• 27 Οκτωβρίου, 2020

Ανάλυση: Η επίσκεψη Πομπέο στο μικροσκόπιο

 Ανάλυση: Η επίσκεψη Πομπέο στο μικροσκόπιο

…Ιστορική σίγουρα δεν ήταν η τριήμερη επίσκεψη Πομπέο στη χώρα μας, πόσο σημαντική όμως ήταν; Πολλαπλά τα οφέλη για την Ελλάδα, επισημαίνει η κυβέρνηση κατηγορώντας εμμέσως πλην σαφώς την αντιπολίτευση για «μικροψυχία», την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαλεί το Μέγαρο Μαξίμου ότι εγκαταλείπει το δόγμα της ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής αντικαθιστώντας το με το δόγμα του «προβλέψιμου συμμάχου» -εκτίμηση που επιβεβαιώθηκε και κατά την επίσκεψη Πομπέο, σύμφωνα με συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα.

Του Νίκου Παπαδημητρίου

Ξεκινώντας από τον κυβερνητικό απολογισμό, η επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας ήταν πλούσια, ακούμπησε δε, σε πολλούς τομείς (επενδύσεις, άμυνα κ.α. διμερή θέματα). Και, με τα λόγια του Κ. Μητσοτάκη, στο Υπουργικό Συμβούλιο, η επίσκεψη «ήταν πολύ σημαντική. Παράγει αποτελέσματα σε πολλά επίπεδα, έχει μεγάλη εθνική εμβέλεια και νομίζω ότι η Ελλάδα, συνολικά, έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένη από αυτή την επίσκεψη».

Εστιάζοντας στα ελληνοτουρκικά, μπορεί ο Μάικ Πομπέο να μην έκανε κάποια ευθεία αναφορά στην Τουρκία κατά τη διάρκεια των δηλώσεών του, ωστόσο, είχε τον τρόπο να στείλει μηνύματα προς την άλλη πλευρά του Αιγαίου, υπογραμμίζουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι.

Δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε περισσότερα από τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας -σημείωναν- σε μια στιγμή που οι ΗΠΑ διανύουν προεκλογική περίοδο. Με ισχυρή, μάλιστα, πιθανότητα καταψήφισης της παρούσας κυβέρνησης, προσθέτουμε εμείς. Και πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε να ανοίξει ζητήματα στρατηγικής, όπως αναφορικά με την τύχη της προκεχωρημένης βάσης του Ιντσιρλίκ. Έκανε, ωστόσο, βήματα αναβάθμισης του ρόλου που παίζει η Ελλάδα, στη λογική της «καβάτζας», όπως έλεγε και ένας μέλος του ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Δημήτρης Καιρίδης, σε μια ατυχή το λιγότερο, διατύπωση πάντως.

Η φράση του Αμερικανού ΥΠΕΞ -από τη συνέντευξη στην «Καθημερινή» και τον Αλέξη Παπαχελά)- «η Ελλάδα είναι ένας απόλυτα ισχυρός πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ένας σημαντικός περιφερειακός εταίρος» αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα και την κυβέρνησή της, έλεγαν μέλη της στο libre.gr. Ενώ ένας προσεκτικός αναγνώστης της συνέντευξης θα διαπίστωνε ότι η συχνότερα επαναλαμβανόμενη φράση του Μ. Πομπέο στην ίδια συνέντευξη, ήταν οι δύο λέξεις, «διεθνές δίκαιο» -αναφορά, που σύμφωνα με το Μ. Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών, είναι κάτι που ευνοεί τα ελληνικά συμφέροντα.  

Ταυτοχρόνως το Μέγαρο Μαξίμου υπογράμμιζε τρία-τέσσερα ακόμη στοιχεία:

  • ο Μ. Πομπέο ήρθε στην Ελλάδα για δεύτερη φορά μέσα σε ένα χρόνο, κάτι που επεσήμανε και ο Αμερικανός υπουργός.
  • Επιπλέον, επισκέφθηκε πρώτα τη Λευκωσία -ένεκα της κυπριακής απειλής για veto στο θέμα της Λευκορωσίας- και μετά την Αθήνα, επί τριήμερο μάλιστα, χωρίς να επισκεφθεί την Άγκυρα.
  • Ενώ και η, με εκνευρισμό, αντίδραση του Ρ.Τ. Ερντογάν, δια του εκπροσώπου του κυβερνώντος κόμματος, Ομέρ Τσελίκ, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι η επίσκεψη πέτυχε τους σκοπούς της.
  • Ή, όπως επεσήμαινε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, «το θετικό αποτύπωμα για την χώρα μας αποδεικνύεται και από τον εκνευρισμό που το ταξίδι προκάλεσε στην απέναντι πλευρά, κάτι το οποίο θα πρέπει να σκεφτούν και όσοι τον υποδέχθηκαν στην Αθήνα με αμηχανία, για να μην πω ενίοτε και με μικροψυχία».

Τι, όμως, απαντούν, οι κατά τον Κ. Μητσοτάκη, «μικρόψυχοι»;

«Η επίσκεψη Πομπέο εντείνει παρά αμβλύνει την εκτίμηση μας ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει το δόγμα της ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής αντικαθιστώντας το με το δόγμα του ‘προβλέψιμου συμμάχου’, ενώ δεν φαίνεται να διασφαλίζει ουσιαστική στήριξη απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Ουσιαστικά αποτελεί μια συνέχιση της συνάντησης Τραμπ-Μητσοτάκη στη Ουάσιγκτον όπου ο κ. Μητσοτάκης έκανε σημαντικές παραχωρήσεις ακόμα και σε σχέση με πάγιες εθνικές θέσεις, χωρίς να εξασφαλίζει ουσιαστικές διαβεβαιώσεις για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας», σημείωναν συνεργάτες του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, που παρακολουθούν τα θέματα αυτά.

Ας σημειωθεί ότι στην Κουμουνδούρου δεν σταματούν στις διαπιστώσεις, κομίζουν και επιχειρήματα για την κριτική τους, για παράδειγμα συγκρίνουν τα κείμενα των ελληνο-αμερικανικών δηλώσεων στο 2ο γύρο Στρατηγικού Διαλόγου τον Οκτώβριο του 2019 και του 3ου γύρου χθες, και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η τωρινή δήλωση είναι σαφώς αποδυναμωμένη σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα.

Συγκεκριμένα, η Κοινή Δήλωση του 2ου γύρου Στρατηγικού Διαλόγου στις 7 Οκτωβρίου 2019 ανέφερε:

  • «Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας των χωρών της περιοχής, επισήμαναν με ανησυχία τις παράνομες και προκλητικές ενέργειες που προκαλούν εντάσεις στην περιοχή, καθώς και την κακόβουλη επιρροή που ασκείται σε αυτή».
  • Ενώ η Κοινή Δήλωση 3ου γύρου Στρατηγικού Διαλόγου τώρα, γνωστοποιεί ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα αντάλλαξαν απόψεις σχετικά με την Ανατολική Μεσόγειο και επιβεβαίωσαν την πεποίθησή τους ότι ζητήματα θαλασσίων οριοθετήσεων πρέπει να επιλύονται ειρηνικά σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».

Στην Κουμουνδούρου συγκρίνουν εξάλλου τις δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού, πριν από ένα χρόνο και σήμερα, και διαπιστώνουν διαφορές. Συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο του 2019 δήλωνε:

  • «Υπάρχουν κάποια όρια, δεν μπορούμε να αφήσουμε τον οποιονδήποτε την Τουρκία να κάνει παράνομες γεωτρήσεις (…) Είπαμε στην Τουρκία ότι δράσεις σε διεθνή ύδατα δεν είναι αποδεκτές και θα αναλάβουμε διπλωματικές πρωτοβουλίες για να είναι νόμιμες όλες οι ενέργειες που γίνονται».

Προχθές όμως, στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και την Σοφία Παπαδοπούλου, ο Μ. Πομπέο διεμήνυε:

  • «Ο τρόπος επίλυσης της σύγκρουσης δεν είναι μέσω επίδειξης δύναμης, ή μέσω επίδειξης εξουσίας, αλλά μέσω διαλόγου, μέσω διεθνών συστημάτων, συμφωνιών, συνομιλιών, διαλόγου. Έτσι θα έπρεπε να επιλυθούν αυτές οι θαλάσσιες διαφορές. Έχουμε δει τους Έλληνες να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, προσπαθώντας να το επιτύχουν. Ελπίζουμε ότι η τουρκική κυβέρνηση θα το δει με τον ίδιο τρόπο».

Ενώ και μέσω της συνέντευξής του στην «Καθημερινή» και τον Αλέξη Παπαχελά, ζητούσε, «όταν υπάρχουν συγκρούσεις για θαλάσσια ζητήματα, όταν υπάρχουν διαφωνίες για δικαιώματα και θαλάσσιες ζώνες, αυτές να επιλύονται ειρηνικά. Είναι πολύ σημαντικό και αυτό είναι το μήνυμα που έφερα στην ελληνική ηγεσία. Και είναι το μήνυμα που μεταφέραμε στην τουρκική ηγεσία επίσης (…) όταν υπάρχουν διενέξεις καμία χώρα δεν πρέπει να προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες για να αποκτήσει κάποιο πλεονέκτημα».

Επίσης: «Στις δημόσιες δηλώσεις του ο Πομπέο αναφέρθηκε στη σημασία αξιοποίησης των στρατιωτικών συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Την διεξαγωγή αυτών των συνομιλιών διέψευσε στην αρχή η κυβέρνηση αλλά τώρα έχουν μπει στον 6ο τους γύρο και ο Ν. Δένδιας έχει τονίσει ότι “σημειώνεται πρόοδος”», υποστηρίζουν αρμόδιες πηγές της αξιωματικής αντιπολίτευσης εκφράζοντας τη διαφωνία τους με διάλογο, με μεσολαβητή τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, και αντιπροτείνει διμερή διάλογο για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στον οποίο ουδέποτε επένδυσε η κυβέρνηση, όπως αναφέρει.

Ένα επιπλέον στοιχείο που βάζει σε σκέψεις το επιτελείο Τσίπρα είναι η απάντηση Πομπέο στο τουρκικό αίτημα για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών:

«Στην συνέντευξή του στην ‘Καθημερινή’ απαντώντας αν υποστηρίζουν οι ΗΠΑ την τουρκική θέση για αποστρατιωτικοποίηση νησιών, ο Μ. Πομπέο απάντησε ότι ‘οι διαφορές να επιλύονται μέσω μηχανισμών που είναι διαθέσιμοι για όλες τις χώρες’ αποδεχόμενος ότι υπάρχει διαφορά, που πρέπει να επιλυθεί μέσω κάποιου μηχανισμού. Υπενθυμίζεται ότι ο εκπρόσωπος του Τούρκου Προέδρου κ. Καλίν, αφού ανέπτυξε την τουρκική θέση για αποστρατιωτικοποίηση νησιών τόνισε ότι συζητιέται ‘μηχανισμός στο Αιγαίο για την θάλασσα, αέρα και σύνορα’ τον οποίο συνέδεσε με συνομιλίες στο ΝΑΤΟ για ‘μηχανισμό αποκλιμάκωσης’».

Παραλλήλως, η μείζων αντιπολίτευση επικρίνει τον Κ. Μητσοτάκη για υποκρισία στο θέμα με τη Βόρεια Μακεδονία, αφού «εξάλειψε μεν την αναφορά σε “ιστορική” Συμφωνία των Πρεσπών από την Κοινή Δήλωση Ελλάδας-ΗΠΑ, αλλά προσκάλεσε το μισό υπουργικό συμβούλιο της Βόρειας Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη (σ.σ. παρόντος του Αμερικανού υπουργού) επιχειρώντας με θράσος να πιστωθεί την δήθεν ‘επιστροφή της Ελλάδας στα Βαλκάνια μετά από σχεδόν μια δεκαετία’».

Η παρουσία του πλοίου “USS Hershel ‘Woody’ Williams” είναι ένα άλλο σημείο στο οποίο θέτει ερωτήματα η αξιωματική αντιπολίτευση:

«Δεν έχει διευκρινιστεί ποιος είναι ο επιχειρησιακός στόχος της παρουσίας της εν λόγω πλωτής βάσης στη Σούδα. Αν δεν είναι η ειρήνη και σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο με σκοπό να παρέμβει απέναντι και σε τουρκικές απειλές, ο ελλιμενισμός έχει περιορισμένη αξία για την Ελλάδα από μόνος του».

Ενώ, συγχρόνως, επισημαίνεται ότι ο Μ. Πομπέο διέψευσε (στην «Καθημερινή») τις «θεωρίες του φιλοκυβερνητικού Τύπου», ότι η Σούδα θα αντικαταστήσει, τάχα, το Ιντσιρλίκ. Κλείνοντας, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία εκφράζει τον προβληματισμό του για το αποτύπωμα των δηλώσεων Πομπέο στις σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία και την Κίνα.

Εδώ, κατά την άποψή μας, κρύβεται και το κλειδί όλων όσων είπε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας σε μικρόφωνα αλλά και πίσω από κλειστές πόρτες. Για τις ΗΠΑ ο διπλός «εχθρός» είναι η Ρωσία και η Κίνα. Για τη χώρα του Βλ. Πούτιν ειδικότερα, συνεχίζει τον αποσταθεροποιητικό της ρόλο», τόνισε ο ΥΠΕΞ καταγγέλλοντάς την για «διάδοση παραπληροφόρησης σχετικά με την πανδημία» αλλά και για την προσπάθειά της «να εντάξει στα σχέδιά της την Ορθόδοξη Εκκλησία».

Ενώ στηλίτευσε την προσπάθεια της Κίνας, «να χρησιμοποιήσει οικονομική ισχύ (…) προκειμένου να αποκτήσει στρατηγική επιρροή» στην Ευρώπη. Διαπίστωση που μάλλον έκρυβε και μια δόση ανησυχίας για όσα συμβαίνουν στην Ιταλία -επόμενο σταθμό της περιοδείας Πομπέο, θυμίζουμε- εκεί όπου η κυβέρνηση Κόντε άναψε το πράσινο φως στο Πεκίνο να «κατακτήσει» το λιμάνι του Τάραντα, δέκα μίλια μακριά από τη ΝΑΤΟϊκή βάση –αλλά αυτό είναι το λιγότερο μάλλον…

Η απόκρουση, παλαιών και νέων, εχθρών των ΗΠΑ είναι ο μοναδικός ρόλος του ΝΑΤΟ και, υπ’ αυτή την έννοια, ο,τιδήποτε διαταράσσει την ηρεμία εντός της Συμμαχίας, αντιβαίνει στους σκοπούς της, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές διενέξεις και διαφορές.