• 22 Οκτωβρίου, 2020

Σάββας Ρομπόλης στο libre: Τι φέρνουν οι προτάσεις Πισσαρίδη σε οικονομία και ασφαλισμένους

 Σάββας Ρομπόλης στο libre: Τι φέρνουν οι προτάσεις Πισσαρίδη σε οικονομία και ασφαλισμένους

Των Σάββα Γ. Ρομπόλη,  Ομ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και Βασίλειου Γ. Μπέτση, Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

Οι  άξονες  της  αναπτυξιακής  πολιτικής  στην  Ελλάδα,  όπως  αποτυπώνονται  στην  ενδιάμεση  Έκθεση  της  Επιτροπής  του  κατόχου  βραβείου  Νόμπελ  Καθηγητή  Χρ. Πισσαρίδη,  για  την  αξιοποίηση  των  ευρωπαϊκών  κονδυλίων  στην  χώρα  μας, εμπεριέχουν  τον  κίνδυνο  να  θεωρηθούν  αξιωματικού  και  περιγραφικού  χαρακτήρα.  Κι  αυτό  γιατί  οι  συγκεκριμένες  προτάσεις  δεν  προκύπτουν  από  ανάλυση  και  ποσοτική  επεξεργασία  από  τις  οποίες  θα  αναδειχθούν  κατά  αντικειμενικό  και  τεκμηριωμένο  τρόπο  οι  πραγματικές   αναπτυξιακές,  παραγωγικές,  τεχνολογικές,  θεσμικές,  κοινωνικές  και  εργασιακές  ανάγκες  της  ελληνικής  οικονομίας  στο  άμεσο  και  απώτερο  μέλλον. Με  άλλα  λόγια,  από μεθοδολογική  άποψη  η  προσέγγιση  αυτή  υποτάσσει  το  αντικειμενικό (πραγματικές  αναπτυξιακές  και  κοινωνικές  ανάγκες)  στο  υποκειμενικό (ευρωπαϊκά  κονδύλια και επίκληση  του  ξένου  κεφαλαίου)  και  όχι  το  αντίθετο,  γεγονός  που  σε  όρους  εφαρμοσμένης  πολιτικής,  σημαίνει   εκκαθάριση  των  ΜΜΕπιχειρήσεων,  της  αγοράς  εργασίας  και  του  συστήματος  κοινωνικής  ασφάλισης.

ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
Ο καθηγητής Σάββας Ρομπόλης

Ακριβώς,  στο  πλαίσιο  αυτής  της   μεθοδολογικής  και   στρατηγικής επιλογής, η πρόταση, μεταξύ των άλλων, της «εισαγωγής του  κεφαλαιοποιητικού  συστήματος  στον  δεύτερο  πυλώνα  της  κοινωνικής  ασφάλισης»  θεωρείται,  κατά  περιγραφή,  αναπτυξιακό  μέτρο  και  κατά  πρωθύστερη  ποσοτική  επεξεργασία  και  ανάλυση  χαρακτηρίζεται  μέτρο  υψηλού  κοινωνικού, δημοσιονομικού  και  αναπτυξιακού  κόστους. Όμως,  πριν  από  την  εξέταση  εάν  η  πρόταση  αυτή  αποτελεί  αντικειμενικά  αναπτυξιακό  μέτρο  για  την  χώρα  μας,  απαιτείται να  γίνουν  ορισμένες   χρήσιμες  διευκρινήσεις. Από  την  άποψη  αυτή, σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO) και της Διεθνούς Ένωσης Κοινωνικής Ασφάλισης (ISSA) προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της γήρανσης του πληθυσμού, ένα συνταξιοδοτικό σύστημα μπορεί να δομηθεί πάνω σε τρείς Πυλώνες Ασφάλισης.

Ο πρώτος Πυλώνας ασφάλισης είναι η Κοινωνική Ασφάλιση που αποτελείται από την κύρια και την επικουρική σύνταξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 20 του  πρόσφατου  νόμου 4670/2020 το  οποίο  συμπληρώνει το άρθρο 1 του νόμου 4387/2016 για την εγγυητική ευθύνη του Κράτους. Ο πρώτος Πυλώνας ασφάλισης (κύρια και επικουρική σύνταξη σύμφωνα με το ΣτΕ και τον Ν. 4670/2020) διέπεται από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της αναδιανομής, της υποχρεωτικότητας, της ανταποδοτικότητας, της ενότητας, της επάρκειας και της βιωσιμότητας. Ο δεύτερος Πυλώνας ασφάλισης είναι τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) τα οποία λειτουργούν με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα και είναι προαιρετικής ασφάλισης.

Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης λειτουργούν με βάση τα άρθρα 7 και 8 του Ν. 3029/2002 και τον πρόσφατο Ν. 4680/2020. Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης είναι ιδρύματα συνταξιοδοτικών παροχών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και μπορούν να λειτουργήσουν   προαιρετικά  και  συμπληρωματικά στον πρώτο Πυλώνα της Κοινωνικής Ασφάλισης της κύριας και της   επικουρικής σύνταξης. Ο τρίτος Πυλώνας ασφάλισης (Ιδιωτική ασφάλιση) αποτελείται από τα ατομικά και ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα των ασφαλιστικών εταιρειών και είναι κερδοσκοπικού χαρακτήρα σε αντίθεση με τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης.

Η  ενδιάμεση  Έκθεση της  Επιτροπής Πισσαρίδη προφανώς δεν αναφέρεται στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, αφού αυτά λειτουργούν υποχρεωτικά με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα και  διαθέτουν 1,5 δισ. ευρώ αποθεματικά κεφάλαια. Κατά  συνέπεια, η  ενδιάμεση  Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη αναφέρεται στη κεφαλαιοποίηση της επικουρικής σύνταξης η οποία σήμερα με βάση τον πρόσφατο  Ν.4670/2020 λειτουργεί  με το σύστημα των ατομικών λογαριασμών νοητής κεφαλαιοποίησης.

Αυτό είναι ένα οικονομικό σύστημα λειτουργίας υβριδικού χαρακτήρα που ενσωματώνει στοιχεία αναδιανεμητικότητας αλλά και κεφαλαιοποιητικά στοιχεία. Το σύστημα αυτό έχει υιοθετηθεί από το 2ο Μνημόνιο και  το χαρακτηριστικό  του  συνίσταται  στη δημιουργία   μίας   μακροχρόνιας χρηματοοικονομικής   ισορροπίας   και  βιωσιμότητας   της  επικουρικής  ασφάλισης  χωρίς να προκαλείται το κόστος μετάβασης που δημιουργείται στην περίπτωση της κεφαλαιοποίησης της επικουρικής ασφάλισης. 

Πράγματι, το κόστος μετάβασης προκύπτει από τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων που πρέπει να πληρωθούν για τα χρόνια που έχουν εργαστεί καθώς και από τα θεμελιωμένα δικαιώματα (κόστος προϋπηρεσίας) των σημερινών εργαζομένων. Το κόστος αυτό  μετάβασης υπολογίζεται σε περίπου 57 δισ. ευρώ και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών (ESA 2010, Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ) και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα Δημοσίου Τομέα (IPSAS), το έλλειμμα που προκαλείται από το   συγκεκριμένο  κόστος μετάβασης θα πρέπει να αποτυπωθεί στους εθνικούς λογαριασμούς, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά της χώρας.

Το γεγονός αυτό προφανώς είναι  σε  γνώση  του  Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και για αυτό με τον Ν. 4670/2020 δεν άλλαξε το οικονομικό σύστημα της επικουρικής ασφάλισης σε κεφαλαιοποιητικό, δεδομένου  ότι θα  απέκλινε  σημαντικά  από  το  πνεύμα  και  το  γράμμα  των  αποφάσεων (4/10/2019)  του  ΣτΕ  και  επιπλέον  θα  επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά της χώρας μας, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος αφού με το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης  διατηρείται  η μακροχρόνια ισορροπία  της  επικουρικής  ασφάλισης όπως παρουσιάζεται στην αναλογιστική μελέτη που συνοδεύει τον Ν.4670/2020.

Κατά  συνέπεια, αποδεικνύεται  με  τον πιο  εύληπτο  τρόπο,  ότι  η πρόταση  της  Επιτροπής  Πισσαρίδη όχι μόνο δεν είναι αναπτυξιακή αλλά αντίθετα θα προκαλέσει και μεγάλη αναταραχή στις αγορές, δεδομένου ότι η καταγραφή του ελλείμματος του κόστους μετάβασης θα δημιουργήσει συνθήκες δυσμενούς μεταβολής της πιστοληπτικής   διαβάθμισης  της  χώρας   μας  αφού θα   αυξηθεί  το  δημόσιο χρέος.