• 17 Σεπτεμβρίου, 2021

Πυρκαγιές-έρευνα/ Το “deja vu” της καταστροφής/ Πορίσματα στα συρτάρια, κυκεώνας γραφειοκρατίας, έλλειψη συντονισμού

 Πυρκαγιές-έρευνα/ Το “deja vu” της καταστροφής/ Πορίσματα στα συρτάρια, κυκεώνας γραφειοκρατίας, έλλειψη συντονισμού

Εφιάλτης στην Εύβοια-Eurokinissi

Πρόκειται για ένα “διαρκές έγκλημα”. Όσα ζει η χώρα τις τελευταίες ημέρες με τις καταστροφικές πυρκαγιές που αποτεφρώνουν τεράστιες δασικές αλλά και αστικές/οικιστικές εκτάσεις ανά την επικράτεια -με έμφαση στην Αττική, την Εύβοια και την Ηλεία- είναι ένα deja vu ερέβους και απουσίας οργανωμένης αντιμετώπισης εκ μέρους του κράτους.

Εάν διαβάσει κανείς τα πορίσματα των αρμοδίων επιτροπών, μετά τις πυρκαγιές του 2007 και μέχρι την τραγωδία στο Μάτι, μπορεί να κατανοήσει πως πολλά απ΄ αυτά που έχουν ήδη διαπιστωθεί δεν έγιναν πράξη.

Για παράδειγμα, όλα τα πορίσματα καταλήγουν στην προβληματική πολυδιάσπαση των αρμοδίων υπηρεσιών που οδηγούν σε έλλειψη συντονισμού.

«Είναι ενδεικτικό ότι στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών συμμετέχουν 45 συναρμόδιοι φορείς που πρέπει να συντονιστούν σε ένα κοινό πλαίσιο. Ο συντονισμός της πρόληψης θα έπρεπε να ασκείται σύμφωνα με το Ν.2612/1998 από τη Δασική Υπηρεσία, κάτι το οποίο λόγω νομικού κενού (μη ενεργοποίηση του άρθρου 100 του Ν.4249/2014) δεν γίνεται. Για την καταστολή των πυρκαγιών πρέπει να συνεργαστούν 17 φορείς, που ανήκουν σε 6 υπουργεία, προκειμένου να ασκήσουν 11 διαφορετικές αρμοδιότητες», αναφέρει το πόρισμα της ανεξάρτητης επιτροπής Γκολντάμερ το 2019. Ο Γερμανός ειδικός, μάλιστα, με άρθρο του, τον Ιούνιο, στην “Καθημερινή” επισημαίνει πως “οι πυρκαγιές κατασβένονται στο έδαφος” και ασκεί κριτική για τον υφιστάμενο νόμο, λέγοντας πως κινείται σε λάθος κατεύθυνση.

Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά της εφημερίδας “Τα Νέα” που επισημαίνει τον κυκεώνα της γραφειοκρατίας με 45 συναρμόδιους φορείς που εμπλέκονται στην πρόληψη και κατάσβεση πυρκαγιών, κάτι που δεν αντιμετωπίστηκε εδώ και χρόνια, όπως διαπιστώνει κανείς ανατρέχοντας στα πορίσματα των επιτροπών μετά από μεγάλες καταστροφές.

Τα Νέα

Δείτε, τώρα, τι αναφέρει σήμερα η Πανελλήνια Ένωση Δασολόγων:

Είναι από τις λίγες φορές που η Π.Ε.Δ.Δ.Υ βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση να ασκήσει κριτική στην Κυβέρνηση για τον τρόπο διαχείρισης του προβλήματος των δασικών πυρκαγιών, τη στιγμή που ολόκληρη η Χώρα φλέγεται και βλέπουμε τα δάση να καίγονται και να εξελίσσονται τραγικές στιγμές σε πόλεις και χωριά που εγκαταλείπονται και παραδίνονται στις φλόγες.

Είναι για όλους τους δασικούς υπαλλήλους γνωστά τα χρονίζοντα προβλήματα διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών, ιδίως στις ακραίες συνθήκες (θερμοκρασίας και έντασης ανέμου) και της ιδιαίτερα «εύφλεκτης» σύνθεσης της μεσογειακής δασικής βλάστησης.

Είναι επίσης γνωστό σε όλους ότι οι πυρκαγιές αυτές αντιμετωπίζονται πολύ δύσκολα όταν δεν αντιμετωπιστούν άμεσα στο ξεκίνημά τους, οπότε παίρνουν διαστάσεις και απειλούν όχι μόνο τα δάση αλλά και κατοικημένες περιοχές, η δε μη σωστή επιμέλεια τους μας δίνουν αναζωπυρώσεις με καταστροφικά αποτελέσματα δημιουργώντας πυρκαγιές μακράς διαρκείας επιτείνοντας τα προβλήματα.

Όπως όλοι οι πολίτες της χώρας, αγανακτούμε βλέποντας δάση και περιουσίες να γίνονται στάχτη και ανθρώπινες ζωές να χάνονται και τον κρατικό μηχανισμό «εξουδετερωμένο» να μην μπορεί να σηκώσει το βάρος της διαχείρισης του προβλήματος ή να καταφεύγει στην επικοινωνιακή αναφορά στατιστικών (για τα εναέρια μέσα, τα οχήματα και προσωπικό) του αρμόδιου Υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας για να δικαιολογήσει την παρουσία του, που για εμάς όμως ήταν είναι επιεικώς ανεπαρκής.

Ασφαλώς αν ψάξει κανείς λίγο βαθύτερα τις αιτίες των δυσκολιών αποτελεσματικής διαχείρισης περιστατικών πυρκαγιών που πήραν διαστάσεις, θα καταλήξει να εντοπίσει τις αδυναμίες του υπάρχοντος επιχειρησιακού δόγματος του Πυροσβεστικού Σώματος και του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του, που εξαρτάται “υπερβολικά” από την εναέρια πυρόσβεση και υποφέρει από κακό συντονισμό (Πόρισμα επιτροπής Γκολντάμερ) δεδομένα, που υπό την τρέχουσα συγκυρία και τις καταστροφές που γίνονται εξαιτίας των δασικών πυρκαγιών, καθιστούν απαραίτητη την ανάγκη αλλαγών στο σύστημα δασοπυρόσβεσης,

Φωτιές: Έρχονται εναέρια μέσα από το εξωτερικό - Γαλλία, Ρουμανία και  Ελβετία στη μάχη της κατάσβεσης | Έθνος

Δεν είναι στις προθέσεις μας να εντοπίσουμε ή να θίξουμε συνδικαλιστικά τα κακώς κείμενα του επιχειρησιακού σχεδιασμού ή του τρόπου λειτουργίας τρίτων Υπηρεσιών, ιδίως τη στιγμή που η χώρα μας βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση και θα αποφύγουμε τον πειρασμό να το κάνουμε και φυσικά δείχνουμε σεβασμό στις προσπάθειες των πυροσβεστών.

Όμως είναι υποχρέωσή μας να ζητήσουμε από την Κυβέρνηση και ιδίως τον Πρωθυπουργό της Χώρας, ο οποίος έχει πλήρη επίγνωση του προβλήματος των δασικών πυρκαγιών, να σεβαστούν το συνταγματικό δικαίωμα των πολιτών, για την προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος (που στην πραγματικότητα έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους) αλλά και την υποχρέωση της πολιτείας να οργανώσει τον κρατικό μηχανισμό για την αντιμετώπιση των Δασικών Πυρκαγιών

Στη βάση αυτή ζητάμε την εφαρμογή του πορίσματος της Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, η οποία μετά τις καταστρεπτικές πυρκαγιές του έτους 2007 στην Πελοπόννησο (σ.σ. με πρόεδρο τον σημερινό Πρωθυπουργό), είχε καταλήξει σε επίσημο και σαφέστατο πόρισμα για την ανάγκη αναθεώρησης του επιχειρησιακού σχεδιασμού και των επιμέρους συντελεστών του συστήματος πυροπροστασίας (δηλαδή της πρόληψης και της καταστολής) με πλήρη αναθεώρηση του νόμου 2612/1998 που εκ των αποτελεσμάτων απέτυχε.

Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγουν τόσο το πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τα δάση του έτους 1993 όσο και το πόρισμα της Ανεξάρτητης Επιτροπής για τη Διερεύνηση των Αιτίων των Πυρκαγιών του καθηγητή Γιόχαν Γκόλνταμερ που συστάθηκε μετά την καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι,

Σήμερα είναι απαραίτητο να ληφθεί «κεντρική πολιτική απόφαση» για την αναδιοργάνωση και το ζωντάνεμα των δασικών υπηρεσιών και την επανασύνδεση τους με το φυσικό τους αντικείμενο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται ιδίως οι δασικές πυρκαγιές και να εξασφαλιστεί η επαρκής χρηματοδότηση και στελέχωση τους.

Η κοινωνία μας έχει πληρώσει πολύ ακριβά την λανθασμένη απόφαση της κυβέρνησης του έτους 1998 η οποία διαχώρισε το αντικείμενο της πρόληψης από την καταστολή των πυρκαγιών, το λάθος δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Αυτό πρέπει να αλλάξει και είναι ευθύνη της Κυβέρνησης να το πράξει.

Κοινός τόπος, το μεγάλο σφάλμα του 1998, όταν -επί κυβέρνησης Σημίτη- οι δασικές υπηρεσίες βρέθηκαν εκτός του στενού πυρήνα πρόληψης και καταστολής των πυρκαγιών και όλα πέρασαν στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Και στις πυρκαγιές του 2007, και στο Μάτι, και σήμερα, η Πυροσβεστική Υπηρεσία παρά τις ηρωϊκές προσπάθειες των γυναικών και ανδρών της υπηρεσίας δείχνουν ανήμποροι/ες να αντιμετωπίσουν επαρκώς το τεράστιο πρόβλημα

Από το 2007, γίνεται η ίδια επισήμανση:

“Το 1998 η ευθύνη της δασοπυρόσβεσης μεταφέρθηκε στην Πυροσβεστική
Υπηρεσία και οι Δασικές Υπηρεσίες – που μέχρι τότε είχαν την ευθύνη –
αποδυναμώθηκαν. Την ίδια περίοδο καταργήθηκε η Γενική Γραμματεία
Δασών και οι Δασικές Υπηρεσίες υπήχθησαν αρχικά στις νομαρχιακές
αυτοδιοικήσεις και έπειτα στις Γενικές Γραμματείες των Περιφερειών όπου
παραμένουν έως σήμερα.”

Άρξασθαι από το 2007

Το πόρισμα της Μόνιμης Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής, μετά τις πυρκαγιές του 2007, υπό την προεδρία του τότε βουλευτή (πρωθυπουργού σήμερα) Κυριάκου Μητσοτάκη:

Τα δεδομένα που τέθηκαν και τα βασικά συμπεράσματα τα οποία εξήχθησαν, κατά
την διάρκεια των συνεδριάσεων και των επισκέψεων της Επιτροπής, μπορούν να
συνοψισθούν στα εξής:
• Η προστασία των δασών είναι ένα ζήτημα με περιβαλλοντικές, οικονομικές
και κοινωνικές προεκτάσεις, το οποίο πρέπει να αποτελέσει εθνική
προτεραιότητα. Η χώρα χρειάζεται μια συνεπή, μακροπρόθεσμη και
αποτελεσματική δασική πολιτική με άμεσους και μακροπρόθεσμους στόχους.
Η ανυπαρξία της τα τελευταία 30 χρόνια καθώς και η μεταβολή των
κλιματικών συνθηκών, αποτελούν τις βασικές αιτίες για την καταστροφή από
τις πυρκαγιές ενός μεγάλου τμήματος των δασών και των δασικών εκτάσεων
στη χώρα μας. Η αντιμετώπιση της αποδάσωσης αποτελεί άλλωστε έναν από
τους αποτελεσματικότερους και σχετικά οικονομικότερους τρόπους
αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών.
28

• Οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα φυσικό φαινόμενο που, υπό συγκεκριμένες
συνθήκες, επιτελεί ένα ρόλο στην ισορροπία και την αναγέννηση των δασικών
οικοσυστημάτων τόσο στη χώρα μας όσο και συνολικά στην Μεσόγειο. Η
ειδοποιός διαφορά είναι ότι τα τελευταία χρόνια οι δασικές πυρκαγιές είναι
πλέον πολύ πιο συχνές, ανεξέλεγκτες και πιο καταστροφικές. Οι τεράστιες
ανεξέλεγκτες δασικές πυρκαγιές (mega fires) όπως αυτές που συνέβησαν το
καλοκαίρι του 2007, εκτιμάται ότι θα αποτελούν πια τον κανόνα και όχι την
εξαίρεση για τα επόμενα χρόνια.
• Οι καταστροφικές δασικές πυρκαγιές των δεκαετιών του ΄70 και του ΄80,
οδήγησαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 σε μία προσπάθεια αναμόρφωσης
και ενίσχυσης της δασικής πολιτικής της χώρας. Η δημιουργία ανεξάρτητης
Γενικής Γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος εντός του
Υπουργείου Γεωργίας και η σύσταση διακομματικής επιτροπής της Βουλής, η
οποία κατέληξε σε ομόφωνο πόρισμα το Μάιο του 1993, ήταν δύο από τις
σημαντικότερες παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου με τις οποίες
επετεύχθησαν μετρήσιμα αποτελέσματα.
• Το 1998 η ευθύνη της δασοπυρόσβεσης μεταφέρθηκε στην Πυροσβεστική
Υπηρεσία και οι Δασικές Υπηρεσίες – που μέχρι τότε είχαν την ευθύνη –
αποδυναμώθηκαν.
 Την ίδια περίοδο καταργήθηκε η Γενική Γραμματεία
Δασών και οι Δασικές Υπηρεσίες υπήχθησαν αρχικά στις νομαρχιακές
αυτοδιοικήσεις και έπειτα στις Γενικές Γραμματείες των Περιφερειών όπου
παραμένουν έως σήμερα.

Πλειώνης σε Τσίπρα: Οι άνεμοι στα μέτωπα της πυρκαγιάς στην Αττική δεν  ξεπερνούν τα 4 μποφόρ – Δεν ζήτησαν ενεργοποίηση του επιχειρησιακού  συστήματος IRIS 2.0 | Έθνος


Η πρόληψη, η άμεση πυρανίχνευση και η δασοπυρόσβεση αποτελούν τα τρία
διακριτά επίπεδα για την πυροπροστασία. Με βάση αυτούς τους τομείς, τα κεντρικά
προβλήματα που παρουσιάζει σήμερα ο τομέας της δασοπροστασίας και της
δασοπυρόσβεσης και χρήζουν συγκεκριμένων παρεμβάσεων, μπορούν γενικά να
συνοψιστούν στα εξής:
• Η απουσία Ενιαίου Φορέα Δασοπροστασίας. Η διαδικασία πρόληψης,
πυρόσβεσης και αποκατάστασης των δασών εμπλέκει δεκάδες συναρμόδιες
υπηρεσίες,
 που συχνά έχουν επιφορτιστεί με αντικρουόμενα μεταξύ τους
αντικείμενα χωρίς κεντρικό συντονισμό. 
Η πολυδιάσπαση των επιμέρους
τομέων της δασικής πολιτικής και των αρμοδιοτήτων μεταξύ υπηρεσιών, δεν
συμβάλλει στην αποτελεσματική προστασία των δασών, αλλά επιτείνει τη
σύγχυση ειδικά στους τομείς της άμεσης πυρανίχνευσης και της πυρόσβεσης.
Η επιστροφή στο προ του 1998 καθεστώς κρίνεται ανέφικτη, είναι όμως
ανάγκη να μελετηθεί το ενδεχόμενο σύστασης και λειτουργίας ισχυρού
ενιαίου φορέα, με ξεκάθαρες αρμοδιότητες, που θα συντονίζει όλες τις
δράσεις δασοπροστασίας, σε όλα τα στάδια, με έμφαση πρωτίστως στην
πρόληψη και δευτερευόντως στην καταστολή.

• Η ελλιπής συμμετοχή των Δασικών Υπηρεσιών στην πρόληψη και την
καταστολή.
 Η καλή γνώση του δάσους και των ιδιαιτεροτήτων του είναι ένα
κρίσιμης σημασίας ζήτημα, προκειμένου να επιτύχουν οι δράσεις πρόληψης,
άμεσης πυρανίχνευσης και της δασοπυρόσβεσης. Η Δασική Υπηρεσία πρέπει
να έχει συμμετοχή και στα τρία στάδια της πυροπροστασίας, καθώς η
διάσπαση των αρμοδιοτήτων και η συμμετοχή της μόνο στο στάδιο της
πρόληψης και όχι σε αυτό της καταστολής έχει αποδειχθεί ότι δεν αποδίδει. Η
Πυροσβεστική Υπηρεσία καταβάλλει ομολογουμένως τεράστιες προσπάθειες
με μεγάλο κόστος, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δασικές πυρκαγιές, αλλά
εκ του αποτελέσματος είναι πια φανερό, ότι χρειάζεται την αρωγή της
Δασικής Υπηρεσίας.

 Η υποστελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών. Περίπου το 60% των θέσεων
που προβλέπονται για τις Δασικές Υπηρεσίες δεν είναι στελεχωμένο, ενώ και
η συντριπτική πλειοψηφία των ήδη υπηρετούντων στελεχών
υποαπασχολούνται σε άλλες δραστηριότητες (έκδοση πράξεων
χαρακτηρισμών κ.λπ.). Μία σημαντική συνέπεια της αποδυνάμωσης των
Δασικών Υπηρεσιών είναι τα περιορισμένης έκτασης και ανεπαρκή
δασοκομικά έργα (αραιώσεις, κλαδεύσεις, απομάκρυνση εύφλεκτου
υπόροφου κ.λπ.), που συμβάλλουν αποφασιστικά στην πρόληψη. Είναι
ανάγκη οι Δασικές Υπηρεσίες να αναδιοργανωθούν και να ενισχυθούν σε
εξοπλισμό και προσωπικό προκειμένου να συμβάλλουν ουσιαστικά στην
προστασία των δασών.
30
• Η ανυπαρξία δασικών χαρτών και δασολογίου. Παρά το γεγονός ότι η
σύνταξη δασικών χαρτών και δασολογίου αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας,
ήδη από τη δεκαετία του ΄70, δυστυχώς μέχρι σήμερα η χώρα μας δεν έχει
αποκτήσει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι δεδομένο ότι δεν νοείται άσκηση
δασικής πολιτικής χωρίς την απαραίτητη γνώση του χώρου στον οποίο θα
ασκείται. Από την άλλη πλευρά, η ακριβής γνώση του δασικού πλούτου
μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα για διεκδικήσεις
και αμφισβητήσεις του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δασικών εκτάσεων, που
συχνά αποτελούν κίνητρο για εμπρησμούς.

• Η ελλιπής αστυνόμευση και εποπτεία του δάσους. Μια από τις
σημαντικότερες αδυναμίες του συστήματος δασοπροστασίας είναι η απουσία
έγκαιρης αναγγελίας της πυρκαγιάς και άμεσης αποτροπής της μέσα σε
σύντομο χρονικό διάστημα. Η εμπειρία έχει δείξει ότι, κάτω από
συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες, όταν μία πυρκαγιά ξεφύγει από τον έλεγχο,
η κατάσβεσή της καθίσταται δύσκολη. Για το σκοπό αυτό απαιτείται,
ανάμεσα σε άλλα, ένα ικανοποιητικό δίκτυο πυροφυλακίων επαρκώς
επανδρωμένων, σύγχρονος εξοπλισμός επικοινωνιών και παρακολούθησης,
εξειδικευμένο προσωπικό, ομάδες «δασοκομάντος» και ειδικά πυροσβεστικά
οχήματα.
• Οι αδυναμίες σε επιχειρησιακό επίπεδο. Ο κακός συντονισμός και η
ανεπαρκής διασύνδεση των εμπλεκόμενων φορέων δασοπροστασίας είναι,
κατά κοινή ομολογία, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα. Η μηδαμινή
αξιοποίηση μεθόδων διαχείρισης της βλάστησης, η απόλυτη προσήλωση στα
εναέρια μέσα, η ανεπαρκής αξιοποίηση χερσαίων δυνάμεων στην άμεση
πυρανίχνευση με τον περιορισμό τους στην προστασία οικισμών κ.λπ., κατά
την διάρκεια της κορύφωσης του φαινομένου της πυρκαγιάς, και η ελλιπής
αξιοποίηση της εθελοντικής προσφοράς είναι παθογένειες του συστήματος
που πρέπει να αντιμετωπιστούν.
• Οι αδυναμίες του συστήματος αποκατάστασης πυρόπληκτων περιοχών. Η
αδιάλειπτη παρακολούθηση και επιτήρηση των καμένων εκτάσεων, η έμφαση
31
στην ανάπτυξη φυτευτικού υλικού που θα καλύψει πιθανές ανάγκες
αποκατάστασης (φυτώρια κ.λπ.), η ρύθμιση των δραστηριοτήτων στις
συγκεκριμένες περιοχές (θήρα, κτηνοτροφία κλπ.) με γνώμονα τις ανάγκες
ανασύστασης των οικοσυστημάτων, αλλά και η ανάπτυξη της δασοκομικής
έρευνας και της τεχνογνωσίας σε αυτόν τον τομέα, είναι ορισμένα από τα
ζητήματα που πρέπει να εξετασθούν, προκειμένου να έχουμε πρακτικά
αποτελέσματα στον τομέα της αποκατάστασης.
Τα παραπάνω συμπεράσματα αφορούν και τα περιαστικά δάση και βουνά της
Αττικής, αλλά ειδικότερα για αυτά είναι ανάγκη να τονιστούν τα παρακάτω σημεία:
• Η Πεντέλη, η Πάρνηθα, το Ποικίλο Όρος και ο Υμηττός είναι οι τελευταίοι
πνεύμονες πρασίνου της Αττικής, γι’ αυτό είναι ανάγκη να προστατευθούν και
να αναπλαστούν με κάθε δυνατό τρόπο. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για
την ποιότητα ζωής των 4 εκατομμυρίων πολιτών και την διαμόρφωση του
μικροκλίματος στο λεκανοπέδιο τα επόμενα χρόνια. Κεντρικός γνώμονας των
πολιτικών πρωτοβουλιών που θα αναληφθούν, θα πρέπει πλέον να είναι όχι
μόνο τι αποτελεί δάσος, αλλά τι θέλουμε ως οργανωμένη Πολιτεία να είναι
δάσος στην Αττική.
• Με εξαίρεση την Πάρνηθα, η οποία από το 1961 έχει χαρακτηριστεί Εθνικός
Δρυμός εξασφαλίζοντας ένα πλέγμα προστασίας, οι κύριες απειλές για τα
περιαστικά βουνά και δάση της Αττικής είναι, ανάμεσα σε άλλα, οι
καταπατήσεις, οι διεκδικήσεις και αμφισβητήσεις του ιδιοκτησιακού
καθεστώτος μεγάλων εκτάσεων και οι κίνδυνοι εκδήλωσης πυρκαγιών σε
δασικές περιοχές αλλά και σε τμήματά τους που βρίσκονται σε διαδικασία
αναδάσωσης.
• Η ίδρυση ανεξάρτητων δασαρχείων σε όσα περιαστικά βουνά δεν διαθέτουν
μέχρι σήμερα (π.χ. στον Υμηττό) καθώς και η κήρυξή τους ως
προστατευόμενες περιοχές (Εθνικοί Δρυμοί ή Εθνικά Πάρκα), αποτελούν
καθολικά αιτήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Συνδέσμων
Προστασίας τους, που μπορούν να συμβάλλουν στην καλύτερη προστασία
τους και είναι ανάγκη να εξεταστούν.

• Είναι ανάγκη να δοθεί ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη τόσο ενόψει
της τρέχουσας αντιπυρικής περιόδου όσο και μακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό
πρέπει να επισπεύδονται οι διαδικασίες έγκρισης των προγραμματικών
συμβάσεων για έργα πυροπροστασίας, να εντατικοποιηθούν οι προσλήψεις
εποχικών πυροφυλάκων και να εξεταστεί η επέκταση της θητείας τους για
μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, να δοθεί μεγαλύτερη χρηματοδότηση για έργα
καθαρισμού των δασών και περιορισμού της δασικής βιομάζας, να ενισχυθεί η
αστυνόμευση και η επιτήρηση των δασικών περιοχών και να ενισχυθούν οι
τοπικοί Σύνδεσμοι Προστασίας σε εξοπλισμό και προσωπικό.

• Η αποσαφήνιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των περιαστικών δασικών
εκτάσεων, ο αυστηρός προσδιορισμός των χρήσεων γης και η κατά το
δυνατόν ανάσχεση των διεκδικήσεων, είναι ζητήματα που πρέπει επίσης να
εξεταστούν. Η ανάρτηση οριστικών δασικών χαρτών και η σύνταξη
δασολογίου κατά προτεραιότητα για τα 4 περιαστικά βουνά της Αττικής ή
ακόμα και το ενδεχόμενο απαλλοτρίωσης των δασικών εκτάσεων από το
Κράτος, είναι μέτρα που πρέπει να εξεταστούν.

• Όσον αφορά στην ανάπλαση, είναι ανάγκη να δοθεί έμφαση στην
ολοκλήρωση των τεχνητών αναδασώσεων, στην εξασφάλιση της
υδροδότησης και την αυστηρή επιτήρηση των αναδασωμένων εκτάσεων,
ειδικά όσων έχουν φυτευτεί για δεύτερη και τρίτη φορά. Ιδιαίτερη μέριμνα
πρέπει τέλος να λαμβάνεται για τα έργα υδροδότησης (φράγματα,
υδατοδεξαμενές κ.λπ.) και συγκράτησης των εδαφών που είναι ζωτικής
σημασίας, προκειμένου να αποδώσουν οι αναδασώσεις και να αναγεννηθούν
τα δασικά οικοσυστήματα σε βάθος χρόνου.

Έξι χρόνια μετά (2013), ένα άλλο πόρισμα της ίδιας επιτροπής έρχεται να επισημάνει τα λάθη και τις αστοχίες του περιβόητου Ταμείου Μολυβιάτη (για την αποκατάσταση πληγέντων από τις πυρκαγιές του 2007). Το σχετικό δημοσίευμα στο “Βήμα” αποκαλύπτει πως ελάχιστα από αυτά που θα έπρεπε να είχαν γίνει δρομολογήθηκαν. Επί της ουσίας, ακόμα και το προηγούμενο πόρισμα του 2008 κατέληξε στα συρτάρια των “καλών προθέσεων”. Η χώρα είχε ήδη μπει υπό τον ασφυκτικό κλοιό της τρόϊκας των δανειστών και τα κονδύλια δεν επαρκούσαν για δημόσιες δαπάνες στον τομέα της αντιμετώπισης των πυρκαγιών και της κλιματικής αλλαγής.

Με νωπές τις μνήμες για την τραγωδία του 2007, έγινε και σχετική συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο. Νέα παράθεση “ευχών” και “προθέσεων”, με την υπογραφή και της ΕΕ αυτή τη φορά.

Έλεγε, τότε, ο Δημήτριος Παπαδημούλης, εξ ονόματος της Ομάδας GUE/NGL. – Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, η χώρα μου η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια τραγωδία. Αυτό το καλοκαίρι χάθηκαν 75 ανθρώπινες ζωές. Κάηκαν περίπου 3 εκατομμύρια στρέμματα δάσους, και αντιμετωπίζουμε μια τεράστια οικολογική και οικονομική καταστροφή.

Το κράτος βρέθηκε ανέτοιμο. Οι κυβερνώντες προσπάθησαν να αποδώσουν όλη αυτή την τραγωδία στον αόρατο εχθρό, στις ασύμμετρες απειλές, υπονοώντας εσωτερική ή εξωτερική δράση τρομοκρατών. Η αλήθεια είναι ότι πληρώνουμε τις αμαρτίες και της σημερινής και της προηγούμενης κυβέρνησης. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που δεν έχει δασολόγιο και κτηματολόγιο· στην οποία επιχειρείται να μειωθεί η προστασία του δάσους με την αναθεώρηση του άρθρου 24· που έχει 2 εκατομμύρια αυθαίρετα, αρκετά από αυτά μέσα σε δασικές εκτάσεις, ενώ χτίζονται με ευκολία βίλες στα καμένα και παίρνουν ρεύμα και νερό μετά με τροπολογίες ψηφοθηρικές των κυβερνήσεων.

Αυτά πρέπει να αλλάξουν. Δυστυχώς, σ’ αυτή την τραγωδία υπήρξε ανεπαρκής πρόληψη. Παρότι ο ξηρός και άνυδρος χειμώνας προειδοποιούσε μαζί με τους καύσωνες για μεγάλες πυρκαγιές, υπήρξε ελλιπής προστασία, κακός συντονισμός την ώρα της καταστροφής, και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ εγκεκριμένα από το Ταμείο Συνοχής για τη δασική προστασία δεν έχουν διατεθεί ακόμη και τώρα. 33 εκατομμύρια ευρώ είναι εγκεκριμένα από το 2000 και ούτε ένα ευρώ δεν έχει απορροφηθεί μέχρι τώρα.

Το κράτος μέλος λοιπόν που λέγεται Ελλάς πρέπει να κάνει περισσότερα. Αλλά πρέπει και εμείς, ως Ευρωπαϊκή Ένωση και ως Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να κάνουμε περισσότερα για να αντιμετωπίσουμε την κοινή ευρωπαϊκή δασική μας κληρονομιά.

Όχι πια λόγια, κύριε Špidla. Όχι «θα μελετήσουμε τις προτάσεις Barnier» τις οποίες έχετε εδώ και πάρα πολύ καιρό στο συρτάρι. Τις προτάσεις Barnier εσείς τις παραγγείλατε και πρέπει να τις εφαρμόσετε, να τις προωθήσετε. Πρέπει να δώσετε περισσότερα χρήματα από το Ταμείο Αλληλεγγύης και από το Ταμείο Ανάπτυξης της Υπαίθρου άμεσα, χωρίς γραφειοκρατία και στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες που επλήγησαν. Να φτιαχτεί επί τέλους ένα Ταμείο για την προστασία των ευρωπαϊκών δασών, για την αποτροπή των πυρκαγιών και να εξετάσετε και το ενδεχόμενο, όπως κάνατε και για τις πλημμύρες, να υπάρξει μια οδηγία για την προστασία από τον κίνδυνο των πυρκαγιών.

Και κάτι ακόμη: χρειαζόμαστε – και το ζητώ στο όνομα της πολιτικής μου ομάδας – περισσότερη Ευρώπη για την προστασία των δασών και του περιβάλλοντος. Αντί να συνδράμουμε τους Αμερικανούς με δυνάμεις ταχείας επέμβασης στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, να φτιάξουμε μια ευρωπαϊκή δύναμη ταχείας επέμβασης για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών.

Δεν αρκεί να συζητούμε θεωρητικά για τον κίνδυνο των κλιματικών αλλαγών. Πρέπει να κάνουμε περισσότερα γι’ αυτό ως Ευρωπαϊκή Ένωση, που σημαίνει κοινές πολιτικές, περισσότερα χρήματα από τα κοινά ταμεία και αυστηρότερο έλεγχο των κρατών μελών όταν παραβιάζουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί περιβάλλοντος.

Σε άλλο μήκος κύματος ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης ευχαριστούσε την ΕΕ για την αμέριστη συμπαράστασή της:

Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – Κύριε Πρόεδρε, ο Επίτροπος κύριος Špidla περιέγραψε κατά τρόπο αναλυτικό τη μεγάλη καταστροφή που υπέστη η χώρα μου. Άλλωστε τη χώρα και τις περιοχές που υπέστησαν καταστροφές τις επισκέφθηκε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, κύριος Barroso, καθώς και η Επίτροπος κυρία Hübner.

Θα ήθελα, με την ευκαιρία της σημερινής συζητήσεως, να ευχαριστήσω, εκ μέρους όλων των Ελλήνων, για την άμεση ανταπόκρισή τους την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη, αλλά και άλλες χώρες που διέθεσαν ειδικά εκπαιδευμένους πυροσβέστες και εναέρια μέσα συνδράμοντας αποφασιστικά τη χώρα μου στην κατάσβεση των καταστροφικών πυρκαγιών.

Θα ήθελα επίσης να σημειώσω ότι ανάλογες καταστροφικές πυρκαγιές – όχι τόσο στην έκταση που υπέστη η Ελλάδα – έχουν υποστεί όλες οι χώρες της νότιας Ευρώπης που έχουν ζήσει παρόμοια φαινόμενα.

Εκείνο το οποίο προέχει τώρα είναι ότι πρέπει να κοιτάξουμε την επόμενη μέρα. Και η επόμενη μέρα έχει αρχίσει. Τα πρώτα μέτρα οικονομικής στήριξης των πληγέντων έχουν ήδη αποτελέσματα. Μέσα σε λίγες μέρες, οι περισσότεροι από τους δικαιούχους έχουν εισπράξει τόσο τα χρήματα για την κάλυψη των πρώτων αναγκών τους όσο και για την αντικατάσταση της οικοσκευής τους. Ένας μεγάλος αριθμός αστέγων έχουν στη διάθεσή τους μεταφερόμενες κατοικίες για την προσωρινή στέγασή τους.

Οι ζημιωθέντες αγρότες και οι κτηνοτρόφοι – θα ήθελα εδώ να σημειώσω ότι οι κτηνοτρόφοι μετρούν πάνω από 73.000 καμένα ζώα –, κατόπιν συνεννοήσεως μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λαμβάνουν προκαταβολές των αποζημιώσεων για το φυτικό και ζωικό κεφάλαιο και τις εγκαταστάσεις που καταστράφηκαν.

Θα ήθελα επίσης να ενημερώσω τον κύριο Επίτροπο ότι αυτό το οποίο είπε ήδη πραγματοποιείται· ήδη ξεκίνησε η μελέτη και η διαμόρφωση ενός σχεδίου ανασυγκρότησης για όλες τις πυρόπληκτες περιοχές. Το σχέδιο στοχεύει, αφενός, στη γρήγορη και αποτελεσματική κάλυψη των αμέσων ανθρωπιστικών και οικονομικών αναγκών των πληγέντων και, αφετέρου, στην ταχύτερη δυνατή αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη το φυσικό περιβάλλον.

Ειδικό κεφάλαιο του σχεδίου αφορά την ανάπλαση του τοπίου στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, ο οποίος, αρχαίο στάδιο, μουσείο και λοιπά κτίρια, διεσώθη με τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των δυνάμεων πυρόσβεσης.

Η Ελλάδα – και οφείλουμε να το ομολογήσουμε – δέχθηκε από τον κοινοτικό μηχανισμό πολιτικής προστασίας τη μεγαλύτερη συνδρομή που έχει αυτός προσφέρει από την εποχή της δημιουργίας του το 2001. Η συνδρομή αυτή έδειξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρώτα απ’ όλα στηρίζεται στις αρχές της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.

Με το ψήφισμα το οποίο θα ψηφίσουμε αύριο επιδιώκουμε όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβεί στην ταχεία κινητοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλληλεγγύης, καθώς και στην εξασφάλιση όλων των χρηματοδοτικών μέσων που προβλέπονται για την αντιμετώπιση των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συνεπειών.

Δεύτερον, τη σύσταση ενός ειδικού μηχανισμού ταχείας αντιμετώπισης σε περίπτωση μεγάλων φυσικών καταστροφών – υπάρχει άλλωστε μια προεργασία σ’ αυτό -, και πιστεύουμε ακόμη ότι η Επιτροπή – το ανέφερε ο κύριος Špidla, αλλά θέλω να το τονίσω ιδιαίτερα – πρέπει να εξετάσει τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης συμπληρωματικής δύναμης που θα αποτελείται από ιδιωτικά αεροσκάφη πυρόσβεσης ή χωρών που δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο πυρκαγιών κατά τους θερινούς μήνες στην Ευρώπη. Αυτή η υποστηρικτική δύναμη θα μπορούσε να τοποθετηθεί στις χώρες υψηλής επικινδυνότητας και να είναι έτοιμη να δράσει από το καλοκαίρι του 2008.

Είμαι βέβαιος ότι η Ένωση θα σταθεί στο πλάι της χώρας μου αποδεικνύοντας έτσι έμπρακτα ότι η αλληλεγγύη είναι η βασική αρχή που διέπει τις μεταξύ μας σχέσεις.

Τελειώνοντας θα ήθελα για μια ακόμη φορά να σας ευχαριστήσω για τη μέχρι τώρα συμπαράστασή σας.

Πέντε πυρκαγιές σε εξέλιξη στη Μακεδονία - Η μια υπό έλεγχο

Έγραφε, τότε, το “Βήμα”:

Καθυστερήσεις, αστοχίες και αδυναμία διοχέτευσης κονδυλίων στις πυρόπληκτες περιοχές από τις φωτιές του 2007 «δείχνει» το πόρισμα της κοινοβουλευτικής Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας του Περιβάλλοντος για το «Ταμείο Μολυβιάτη» που παραδόθηκε στα χέρια του προέδρου της Βουλής και αναμένεται να συζητηθεί και να ψηφιστεί το επόμενο διάστημα από την Ολομέλεια.

«Έξι χρόνια μετά τις πυρκαγιές του 2007, τις χειρότερες στην ιστορία της χώρας μας, η ανασυγκρότηση των περιοχών που επλήγησαν δεν έχει προχωρήσει με τους ρυθμούς που θα έπρεπε και η σημερινή συγκυρία θέτει το ελληνικό κράτος ενώπιον των ευθυνών του, καθώς σήμερα, περισσότερο από ποτέ, θα πρέπει να διαθέσει τους εναπομείναντες πόρους με αναλογικότητα και αποτελεσματικότητα» αναφέρει μεταξύ άλλων το πόρισμα.Όταν οι φλόγες περικύκλωσαν την Αττική

Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το πόρισμα

Το πόρισμα αυτό αναμένεται να αποσταλεί στον επίτροπο αρμόδιο για την Περιφερειακή Ανάπτυξη, Γιοχάνες Χαν και έχει περιληφθεί μάλιστα στις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Περιβάλλοντος να ενημερώσει για το θέμα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Χρειάστηκαν δεκάδες ώρες συνεδριάσεων με ακροάσεις φορέων και επιστημόνων, αλλά και επιτόπιες αυτοψίες από τα μέλη της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής προτού αυτή διατυπώσει τα συμπεράσματά της. Σημείο αιχμής αποτελεί ο τρόπος με τον οποία μέχρι τώρα κατανεμήθηκαν τα κονδύλια για την αποκατάσταση των ζημιών, καθώς -όπως ξεκάθαρα αναφέρεται στην έκθεση της Επιτροπής της Βουλής- «η αναλογικότητα δεν τηρήθηκε ως τώρα στην καταβολή των κονδυλίων και δεν έχει αποδοθεί περιβαλλοντική δικαιοσύνη.

«Δέον να παρατηρηθεί, ότι ειδικά ο πυρόπληκτος δήμος Ζαχάρως- Φιγαλείας, που υπέστη και τις μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, αλλά και σε περιβαλλοντική υποβάθμιση και υλικές ζημίες, καθώς και ο Δήμος Ανδρίτσαινας- Κρεστένων δεν έχουν λάβει παρά ελάχιστα κονδύλια για την αποκατάστασή τους. Ειδικά δε ο δήμος Ζαχάρως- Φιγαλείας, στον οποίο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τα μαρτυρικά χωριά Μάκιστος και Αρτέμιδα, και ο οποίος καταστράφηκε κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από κάθε άλλο δήμο της χώρας το 2007, δεν έχει λάβει ούτε ένα ευρώ για έργα αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος και βασικών υποδομών από το Ταμείο Μολυβιάτη» αναφέρεται στην έκθεση της επιτροπής.

Επισημαίνεται, παράλληλα, ότι «τα μόνα έργα που έχουν γίνει, είναι είτε από δωρεές ιδιωτών, είτε από άλλα, δημόσια κονδύλια, τα οποία θα διατίθεντο ούτως ή άλλως για κάθε περιοχή από τρέχοντα προγράμματα, ανεξαρτήτως αν είναι πυρόπληκτη ή όχι».

Ο ρόλος των ιδιωτών

Σε εισήγηση δε της προέδρου της Επιτροπής, Διονυσίας Αυγερινοπούλου που έχει περιληφθεί στην έκθεση, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην «έκφραση αλληλεγγύης προς τους ξεσπιτωμένους κατοίκους του νομού Ηλείας». Αναφέρονται, ειδικότερα, για τον δήμο Ζαχάρως, οι εισφορές ιδιωτών, οι δωρεές από το Ίδρυμα Βαρδινογιάννη που «υιοθέτησε» το χωριό της Μακίστου και ανακατασκεύασε πλήρως και ταχύτατα τις οικίες των πυρόπληκτων, όσο και η δωρεά από την Κυπριακή Δημοκρατία, με πρωτοβουλία τότε του αείμνηστου προέδρου του Κύπρου, Τάσσου Παπαδόπουλου, που ανακατασκεύασε όλο το χωριό της Αρτέμιδας.

«Παράλληλα, χιλιάδες πολίτες από την Ελλάδα, αλλά και από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, προσέτρεξαν προς βοήθεια των πυρόπληκτων και δώρισαν χρήματα, που συγκεντρώθηκαν σε ειδικό ταμείο για τους πυρόπληκτους από το ελληνικό κράτος» αναφέρεται στην έκθεση.

Πρωτοφανής υποχώρηση πληθυσμού

Η εικόνα που αποτυπώνεται στο πόρισμα δείχνει πρωτοφανή μείωση του πληθυσμού στις πληγείσες περιοχές, καθώς «η ανασυγκρότηση προχωρά αργά και ο πληθυσμός υποχωρεί, τόσο λόγω της οικολογικής, όσο και λόγω της οικονομικής κρίσης, που επιδεινώνει τους όρους διαβίωσης των πληγέντων».

Αναφέρεται μάλιστα ενδεικτικά ότι, με βάση την απογραφή του 2011, ο πληθυσμός της Ηλείας μειώθηκε κατά 17%. Στον πυρόπληκτο δήμο Ζαχάρως- Φιγαλείας ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 41,9%. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του πληθυσμού της Μακίστου, που μειώθηκε κατά 70%. Στον δήμο Ανδρίτσαινας- Κρεστένων, μετά τις πυρκαγιές, οι κάτοικοι μειώθηκαν κατά 35,2% και στον δήμο Αρχαίας Ολυμπίας κατά 32,5%.

Ο Γ. Παπακωνσταντίνου, η τρόικα, η δέσμευση Σαμαρά

Ειδικά για την τύχη του Ταμείου Μολυβιάτη, την κατάργησή του το 2010 και τη θέση του σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, η Επιτροπή σημειώνει ότι αυτή προχώρησε παρά τις αντίθετες προηγούμενες διαβεβαιώσεις που δίνονταν από την τότε κυβέρνηση. «Μετά από εκείνο το χρονικό σημείο, υπήρξε παύση χρηματοδότησης έργων», χωρίς μάλιστα να ολοκληρωθούν ούτε και κατοικίες πυρόπληκτων, καθώς -όπως τονίζεται- τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και ετέθησαν υπό τους περιορισμούς των δημοσίων δαπανών που έθεσε η τρόικα, το καλοκαίρι του 2011, κατ΄ εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου Συνεργασίας. Αναφέρει μάλιστα ότι η εξέλιξη αυτή δεν είχε ανακοινωθεί αλλά έγινε γνωστή στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

«Έκτοτε, τόσο μέσα από κοινοβουλευτικές πιέσεις όσο και από εξωκοινοβουλευτικές διαμαρτυρίες που έφτασαν ως την κατάθεση μήνυσης κατά παντός υπευθύνου, ασκήθηκε επαρκής πίεσης από βουλευτές όλων των κομμάτων και, εν τέλει, διασφαλίστηκε ότι αυτά τα χρήματα θα κατετίθεντο σε έναν Ειδικό Λογαριασμό και παραμένουν, ως και σήμερα, διαθέσιμα, για τους πυρόπληκτους», αναφέρεται στην έκθεση.

Για τον τρόπο που κατανεμήθηκαν τα χρήματα του Ταμείου Μολυβιάτη αναφέρεται ότι «το ΕΤΑΕΑ- Ειδικό Ταμείο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών, κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, παρείχε με διαφανείς διαδικασίες και άνευ γραφειοκρατικών περιορισμών και καθυστερήσεων τα χρήματα για την ανασυγκρότηση των πυρόπληκτων περιοχών. Είναι ενδεικτικό ότι τα μισά χρήματα του Ταμείου δόθηκαν κατά τα δύο πρώτα χρόνια από την ίδρυσή του, η πορεία χρηματοδότησης, όμως, των έργων μέσα από το Ταμείο αυτό δεν ήταν στη συνέχεια απρόσκοπτη».

Τους τελευταίους μήνες, το θέμα άνοιξε ξανά και έγινε δυνατή και πάλι η χρηματοδότηση των πυρόπληκτων περιοχών από το πρώην Ταμείο Μολυβιάτη με τα υπόλοιπα κονδύλια, αναφέρεται στην έκθεση και επισημαίνεται ειδικότερα ότι «με δέσμευση του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, τα χρήματα που υπολείπονται θα διατεθούν αποκλειστικά σε έργα αποκατάστασης, ανοίγοντας παράλληλα τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν και νέα έργα».

Οι Δήμοι και οι Περιφέρειες

Όμως, ειδικά για τις παρελθούσες χρηματοδοτήσεις, η Επιτροπή επιμένει ότι δεν τηρήθηκε η αναλογικότητα και τονίζει ότι «δεν τηρήθηκε από τους Δήμους και τις Περιφέρειες -που είναι οι εντεταλμένες αρχές για να προτείνουν και να αξιολογήσουν έργα αποκατάστασης των πληγεισών περιοχών- ο όρος αποκλειστικά για έργα αποκατάστασης πυρόπληκτων περιοχών ως όρος αξιολόγησης και εκταμίευσης των κονδυλίων αυτών».

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται ότι στην Ηλεία, μέχρι σήμερα, από τα 28 εκατ. ευρώ που έχουν αποπληρωθεί ή έχουν εκτελεσθεί, λιγότερα από τα μισά δόθηκαν σε έργα που είχαν πραγματικά ευθεία σχέση με την αποκατάσταση υποδομών του φυσικού κεφαλαίου, που επλήγη από τις πυρκαγιές. Αντιθέτως, αρκετά κονδύλια δόθηκαν σε έργα οδοποιίας μεταξύ οικισμών ακόμη και για δρόμους που δεν προϋπήρχαν των πυρκαγιών.

Τραγωδία στο Μάτι, 2018- Ένα ακόμα πόρισμα

Το πόρισμα της ανεξάρτητης επιτροπής που συστάθηκε με απόφαση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα μετά την πολύνεκρη πυρκαγιά στο Μάτι για την ανάλυση των αιτίων και τη διερεύνηση των προοπτικών διαχείρισης των μελλοντικών πυρκαγιών δασών και υπαίθρου στην Ελλάδα, παρέλαβε και έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα, ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης.

Στη μακροσκελή έκθεση των 150 και πλέον σελίδων, η εξαμελής επιστημονική επιτροπή με επικεφαλής τον πρόεδρο του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ και διευθυντή του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών, καθηγητή δρ. Γιόχαν Γκέοργκ Γολντάμερ (dr. Johann Georg Goldammer), αποτυπώνει λεπτομερώς την υφιστάμενη κατάσταση σε ό,τι αφορά την πρόληψη και καταστολή των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα, καταγράφει τα μελανά σημεία του διαχειριστικού μηχανισμού και καταθέτει ολοκληρωμένη πρόταση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φυσικού φαινομένου στο μέλλον.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι υπάρχει αύξηση του αριθμού των δασικών πυρκαγιών και των καμένων δασικών εκτάσεων στη χώρα από τη δεκαετία του ’80 και μετά, φθάνοντας μάλιστα τα 2.700.000 καμένα στρέμματα κατά τη δραματική χρονιά του 2007 -περίπου πενταπλάσια του μέσου όρου των τελευταίων σαράντα ετών. Επίσης, από τα στατιστικά στοιχεία, που παρουσιάζονται στην έκθεση, προκύπτει ότι 75% των καμένων εκτάσεων είναι από πυρκαγιές που ξεπερνούν τα 10.000 στρέμματα και αντιστοιχούν σε 4% του συνόλου των πυρκαγιών, δείχνοντας ότι υπάρχει σαφώς ένα πρόβλημα μεγάλων δασικών πυρκαγιών.

Τα αίτια της μη αποτελεσματικής αντιμετώπισης των πυρκαγιών

Όπως τονίζεται στο πόρισμα, οι αδυναμίες στο κομμάτι της αποτελεσματικής πρόληψης, μπορούν να αποδοθούν, μεταξύ άλλων, «στην έλλειψη ενιαίου και κοινού σχεδιασμού αντιπυρικής προστασίας, στην απουσία εγκεκριμένων και τεκμηριωμένων τοπικών αντιπυρικών σχεδίων, στη δυσκολία να υιοθετηθεί η χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων και επιστημονικών μεθόδων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, στην άναρχη και απρογραμμάτιστη δόμηση δασικών εκτάσεων και τη δημιουργία ζωνών μείξης δασών οικισμών γύρω από μεγάλα αστικά και τουριστικά κέντρα. Επίσης, στην περιστασιακή ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών και την αναποτελεσματική οργάνωση του εθελοντισμού, αλλά και στη μεγάλη δυσαρμονία των κονδυλίων που διατίθενται για την πρόληψη σε σχέση με τα πολλαπλάσια κονδύλια που δαπανώνται για την καταστολή των πυρκαγιών».

Για το θέμα της καταστολής, το πόρισμα της επιτροπής επισημαίνει ότι «τα αυξανόμενα κονδύλια της τελευταίας εικοσαετίας δεν οδήγησαν σε αντίστοιχη αύξηση στην αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα του μηχανισμού», ενώ «τα επί μέρους προβλήματα αφορούν τόσο τις δυνάμεις και τα μέσα (επίγεια, εναέρια), όσο και τον τρόπο συνεργασίας των φορέων μεταξύ τους».

Γενικότερα, η πεποίθηση που σχηματίσθηκε από τη μελέτη της νομοθεσίας, τα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν ειδικοί εμπειρογνώμονες και οι εμπλεκόμενοι φορείς, αλλά και από τις δια ζώσης επαφές με εκπροσώπους των φορέων αυτών, είναι ότι θεσμικό πλαίσιο και η εφαρμογή στην πράξη της διαχείρισης των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου στην Ελλάδα, αποτελούν τους κύριους λόγους για αναποτελεσματική διακυβέρνηση σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η επιτροπή στιγματίζει την πληθώρα των φορέων που εμπλέκονται στο έργο της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Είναι ενδεικτικό ότι στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών συμμετέχουν 45 συναρμόδιοι φορείς που πρέπει να συντονιστούν σε ένα κοινό πλαίσιο. Ο συντονισμός της πρόληψης θα έπρεπε να ασκείται σύμφωνα με το Ν.2612/1998 από τη Δασική Υπηρεσία, κάτι το οποίο λόγω νομικού κενού (μη ενεργοποίηση του άρθρου 100 του Ν.4249/2014) δεν γίνεται. Για την καταστολή των πυρκαγιών πρέπει να συνεργαστούν 17 φορείς, που ανήκουν σε 6 υπουργεία, προκειμένου να ασκήσουν 11 διαφορετικές αρμοδιότητες».

Οι προτάσεις για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών

* Δημιουργία του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης πυρκαγιών δασών και υπαίθρου που θα περιλάβει τον ενιαίο και κοινό σχεδιασμό μέτρων και δράσεων διαχείρισης των πυρκαγιών σε όλα τα επίπεδα διοίκησης με τη συμμετοχή και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων.

* Αναθεώρηση της διάρκειας και της έναρξης-λήξης αντιπυρικής περιόδου σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα και τις προβλέψεις για την κλιματική αλλαγή.

* Δημιουργία ενός επιστημονικά τεκμηριωμένου εθνικού συστήματος εκτίμησης κινδύνου δασικών πυρκαγιών.

* Εξισορρόπηση της σχέσης και εξορθολογισμός των δαπανών μεταξύ πρόληψης και καταστολής των δασικών πυρκαγιών.

* Αξιοποίηση της χρήσης όλων των πόρων βάσει κεντρικού σχεδιασμού και με έμφαση στη βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας του συστήματος της δασοπυρόσβεσης.

* Διενέργεια κοινών ετήσιων και περιοδικών ασκήσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών για εξοικείωση των συμμετεχόντων όσον αφορά ρόλους και διαδικασίες (ειδικότερα με τους κανόνες εμπλοκής), για εκπαιδευτικούς σκοπούς (στο πλαίσιο πιστοποιημένης εκπαίδευσης) και για αξιολόγηση της ετοιμότητας των εμπλεκόμενων φορέων.

* Σε συνεργασία με την ΓΓΠΠ (ΕΥΔΕΑ), ανάπτυξη ενοποιημένου και κοινού συστήματος διοίκησης περιστατικών καταστολής των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου (NIMS/ICS) βασισμένο στις αρχές της επιχειρησιακής συνεργασίας, τη διάθεση και την αξιοποίηση των πόρων και των δυνατοτήτων (υπηρεσιών) όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

* Ανάπτυξη κεντρικού συστήματος αναφοράς ημερήσιας ετοιμότητας (αντιπυρική περίοδος) των εμπλεκόμενων φορέων σε θέματα αντιπυρικής προστασίας και συστήματος καταγραφής και χαρτογράφησης χρηματοδοτούμενων έργων πρόληψης (π.χ. ΟΤΑ).

* Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού με σκοπό την καλλιέργεια της αντίληψης ασφάλειας (από τις πυρκαγιές) και την ενίσχυση της εθελοντικής συμμετοχής των πολιτών στον κύκλο διαχείρισης των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου.

Για την επιτροπή, σημαντικό στοιχείο του νέου συστήματος θα πρέπει να είναι και η ουσιαστική αναδιοργάνωση της δασικής υπηρεσίας η οποία θα πρέπει να υποστηριχθεί κατάλληλα σε μέσα και πόρους. «Χωρίς διαχείριση του αγρο-δασικού χώρου το πρόβλημα των πυρκαγιών νομοτελειακά θα αυξάνει ξεπερνώντας τις όποιες μονόπλευρες πολιτικές ενίσχυσης του μηχανισμού καταστολής» σημειώνει.

Σε ό,τι αφορά το Πυροσβεστικό Σώμα, «που θα συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του όσον αφορά τη δασοπυρόσβεση, αποτελώντας ως προς το μέγεθος των δυνάμεών του, τον κεντρικό πυλώνα του μηχανισμού της καταστολής στη χώρα», στο πόρισμα καταγράφονται σειρά πρωτοβουλιών για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του.

Επιπλέον, ζητείται:

 Τάχιστη ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάρτισης και θεσμοθέτησης των δασικών χαρτών και του δασολογίου και ανάκληση των ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στους ψηφισμένους νόμους (Ν.4280/2014 και Ν.4315/2014), οι οποίοι αυξάνουν την ένταση και τον αριθμό των χρήσεων που επιτρέπονται στα ελληνικά δάση.

 Άμεση επίλυση των χρόνιων προβλημάτων και τροποποίηση της δασικής νομοθεσίας όσον αφορά την αλλαγή χρήσης γης των εκτάσεων που χαρακτηρίσθηκαν ως ΑΔ (δασωθέντες αγροί) στο κτηματολόγιο, ώστε να μειωθεί η συνέχεια και το φορτίο της καύσιμης ύλης.

 Τροποποίηση της νομοθεσίας αναφορικά με τη διαδικασία αδειοδότησης για παρεμβάσεις στη φυσική βλάστηση εντός ιδιοκτησιών (γηπέδων, οικοπέδων κ.λπ.).

 Συμβολή των ΟΤΑ στη δημιουργία μιας κεντρικής και ενιαίας βάσης δεδομένων Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (ΟΠΣ) Πολιτικής Προστασίας με τα μέσα, εργαλεία και προσωπικό όλων των εμπλεκόμενων φορέων που διατίθενται για επιχειρησιακή χρήση στη διαχείριση των πυρκαγιών.

 Νομοθετική ρύθμιση για την εκπόνηση από τους ΟΤΑ ολοκληρωμένων τοπικών σχεδίων αντιπυρικής προστασίας σε επίπεδο δημοτικού διαμερίσματος και των πολεοδομικών τους συγκροτημάτων.

Πηγή: anatropinews.gr

Με πληροφορίες από το euronews, το tovima.gr, την ιστοσελίδα του Europarliament