• 28 Οκτωβρίου, 2020

Berenberg: Έξι λόγοι που καθιστούν σημαντική τη συμφωνία της ΕΕ

 Berenberg: Έξι λόγοι που καθιστούν σημαντική τη συμφωνία της ΕΕ

“Ένα μεγάλο βήμα μπροστά για την Ευρώπη”, είναι το σχόλιο της Berenberg για την ιστορική συμφωνία που επετεύχθη στις Βρυξέλλες. Έπειτα από τέσσερις ημέρες εντατικών διαπραγματεύσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν σε ένα “πακέτο” 1,8 τρισ. ευρώ. Με το Ταμείο Ανάκαμψης από την πανδημία των 750 δισ. ευρώ και το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2021-2027 ύψους 1,074 τρισ. ευρώ, οι Ευρωπαίοι έδωσαν λύση σε δύο βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση, σημειώνει ο οίκος.

Το πέτυχαν επίσης νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν, με μια ελαφρώς μικρότερη αναλογία των κεφαλαίων που θα δοθούν με τη μορφή επιδοτήσεων στο σύνολο. Από τα συνολικά 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, 390 δισ. ευρώ θα δοθούν ως επιδοτήσεις και 360 δισ. ευρώ ως δάνεια.

Σύμφωνα με την Berenberg, η συμφωνία είναι σημαντική για έξι λόγους:

1) Με τη μεγαλύτερη στην ιστορία προσπάθεια διασυνοριακής αλληλεγγύης, η ΕΕ στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα εσωτερικής συνοχής. Βραχυπρόθεσμα, η εμπιστοσύνη μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη κι από την ίδια τη ρευστότητα.

2) Η συμφωνία δείχνει ότι η ΕΕ λειτουργεί. Οι ηχηρές διαφωνίες που καταλήγουν σε σχετικά περίπλοκους αλλά λειτουργικούς συμβιβασμούς είναι μέρος του παιχνιδιού.

3) Η ΕΕ και η Ευρωζώνη δεν βρίσκονται σε τροχιά δημοσιονομικής ένωσης. Αλλά κάνουν ένα σημαντικό βήμα προς τον ισχυρότερο δημοσιονομικό συντονισμό όταν ανακύπτει σοβαρός λόγος. Η συμφωνία δημιουργεί ένα προηγούμενο. Η ΕΕ εκδίδει χρέος εν μέσω κρίσης. Αναμένατε την κοινή δημοσιονομική απάντηση να παίξει μεγαλύτερο ρόλο σε τυχόν μελλοντικές κρίσεις.

4) Παρά το γεγονός ότι η Ιταλία και άλλες χώρες που επλήγησαν πιο έντονα από την πανδημία δεν εκπλήρωσαν όλες τις επιθυμίες τους (επιδοτήσεις αξίας 390 δισ. ευρώ αντί για 500 δισ. ευρώ που ζητούσαν), η συμφωνία αναμένεται να βοηθήσει να περιοριστεί το αντι-ευρωπαϊκό αίσθημα που είχε γίνει πιο εμφανές τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, όταν η ΕΕ κατηγορήθηκε δικαιολογημένα ότι απέτυχε να επιδείξει την απαιτούμενη αλληλεγγύη. Η συμφωνία λογικά θα ενισχύσει τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις.

5) Η ΕΕ μπορεί, σε έναν βαθμό, να χρησιμοποιήσει τις δόσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ ως “μαστίγιο” που θα σπρώξει την Ιταλία και άλλες χώρες προς τις φιλοαναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις. Μετά από σοβαρές μεταρρυθμίσεις στις χώρες που επλήγησαν από την κρίση του ευρώ (κυρίως την περίοδο 2012-2015) αλλά και στη Γαλλία την τελευταία τετραετία, η Ιταλία παραμένει η μόνη μεγάλη χώρα της ΕΕ που χρειάζεται πλήρη οικονομική αναδιάρθρωση. Η συμφωνία αυξάνει την πιθανότητα η Ιταλία να κάνει μερικά βήματα για να βελτιώσει την αναπτυξιακή δυναμική της και κατ επέκταση θα μειώσει το αναπτυξιακό της χάσμα με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.

6) Στα νέα τους βήματα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν επίσης για τις επιπτώσεις που θα έχει το Brexit στα οικονομικά της ΕΕ.

Η Beremberg επισημαίνει ότι για πρώτη φορά η ΕΕ θα είναι μια μεγάλη δύναμη στις αγορές κρατικού χρέους. Η συμφωνία εξουσιοδοτεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δανειστεί από την αγορά έως 750 δισ. ευρώ για το λεγόμενο “Next Generation EU” fund. Η έκδοση καθαρού χρέους θα τερματιστεί στα τέλη του 2026. Τα ομόλογα θα αποπληρωθούν μέσω του προϋπολογισμού της ΕΕ έως τα τέλη του 2058.

Η ΕΕ θα προσπαθήσει να δαπανήσει γρήγορα τα χρήματα του ταμείου ανάκαμψης, τουλάχιστον για τα δικά της δεδομένα. Το 70% των επιδοτήσεων ύψους 390 δισ. ευρώ, θα δεσμευτούν το 2021 και το 2022, και τα υπόλοιπα το 2023.

Οι επιδοτήσεις του 2021 και του 2022 θα διοχετευτούν με γνώμονα, μεταξύ άλλων, το μέσο ποσοστό ανεργίας σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ την περίοδο 2015-2019. Το 2013, ο κριτήριο της ανεργίας για την τοποθέτηση των κεφαλαίων θα αντικατασταθεί από το κριτήριο της συρρίκνωσης του ΑΕΠ την περίοδο 2020-2021.

Τα χρήματα έχουν σημασία. Θα υποστηρίξουν την ανάκαμψη των οικονομιών της ΕΕ/Ευρωζώνης με φιλοεπενδυτικές, πράσινες και φιλοαναπτυξιακές πολιτικές. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι αυξάνουν τη συνοχή της περιοχής και πιθανότατα θα συμβάλουν στον περιορισμό των πολιτικών κινδύνων, καταλήγει η Berenberg.

Πηγή: capital.gr