότι το καλοκαίρι δεν θα αποτελέσει το&nbsp;test&nbsp;μόνο για τη διασπορά του κοροναϊού. Αλλά και για την οικονομία, για τα μέτρα που έρχονται (;), πιθανώς δε, και για τα πολιτικά σενάρια…</p>



<p>Νίκος Παπαδημητρίου</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
