• 25 Σεπτεμβρίου, 2021

Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε τον Μάνο Χατζιδάκι

 Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε τον Μάνο Χατζιδάκι

Η αναδρομή στο παρελθόν αναπόφευκτη. Μετά το θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη μόλις λίγες μέρες πριν, ανασκαλεύεις στιγμές και ιερά “τέρατα” του Πολιτισμού μαθαίνοντας πως πέρα από φίλοι με τον αξέχαστο Μάνο(έτσι τον αποκαλούσε) είχαν συνεργασία πολλών ετών έχοντας μοιραστεί την ίδια σκηνή αρκετές φορές.

To 2004 εκδίδεται από τις εκδόσεις μικρός Ιανός ένα μικρό επετειακό βιβλίο με δύο τελευταία και δημοσιευμένα άρθρα του Μίκη Θεοδωράκη, όπου παρουσιάζει το φίλο του Μάνο Χατζιδάκι και τη σχέση τους. Ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει για τη φιλία τους, τα κοινά τους όνειρα, τους παράλληλους μουσικούς τους δρόμους. Μια από καρδιάς εξομολόγηση, αφιερωμένη στον φίλο που έφυγε πριν 27 χρόνια στις 15 Ιουνίου του 1994.

Το πρώτο δημοσιευμένο εγκώμιο έγινε στην εφημερίδα «Κήρυξ» των Χανίων στις 4 Δεκεμβρίου 1952 και έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο του με τίτλο «Για την Ελληνική Μουσική», που πρωτοεκδόθηκε το έτος 1961 από την «Επιθεώρηση Τέχνης» και επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το 1986.

Εξιστορώντας την μακρόχρονη φιλιά τους ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει μέσα στο βιβλίο του πως πραγματοποιήθηκε η πρώτη τους κοινή εμφάνιση στο πάλκο.

H πρώτη μας συνύπαρξη με τον Μάνο έγινε στις κουίντες του θεάτρου της Βρετάνιας. Αυτός είχε γράψει τη μουσική για «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» του Αλέξη Δαμιανού κι εγώ διηύθυνα τη μικρή χορωδία από Επονίτες. Κάπου κάπου τον αντικαθιστούσα στο αρμόνιο. Ο θίασος των Ενωμένων Καλλιτεχνών ήταν ο επίσημος θίασος της Αριστεράς, του EAM, κι αυτό από μόνο του έδειχνε το ιδεολογικό στρατόπεδο στο οποίο ανήκαμε και οι δύο. Άλλωστε αυτό ήταν κάτι το αυτονόητο για το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής νεολαίας και ιδιαίτερα της σκεπτόμενης. Τότε ο Μάνος έκανε τα πρώτα του βήματα προς τη δημοσιότητα, προς τη φήμη, για να φτάσει συντομότερα από κάθε άλλον στην κορυφή. Ο Μάνος ήταν ένας συμφωνιστής… Θυμάμαι σαν και τώρα τα καυτά μεσημέρια του θέρους του 1946, μόνοι μας στα τελευταία καθίσματα του λεωφορείου που ανέβαινε τη Συγγρού. Κάθε μεσημέρι η μητέρα μου μας έκανε το τραπέζι και μετά πηγαίναμε για τις δουλειές ή τις σπουδές μας στην Αθήνα. Ο Μάνος μού μιλούσε ασταμάτητα για τα συμφωνικά έργα που είχε στο μυαλό του και για τους πιο απίθανους συνδυασμούς οργάνων που θα χρησιμοποιούσε. Π.χ., τρία τρομπόνια και δύο άρπες για το ένα, ορχήστρα πνευστών με σόλο τσέλο για το άλλο… και ούτω καθ’ εξής.


Μήπως όμως δεν είχε μια από τις καλύτερες δισκοθήκες στον κόσμο; Χιλιάδες δίσκοι, κυρίως «κλασικοί». Και το σπουδαιότερο: τους άκουγε όλους! Έτσι μπορώ να πω ότι κανείς στην Ελλάδα δεν γνώριζε καλύτερα τη μουσική του 20ού αιώνα (πέραν των κλασικών εννοείται), τους σύγχρονους ερμηνευτές, τις φημισμένες ορχήστρες, τις μουσικές σχολές και όλες τις ιδιαιτερότητες της σύγχρονης μουσικής.

Συμπληρώνοντας ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε για τον Μάνο Χατζιδάκι: «Ήμαστε λοιπόν βασικά μελωδιστές με κοινή φιλοδοξία να συνθέσουμε συμφωνικά έργα. Και το τραγούδι; Το ελαφρό τραγούδι που δέσποζε τότε δεν παρουσίαζε για μας το παραμικρό ενδιαφέρον σαν αντικείμενο σοβαρής μουσικής ενασχόλησης. Όσο για το λαϊκό, θυμάμαι ότι από το 1946 ο Μάνος μάς έπαιζε σε πιάνο τις διασκευές του πάνω σε τραγούδια του Μητσάκη και άλλων. Ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο απέδιδε πιανιστικά τις πενιές των μπουζουκιών με τις επαναλαμβανόμενες νότες έγινε σχολή… Όμως για μας τους ορκισμένους συμφωνιστές η μεταγραφή λαϊκών μελωδιών στο «ευρωπαΐζον» πιάνο δεν πήγαινε πέρα από το στοιχείο της γραφικότητας. Το ίδιο και με τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές». Και όμως ένα μυστηριώδες κύμα μιας κρυφής γοητείας μάς κατακυρίευε σιγά σιγά. Γιατί, αλήθεια, τόσο μεγάλη και βαθιά συγκίνηση για πράγματα τόσο απλά; Τι ήταν αλήθεια τα έργα αυτά μπροστά σε έναν Στραβίνσκι, έναν Μπάρτοκ, έναν Σοστακόβιτς, για να μας συγκινούν και να μας καθηλώνουν;»

Συνεχίζοντας να σκαλίζεις το παρελθόν βρίσκεις τον Μάνο Χατζιδάκι να μιλάει για τον Μίκη Θεοδωράκη


«Σήμερα λοιπόν θέλω να σας αποκαλύψω έναν φίλο μου συνθέτη, πολύ σημαντικό, που είμαι βέβαιος πως δεν ξέρετε, τον Μίκη Θεοδωράκη», έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις την περίοδο 1978-1979, σε ραδιοφωνική εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα.

»Έλα όμως που επιθυμώ να σας παρουσιάσω έναν Μίκη Θεοδωράκη τέτοιον που δεν τον φανταστήκατε κι ούτε τον μάθατε ποτέ, γιατί πολλοί γνωρίζουνε τα ονόματα μα λίγοι ξέρουν το τι πράγματι κάνει ο καθένας. Όπως και μένα, δεν με ξέρουν. Πολλοί με σταματούν και μου ζητάν αυτόγραφο, φροντίζω αμέσως να τους ρωτήσω αν με γνωρίζουν και μου απαντούν: «δεν είστε αυτός που τραγουδά στη τηλεόραση;».

»Βέβαια το ίδιο δεν συμβαίνει και με τον Μίκη Θεοδωράκη, γιατί αυτός και τον γνωρίζουνε και τραγουδάει. Αλλά ποιοι είναι αυτοί που ξέρουνε τη μουσική του σημασία μέσα στον χώρο μας; Κι ακόμα ότι ο Θεοδωράκης δεν έγραψε μόνο τον «Ζορμπά» ή το «Πέντε-πέντε-δέκα…» με τα οποία πολλοί νομίζουν πως εκεί τελειώνει η προσφορά του. Ούτε πάλι οι άλλοι, οι περισσότεροι, που ερμηνεύουν τη μεγαλοσύνη του γιατί τους καθηλώνει στα γήπεδα με τις ώρες και τους κινητοποιεί εσωτερικά.

»Δεν είναι μόνο αυτό. Ο Θεοδωράκης είναι βαθιά και πλατιά μουσικός και λειτουργεί παράλληλα σ’ άλλες λιγότερο γνωστές στιγμές, με ακρίβεια και με συνείδηση των πηγών του και των στόχων του, με ευαισθησία και με τεχνική απαράμιλλη. Αυτές είναι οι στιγμές που τον τοποθετούν στο μέλλον, σίγουρα και παντοτινά.

»Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας ποταμός σπανίων μελωδιών που έχει βαθιές τις ρίζες του στον αραβικό χώρο κι όχι μόνο στην Κρήτη. Από την Κρήτη πήρε την επική μεγαλοστομία και λεβεντιά που σφραγίζει τους ρυθμούς του. Απ’ τα νησιά του Αιγαίου τη χάρη του και τη λεπτεπίλεπτη δεξιοτεχνία του. Κι από τη βόρεια Ελλάδα τους βαθείς αναστεναγμούς της μουσικής του.

»Οσοι θέλησαν να τον μιμηθούν το μόνο που κατάφεραν ήταν να φτιάξουν μια μονότονη μπροσούρα που προκαλούσε αθεράπευτη πλήξη και ανία στον ακροατή.

«Η επανάσταση χωρίς ταλέντο…»

»Η επανάσταση χωρίς ταλέντο είναι για να κοιμάσαι ασφαλώς κι όχι για να λιθοβολείς».

Ο Μάνος Χατζιδάκις τελειώνει την αναφορά του στη μουσική προσωπογραφία του Μίκη Θεοδωράκη παρουσιάζοντας τραγούδια του συνθέτη τα οποία ο ίδιος ξεχωρίζει:

«Αρχίζω τη δεύτερη σειρά των τραγουδιών που διάλεξα του Θεοδωράκη μ’ ένα από τα πιο λυρικά τραγούδια που έχουν γραφτεί στην νεότερη Ελλάδα, και με μοναδική την ερμηνεία της Φαραντούρη. Αυτό το τραγούδι είναι ένα αριστούργημα, το περιέχουμε και μας αποκαλύπτει.. «στης νύκτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός..»».

Κλείνοντας την μικρή αναδρομή στο παρελθόν και στο τι είχαν πει ο ένας για τον άλλον ο Μίκης Θεοδωράκης είχε εκμυστηρευτεί  πως: :

“ Έχω κλείσει τα μάτια σε τρεις ανθρώπους: Του Σωτήρη Πέτρουλα, του Γρηγόρη Λαμπράκη, και του Μάνου Χατζιδάκι.”