<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://www.libre.gr/tag/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%b7%cf%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Thu, 12 Jan 2023 10:51:34 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ &#8211; Libre</title>
	<link>https://www.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Σωτηρέλης- Κοντιάδης: Πολλαπλά τα ατοπήματα της γνωμοδότησης Ντογιάκου- Τι επισημαίνουν σε άρθρο τους οι δύο καθηγητές</title>
		<link>https://www.libre.gr/2023/01/12/sotirelis-kontiadis-pollapla-ta-atop/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Σεραφείμ Κοτρώτσος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 12 Jan 2023 10:51:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΤΟΓΙΑΚΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=716230</guid>

					<description><![CDATA[Τα πολλαπλά ατοπήματα της γνωμοδότησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σχετικά με τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ&#8211; Άρθρο- παρέμβαση των: Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Οι δύο καθηγητές Συντγματικού Δικαίου παρεμβαίνουν σχετικά με την γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου. Πάνω από [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p></p>



<h3 class="wp-block-heading"><strong>Τα πολλαπλά ατοπήματα της γνωμοδότησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σχετικά με τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ</strong>&#8211; Άρθρο- παρέμβαση των: <em>Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο</em> και <em>Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</em></h3>



<p>Οι δύο καθηγητές Συντγματικού Δικαίου παρεμβαίνουν σχετικά με την γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου. Πάνω από 16 κορυφαίοι συνταγματολόγοι έχουν ήδη επιχειρηματολογήσει κατά της παρέμβασης του ανώτατου δικαστή.</p>



<p>Γράφουν συγκεκριμένα:</p>



<p>Η γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως προς τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, η οποία δυστυχώς είχε προεξαγγελθεί εδώ και πολύ καιρό, προκαλεί εύλογους προβληματισμούς τόσο ως προς την σκοπιμότητά της όσο και ως την νομική ορθότητά της. Πολύ δε περισσότερο όταν είναι φανερό ότι <strong>εντάσσεται σε μια γενικότερη  προβληματική στάση των εισαγγελικών αρχών απέναντι στο σκάνδαλο των υποκλοπών, με σημαντικότερα χαρακτηριστικά την απροθυμία και την κωλυσιεργία ως προς την εξέταση των σοβαρών ποινικών αδικημάτων που είναι φανερό ότι έχουν διαπραχθεί, τόσο από την ΕΥΠ όσο και από στενά συνεργαζόμενους –σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις– παρακρατικούς μηχανισμούς. </strong></p>



<p>Έχουμε ευθύς εξ αρχής και επανειλημμένα αναφερθεί, με δημόσιες παρεμβάσεις μας, στην πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού και στην μόνη θεσμικά αξιοπρεπή λύση που αυτή συνεπάγεται, δηλαδή την ατομική παραίτησή του (η οποία όμως δεν αποτολμήθηκε τελικά, όπως συνέβη σε ανάλογες περιπτώσεις σε άλλες προηγμένες δημοκρατικά χώρες, με αποτέλεσμα τον διεθνή διασυρμό της χώρας μας). Έχουμε επίσης καταγγείλει, σε όλους τους τόνους, τις έντονες προσπάθειες συγκάλυψης του σκανδάλου, με την βοήθεια ασφυκτικά χειραγωγούμενων ΜΜΕ,&nbsp; οι οποίες αφ’ενός μεν είχαν τραυματικές επιπτώσεις στην λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών που ασκούν πολιτικό έλεγχο αφ’ετέρου δε συνδυάσθηκαν με την άσκηση απροκάλυπτων πιέσεων για την εξουδετέρωση των μόνων θεσμικών αντιβάρων που «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις», δηλαδή της ερευνητικής δημοσιογραφίας και της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ).&nbsp;</p>



<p>Με βάση λοιπόν την έως τώρα στάση μας, θεωρούμε επιβεβλημένο να προβούμε σε ορισμένες επισημάνσεις και ως προς την  γνωμοδότηση Ντογιάκου, <strong>η οποία όχι μόνον αποτελεί εμφανώς την αποκορύφωση των ατοπημάτων που συνδέονται με την συντονισμένη προσπάθεια συγκάλυψης του σκανδάλου αλλά και εντάσσεται σε μια ευρύτερη και απροκάλυπτη πλέον κυβερνητική επιλογή για την πλήρη αχρήστευση ή ποδηγέτηση των Ανεξάρτητων Αρχών.</strong> Ειδικότερα:. </p>



<p>1. Κατ’ αρχάς ο εισαγγελέας του ΑΠ δεν έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί επί παντός επιστητού, κατεξοχήν δε επί του ρόλου και του εύρους των αρμοδιοτήτων μίας συνταγματικά κατοχυρωμένης ανεξάρτητης αρχής όπως η ΑΔΑΕ. Πολλώ δε μάλλον δεν νοείται μια τέτοια γνωμοδότηση μετά από ερωτήματα που απευθύνουν ιδιωτικές εταιρείες και δη πάροχοι τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, που υπόκεινται στον έλεγχο της ΑΔΑΕ και επιπλέουν ενδέχεται να υπέχουν και ποινικές ευθύνες (πρβλ. Γνωμοδότηση Εισαγγελέα ΑΠ 3/2022 [Δ. Παπαγεωργίου]).</p>



<p>Γενικότερα, ο αυτοπεριορισμός της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του εισαγγελέα του ΑΠ αποτελεί πάγια πρακτική της ίδιας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Ενδεικτικώς, στη γνωμοδότηση 10/2018 αναφέρονται τα εξής:&nbsp;</p>



<p>«<em>Α. Το αντικείμενο και τα όρια της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 25§2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ &#8211; Ν. 1756/1988, όπ. ισχ.), συνίσταται δε η αρμοδιότητά του αυτή στη διατύπωση της γνώμης του γενικώς και αφηρημένως ως προς την αμφιλεγόμενη έννοια διατάξεων νόμων επί ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος, και πάντως όχι επί υποθέσεων επί των οποίων επελήφθησαν ήδη ή πρόκειται να επιληφθούν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, ή επί θεμάτων που απασχόλησαν ή πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια ή τα δικαστικά συμβούλια, προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους, ενόψει μάλιστα και των προβλεπομένων ενδίκων μέσων και βοηθημάτων</em> <em>(βλ. Γνωμοδ. Εισ. ΑΠ 47/1994 [Π. Ζαβολέα] σε Π. Κατραλή, Γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 1951-1994, 1994, σελ. 17, Γνωμοδ. Εισ. ΑΠ 2771/1994 [Στ. Κουτελιδάκη], ΕλλΔνη 1995, 1661, Γνωμοδ. Εισ. ΑΠ 752/1995 [Στ. Κουτελιδάκη], Υπερ. 1996, 366, Γνωμοδ. Εισ. ΑΠ 5/2001 [Δ. Κατσιρέα], Ποιν. Δικ. 2002, 30 και πρόσφατες Γνωμοδοτήσεις Εισ ΑΠ 1/2018 και 2/2018 [Β. Πλιώτα] Ποιν Χρ 2018, 328 = Ποιν Δικ 2018, 208, 5/2018 [Ε. Σπυροπούλου] και 9/2018 [Κ. Παρασκευαΐδη], αναρτημένες στην ιστοσελίδα eisap.gr, καθώς και Ευτύχη Φυτράκη, Ο εισαγγελέας και το κράτος δικαίου, ΤοΣ 2008, σελ. 351 επ. 389, 390).</em></p>



<p>Η πάγια αυτή (αυτο)περιοριστική θέση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ως προς τη γνωμοδοτική της αρμοδιότητα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 29§2 ΚΟΔΚΔΛ, συνδυάζεται και με την παραδοχή ότι το αντικείμενο της γνωμοδότησης του Ανώτατου Εισαγγελέα πρέπει να αφορά ευρύτατες κατηγορίες προσώπων, αφού μόνον τότε πρόκειται περί θέματος που παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον (βλ. Γνωμοδ. Εισ ΑΠ 1/2005 [Β. Μαρκή], Ποιν. Δικ. 2005, 170).</p>



<p>Εξάλλου, είναι γνωστό ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ως προϊστάμενος όλων των εισαγγελικών λειτουργών της Χώρας, έχει το δικαίωμα να απευθύνει προς αυτούς παραγγελίες, γενικές οδηγίες και συστάσεις, η δε εποπτεία που ασκεί κατά το νόμο στις Εισαγγελίες της Χώρας συνίσταται στην επίβλεψη και στην έκδοση γενικών οδηγιών.</p>



<p>Ωστόσο, ομόφωνα γίνεται δεκτό ότι οι γενικές οδηγίες του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έχουν την έννοια του συντονισμού των εισαγγελικών λειτουργών και δεν πρέπει να αφορούν τον χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Π. Δημόπουλου, Η Εισαγγελία, 2000, σελ. 91, και Ευτ. Φυτράκη, όπ. παρ. σελ. 368). Δηλαδή, δεν επιτρέπεται η γενική καθοδήγηση να εξειδικεύεται σε συγκεκριμένη παρέμβαση επί της ουσίας με την επιβολή ορισμένης αξιολόγησης των αποδείξεων ή ορισμένης επιστημονικής άποψης (βλ. Ευτ. Φυτράκη, όπ. παρ.).&nbsp;</p>



<p>Είναι προφανές ότι οι παραπάνω παραδοχές βασίζονται και στη διάταξη του άρθρου 19§3 ΚΟΔΚΔΛ, σύμφωνα με την οποία «<em>οποιαδήποτε οδηγία, σύσταση ή υπόδειξη σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό αδίκημα», σχετίζονται δε με τη λεγόμενη «εσωτερική λειτουργική ανεξαρτησία» των δικαστών και των εισαγγελέων (βλ. I. Γιαννίδη, Δικαιοσύνη [ως θεσμός και ως οργάνωση], 2016, σελ. 64)</em>».</p>



<p>2. Ως προς το περιεχόμενο της επίμαχης γνωμοδότησης 1/10.1.2023 του εισαγγελέα του ΑΠ επισημαίνονται τα εξής:&nbsp;</p>



<p>α) Στην ΑΔΑΕ έχει ανατεθεί με βάση το άρθρο 19 του Συντάγματος η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, υπό την έννοια ιδίως της εγγύησης ότι η διαδικασία άρσης του απορρήτου διενεργείται στο πλαίσιο όσων ορίζουν το Σύνταγμα και η&nbsp; ισχύουσα νομοθεσία. Ως συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή η ΑΔΑΕ δεν υπόκειται σε οιαδήποτε μορφή προληπτικού ελέγχου ή εποπτείας από την εκτελεστική ή τη δικαστική εξουσία.&nbsp;</p>



<p>β) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του εκτελεστικού νόμου 3115/2003, το οποίο δεν καταργήθηκε ούτε τροποποιήθηκε με τον πρόσφατο νόμο 5002/2022, «<em>Η ΑΔΑΕ, για την εκπλήρωση της αποστολής της, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Διενεργεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, σε εγκαταστάσεις, τεχνικό εξοπλισμό, αρχεία, τράπεζες δεδομένων και έγγραφο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕYΠ), άλλων δημοσίων υπηρεσιών, οργανισμών, επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και ιδιωτικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ταχυδρομικές, τηλεπικοινωνιακές ή άλλες υπηρεσίες σχετικές με την ανταπόκριση και την επικοινωνία […]». Πέραν αυτών: β) Λαμβάνει πληροφορίες, γ) Καλεί σε ακρόαση, δ) Προβαίνει στην κατάσχεση, ε) Εξετάζει καταγγελίες, ….ι) Γνωμοδοτεί και απευθύνει συστάσεις … ιβ) Εκδίδει κανονιστικές πράξεις, δημοσιευόμενες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δια των οποίων ρυθμίζεται κάθε διαδικασία και λεπτομέρεια σε σχέση με τις ανωτέρω αρμοδιότητές της, καθώς και με την εν γένει διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών κλπ. 2. Τα μέλη και το προσωπικό της ΑΔΑΕ, πλην του βοηθητικού προσωπικού, έχουν προς διαπίστωση των παραβάσεων της νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου, τις εξουσίες και τα δικαιώματα που προβλέπονται στο Ν. 703/1977, όπως ισχύει. […]</em>».</p>



<p>Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. του ν. 5002/2022</p>



<p>«<em>Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. ενημερώνει για θέματα άρσεων απορρήτου επικοινωνιών τον Πρόεδρο της Βουλής, τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και τον Υπουργό Δικαιοσύνης</em>».</p>



<p>γ) Η προσέγγιση που επιχειρεί να επιβάλει η γνωμοδότηση του εισαγγελέα του ΑΠ, πέρα από το ότι αγνοεί ακόμη και τις στοιχειώδεις μεθόδους&nbsp; ερμηνείας του Συντάγματος, συγχέει τον αυτεπάγγελτο ή κατόπιν καταγγελίας έλεγχο που ασκεί η ΑΔΑΕ σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, με τη διαδικασία ενημέρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 7 του ν. 5002/2022. Όμως η αφαίρεση της αρμοδιότητας ενημέρωσης των ενδιαφερόμενων σχετικά με τυχόν άρση του απορρήτου των επικοινωνιών τους από την ΑΔΑΕ δεν συνεπάγεται, όπως διαπράττοντας λογικό άλμα υποστηρίζεται στη γνωμοδότηση, την αποδυνάμωση της ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ, στον πυρήνα της λειτουργίας της οποίας περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ΕΥΠ και των μεγάλων παρόχων τηλεπικοινωνιών αλλά και η ενημέρωση των αρχηγών των κομμάτων που εκπροσωπούνται στην Βουλή. Ορθώς λοιπόν έχει επισημανθεί, τόσο από τον πρόεδρο της Ανεξάρτητης Αρχής και επιφανή νομικό Χρήστο Ράμμο όσο και από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, ότι είναι αδιανόητο να ερμηνεύεται το Σύνταγμα μέσω του νόμου και ακόμη χειρότερα μέσω μιας μερικής και επιλεκτικής επίκλησης του νόμου, η οποία δεν αντέχει σε καμία σοβαρή επιστημονική κριτική.&nbsp;</p>



<p>3. Τέλος, ως προς την αναφορά της γνωμοδότησης στις προβλεπόμενες κατά τη γνώμη του εισαγγελέα του ΑΠ ποινικές κυρώσεις εις βάρος εκείνων που θα ενεργήσουν κατά τρόπο αντίθετο προς τη γνωμοδότηση, μεταξύ των οποίων και τα μέλη της ΑΔΑΕ, πρόκειται για μία θεσμικά αδιανόητη απειλή. Αφ’ενός μεν διότι αντίκειται στη συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένη εγγύηση της ανεξαρτησίας των μελών των ανεξάρτητων αρχών και αφ’ετέρου δε διότι εκ των πραγμάτων&nbsp; καταλήγει στην ολοκλήρωση της συγκάλυψης του σκανδάλου, με το να επιβάλει τον νόμο της σιωπής και στους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Και κάτι τέτοιο βέβαια μπορεί να χαροποιεί μεν τον πρωθυπουργό πλην όμως είναι βέβαιο ότι δεν περιποιεί τιμήν σε έναν ανώτατο δικαστικό λειτουργό, ο οποίος υποτίθεται ότι είναι ταγμένος στην τήρηση της νομιμότητας.&nbsp;</p>



<p>* Δημοσιεύθηκε στις νομικές ιστοσελίδες Constitutionalism.gr και Syntagma Watch</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Υποχρεωτικός εμβολιασμός: Υπάρχουν εν τέλει Συνταγματικά όρια;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2021/12/07/ypochreotikos-emvoliasmos-yparchoyn-e/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Σεραφείμ Κοτρώτσος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Dec 2021 07:01:14 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΗΛΙΚΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΡΙΤΗΡΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[συνταγμα]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΟΙ]]></category>
		<category><![CDATA[υποχρεωτικοτητα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=594066</guid>

					<description><![CDATA[ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΟΡΙΑ; Σκέψεις, προβληματισμοί και επιφυλάξειςγια τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των άνω των εξήντα ετών του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΩΤΗΡΕΛΗ* Ι. Το μέτρο του&#160; υποχρεωτικού εμβολιασμού στην ηλικιακή κατηγορία των άνω των εξήντα ετών έχει εγείρει, ευλόγως, πολλά ζητήματα, σε όλα τα πεδία που συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με την πανδημία. Αναμφισβήτητα, όμως, τα πλέον [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΟΡΙΑ; Σκέψεις, προβληματισμοί και επιφυλάξειςγια τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των άνω των εξήντα ετών</h3>



<h4 class="wp-block-heading">του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΩΤΗΡΕΛΗ*</h4>



<p><strong>Ι.</strong> Το μέτρο του&nbsp; υποχρεωτικού εμβολιασμού στην ηλικιακή κατηγορία των άνω των εξήντα ετών έχει εγείρει, ευλόγως, πολλά ζητήματα, σε όλα τα πεδία που συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με την πανδημία. Αναμφισβήτητα, όμως, τα πλέον ακανθώδη είναι αυτά που αφορούν την συνταγματικότητά του (<em>βλ. ενδεικτικά τα –εν εξελίξει– αφιερώματα των ιστοσελίδων Constitutionalism.gr και Syntagma Watch, του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» και του Ιδρύματος Τσάτσου, αντίστοιχα</em>). Πολλώ δε μάλλον όταν τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν αφήνουν περιθώρια ούτε για επανάπαυση ούτε για αποστασιοποιημένες θεωρήσεις.&nbsp;</p>



<p>Ωστόσο, <strong>όσο επικίνδυνες είναι οι σειρήνες του συνταγματικού λαϊκισμού, που μας καλούν συχνά να βαφτίσουμε αντισυνταγματικό ό,τι δεν εγκρίνουμε πολιτικά, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι η «μιθριδατική» λογική μιας γενικευμένης και ελαφρά τη καρδία ανοχής οποιουδήποτε κυβερνητικού μέτρου, στο όνομα των έκτακτων αναγκών της πανδημίας. </strong>Το προηγούμενο εξ άλλου της καταχρηστικής αξιοποίησης αυτών των αναγκών, από την κυβέρνηση, προκειμένου να υπηρετήσει απλώς ευκαιριακούς πολιτικούς της στόχους, το είδαμε ανάγλυφα στο ζήτημα του υπέρμετρου περιορισμού των συναθροίσεων, κατά την περυσινή Επέτειο του Πολυτεχνείου…</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Όπως λοιπόν τότε έτσι και τώρα, πρέπει να αποφύγουμε τις παγίδες τόσο του τυφλού και στείρου καταγγελτισμού όσο και του άκριτου απολογητισμού, υιοθετώντας μια ερμηνευτική προσέγγιση η οποία συνυπολογίζει μεν την κρισιμότητα της συγκυρίας αλλά χωρίς να υποτάσσει την ερμηνεία του Συντάγματος σε προκρούστειες πολιτικές σκοπιμότητες ή/και σε αυταποδεικτικές αποφάνσεις, ερειδόμενες σχεδόν αποκλειστικά  στην επίκληση της επιστημονικής αυθεντίας του αποφαινομένου (είναι έτσι επειδή το λέω εγώ…). </p></blockquote>



<p><strong>****</strong></p>



<p><strong>ΙΙ.</strong> Με δεδομένες λοιπόν τις προηγηθείσες προκαταρκτικές επισημάνσεις, θα επιχειρήσω να συνοψίσω τα βασικά ερμηνευτικά κριτήρια για την συνταγματική αξιολόγηση του μέτρου της συγκεκριμένης υποχρεωτικότητας:&nbsp;</p>



<p><strong>1.</strong> <strong>Είναι αναμφισβήτητο ότι <em>η πανδημία</em> αποτέλεσε και αποτελεί ένα <em>ευρύ πεδίο σύγκρουσης δικαιωμάτων</em>.</strong> Στην μία πλευρά βρίσκονται σταθερά το κοινωνικό δικαίωμα της υγείας (άρθρο 21 παρ. 3), που θεμελιώνει αξίωση θετικών παρεμβάσεων του κράτους προς την κατεύθυνση της προστασίας της, κατ’επέκτασιν δε και της προστασίας της ζωής (άρθρο 5 παρ.2). Στην άλλη βρίσκονται, κατά περίπτωση, πλείστα όσα ατομικά δικαιώματα. Στην συγκεκριμένη βέβαια περίπτωση, του υποχρεωτικού εμβολιασμού,  προεξάρχον είναι το ατομικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματος απέναντι σε ιατρικές επεμβάσεις, η προστασία του οποίου απορρέει από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ως έκφανση του αυτοπροσδιορισμού, αλλά και κατοχυρώνεται πλέον ρητά, μετά την αναθεώρηση του 2001, στο Σύνταγμά  μας, ως κρίσιμη πτυχή του ατομικού δικαιώματος της υγείας (άρθρο 5 παρ. 5).</p>



<p><strong>2.</strong> <em>Ο βασικός μηχανισμός επίλυσης των συγκρούσεων</em> μεταξύ των δικαιωμάτων, στο πλαίσιο του Συνταγματικού Δικαίου, είναι ως γνωστόν <em>η στάθμιση</em>, την οποία κάνει είτε ο ίδιος ο (συνταγματικός ή κοινός) νομοθέτης, είτε η Διοίκηση, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, είτε, εν τέλει και σε κάθε περίπτωση, τα Δικαστήρια. Η στάθμιση, με δεδομένο ότι&nbsp; κατ’αρχήν δεν υπάρχει καμία ιεράρχηση μεταξύ των συγκρουόμενων συνταγματικών δικαιωμάτων, αποσκοπεί στην ισόρροπη κατά το δυνατόν ικανοποίησή τους. Ωστόσο, είναι νομίζω ευρέως και ευλόγως αποδεκτό, τόσο στην θεωρία όσο και στην νομολογία, ότι&nbsp; η προστασία της υγείας και της ζωής, απέναντι στην πανδημία,&nbsp; συνδέεται εγγενώς με δύο από τους σημαντικότερους γενικούς περιορισμούς των δικαιωμάτων, διότι, πέρα από το ότι εντάσσεται εμφανώς, κατά τα ανωτέρω, στα «δικαιώματα των άλλων» ανάγεται, ταυτόχρονα –μαζί με όλα τα συμπαρομαρτούντα– και σε ισχυρό λόγο δημόσιου συμφέροντος.&nbsp;</p>



<p><strong>3.</strong> Παρά ταύτα, όμως, το ότι αποδεχόμαστε τα ανωτέρω δεν σημαίνει ότι αρκεί να εξαγγελθούν κάποια κυβερνητικά μέτρα κατά της πανδημίας για να θεωρηθεί ότι οι επιπτώσεις που τυχόν συνεπάγονται, ως προς τα ατομικά δικαιώματα, είναι εξ ορισμού και άνευ ετέρου συνταγματικά θεμιτές. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν γίνεται ολοένα και περισσότερο φανερό ότι οι αποφάσεις για την επιβολή αυτών των μέτρων δεν στηρίζονται πλέον –ή έστω δεν στηρίζονται κυρίως– σε προτάσεις των ειδικών, όπως στην πρώτη φάση της πανδημίας, αλλά σε στενά πολιτικές (ενίοτε δε και σε απλώς επικοινωνιακές…) σκοπιμότητες. <strong>Ως εκ τούτου απαιτείται σε κάθε περίπτωση ισχυρή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει με επιχειρήματα –και όχι αξιωματικά–  ότι παράλληλα λαμβάνονται υπ’όψιν και οι «περιορισμοί των περιορισμών» και ιδίως ότι δεν παραβιάζεται ο πυρήνας του δικαιώματος και η αρχή της αναλογικότητας. </strong></p>



<p><strong>*****</strong></p>



<p><strong>ΙΙΙ.</strong> Υπό αυτό λοιπόν το <em>τριπλό ερμηνευτικό πρίσμα</em> μπορούμε πλέον να αξιολογήσουμε την επίμαχη μορφή υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού ως προς την ηλικιακή κατηγορία των άνω των εξήντα. Ειδικότερα:</p>



<p><strong>1.</strong>&nbsp; Το πρώτο που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συντρέχει ο περιορισμός ως προς τα «δικαιώματα των άλλων», διότι η εν λόγω ηλικιακή κατηγορία δεν αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο για την μετάδοση του ιού, σε σχέση με τις υπόλοιπες. Με άλλα λόγια, δεν ισχύει εν προκειμένω η&nbsp; στάθμιση που περιγράψαμε προηγουμένως, ως προς την «σύγκρουση δικαιωμάτων», διότι το μόνο που κινδυνεύει περισσότερο είναι η προστασία της υγείας και της ζωής των ίδιων των άνω των 60, για την οποία όμως δεν νοείται υποχρεωτικότητα (όπως δεν νοείται, πχ, και για τους μάρτυρες του Ιεχωβά, όταν αρνούνται την μετάγγιση αίματος – σε αντίθεση βέβαια με&nbsp; τα ανήλικα παιδιά τους για τα οποία και μόνον μπορεί να παρέμβει ο εισαγγελέας).&nbsp;</p>



<p><strong>2.</strong> Ο μόνος λοιπόν γενικός περιορισμός του οποίου μπορεί να γίνει επίκληση είναι το δημόσιο συμφέρον, που συνδέεται ιδίως με τις αντοχές του δημόσιου συστήματος υγείας και τις τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις από την κατάρρευσή του. Ο περιορισμός αυτός, βέβαια, ακόμη και από μόνος του δεν μπορεί να κριθεί αμελητέος. Κάθε άλλο μάλιστα. Ωστόσο, είναι προφανές ότι όχι μόνον αλλάζουν τα δεδομένα της στάθμισης αλλά και το ότι η επιταγή για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας εμφανίζεται πλέον ακόμη ισχυρότερη.</p>



<p><strong>3.</strong> Συγκεκριμένα, <em>το πρόβλημα της αναλογικότητας</em>, ως προς το εξεταζόμενο κυβερνητικό μέτρο, τίθεται <em>σε δύο επίπεδα</em>:</p>



<p><strong>Α.</strong>  Κατ’αρχάς πρέπει να προκύπτει, με σαφή και ειδική αιτιολογία, όχι μόνον το ότι εξαντλήθηκαν όντως τα ηπιότερα μέτρα –όπως γενικώς και αορίστως αναφέρεται στον νόμο– αλλά και ότι το συγκεκριμένο μέτρο είναι προσφορότερο και περισσότερο αναγκαίο από άλλα, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί αλλά δεν ελήφθησαν, τόσο ως προς την προστασία των άλλων όσο και ως προς την θωράκιση του δημόσιου συστήματος υγείας. </p>



<p>Στο σημείο αυτό μάλιστα πρέπει να παρατηρηθεί ότι με βάση τα νομολογιακά δεδομένα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα οποία έχει υιοθετήσει εν πολλοίς και το δικό μας Συμβούλιο της Επικρατείας, ο έλεγχος ως προς την συνταγματική παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν πρέπει να είναι μερικός και αποσπασματικός, δηλαδή περιοριζόμενος αποκλειστικά και μόνον στην ανάλυση των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων. </p>



<p>Αντίθετα, πρέπει να εντάσσεται συστηματικά σε μια ολιστική και διαχρονική εξέταση της εν γένει νομοθετικής πολιτικής ως προς την πανδημία, τόσο ως προς την συνοχή και την συστηματικότητά της όσο και, εν τέλει, ως προς την αποτελεσματικότητά της (<em>βλ. ενδεικτικά την ενδελεχή σχετική ανάλυση του Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, Σάκκουλας 2013, αρ. 236 επ.</em>). Είναι δε προφανές ότι στο πλαίσιο ενός τέτοιου ελέγχου, η κρίση ως προς την αναγκαιότητα, την προσφορότητα και την αντιστοίχηση με τον επιδιωκόμενο σκοπό του υπό κρίσιν κυβερνητικού μέτρου προϋποθέτει προεχόντως να απαντηθούν τρία κρίσιμα  ερωτήματα:</p>



<p><strong>α.</strong> <strong>Γιατί δεν προηγήθηκε, παρότι έχει προταθεί από πολλές πλευρές, η επέκταση του υποχρεωτικού εμβολιασμού σε επιπλέον κατηγορίες εργαζομένων στον δημόσιο τομέα (στρατός, αστυνομία, ιερείς, δικαστικοί, εκπαιδευτικοί, μέλη ελεγκτικών μηχανισμών) ή ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα</strong> (σίτιση, ιδιωτική εκπαίδευση) ενώ είναι φανερό ότι ο μη εμβολιασμός τους συνιστά μεγαλύτερο κίνδυνο ως προς την μετάδοση του ιού όχι μόνο σε ηλικιωμένους αλλά και σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού; Και τι εμποδίζει, έστω και τώρα, να προχωρήσει μια τέτοια επέκταση; Μήπως τελικά τα κριτήρια είναι μικροπολιτικά (πελατειακά) και όχι επιστημονικά;</p>



<p><strong>β.</strong> <strong>Γιατί δεν προηγήθηκε, ως προς τους ανήκοντες στην ίδια ηλικιακή κατηγορία αλλά και σε άλλες ευπαθείς ομάδες, ένα ειδικό lock down, </strong>ως προς την πρόσβαση σε πολυσύχναστους χώρους, είτε σαν αυτό που εφαρμόζει ήδη η Ιταλία είτε σαν αυτό που εξήγγειλε η Γερμανία, ώστε να προφυλαχθούν τόσο αυτοί όσο και το δημόσιο σύστημα υγείας από την μετάδοση του ιού; </p>



<p><strong>γ.</strong> <strong>Γιατί δεν έγιναν επιπλέον προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτών </strong> αλλά και γενικευμένη επίταξη στον ιδιωτικό τομέα της υγείας, παρά την πληθώρα των επικίνδυνων εκτός ΜΕΘ διασωληνώσεων, ώστε να είναι όντως πειστικό ότι οι δυνατότητες περίθαλψης των ασθενούντων έχουν φθάσει στα όριά τους;</p>



<p>(Θεωρητικά βέβαια θα μπορούσε να τεθεί και ένα τέταρτο ερώτημα: Γιατί δεν επελέγη ο αποκλεισμός -ή έστω η διαβαθμισμένη μεταχείριση- των μη εμβολιασθέντων από το δημόσιο σύστημα υγείας, που διασφαλίζει πραγματική αντιστοίχηση μέσου και σκοπού; Ωστόσο αυτό το ερώτημα, παρότι φαίνεται&nbsp; συνεπέστερο ως προς την πτυχή αυτή της αναλογικότητας, θέτει τόσα άλλα συνταγματικά, πολιτικά και ηθικά ζητήματα, που δεν έχει νόημα να συζητηθεί σοβαρά, σε αντίθεση με μια πολύ ηπιότερη εκδοχή του, που θα την δούμε στην συνέχεια).&nbsp;</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Με βάση λοιπόν αυτά τα τρία ερωτήματα, πρέπει νομίζω ευλόγως να αναρωτηθούμε: είναι δυνατόν, με αυτά τα δεδομένα, να δεχθούμε ότι η εν γένει νομοθετική πολιτική της κυβέρνησης, τουλάχιστον το τελευταίο μεγάλο διάστημα, δείχνει την απαιτούμενη συνοχή, συστηματικότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να κριθεί σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η τελευταία –μάλλον σπασμωδική– εκδήλωσή της, δηλαδή τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα; </p></blockquote>



<p><strong>Β.</strong> Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πτυχή της αρχής της αναλογικότητας που ανακύπτει εν προκειμένω και αποδίδεται ευκρινώς με το ακόλουθο ερώτημα: <em><strong>μπορεί να υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας η οριζόντια επιβολή ενός προστίμου το οποίο σε άλλους προκαλεί όντως ανησυχία, ακόμη και για την επιβίωσή τους, ενώ σε άλλους προκαλεί απλώς καγχασμούς; </strong></em>Δεν θα μπορούσε τουλάχιστον να υπάρχει μια κλιμάκωση του προστίμου, με εισοδηματικά κριτήρια; Ή, ακόμη καλύτερα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια αναλογική επιβάρυνση των ασφαλιστικών βαρών αλλά και των νοσηλίων, όπως συζητείται στην Γερμανία; Εκτός αν η κυβέρνηση έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνο τα κατώτερα από οικονομική άποψη στρώματα αποτελούν κίνδυνο για το δημόσιο συμφέρον…</p>



<p><strong>****</strong></p>



<p><strong>ΙV.</strong> Τα ανωτέρω βέβαια δεν σημαίνουν ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, ακόμη και με ηλικιακά μόνο κριτήρια, είναι εξ ορισμού αντισυνταγματικός. <strong>Αν είχαν προηγηθεί, κλιμακωτά, τα μέτρα που προαναφέραμε, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας, προφανώς θα μπορούσε περαιτέρω να συζητηθεί και μια επέκταση της υποχρεωτικότητας όχι μόνον στους έχοντες ηλικία άνω των 60 αλλά και σε άλλες ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, εφ’όσον βέβαια όλα τα προηγηθέντα μέτρα θα είχαν αποδειχθεί αναποτελεσματικά. </strong> Και αν βεβαίως η κατάσταση εξελισσόταν διαρκώς επί τα χείρω, λόγω νέων μεταλλάξεων του ιού, <em>όχι μόνον ο συγκεκριμένος αλλά ούτε καν ο γενικός υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν θα μπορούσε να κριθεί εκ των προτέρων και  in abstracto αντισυνταγματικός</em>, παρότι θα έθετε επί τάπητος, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση, τα προβλήματα που προαναφέραμε ως προς την διαπίστωση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. <strong>Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στην Αυστρία και στην Γερμανία, όπου συζητείται έντονα το θέμα του γενικού υποχρεωτικού εμβολιασμού, ναι μεν τον εξήγγειλαν για τον Φεβρουάριο αλλά έσπευσαν, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, να λάβουν μια σειρά μέτρων σαν αυτά που περιγράψαμε προηγουμένως, τα οποία ενδεχομένως θα καταστήσουν τελικά περιττή μια τέτοια υποχρεωτικότητα.</strong><br></p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Με άλλα λόγια, προσωπικά δεν συμμερίζομαι τις απόψεις μιας  συνολικής και άνευ ετέρου απόρριψης του υποχρεωτικού εμβολιασμού λόγω αντισυνταγματικότητας. Για τον λόγο αυτόν εξάλλου, έχω υποστηρίξει την συνταγματικότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων. </p></blockquote>



<p>Από την άλλη πλευρά, όμως, με ενοχλεί  βαθύτατα  η νοοτροπία των κυβερνώντων ότι μπορούν να αποφασίζουν με πελατειακά, επικοινωνιακά ή άλλα μικροπολιτικά κριτήρια, χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα όρια, τις προϋποθέσεις και τις λεπτές ερμηνευτικές αποχρώσεις που επιβάλλει η ισχύουσα έννομη τάξη, προκειμένου να μην γίνονται ανεκτές <em>υπέρμετρες και αδικαιολόγητες εκπτώσεις στην  προστασία των δικαιωμάτων</em>. Και ακόμη περισσότερο <strong>με ενοχλεί η κυνική βεβαιότητα ότι θα επιβάλουν αυτήν την στάση τους σαν συνταγματική όχι μόνον χάρη στην μονοκομματική κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία αλλά και με την επιστράτευση του πρωτοφανούς για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα <em>επικοινωνιακού μονοπωλίου</em> που έχουν επιβάλει, μέσα από ποικίλες σχέσεις διαπλοκής. Αυτό συνεπάγεται,  εν πρώτοις, συντριπτική επικοινωνιακή υπεροπλία, μέσω  ενός ορυμαγδού δημοσιογραφικών δημοσιευμάτων και εκπομπών –συχνά διατεταγμένων– που απαξιώνουν και λοιδωρούν κάθε αντίθετη συνταγματική άποψη. </strong>Παράλληλα όμως διαμορφώνεται καταλλήλως και το κλίμα μέσα στο οποίο θα κληθούν εν τέλει –συνήθως με το πιστόλι στον κρόταφο λόγω τετελεσμένων– να αποφασίσουν για τυχόν παραβίαση της συνταγματικότητας τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας. Και πρέπει να επισημάνουμε, βέβαια, ότι ούτως ή άλλως τα Δικαστήρια αυτά σπανίως  διακρίνονται, δυστυχώς, για την θαρραλέα στάση τους απέναντι σε κρίσιμες κυβερνητικές επιλογές, σε αντίθεση με τα Συνταγματικά Δικαστήρια του συνόλου σχεδόν των προηγμένων δημοκρατικά χωρών της Ευρώπης, που επέλεξαν, ορθώς, έναν διαφορετικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων&#8230;</p>



<p></p>



<p><strong>* </strong><em><strong>Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</strong></em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ποιο κράτος θέλουμε, ποιο κράτος χρειαζόμαστε&#8230;</title>
		<link>https://www.libre.gr/2021/04/19/poio-kratos-theloyme-poio-kratos-chreia/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Σεραφείμ Κοτρώτσος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 Apr 2021 04:03:21 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinions]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[δημόσιο]]></category>
		<category><![CDATA[μεταρρύθμιση]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=514868</guid>

					<description><![CDATA[Η ΑΝΕΥΡΕΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: Κρίσιμα ζητήματα και αναπάντητα ερωτήματα Του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη* 1. Οι περιπέτειες που έζησε η χώρα τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης και της πανδημίας,&#160; κατέστησαν νομίζω σαφές ότι τόσο τα μείζονα οικονομικά προβλήματα όσο και πλείστες άλλες αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ανάγονται, με τον ένα ή [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Η ΑΝΕΥΡΕΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: Κρίσιμα ζητήματα και αναπάντητα ερωτήματα</strong></h3>



<h4 class="wp-block-heading">Του <em>Γιώργου Χ. Σωτηρέλη</em>*</h4>



<p><strong>1.</strong> Οι περιπέτειες που έζησε η χώρα τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης και της πανδημίας,&nbsp; κατέστησαν νομίζω σαφές ότι τόσο τα μείζονα οικονομικά προβλήματα όσο και πλείστες άλλες αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ανάγονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε εγγενείς&nbsp; αδυναμίες και στρεβλώσεις του ελληνικού κράτους. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για <strong>παθογένειες που το καθιστούν ανίκανο να ανταποκριθεί, έστω και στοιχειωδώς, τόσο στον διοικητικό-συντονιστικό όσο και στον πολιτικό-θεσμικό ρόλο του</strong>, ενώ ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί, για την σε βάθος εξέταση αυτών των παθογενειών, <strong>η ελληνική εκδοχή της «διαπλοκής», δηλαδή της γκρίζας ζώνης μέσα στην οποία αναπτύσσονται αθέμιτες συναλλαγές μεταξύ του ελληνικού κράτους και των ιδιωτικών συμφερόντων</strong>. </p>



<p><strong>Ειδικότερα:</strong></p>



<p><strong>Α<em>. </em></strong>Τα πλέον αρνητικά χαρακτηριστικά του ελληνικού διοικητικού συστήματος εντοπίζονται αναμφίβολα αφ’ενός μεν στον υπερσυγκεντρωτισμό και τον ανορθολογισμό ως προς την οργάνωση και λειτουργία του, με ιδιαίτερες εκφάνσεις τον νομικισμό, την προσκόλληση στη διαδικασία και την αδιαφορία για το αποτέλεσμα, αφ’ετέρου δε, και ιδίως, στην βαθύτατα πελατειακή λογική που το διαπερνά και το καθορίζει, με αποτέλεσμα την ευνοιοκρατία στην στελέχωσή του και την μεροληψία στην δράση του. </p>



<div class="wp-block-image"><figure class="alignright size-large is-resized"><img fetchpriority="high" decoding="async" src="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2021/04/image-8-1024x876.jpg" alt="image 8" class="wp-image-514879" width="302" height="258" title="Ποιο κράτος θέλουμε, ποιο κράτος χρειαζόμαστε... 1" srcset="https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2021/04/image-8-1024x876.jpg 1024w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2021/04/image-8-300x257.jpg 300w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2021/04/image-8-768x657.jpg 768w, https://www.libre.gr/wp-content/uploads/2021/04/image-8.jpg 1144w" sizes="(max-width: 302px) 100vw, 302px" /><figcaption><em>Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Σωτηρέλης</em></figcaption></figure></div>



<p>Όλα αυτά, τα οποία είναι γνωστά και έχουν ήδη αναλυθεί επαρκώς τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο, συνθέτουν την<strong> εικόνα ενός κράτους το οποίο όχι μόνον&nbsp; δεν κατάφερε, έστω και στοιχειωδώς, να αντιστοιχηθεί στις προκλήσεις των καιρών –ιδίως όπως αυτές αναδείχθηκαν στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης– αλλά και συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική κατάρρευση, λόγω αφ’ενός μεν της πλήρους αναποτελεσματικότητας, ως προς την διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και την άσκηση των δημόσιων πολιτικών,</strong> αφ’ετέρου&nbsp; δε της υπερδιόγκωσης των κρατικών υπηρεσιών και της υποταγής τους στον συντεχνιασμό, τη διαφθορά&nbsp; και τη συναλλαγή, που μετέτρεψαν το κράτος πρόνοιας σε «κράτος μαστό», δηλαδή σε κράτος απομυζούμενο από τα πάσης φύσεως ιδιωτικά συμφέροντα.&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong> Σε όλα αυτά, τα οποία συγκροτούν ένα εκρηκτικό μείγμα καταστροφικών ή παραλυτικών παθογενειών του ελληνικού κράτους,&nbsp; <strong>πρέπει να προσθέσουμε και τα διαβόητα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», τα οποία στη χώρα μας αποτελούν μια όλως ιδιαίτερη πηγή κακοδαιμονίας και συναλλαγής. </strong>Στο σημείο αυτό βέβαια θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι στην πραγματικότητα, τα &#8220;διαπλεκόμενα συμφέροντα&#8221; δεν αποτελούν παρά την εγχώρια εκδοχή των ιδιωτικών κέντρων οικονομικής ισχύος, τα οποία κατά τα ανωτέρω αναπτύσσονται παγκόσμια –πρωτοστατούντων και πάλι των ΜΜΕ– στο πλαίσιο της καταθλιπτικής επικυριαρχίας της αγοράς και των μηχανισμών της. Υπό το πρίσμα δε αυτό, ευλόγως, και η θεσμική τους αντιμετώπιση θα έπρεπε να είναι ενιαία. Η άποψη αυτή, όμως, εν μέρει μόνον είναι σωστή, θα μπορούσε δε να οδηγήσει –ειδικά για την χώρα μας– σε ανελαστικές και απρόσφορες λύσεις. Και τούτο διότι η χώρα μας, όπως και ορισμένες άλλες με ισχυρή παράδοση&nbsp; πελατειακών δικτύων, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη&nbsp; ιδιαιτερότητα, που προϋποθέτει και συνεπάγεται την αναγκαιότητα συγκεκριμένων και σαφώς διατυπωμένων θεσμικών απαντήσεων, έστω και αν αυτές ορισμένες φορές φαίνεται να απαντούν στα αυτονόητα. </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Και τούτο διότι τα περισσότερα από τα ιδιωτικά κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος αναπτύχθηκαν εξ αρχής υπό την σκέπη, με την ενθάρρυνση και πάντως υπό την προστασία του κράτους. </p></blockquote>



<p>Πρόκειται για το φαινόμενο που έχει&nbsp; αποδοθεί εύστοχα με τον όρο <strong>&#8220;αποικιοποίηση&#8221; του δημοσίου από τα ιδιωτικά συμφέροντα </strong>και στο οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η πλήρης ρευστότητα και ασάφεια που παρατηρείται σήμερα στην χώρα μας ανάμεσα στην δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα και η συνακόλουθη έλλειψη των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θα καθιστούν απτή και διακριτή την σφαίρα του δημόσιου συμφέροντος και της δημόσιας ηθικής.</p>



<p><strong>2</strong>. Εν όψει των ανωτέρω, είναι αναμφίβολο ότι η μεταρρύθμιση του κράτους ήταν και παραμένει, παρά τα κάποια σημαντικά βήματα που έγιναν στο παρελθόν, η υπ’αριθμόν ένα πρόκληση για το πολιτικό μέλλον και την προοπτική της χώρας μας στον ραγδαία μεταβαλλόμενο σημερινό κόσμο.&nbsp;</p>



<p>Τί είναι όμως αυτή η μεταρρύθμιση και ποιος είναι ο στόχος της; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει μια θεμελιακή προσέγγιση για το ίδιο το κράτος. <strong>Δεν μπορούμε να μιλάμε γενικά για μεταρρύθμιση αν δεν ξέρουμε τι θέλουμε να αλλάξουμε και για ποιον θα το αλλάξουμε. Το κράτος δεν είναι ούτε ουδέτερος ούτε άχρωμος μηχανισμός, που μπορεί να αλλάξει με ασκήσεις επί χάρτου.</strong> Είναι η πολιτική αποτύπωση συγκεκριμένων κοινωνικών συσχετισμών, όπως αυτοί διαμορφώνονται σε ένα βάθος χρόνου, προσδίδοντάς του συγκεκριμένη θεσμική παράδοση και συγκεκριμένη ιστορικότητα. Όποιος αγνοεί αυτά τα δεδομένα καταλήγει αναπόφευκτα σε απλουστευτικές και ανιστόρητες προσεγγίσεις, διότι αδυνατεί να κατανοήσει όχι μόνον την ισχύουσα –εν πολλοίς πελατειακή– υπερδιόγκωση του ελληνικού κράτους αλλά και τις άλλες παγιωμένες στρεβλώσεις και παθογένειές του, που συνδέονται με τις ιστορικές του καταβολές αλλά και με την παραδοσιακή ατροφία τόσο της αγοράς όσο –και ιδίως– της κοινωνίας των πολιτών, στην χώρα μας. Παράλληλα όμως αδυνατεί να κατανοήσει&nbsp; και τον συγκριτικά αυξημένο ρόλο του ελληνικού κράτους, που αποτέλεσε ιστορικά όχι μόνον τον ενοποιητικό αλλά και το πλέον προωθητικό, από την σκοπιά της ανάπτυξης, μοχλό του κοινωνικού μας σχηματισμού .</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο προβληματισμός για την μεταρρύθμιση δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κράτος, διότι ακόμη και ένα τέτοιο κράτος μπορεί κάλλιστα να λειτουργεί σε βάρος των συμφερόντων των ευρέων λαϊκών στρωμάτων που εκπροσωπεί. Απαιτείται, παράλληλα, ένα κράτος με πλατιά δημοκρατική νομιμοποίηση –ώστε να υπηρετεί πράγματι το δημόσιο συμφέρον– αλλά και, με στοχεύσεις που θα προάγουν ισόρροπα την προσωπική ελευθερία και την κοινωνική συνοχή.&nbsp;</p></blockquote>



<p>Αυτό σημαίνει, προεχόντως, ότι πρέπει να απορριφθεί η άκριτη και παθητική προσαρμογή στα σημερινά διεθνή και ευρωπαϊκά δεδομένα, που προβάλλεται από πολλούς σαν πανάκεια. Το ελληνικό κράτος, όπως άλλωστε και κάθε εθνικό κράτος, χρειάζεται μια συνολική αναδιάταξη του θεσμικού οπλοστασίου του, ώστε να είναι σε θέση να διηθήσει με προσοχή, κριτικά και δημιουργικά, αυτά τα δεδομένα, γνωρίζοντας τι πρέπει να κρατήσει και τι να αφήσει, με κριτήριο πάντοτε τις αρχές και τις αξίες της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας.</p>



<p><strong>3.</strong> Με βάση λοιπόν τον ανωτέρω προβληματισμό, μπορούμε πλέον να διατυπώσουμε κάποιες ειδικότερες&nbsp; προτάσεις:&nbsp;</p>



<p><strong>Α. Για την αντιμετώπιση της πολλαπλής υπονόμευσής του, είτε από τις διεθνείς ιδιωτικές εξουσίες είτε από τα εγχώρια «διαπλεκόμενα» συμφέροντα, το ελληνικό κράτος οφείλει, πρώτα και πάνω απ’όλα, να επαναφέρει στο προσκήνιο την &#8220;αυτονομία της&nbsp; πολιτικής&#8221;. </strong>Αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι το ελληνικό κράτος, παρά την εξαιρετικά δυσμενή διεθνή συγκυρία και τα ασφυκτικά όρια που τίθενται εν όψει των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων, δεν πρέπει να υποχωρήσει άτακτα,&nbsp; υπό την πίεση των διεθνών αγορών και των ιδιωτικών εξουσιών που διερμηνεύουν τις «θελήσεις» τους, διότι έτσι προδίδει παράλληλα την θεσμική του παράδοση –που δεν είναι αμελητέα– αλλά και την ιστορική προοπτική του. Οφείλει,&nbsp; αντίθετα, αφ’ενός μεν να αναδιατάξει τις δυνάμεις του, συντεταγμένα και αξιοπρεπώς,&nbsp; αναγνωρίζοντας βεβαίως τις απαιτήσεις της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας και τις&nbsp; ιδιαιτερότητες των νέων παγκόσμιων και εθνικών&nbsp; δεδομένων, αφ’ετέρου δε να&nbsp; φροντίσει να αναδιοργανωθεί πλήρως, ώστε να ενσωματώσει κριτικά και&nbsp; δημιουργικά στην δομή και την λειτουργία του τις προϊούσες αλλαγές. Μια τέτοια θεώρηση και στάση συνεπάγεται ιδίως τα ακόλουθα:</p>



<p>α. <strong>Την ρητή αναοριοθέτηση, με βάση τα σημερινά δεδομένα, αλλά και&nbsp; ενίσχυση της θεσμικής προστασίας (αντί της εγκατάλειψης&#8230;) των ζωτικών για την υπόσταση του εθνικού κράτους –σε τελευταία δε ανάλυση και της Δημοκρατίας– δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, που συγκροτούν τον &#8220;σκληρό πυρήνα του κράτους&#8221;,</strong> ώστε να αναδειχθεί συμβολικά και ουσιαστικά η ιδιαίτερη σημασία και αξία τους, που βάλλεται πανταχόθεν επιτηδείως και&nbsp; πολυτρόπως&#8230;</p>



<p>β. <strong>Την αποτροπή, κατ&#8217;επέκτασιν, της πλήρους εμπορευματοποίησης των&nbsp; δημόσιων υπηρεσιών και ιδίως της εκχώρησης νευραλγικών τομέων της&nbsp; υγείας, της πρόνοιας, της παιδείας, του πολιτισμού και του αθλητισμού</strong> σε ισχυρά –και συνήθως κρατικοδίαιτα κατά τα ανωτέρω– ιδιωτικά κέντρα οικονομικής ισχύος, που φιλοδοξούν να υποκαταστήσουν, με το αζημίωτο, αρμοδιότητες που θα έπρεπε να ανήκουν αποκλειστικά, ή έστω κατά βάση, στο κράτος.&nbsp;</p>



<p><strong>Β.</strong> Η μεγαλύτερη βέβαια πρόκληση ήταν και παραμένει <strong>η πλήρης οργανωτική αναδιάρθρωση του κράτους, κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται πλήρως τόσο στον ρόλο του ευέλικτου και αποτελεσματικού «κράτους στρατηγείου» </strong>όσο και στην παροχή των υπηρεσιών με τις οποίες είναι επιφορτισμένο. Αυτό σημαίνει καταμερισμό έργου, μεταξύ επιτελικού σχεδιασμού και εκτέλεσης, αποκέντρωση του δεύτερου, αναβάθμιση προσωπικού και λειτουργιών με ευρηματικό τρόπο και αντιγραφειοκρατικές τομές που θα προκαλέσουν στους πολίτες την αίσθηση ότι κάτι επιτέλους κινείται.</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p>Εν όψει των ανωτέρω, μια ολοκληρωμένη αναδιάρθρωση του διοικητικού μας συστήματος προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται μείζονες αλλαγές και&nbsp; πολλαπλές παρακαμπτήριες οδούς (“by pass”), προκειμένου να υποκατασταθεί σταδιακά, με παράπλευρες υγιείς διοικητικές λειτουργίες, η υφιστάμενη προβληματική και αρτηριοσκληρωτική δομή. </p></blockquote>



<p><strong>Προς την κατεύθυνση αυτήν, ειδικότερα, απαιτείται:</strong></p>



<p>α. <strong>Ο προσεκτικός διαχωρισμός, σε κάθε υπουργείο, των επιτελικών από τις εκτελεστικές αρμοδιότητες</strong> (μετά από προσεκτική χαρτογράφησή τους) και η διατήρηση στα υπουργεία μόνο των πρώτων, προκειμένου να επιτευχθεί πράγματι ο διακηρυγμένος –και απαραίτητος κατά τα ανωτέρω– στόχος για επιτελική κεντρική διοίκηση και, κατ’επέκταση, για «κράτος στρατηγείο».&nbsp;&nbsp;</p>



<p>β.<strong> Η ανάθεση αυτών των επιτελικών αρμοδιοτήτων σε ολιγάριθμες διευθύνσεις, οι οποίες και θα αποτελούν στο εξής, μόνες αυτές, τον διοικητικό μηχανισμό του κάθε υπουργείου.</strong> Οι εν λόγω διευθύνσεις θα στελεχώνονται με προσωπικό υψηλών&nbsp; προσόντων –και αντίστοιχων αμοιβών– που θα προσληφθεί με ανοιχτό διαγωνισμό, συνυπολογιζομένης πάντως και της διοικητικής πείρας των ήδη υπηρετούντων, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στελεχών.&nbsp;</p>



<p>γ. <strong>Η μεταφορά όλων των άλλων (εκτελεστικών) αρμοδιοτήτων, σε φορείς είτε της καθ’ύλην αποκέντρωσης (</strong>δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα)<strong> είτε της κατά τόπον αποκέντρωσης </strong>(δηλαδή στις νέες&nbsp; διοικητικές δομές που έχουν ήδη διαμορφωθεί, με την αναδιάταξη των κρατικών περιφερειακών οργάνων) είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης (δηλαδή στους νέους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έχουν δημιουργηθεί με την αναβάθμιση&nbsp; των δήμων και την καθιέρωση της περιφερειακής –και της μητροπολιτικής – αυτοδιοίκησης).</p>



<p>δ.<strong> Η ριζική αναβάθμιση των ΚΕΠ,</strong> τόσο ως προς την στελέχωση (επίσης με ανοιχτό διαγωνισμό και με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσληψη ταλαντούχων νέων ανθρώπων με ιδιαίτερες γνώσεις στον χειρισμό ηλεκτρονικών μέσων) όσο και ως προς την λειτουργία, με την βαθμιαία μετατροπή τους σε ολοκληρωμένα τοπικά διοικητικά κέντρα, που θα διεκπεραιώνουν οιονεί εργολαβικά τις υποθέσεις των πολιτών.</p>



<p>ε.<strong> Η κατάργηση του προληπτικού συστήματος ελέγχων ως προς την παροχή διοικητικών αδειών και η αντικατάστασή του με αυστηρούς κατασταλτικούς ελέγχους </strong>–και με δρακόντειες ποινές ως προς τους συνυπογράφοντες τις σχετικές αιτήσεις (μέλη δικηγορικών συλλόγων, μέλη οικονομικού ή τεχνικού επιμελητηρίου κοκ)– προκειμένου να απεμπλακεί το διοικητικό μας σύστημα από&nbsp; γραφειοκρατικές καθυστερήσεις αλλά και από σημαντικές εστίες συναλλαγής και διαφθοράς.</p>



<p><strong>4.</strong> Με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, είναι ευχερές να διαπιστώσουμε ότι κανένα κόμμα έως τώρα δεν είχε ολοκληρωμένη στρατηγική για το κράτος. Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ, που έκανε κάποιες επί μέρους σημαντικές αλλαγές, εν τέλει δεν κατάφερε ούτε να συναρθρώσει τα επί μέρους κομμάτια του μεταρρυθμιστικού του παζλ αλλά ούτε και να ανατρέψει, εν τέλει, κατεστημένες διοικητικές νοοτροπίες και πρακτικές.&nbsp;</p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow"><p><strong>Όσο δε για την μεταρρυθμιστική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, ως προς το κράτος, είναι φανερό ότι δεν αντέχει σε καμία σοβαρή κριτική.&nbsp;</strong></p></blockquote>



<p>Εν πρώτοις, αντί να προχωρήσει συγκροτημένα και ως τάχιστα στις προεκτεθείσες αλλαγές, προκειμένου να διαμορφωθούν οι ποροϋποθέσεις υπέρβασης της κρίσης και της πανδημίας, εξάντλησε όλον τον μεταρρυθμιστικό της οίστρο σε ένα ψευδεπίγραφα «επιτελικό κράτος», το οποίο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα «υπερπρωθυπουργείο». <strong>Κατέληξε δηλαδή στο να παρουσιάσει σαν μείζονα μεταρρύθμιση μια&nbsp; βαριά, πολυάνθρωπη και γραφειοκρατική δομή, η οποία θεωρητικώς μεν συντονίζει –χωρίς να αλλάζει…– τα (άκρως προβληματικά) υπάρχοντα υπουργεία αλλά στην πράξη τα υποκαθιστά, υποβαθμίζοντας τον&nbsp; συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο της κυβέρνησης. Όσο δε για την πολυδιαφημισθείσα «καλή νομοθέτηση», όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι «άνθρακες ο θησαυρός»&#8230;&nbsp;&nbsp;</strong></p>



<p>Πομφόλυγες, όμως, αποδείχθηκαν τελικά και οι κορώνες περί της καταπολέμησης του κομματισμού στην διοίκηση. Αντί η κυβέρνηση να καταργήσει την μεγάλη πλειονότητα των θέσεων των πάσης φύσεως μετακλητών –<em>δεδομένου ότι είναι καθαρά διοικητικές και θα έπρεπε να καλύπτονται κατόπιν διαγωνισμού…–</em> τις πολλαπλασίασε ανερυθρίαστα (ιδίως στο «υπερπρωθυπουργείο»), αποδεικνύοντας, για μια ακόμη φορά, ότι το κυβερνών κόμμα αποτελεί μακράν την πλέον επιρρεπή στον πελατειασμό και την συναλλαγή πολιτική δύναμη&#8230;</p>



<p><em><strong>*Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών</strong></em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
