• 23 Ιουνίου, 2021

Γυμναστήρια: Αρνούνται να ανοίξουν μόνο για τους εμβολιασμένους

 Γυμναστήρια: Αρνούνται να ανοίξουν μόνο για τους εμβολιασμένους

Τα γυμναστήρια είναι ένας από τους κλάδους που έχει πληγεί περισσότερο από τις επιπτώσεις του κορωνοϊού, καθώς παρέμειναν κλειστά κατά το μεγαλύτερο διάστημα της πανδημίας.

Συγκεκριμένα, άνοιξε στα μέσα του περσινού Ιουνίου μετά το πρώτο κύμα, δηλαδή σε περίοδο που και υπό κανονικές συνθήκες υπολειτουργεί, για να ξαναβάλει λουκέτο στις αρχές του Νοεμβρίου, μετά το ξέσπασμα του δεύτερου κύματος.

Οι ιδιοκτήτες των γυμναστηρίων, πάντως, αντιδρούν στις προτάσεις που εξετάζονται να λειτουργήσουν μόνο με άτομα τα οποία θα έχουν πιστοποιητικό εμβολιασμού. Κι αυτό γιατί, όπως επισημαίνουν, αποκλείει επί της ουσίας τον βασικό κορμό του πελατολογίου τους που αποτελείται κατά βάση από άτομα νεότερων ηλικιακών ομάδων.

Τεχνοκράτης, κάτοχος διδακτορικού…

«Δεν έχουμε ακόμα κάτι συγκεκριμένο από τη γενική γραμματεία Αθλητισμού σχετικά με τα πρωτόκολλα. Οι ανακοινώσεις που έχουμε ακούσει κι εμείς από υπουργούς δεν είναι επίσημες, οπότε περιμένουμε από τους λοιμωξιολόγους για να δούμε τελικά τι θα γίνει. Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν θα επιτρέψουμε να ανοίξουν τα γυμναστήρια στις 17 του μηνός με ένα ελάχιστο πελατολόγιο, γιατί όλους τους αποκλείουν όταν βάζουν ως προϋπόθεση τον εμβολιασμό. Η ηλικιακή ομάδα η οποία κρατάει -ή μάλλον κρατούσε- ζωντανά τα γυμναστήρια είναι από 18 έως 30 με 35. Αυτοί δεν έχουν κάνει εμβόλιο. Το αργότερο μέχρι την Τετάρτη θα έχουμε μία σύσκεψη με τον υπουργό Ανάπτυξης, από την οποία περιμένουμε διευκρινίσεις, για να δούμε πώς θα εξελιχθεί το πράγμα. Αυτή τη στιγμή ζητάμε να ανοίξουμε με τους όρους που ισχύουν για τις υπόλοιπες δραστηριότητες και όχι σαν να είμαστε… τα κακά παιδιά. Ειδικά όταν χιλιάδες άνθρωποι ασκούνται και κάνουν προπόνηση με κάποιους που δεν έχουν δικαίωμα», ανέφερε στη Voria.gr ο Κωνσταντίνος Φακής, πρόεδρος του Συλλόγου Ιδιοκτητών Γυμναστηρίων Θεσσαλονίκης, ο οποίος αριθμεί 250 αδειοδοτημένες επιχειρήσεις, όπου απασχολούνται περισσότεροι από 3.700 εργαζόμενοι με πλήρη ή μερική απασχόληση.