• 17 Ιανουαρίου, 2021

Δένδιας: Ετοιμαζόμαστε για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια και νοτίως της Κρήτης

 Δένδιας: Ετοιμαζόμαστε για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια και νοτίως της Κρήτης

Μετά την κύρωση των συμφωνιών της ΑΟΖ της Ελλάδας με Ιταλία και Αίγυπτο, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας υπογράμμισε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου εξετάζουν ήδη χάρτες με στόχο το επόμενο διάστημα να πραγματοποιηθεί επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης και νοτίως της Κρήτης στο πλαίσιο της συμφωνίας με την Αίγυπτο.

«Σας προλέγω ότι έχει δοθεί εντολή για να αρχίσει η εργασία των ωκεανογράφων, ώστε να κάνουμε και επέκταση των χωρικών υδάτων στο πλαίσιο της ΑΟΖ που συνήψαμε με την Αίγυπτο. Και αυτό θα γίνει. Για τις υπόλοιπες περιοχές που δεν έχουμε ΑΟΖ θα προχωρήσουμε στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό τις διαπραγματεύσεις και από εκεί και πέρα θα προχωρήσουμε και εκεί σε ανάλογες επεκτάσεις» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Δένδιας.

Επιπλέον, ο υπουργός πρόσθεσε νωρίτερα ότι ήταν συνειδητή επιλογή η μη αναγραφή στο προοίμιο της συμφωνίας με την Αίγυπτο, της δυνατότητας προσφυγής στη Χάγη σε περίπτωση μελλοντικής αμφισβήτησης της συμφωνίας. Αυτό συνέβη, σύμφωνα με τον ίδιο, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τρίτη χώρα.

Ο υπουργός Εξωτερικών απάντησε και στις επικρίσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ότι η ΝΔ το 2018, και ειδικότερα ο τότε τομεάρχης Εξωτερικών, Γιώργος Κουμουτσάκος, είχε αντιταχθεί στην επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο: Επ’ αυτού εξήγησε ότι αυτή η συζήτηση γινόταν χωρίς να έχουμε οριοθετήσεις των ΑΟΖ με την Ιταλία, και πως η λογική της κυβέρνησης είναι πρώτα να υπάρχει καθορισμός ΑΟΖ και μετά επεκτάσεις χωρικών υδάτων – «και αυτή την λογική ακολουθούμε».

Απατώντας στις παρατηρήσεις του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννη Μουζάλα, ότι προηγείται της επέκτασης των χωρικών υδάτων το κλείσιμο των κόλπων, ο Νίκος Δένδιας ανέφερε πως «δεν υπάρχει επ’ αυτού καμία αμφισβήτηση, και αυτό κάνουμε. Μάλιστα, συνεχίζουμε την εργασία που βρήκαμε από την προηγούμενη κυβέρνηση, με τον ίδιο εξαιρετικά εξειδικευμένο επιστήμονα που είχατε και εσείς, και η όλη εργασία που έχει γίνει είναι απολύτως χρήσιμη».

Αναφορικά με την πρόταση του ΜέΡΑ25 για τον καθορισμό συνολικών ΑΟΖ όλων των χωρών της Μεσογείου, μέσα από τη σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, είπε ότι «κανείς δεν έχει αντίρρηση» αλλά «να μην έχουμε υπερβάλλουσες προσδοκίες στον βαθμό που ο Πρόεδρος Ερντογάν δεν αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και τις συμφωνίες που αυτή έχει υπογράψει με Αίγυπτο, Ισραήλ και τον Λίβανο», καθώς έτσι, η όλη προσπάθεια κατέληγε σε αδιέξοδο. Ο υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι και απ’ τις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο προκύπτει μια βασική αρχή, ότι «τα νησιά έχουν τα ίδια δικαιώματα με την ηπειρωτική χώρα, όπως ορίζει το ανάλογο άρθρο της UNCLOS» και πρόσθεσε πως «εάν η Τουρκία προσχωρήσει στην αντίληψη της νομιμότητας ότι τα νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, θα είναι μια θετική εξέλιξη».

Σε σχέση με ορισμένες «ειρωνικές» – όπως τις χαρακτήρισε – τοποθετήσεις βουλευτών, για την παρουσία του λίβυου στρατάρχη Χαφτάρ στην Αθήνα, ο Νίκος Δένδιας παρατήρησε πως «είναι πολύ εύκολο κανείς να ειρωνεύεται αφ υψηλού και εκ των υστέρων, εγώ όμως αυτό που έχω να πω, είναι ότι η απουσία της Ελλάδας εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, από διάφορα τεκταινόμενα, όπως η κρίση της Λιβύης και της Συρίας, κόστισε στην χώρα πάρα πολύ ακριβά». Σημείωσε δε, ότι «το γεγονός ότι η διεθνής κοινότητα αποδέχεται ως συνομιλητή τον Σάρατζ, είναι για να μην υπάρξει ένα απόλυτο κενό».

Ο Νίκος Δένδιας, επίσης ανακοίνωσε ότι την επόμενη εβδομάδα θα συναντήσει τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών εξ ονόματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ε.Ε., «αλλά και της διεθνούς νομιμότητας» και θα του θέσει το θέμα του παράνομου τουρκολιβυκού συμφώνου.

Κλείνοντας τη συζήτηση, ο υπουργός Εξωτερικών είπε ότι ανεξαρτήτως εάν ευχόταν να ψήφιζαν τη συμφωνία με την Αίγυπτο οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, «ο τρόπος που τοποθετηθήκατε δείχνει ότι στη βάση της εγκρίνετε αυτή τη συμφωνία, όπως και την άλλη με την Ιταλία». Παρατήρησε τέλος, πως «το ύφος του διαλόγου που αναπτύχθηκε μεταξύ των πολιτικών αρχηγών, σημαίνει ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν αντιληφθεί την εξαιρετική κρισιμότητα των στιγμών».